AMC LIMITED

U

Hadalzon.


ultra-abyssal zone: Hadal zone.

υπερ αβυσσιαία ζώνη : Αδαία ζώνη.

zona ultra abissal : Zona hadal.

Was this helpful?
Planktonorganismer som är mindre än 5 mikrometer i längd eller diameter.


ultraplankton: Planktonic organisms less than 5 µm in length or diameter.

ΥΠΕΡΠΛΑΓΚΤΟΝ: Πλαγκτονικοί οργανισμοί μήκους ή διαμέτρου μικρότερης των 5 µm.

ultraplâncton : Organismos planctónicos com menos de 5 µm de comprimento ou diâmetro.

Was this helpful?
Elektromagnetisk strålning med våglängd mellan röntgenstrålning och synligt ljus. Den undre gränsen sätts vid 40 nm, den övre (gränsen mot synligt ljus) vid 400 nm våglängd.


ultraviolet radiation: Non-visible electromagnetic waves which follow at the end of the violet end of the light spectrum. That part of the solar radiation spectrum between 40 and 400 nm wavelength. The range overlaps the wavelengths of long x-rays. The radiation produced by this light is used in aquaculture to disinfect water and prevent diseases caused by pathogenic microorganisms.

ΥΠΕΡΙΩΔΗΣ ΑΚΤΙΝΟΒΟΛΙΑ (UV): Mη ορατά ηλεκτρομαγνητικά κύματα μετά την ζώνη του ιώδους στο φάσμα του φωτός. Η περιοχή του φάσματος της ηλιακής ακτινοβολίας με μήκος κύματος μεταξύ 40 και 400nm. Η περιοχή αυτή του φάσματος επικαλύπτει την περιοχή της μακράς ακτινοβολίας Χ. Η ακτινοβολία αυτή χρησιμοποιείται στην υδατοκαλλιέργεια γιά την απολύμανση του νερού και την πρόληψη ασθενειών που προκαλούνται από παθογόνους μικροοργανισμούς.

radiação ultravioleta : Ondas electromagnéticas invisíveis no fim da zona violeta do espectro da luz. A parte do espectro da radiação solar entre o comprimento de onda de 40 e 400 nm. A amplitude sobrepõe-se aos comprimentos de onda dos Raios X longos. Em aquacultura, a radiação produzida pela luz ultravioleta é utilizada para desinfectar a água e prevenir doenças causadas por microorganismos patogénicos.

Was this helpful?
Fristående undervattensberg, ofta koniskt, på djuphavsbottnar eller i djuphavsgravar av troligtvis vulkaniskt ursprung. Reser sig minst 1000 meter över omgivande havsbotten.


seamount: An isolated submarine mountain, usually conical, occurring on the continental rises, abyssal plains and in the oceanic trenches presumed to be of volcanic origin, and rising at least 1000 metres above the sea floor.

Υποθαλάσσιο όρος : Ένας απομονωμένος υποθαλάσσιος ορεινός όγκος, συνήθως κωνικός που εμφανίζεται στα όρια των ηπείρων, στις αβύσσους και στις ωκεάνιες τάφρους. Θωρούνται ηφαιστειακής προέλευσης και υψώνονται σε ύψος 1000m από τον πυθμένα της θάλασσας.

elevações submarina : Uma montanha submarina isolada, normalmente cónica, que aparece nas plataformas continentais, planícies abissais e nos fossos oceânicos que se presume serem de origem vulcânica e elevando-se pelo menos 1000 metros acima do fundo do mar.

Was this helpful?
Ett beteende hos organismer som innebär aktiv eller passiv förflyttning från ett område, detta för att undvika höga koncentrationer av skadliga ämnen eller andra ogynnsamma förhållanden.


avoidance response: The action(s) of organisms to avoid concentrations of materials or other conditions which cause active or passive movements out of a zone of unfavourable conditions.

ΑΠΟΦΥΓΗΣ ΑΝΤIΔΡΑΣΗ: Αντίδραση (-σεις) ενός οργανισμού που του επιτρέπει να αποφεύγει συγκεντρώσεις επιβλαβών ουσιών ή άλλες δυσμενείς συνθήκες. Η αντίδραση αυτή συνίσταται στην ενεργητική ή παθητική μετακίνηση του οργανισμού εκτός της περιοχής των δυσμενών συνθηκών.

resposta de fuga : A acção (ou acções) dos organismos de modo a evitar concentrações de materiais ou outras condições que conduzem a movimentações activas ou passivas para fora de uma zona de condições desfavoráveis.

Was this helpful?
Inom kromatografin, den tid det tar för en testsubstans i den rörliga fasen att passera genom och lösas upp från den fasta fasen.


retention time: In chromatography, it is the duration of time for a test substance contained within the mobile phase to pass through and be eluted from the stationary phase.

ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΤΑΚΡΑΤΗΣΗΣ: Στην χρωματογραφία, ο χρόνος που απαιτείται ώστε η ουσία που περιέχεται στην κινητή φάση να διέλθει και να εκλουσθεί από την στατική φάση.

tempo de retenção : Em cromatografia, é o tempo que uma substância teste contida na fase móvel demora a passar e a ser extraida da fase estacionária.

Was this helpful?
Tidslängden som vatten eller en annan substans finns kvar i en organism eller ett ekosystem.


residence time: The length of time that water or substance remains within an organism or ecosystem.

Χρόνος διαμονής : Η χρονική διάρκεια κατά την οποία το νερό ή η ουσία παραμένει μέσα σε έναν οργανισμό ή σε ένα οικοσύστημα.

tempo de residência: A duração de tempo que a água ou matéria fica dentro de um organismo ou ecosistema.

Was this helpful?
Varje beteende och interaktion mellan hannar och honor som främjar parning.


courtship: Any behavioural interaction between males and females that facilitates mating.

ΕΡΩΤΟΤΡΟΠIΑ: Κάθε ηθολογική αλληλεπίδραση μεταξύ αρσενικού και θηλυκού η οποία διευκολύνει το ζευγάρωμα.

corte: Qualquer interacção comportamental entre machos e fêmeas que facilita o acasalamento.

Was this helpful?
Uppström som för med sig vatten från större djup till ytan. Vattnet är ofta kallare och mer näringsrikt än ytvattnet vilket leder till en hög produktivitet i dess områden. Har betydelse vid placering av olika odlingar, exempelvis musselodlingar. Jmf. Ekman transport.


upwelling: The process by which deep water masses rise, usually as a result of divergence and offshore currents. Upwelling water is usually colder and more nutrient-rich than the replaced surface water and results in higher productivity. This can have an influence on the siting of, for example, mollusc farms.

ΑΝΑΒΛΥΣΗ: Διαδικασία κατά την οποία υδάτινες μάζες μεταφέρονται από μεγαλύτερα βάθη στην επιφάνεια. Το φαινόμενο αυτό οφείλεται συνήθως στην απόκλιση θαλασσιων ρευμάτων . Τα ανερχόμενα νερά είναι συνήθως ψυχρότερα και πιο πλούσια σε θρεπτικά από τα επιφανειακά νερά που εντοπίζουν και ως εκ τούτου έχουν υψηλότερη παραγωγικότητα. Αυτό πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την εγκατάσταση πχ. μονάδων καλλιέργειας μαλακίων. Βλ. και Μεταφορά Ekman.

upwelling: O processo pelo qual massas de água profunda sobem, normalmente em resultado de correntes de divergência e do alto. As águas de upwelling são normalmente mais frias e mais ricas em nutrientes do que a água à superfície e resulta numa maior productividade. Este fenómeno pode ter influência na instalação, por exemple, de viveiros de moluscos; cf. transporte de Eckman.

Was this helpful?
(1) Den jämförelsevis platta zonen av varierande bredd som sträcker sig från vågbrytarzonen till kontinentalbranten. (2) Riktningnen från stranden ut mot havet.


offshore: (1) In beach terminology, the comparatively flat zone of variable width, extending from the breaker zone to the seaward edge of the continental shelf. (2.) The seaward direction from the shore.

ΑΝΟIΚΤΟ ΠΕΛΑΓΟΣ (ΑΝΟIΧΤΑ): Στην παραλιακή ορολογία η σχετικά επίπεδη ζώνη μεταβλητού πλάτους, εκτεινόμενη από την ζώνη θραύσης των κυμάτων έως το όριο της υφαλοκρηπίδας. (2) H κατεύθυνση από την ακτή προς την θάλασσα.

largo / mar alto : (1) Em terminologia de praia, a zona relativamente plana de largura variável, que se estende da zona de rebentação para o lado do mar até à margem da plataforma continental. (2) A direcção para o mar a partir da costa.

Was this helpful?
Syftar på en arts eller grupp av djurs begränsning i geografisk utbredning.


range: Refers to the limits of the geographical distribution of an animal or group of animals

Γεωγραφική εξάπλωση : Αναφέρεται στα όρια της γεωγραφικής κατανομής ενός ζώου ή μιας ομάδας ζώων.

habitat: Refere-se aos limites da distribuição geográfica de um animal ou grupo de animais.

Was this helpful?
Mått av förtunningsgraden hos ljus inom en vattenkolumn.


extinction coefficient: A measure of the degree of attenuation of light within a liquid column.

ΕΞΑΣΘΕΝIΣΗΣ, ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΗΣ: Μέτρο του βαθμού εξασθένισης του φωτός σε μια στήλη νερού.

coeficiente de extinção : A medição do grau de atenuação da luz dentro de uma coluna de líquido.

Was this helpful?
(1)Tillförsel av mat till organsimer (2) Matkonsumption hos organismer.


feeding: (1)The supplying of organisms with food. (2) The consuming of food by organisms.

ΔIΑΤΡΟΦΗ: (1) Η παροχή τροφής προς τους οργανισμούς. (2) Η κατανάλωση τροφής από τους οργανισμούς.

alimentação : (1) O fornecimento de alimento aos organismos. (2) O consumo de alimento pelos organismos.

Was this helpful?
Utströmning av vätska från kärl till de omgivande delarna.


effusion: Escape of fluid from vessels into the surrounding parts.

ΔIΑΠHΔHΣΗ: H εκροή υγρού από αγωγούς (αγγεία) προς τα περιβάλλοντα μέρη.

efusão : Fuga de um fluido de um navio para as zonas circundantes.

Was this helpful?
Skötandet och bevarandet av naturens resurser på ett sätt som tillfredsställer dagens behov utan att äventyra kommande generationers möjligheter att tillfredsställa sina behov. Hållbar utveckling (inom jord-, skogsbruk, och fiske) bevarar land, vatten, växter och djurs genetiska resurser, är ej miljöförstörande, ekonomiskt stabilt och socialt accepterat.


sustainable development: The management and conservation of the natural resource base and the orientation of technological and institutional change in such a manner as to ensure the attainment and continued satisfaction of human needs for present and future generations. Such sustainable development (in the agriculture, forestry and fisheries sectors) conserves land, water, plant and animal genetic resources, is environmentally non-degrading, technically appropriate, economically viable and socially acceptable.

ΑΕΙΦΟΡΟΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗ: Η διαχείριση και διατήρηση των φυσικών πόρων καθώς και ο τεχνολογικός και ιδρυματικός προσανατολισμός με τρόπο ώστε να είναι η δυνατή η ικανοποίηση των ανθρώπινων αναγκών για τις τωρινές και τις μελλοντικές γενιές. Αυτή η αειφόρος ανάπτυξη (στον τομέα της γεωργίας, της δασοπονίας και της αλιείας) έχει σαν αποτέλεσμα την διατήρηση του φυσικού πλούτου (γης, υδάτων, φυτών και ζώων) καθώς και την αποφυγή της υποβάθμισης αυτού του πλούτου με τρόπο ο οποίος είναι τεχνικά, οικονομικά και κοινωνικά αποδ

desenvolvimento sustentável: A gestão e conservação dos recursos naturais e a orientação das mudanças ambientais e tecnológicas de modo a assegurar a obtenção e continua satisfação das necessidades humanas para as gerações presentes e futuras. Tal desenvolvimento sustentável (nos sectores da agricultura, silvicultura e pescas) conserva a terra, água, recursos genéticos das plantas e animais, é ambientalmente não degradante, tecnicamente apropriado, economicamente viável e socialmente satisfatório

Was this helpful?
Uteslutning av en art när den konkurrerar med en annan art för en gemensam resurs vars tillgång är begränsad.


competitive exclusion: The exclusion of one species by another when they compete for a common resource that is in limited supply.

ΑΝΤΑΓΩΝIΣΤIΚΟΣ ΑΠΟΚΛΕIΣΜΟΣ: Ο αποκλεισμός ενός είδους από ένα άλλο όταν ανταγωνίζονται για έναν κοινό πόρο, η προσφορά του οποίου είναι περιορισμένη.

exclusão competitiva : A exclusão de uma espécie por outra quando ambas competem por um recurso comum que é limitado.

Was this helpful?
Avloppsvattens strömhastighet, uttryckt som volym per tidsenhet. I odlingssystem som använder genomströmning varierar den med fiskproduktionen och säsong. I stillastående dammsystem är den relaterad till andelen vattenmassa som släpps ut per säsong eller per produktionscykel.


discharge rate: The flow rate of a discharged fluid at a given instant expressed as volume per unit of time. In flow-through culture systems it usually varies with the growth of fish and with season. In stagnant pond systems, it relates to the percentage of the water mass released per season or per production cycle.

ΕΚΡΟΗΣ, ΡΥΘΜΟΣ: Ο ρυθμός ροής ενός παροχετευόμενου υγρού σε μια δεδομένη στιγμή, εκφρασμένος σε όγκο ανά μονάδα χρόνου. Σε συστήματα καλλιέργειας συνεχούς ροής ποικίλλει συνήθως ανάλογα με το στάδιο ανάπτυξης και την εποχή. Σε στάσιμα συστήματα λιμνοδεξαμενών στάσιμα νερά, ο ρυθμός εκροής αντιστοιχεί στο ποσοστό του νερού που εκκενώνεται ανά εποχή ή ανά παραγωγικό κύκλο.

taxa de descarga : A taxa de descarga de um fluido num dado momento expresso como o volume por unidade de tempo. Nos sistemas de cultura normalmente varia com o crescimento de peixes e estação do ano. Em sistemas de tanques estagnados, está relacionado com a percentagem da massa de água libertada por estação do ano ou por ciclo de produção.

Was this helpful?
(1) Elimeringsprocess av genotyper med sämre fitness (2) Utdöendet av en art eller taxon i en habitat eller biotop, utan att utesluta senare återkolonisering från någon annanstans.


extinction: (1) The process of elimination, as of less fit genotypes. (2) The disappearance of a species or taxon from a given habitat or biota, not precluding later recolonization from elsewhere.

ΕΞΑΦΑΝIΣΗ: (1) Η διαδικασία της εξάλειψης, όπως π.χ. εμφάνιση των λιγότερο αρμοσμένων γονο- τύπων. (2) Η εξαφάνιση ενός είδους ή τάξου από ένα ενδιαίτημα ή την πανίδα και χλωρίδα, που δεν αποκλείει μεταγενέστερη επαναποίκηση από αλλού.

extinção : (1) O processo de eliminação, como para o caso dos genótipos menos aptos. (2) O desaparecimento de uma espécie ou grupo taxonómico de um dado habitat ou biota, não excluindo uma posterior recolonização com individuos provenientes de outro local.

Was this helpful?
Att sätta ut odlade eller vildfångade akvatiska arter i det vilda.


restocking: Releasing cultured or wild caught aquatic species (usually juveniles) into the wild environment. This technique is an integral element of stock enhancement.

ΑΥΞΗΣΗ ΑΠΟΘΕΜΑΤΟΣ: Απελευθέρωση καλλιεργούμενων ή άγριων υδρόβιων ζώων (συνήθως νεαρών) στο περιβάλλον. Η τεχνική αυτή είναι αναπόσπαστο μέρος της ΕΝIΣΧΥΣΗΣ ΑΠΟΘΕΜΑΤΟΣ.

repovoamento : A libertação de espécies aquáticas (normalmente juvenis) no ambiente natural. Esta técnica é um elemento importante de programas de melhoramento.

Was this helpful?
Utsättning definieras som tillförande av fisk, ex. lax, från en fiskodling för att förstärka den vilda fiskpopulationen. Syftet med detta behöver inte nödvändigtvis vara att kunna återfånga fisken vid ett senare tillfälle. Utsättning förekommer i flera former varierande från utsättning av omatade yngel till samma lokal som deras föräldrar fångades från, till odling. Att sätta ut omatade yngel är den enklaste utsättningstekniken och arbetsinsatsen är tämligen låg. Nackdelen är att parningen är på


enhancement: Enhancement is defined as the release of fish (e.g. salmon) from a fish culture facility for the puspose of enlarging the wild population. It is not necessarily intended that the fish should be recaptured at any later stage. Enhancement takes a range of forms, that may vary from the seeding of unfed fry into the same locations from which their parents were obtained, to ranching itself. Planting unfed fry is the simplest of enhancement techniques; the level of intervention is relatively low. Ho

ΕΝIΣΧΥΣΗ: Αναφέρεται στην απελευθέρωση ψαριών, π.χ. σολομών, από μια μονάδα υδατοκαλλιέργειας προς τον σκοπό της ενίσχυσης του άγριου πληθυσμού. Δεν υπάρχει ιδιαίτερη σκοπιμότητα για τη σύλληψη των ατόμων σε καποιο μεταγενέστερο στάδιο. Η ενίσχυση παίρνει διάφορες μορφές που ποικίλλουν από τη ρίψη ιχθυδίων (πριν από την έναρξη της διατροφής) στις ίδιες περιοχές από όπου προέρχονται οι γονείς τους, μέχρι το ranching (βλ.λ.). Η απελευθέρωση ιχθυδίων είναι η απλούστερη τεχνική και το επίπεδο παρέμβασης είναι

intensificação/repovoamento : Definido como a libertação de peixe (e.g. salmão) de uma piscicultura com a finalidade de aumentar a população selvagem. Não se pretende necessariamente recapturar os animais numa fase posterior. O repovoamento tem uma amplitude de formas, que podem variar desde semear juvenis nos mesmos locais de onde os seus progenitores foram obtidos, até ao próprio cultivo (q.v.). Semear juvenis é a técnica mais simples; o nível de intervenção é relativamente baixo. No entanto, os padrões de reprodução sã

Was this helpful?
Utsläppandet av en substans (t.ex. olja) i havet.


spill-spillage: The accidental release of a substance (e.g. oil) into the sea.

Κηλίδα : Η τυχαία απελευθέρωση μιας ουσίας (π.χ. πετρέλαιο) στη θάλασσα.

derrame : A libertação acidental de uma substância (e.g. óleo) no mar.

Was this helpful?
Vätskeförlust från kroppen eller från en vävnad.


dehydration: The loss of water, as from the body or a tissue.

ΑΦΥΔΑΤΩΣΗ: Η απώλεια νερού π.χ. από το σώμα ή έναν ιστό.

desidratação : A perda de água de um corpo ou tecido.

Was this helpful?
(1) En intermediär form i livscykeln som karakteriseras genom närvaron eller företeelsen av specifika morfologiska beståndsdel eller strukturer. (2) Rangorning inom ett stigande line. (3) Ett stadie i övergången från lägre till högre organisationsnivåer.


developmental stage: (1) An intermediate form in the life cycle characterized by the presence or appearance of specific morphological elements or structures. (2) A ranking within an ascending line. (3) A stage in the transition from lower to higher organisational structures.

ΑΝΑΠΤΥΞIΑΚΟ ΣΤΑΔIΟ: (1) Μεταβατική φάση στον κύκλο ζωής χαρακτηριζόμενη από την παρουσία ή εμφάνιση ειδικών μορφολογικών στοιχείων ή δομών. (2) Ενα στάδιο σε μία ανοδική σειρά κλίμακα. (3) Στάδιο κατά τη μετάβαση από μια κατώτερη σε μια ανώτερη μορφή οργάνωσης.

estádio de desenvolvimento : (1) Um fase intermédia no ciclo de vida caracterizada pela presença ou aparecimento de elementos ou estruturas morfológicas específicas. (2) Uma posição numa linha ascendente. (3) Uma etapa na transição de uma estrutura organizacional inferior para uma superior.

Was this helpful?
Hadalzon.


ultra-abyssal zone: Hadal zone.

υπερ αβυσσιαία ζώνη : Αδαία ζώνη.

zona ultra abissal : Zona hadal.

Was this helpful?
Planktonorganismer som är mindre än 5 mikrometer i längd eller diameter.


ultraplankton: Planktonic organisms less than 5 µm in length or diameter.

ΥΠΕΡΠΛΑΓΚΤΟΝ: Πλαγκτονικοί οργανισμοί μήκους ή διαμέτρου μικρότερης των 5 µm.

ultraplâncton : Organismos planctónicos com menos de 5 µm de comprimento ou diâmetro.

Was this helpful?
Elektromagnetisk strålning med våglängd mellan röntgenstrålning och synligt ljus. Den undre gränsen sätts vid 40 nm, den övre (gränsen mot synligt ljus) vid 400 nm våglängd.


ultraviolet radiation: Non-visible electromagnetic waves which follow at the end of the violet end of the light spectrum. That part of the solar radiation spectrum between 40 and 400 nm wavelength. The range overlaps the wavelengths of long x-rays. The radiation produced by this light is used in aquaculture to disinfect water and prevent diseases caused by pathogenic microorganisms.

ΥΠΕΡΙΩΔΗΣ ΑΚΤΙΝΟΒΟΛΙΑ (UV): Mη ορατά ηλεκτρομαγνητικά κύματα μετά την ζώνη του ιώδους στο φάσμα του φωτός. Η περιοχή του φάσματος της ηλιακής ακτινοβολίας με μήκος κύματος μεταξύ 40 και 400nm. Η περιοχή αυτή του φάσματος επικαλύπτει την περιοχή της μακράς ακτινοβολίας Χ. Η ακτινοβολία αυτή χρησιμοποιείται στην υδατοκαλλιέργεια γιά την απολύμανση του νερού και την πρόληψη ασθενειών που προκαλούνται από παθογόνους μικροοργανισμούς.

radiação ultravioleta : Ondas electromagnéticas invisíveis no fim da zona violeta do espectro da luz. A parte do espectro da radiação solar entre o comprimento de onda de 40 e 400 nm. A amplitude sobrepõe-se aos comprimentos de onda dos Raios X longos. Em aquacultura, a radiação produzida pela luz ultravioleta é utilizada para desinfectar a água e prevenir doenças causadas por microorganismos patogénicos.

Was this helpful?
Fristående undervattensberg, ofta koniskt, på djuphavsbottnar eller i djuphavsgravar av troligtvis vulkaniskt ursprung. Reser sig minst 1000 meter över omgivande havsbotten.


seamount: An isolated submarine mountain, usually conical, occurring on the continental rises, abyssal plains and in the oceanic trenches presumed to be of volcanic origin, and rising at least 1000 metres above the sea floor.

Υποθαλάσσιο όρος : Ένας απομονωμένος υποθαλάσσιος ορεινός όγκος, συνήθως κωνικός που εμφανίζεται στα όρια των ηπείρων, στις αβύσσους και στις ωκεάνιες τάφρους. Θωρούνται ηφαιστειακής προέλευσης και υψώνονται σε ύψος 1000m από τον πυθμένα της θάλασσας.

elevações submarina : Uma montanha submarina isolada, normalmente cónica, que aparece nas plataformas continentais, planícies abissais e nos fossos oceânicos que se presume serem de origem vulcânica e elevando-se pelo menos 1000 metros acima do fundo do mar.

Was this helpful?
Ett beteende hos organismer som innebär aktiv eller passiv förflyttning från ett område, detta för att undvika höga koncentrationer av skadliga ämnen eller andra ogynnsamma förhållanden.


avoidance response: The action(s) of organisms to avoid concentrations of materials or other conditions which cause active or passive movements out of a zone of unfavourable conditions.

ΑΠΟΦΥΓΗΣ ΑΝΤIΔΡΑΣΗ: Αντίδραση (-σεις) ενός οργανισμού που του επιτρέπει να αποφεύγει συγκεντρώσεις επιβλαβών ουσιών ή άλλες δυσμενείς συνθήκες. Η αντίδραση αυτή συνίσταται στην ενεργητική ή παθητική μετακίνηση του οργανισμού εκτός της περιοχής των δυσμενών συνθηκών.

resposta de fuga : A acção (ou acções) dos organismos de modo a evitar concentrações de materiais ou outras condições que conduzem a movimentações activas ou passivas para fora de uma zona de condições desfavoráveis.

Was this helpful?
Inom kromatografin, den tid det tar för en testsubstans i den rörliga fasen att passera genom och lösas upp från den fasta fasen.


retention time: In chromatography, it is the duration of time for a test substance contained within the mobile phase to pass through and be eluted from the stationary phase.

ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΤΑΚΡΑΤΗΣΗΣ: Στην χρωματογραφία, ο χρόνος που απαιτείται ώστε η ουσία που περιέχεται στην κινητή φάση να διέλθει και να εκλουσθεί από την στατική φάση.

tempo de retenção : Em cromatografia, é o tempo que uma substância teste contida na fase móvel demora a passar e a ser extraida da fase estacionária.

Was this helpful?
Tidslängden som vatten eller en annan substans finns kvar i en organism eller ett ekosystem.


residence time: The length of time that water or substance remains within an organism or ecosystem.

Χρόνος διαμονής : Η χρονική διάρκεια κατά την οποία το νερό ή η ουσία παραμένει μέσα σε έναν οργανισμό ή σε ένα οικοσύστημα.

tempo de residência: A duração de tempo que a água ou matéria fica dentro de um organismo ou ecosistema.

Was this helpful?
Varje beteende och interaktion mellan hannar och honor som främjar parning.


courtship: Any behavioural interaction between males and females that facilitates mating.

ΕΡΩΤΟΤΡΟΠIΑ: Κάθε ηθολογική αλληλεπίδραση μεταξύ αρσενικού και θηλυκού η οποία διευκολύνει το ζευγάρωμα.

corte: Qualquer interacção comportamental entre machos e fêmeas que facilita o acasalamento.

Was this helpful?
Uppström som för med sig vatten från större djup till ytan. Vattnet är ofta kallare och mer näringsrikt än ytvattnet vilket leder till en hög produktivitet i dess områden. Har betydelse vid placering av olika odlingar, exempelvis musselodlingar. Jmf. Ekman transport.


upwelling: The process by which deep water masses rise, usually as a result of divergence and offshore currents. Upwelling water is usually colder and more nutrient-rich than the replaced surface water and results in higher productivity. This can have an influence on the siting of, for example, mollusc farms.

ΑΝΑΒΛΥΣΗ: Διαδικασία κατά την οποία υδάτινες μάζες μεταφέρονται από μεγαλύτερα βάθη στην επιφάνεια. Το φαινόμενο αυτό οφείλεται συνήθως στην απόκλιση θαλασσιων ρευμάτων . Τα ανερχόμενα νερά είναι συνήθως ψυχρότερα και πιο πλούσια σε θρεπτικά από τα επιφανειακά νερά που εντοπίζουν και ως εκ τούτου έχουν υψηλότερη παραγωγικότητα. Αυτό πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την εγκατάσταση πχ. μονάδων καλλιέργειας μαλακίων. Βλ. και Μεταφορά Ekman.

upwelling: O processo pelo qual massas de água profunda sobem, normalmente em resultado de correntes de divergência e do alto. As águas de upwelling são normalmente mais frias e mais ricas em nutrientes do que a água à superfície e resulta numa maior productividade. Este fenómeno pode ter influência na instalação, por exemple, de viveiros de moluscos; cf. transporte de Eckman.

Was this helpful?
(1) Den jämförelsevis platta zonen av varierande bredd som sträcker sig från vågbrytarzonen till kontinentalbranten. (2) Riktningnen från stranden ut mot havet.


offshore: (1) In beach terminology, the comparatively flat zone of variable width, extending from the breaker zone to the seaward edge of the continental shelf. (2.) The seaward direction from the shore.

ΑΝΟIΚΤΟ ΠΕΛΑΓΟΣ (ΑΝΟIΧΤΑ): Στην παραλιακή ορολογία η σχετικά επίπεδη ζώνη μεταβλητού πλάτους, εκτεινόμενη από την ζώνη θραύσης των κυμάτων έως το όριο της υφαλοκρηπίδας. (2) H κατεύθυνση από την ακτή προς την θάλασσα.

largo / mar alto : (1) Em terminologia de praia, a zona relativamente plana de largura variável, que se estende da zona de rebentação para o lado do mar até à margem da plataforma continental. (2) A direcção para o mar a partir da costa.

Was this helpful?
Syftar på en arts eller grupp av djurs begränsning i geografisk utbredning.


range: Refers to the limits of the geographical distribution of an animal or group of animals

Γεωγραφική εξάπλωση : Αναφέρεται στα όρια της γεωγραφικής κατανομής ενός ζώου ή μιας ομάδας ζώων.

habitat: Refere-se aos limites da distribuição geográfica de um animal ou grupo de animais.

Was this helpful?
Mått av förtunningsgraden hos ljus inom en vattenkolumn.


extinction coefficient: A measure of the degree of attenuation of light within a liquid column.

ΕΞΑΣΘΕΝIΣΗΣ, ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΗΣ: Μέτρο του βαθμού εξασθένισης του φωτός σε μια στήλη νερού.

coeficiente de extinção : A medição do grau de atenuação da luz dentro de uma coluna de líquido.

Was this helpful?
(1)Tillförsel av mat till organsimer (2) Matkonsumption hos organismer.


feeding: (1)The supplying of organisms with food. (2) The consuming of food by organisms.

ΔIΑΤΡΟΦΗ: (1) Η παροχή τροφής προς τους οργανισμούς. (2) Η κατανάλωση τροφής από τους οργανισμούς.

alimentação : (1) O fornecimento de alimento aos organismos. (2) O consumo de alimento pelos organismos.

Was this helpful?
Utströmning av vätska från kärl till de omgivande delarna.


effusion: Escape of fluid from vessels into the surrounding parts.

ΔIΑΠHΔHΣΗ: H εκροή υγρού από αγωγούς (αγγεία) προς τα περιβάλλοντα μέρη.

efusão : Fuga de um fluido de um navio para as zonas circundantes.

Was this helpful?
Skötandet och bevarandet av naturens resurser på ett sätt som tillfredsställer dagens behov utan att äventyra kommande generationers möjligheter att tillfredsställa sina behov. Hållbar utveckling (inom jord-, skogsbruk, och fiske) bevarar land, vatten, växter och djurs genetiska resurser, är ej miljöförstörande, ekonomiskt stabilt och socialt accepterat.


sustainable development: The management and conservation of the natural resource base and the orientation of technological and institutional change in such a manner as to ensure the attainment and continued satisfaction of human needs for present and future generations. Such sustainable development (in the agriculture, forestry and fisheries sectors) conserves land, water, plant and animal genetic resources, is environmentally non-degrading, technically appropriate, economically viable and socially acceptable.

ΑΕΙΦΟΡΟΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗ: Η διαχείριση και διατήρηση των φυσικών πόρων καθώς και ο τεχνολογικός και ιδρυματικός προσανατολισμός με τρόπο ώστε να είναι η δυνατή η ικανοποίηση των ανθρώπινων αναγκών για τις τωρινές και τις μελλοντικές γενιές. Αυτή η αειφόρος ανάπτυξη (στον τομέα της γεωργίας, της δασοπονίας και της αλιείας) έχει σαν αποτέλεσμα την διατήρηση του φυσικού πλούτου (γης, υδάτων, φυτών και ζώων) καθώς και την αποφυγή της υποβάθμισης αυτού του πλούτου με τρόπο ο οποίος είναι τεχνικά, οικονομικά και κοινωνικά αποδ

desenvolvimento sustentável: A gestão e conservação dos recursos naturais e a orientação das mudanças ambientais e tecnológicas de modo a assegurar a obtenção e continua satisfação das necessidades humanas para as gerações presentes e futuras. Tal desenvolvimento sustentável (nos sectores da agricultura, silvicultura e pescas) conserva a terra, água, recursos genéticos das plantas e animais, é ambientalmente não degradante, tecnicamente apropriado, economicamente viável e socialmente satisfatório

Was this helpful?
Uteslutning av en art när den konkurrerar med en annan art för en gemensam resurs vars tillgång är begränsad.


competitive exclusion: The exclusion of one species by another when they compete for a common resource that is in limited supply.

ΑΝΤΑΓΩΝIΣΤIΚΟΣ ΑΠΟΚΛΕIΣΜΟΣ: Ο αποκλεισμός ενός είδους από ένα άλλο όταν ανταγωνίζονται για έναν κοινό πόρο, η προσφορά του οποίου είναι περιορισμένη.

exclusão competitiva : A exclusão de uma espécie por outra quando ambas competem por um recurso comum que é limitado.

Was this helpful?
Avloppsvattens strömhastighet, uttryckt som volym per tidsenhet. I odlingssystem som använder genomströmning varierar den med fiskproduktionen och säsong. I stillastående dammsystem är den relaterad till andelen vattenmassa som släpps ut per säsong eller per produktionscykel.


discharge rate: The flow rate of a discharged fluid at a given instant expressed as volume per unit of time. In flow-through culture systems it usually varies with the growth of fish and with season. In stagnant pond systems, it relates to the percentage of the water mass released per season or per production cycle.

ΕΚΡΟΗΣ, ΡΥΘΜΟΣ: Ο ρυθμός ροής ενός παροχετευόμενου υγρού σε μια δεδομένη στιγμή, εκφρασμένος σε όγκο ανά μονάδα χρόνου. Σε συστήματα καλλιέργειας συνεχούς ροής ποικίλλει συνήθως ανάλογα με το στάδιο ανάπτυξης και την εποχή. Σε στάσιμα συστήματα λιμνοδεξαμενών στάσιμα νερά, ο ρυθμός εκροής αντιστοιχεί στο ποσοστό του νερού που εκκενώνεται ανά εποχή ή ανά παραγωγικό κύκλο.

taxa de descarga : A taxa de descarga de um fluido num dado momento expresso como o volume por unidade de tempo. Nos sistemas de cultura normalmente varia com o crescimento de peixes e estação do ano. Em sistemas de tanques estagnados, está relacionado com a percentagem da massa de água libertada por estação do ano ou por ciclo de produção.

Was this helpful?
(1) Elimeringsprocess av genotyper med sämre fitness (2) Utdöendet av en art eller taxon i en habitat eller biotop, utan att utesluta senare återkolonisering från någon annanstans.


extinction: (1) The process of elimination, as of less fit genotypes. (2) The disappearance of a species or taxon from a given habitat or biota, not precluding later recolonization from elsewhere.

ΕΞΑΦΑΝIΣΗ: (1) Η διαδικασία της εξάλειψης, όπως π.χ. εμφάνιση των λιγότερο αρμοσμένων γονο- τύπων. (2) Η εξαφάνιση ενός είδους ή τάξου από ένα ενδιαίτημα ή την πανίδα και χλωρίδα, που δεν αποκλείει μεταγενέστερη επαναποίκηση από αλλού.

extinção : (1) O processo de eliminação, como para o caso dos genótipos menos aptos. (2) O desaparecimento de uma espécie ou grupo taxonómico de um dado habitat ou biota, não excluindo uma posterior recolonização com individuos provenientes de outro local.

Was this helpful?
Att sätta ut odlade eller vildfångade akvatiska arter i det vilda.


restocking: Releasing cultured or wild caught aquatic species (usually juveniles) into the wild environment. This technique is an integral element of stock enhancement.

ΑΥΞΗΣΗ ΑΠΟΘΕΜΑΤΟΣ: Απελευθέρωση καλλιεργούμενων ή άγριων υδρόβιων ζώων (συνήθως νεαρών) στο περιβάλλον. Η τεχνική αυτή είναι αναπόσπαστο μέρος της ΕΝIΣΧΥΣΗΣ ΑΠΟΘΕΜΑΤΟΣ.

repovoamento : A libertação de espécies aquáticas (normalmente juvenis) no ambiente natural. Esta técnica é um elemento importante de programas de melhoramento.

Was this helpful?
Utsättning definieras som tillförande av fisk, ex. lax, från en fiskodling för att förstärka den vilda fiskpopulationen. Syftet med detta behöver inte nödvändigtvis vara att kunna återfånga fisken vid ett senare tillfälle. Utsättning förekommer i flera former varierande från utsättning av omatade yngel till samma lokal som deras föräldrar fångades från, till odling. Att sätta ut omatade yngel är den enklaste utsättningstekniken och arbetsinsatsen är tämligen låg. Nackdelen är att parningen är på


enhancement: Enhancement is defined as the release of fish (e.g. salmon) from a fish culture facility for the puspose of enlarging the wild population. It is not necessarily intended that the fish should be recaptured at any later stage. Enhancement takes a range of forms, that may vary from the seeding of unfed fry into the same locations from which their parents were obtained, to ranching itself. Planting unfed fry is the simplest of enhancement techniques; the level of intervention is relatively low. Ho

ΕΝIΣΧΥΣΗ: Αναφέρεται στην απελευθέρωση ψαριών, π.χ. σολομών, από μια μονάδα υδατοκαλλιέργειας προς τον σκοπό της ενίσχυσης του άγριου πληθυσμού. Δεν υπάρχει ιδιαίτερη σκοπιμότητα για τη σύλληψη των ατόμων σε καποιο μεταγενέστερο στάδιο. Η ενίσχυση παίρνει διάφορες μορφές που ποικίλλουν από τη ρίψη ιχθυδίων (πριν από την έναρξη της διατροφής) στις ίδιες περιοχές από όπου προέρχονται οι γονείς τους, μέχρι το ranching (βλ.λ.). Η απελευθέρωση ιχθυδίων είναι η απλούστερη τεχνική και το επίπεδο παρέμβασης είναι

intensificação/repovoamento : Definido como a libertação de peixe (e.g. salmão) de uma piscicultura com a finalidade de aumentar a população selvagem. Não se pretende necessariamente recapturar os animais numa fase posterior. O repovoamento tem uma amplitude de formas, que podem variar desde semear juvenis nos mesmos locais de onde os seus progenitores foram obtidos, até ao próprio cultivo (q.v.). Semear juvenis é a técnica mais simples; o nível de intervenção é relativamente baixo. No entanto, os padrões de reprodução sã

Was this helpful?
Utsläppandet av en substans (t.ex. olja) i havet.


spill-spillage: The accidental release of a substance (e.g. oil) into the sea.

Κηλίδα : Η τυχαία απελευθέρωση μιας ουσίας (π.χ. πετρέλαιο) στη θάλασσα.

derrame : A libertação acidental de uma substância (e.g. óleo) no mar.

Was this helpful?
Vätskeförlust från kroppen eller från en vävnad.


dehydration: The loss of water, as from the body or a tissue.

ΑΦΥΔΑΤΩΣΗ: Η απώλεια νερού π.χ. από το σώμα ή έναν ιστό.

desidratação : A perda de água de um corpo ou tecido.

Was this helpful?
(1) En intermediär form i livscykeln som karakteriseras genom närvaron eller företeelsen av specifika morfologiska beståndsdel eller strukturer. (2) Rangorning inom ett stigande line. (3) Ett stadie i övergången från lägre till högre organisationsnivåer.


developmental stage: (1) An intermediate form in the life cycle characterized by the presence or appearance of specific morphological elements or structures. (2) A ranking within an ascending line. (3) A stage in the transition from lower to higher organisational structures.

ΑΝΑΠΤΥΞIΑΚΟ ΣΤΑΔIΟ: (1) Μεταβατική φάση στον κύκλο ζωής χαρακτηριζόμενη από την παρουσία ή εμφάνιση ειδικών μορφολογικών στοιχείων ή δομών. (2) Ενα στάδιο σε μία ανοδική σειρά κλίμακα. (3) Στάδιο κατά τη μετάβαση από μια κατώτερη σε μια ανώτερη μορφή οργάνωσης.

estádio de desenvolvimento : (1) Um fase intermédia no ciclo de vida caracterizada pela presença ou aparecimento de elementos ou estruturas morfológicas específicas. (2) Uma posição numa linha ascendente. (3) Uma etapa na transição de uma estrutura organizacional inferior para uma superior.

Was this helpful?

Contact us

Please contact AMC Limited for any queries:

  • Hot line: +353 1 874 7088
You are here: Home Resources & Services Multilingual glossaries GLOSSARIES