AMC LIMITED

R

To be done


r-selected species: R-selected species evolved to take advantage of fluctuating, randomly-changing, unpredictable environmental features and so characterised by a high reproductive rate.

r-επιλογή: Έπιλεγμένα είδη που εξελίχθηκαν σε ένα ασταθές, μεταβλητό και απρόβλεπτο περιβάλλον και τα οποία χαρακτηρίζονται από υψηλό αναπαραγωγικό ρυθμό.

selecção r. : Espécies r-seleccionadas desenvolveram-se de modo a beneficiar das flutuações, mudanças aleatórias, características ambientais imprevisíveis e, portanto, são caracterizadas por uma taxa de reprodução elevada.

Was this helpful?
Namn och beteckning för äldre enhet för absorberad dos strålning. 1 rad=0,01 gray (Gy).


RAD: The unit of absorbed dose of radiation. The absorbed dose is one rad when one kg absorbs 102 joules of energy. In 1956 the rad replaced the roentgen (unit of radiation exposure) for clinical work involving X-rays or radioactive sources. In practice the rad and the roentgen both represent about the same amount of energy since 1,000 rads equal 1100 ± 50 roentgen but unlike the roentgen the rad is applicable to all types of radiation.

RAD: Η μονάδα της απορροφούμενης δόσης ακτινοβολίας. Η απορροφούμενη δόση είναι ένα rad όταν ένα kg ενός σώματος απορροφά ακτινοβολία ενέργειας 0.01 joule. Το 1956, το rad αντικατέστησε το roentgen (μονάδα έκθεσης σε ακτινοβολία) στις κλινικές εφαρμογές, όπου υπεισέρχονται οι ακτίνες Χ ή άλλες ραδιενεργές πηγές ακτινοβολίας. Στην πράξη, το rad και το roentgen αντιπροσωπεύουν και τα δύο το ίδιο ποσό ενέργειας, αφού 1000 rads ισοδυναμούν με 1000 ± 50 roentgen, όμως σε αντίθεση με το roentgen, το r

rad : A unidade de radiação absorvida. A dose absorvida é de 1 rad quando 1 kg absorve 10-2 joules de energia. Em 1956 o rad substituiu o roentgen (unidade de exposição à radiação) em trabalhos clínicos envolvendo Raios X ou fontes radioactivas. Na prática o rad e o roentgen representam ambos cerca da mesma quantidade de energia dado que 1000 rads são iguais a 1100 +/- 50 roentgen, mas ao contrário do roentgen o rad é aplicável a todos os tipos de radiação.

Was this helpful?
Egenskap hos vissa atomkärnor som spontant omvandlas till dotterkärnor under utsändning av joniserande strålning


radioactivity: The property of radionuclides of spontaneously emitting ionizing radiation.

ΡΑΔΙΕΝΕΡΓΕΙΑ: Η ιδιότητα των ραδιοϊσοτόπων να εκπέμπουν αυθόρμητα ιονίζουσα ακτινοβολία.

radioactividade : A propriedade dos radionuclídeos de espontaneamente emitirem radiação ionizada.

Was this helpful?
Radioaktiva substanser som t.ex. kylvatten eller andra fasta eller flytande avfallsprodukter från kärnkrafts reaktorer eller kärnkraftsverk.


radioactive wastes: Radioactive substances, such as those in cooling water and other solid and liquid wastes from nuclear reactors and nuclear power stations.

Ραδιενεργά απόβλητα : Ραδιενεργές ουσίες, όπως αυτές που βρίσκονται σε νερό ψύξης,, υγρά και στερεά απόβλητα από πυρηνικούς αντιδραστήρες και πυρηνικούς σταθμούς.

lixos radioactivos : Substâncias radioactivas, tais como a água de arrefecimento e outros desperdícios sólidos e líquidos dos reactores nucleares e centrais nucleares.

Was this helpful?
En instabil atomkärna som sänder ut joniserande strålning.


radionuclide: An unstable nuclide that emits ionizing radiation.

ΡΑΔΙΟΙΣΟΤΟΠΟ: Ενα ασταθές ισότοπο το οποίο εκπέμπει ιονίζουσα ακτινοβολία.

radionuclídeos : Um nuclídeo instável que emite radiação ionizada.

Was this helpful?
Inom statistiskanalys graden av sammhörighet mellan två slumpvis valda variabler, vilkas värde ersatts av rankingplacering inom varje stickprov.


rank correlation: In statistical analysis, the degree of association between two random variables, whose values have been replaced by ranks within their respective samples.

Συσχέτιση/συνάρτηση σειράς : Στη στατιστική ανάλυση, αναφέρεται στον βαθμό συσχέτισης δυο τυχαίων μεταβλητών, των οποίων οι τιμές έχουν αντικατασταθεί από σειρές μέσα στα αντίστοιχα δείγματα.

correlação de classes : Na análise estatística, o grau de associação entre duas variáveis aleatórias, cujos valores foram substituIdos por classes dentro das suas respectivas amostras.

Was this helpful?
Olja eller petroleum innan förädling har skett.


crude oil: Oil or petroleum in its natural state before undergoing refining.

Ακατέργαστο πετρέλαιο : Έλαια ή πετρέλαιο στην φυσική του μορφή, πριν υποστεί οποιαδήποτε επεξεργασία.

crude: Óleo ou petróleo no seu estado natural antes de passar pela refinação.

Was this helpful?
En respons på ett stimuli.


reaction: A response to a stimulus.

ΑΝΤIΔΡΑΣΗ: Η απόκριση σε ένα ερέθισμα.

reacção: A resposta a um estímulo.

Was this helpful?
En gen som bara får utslag då den finns i dubbel uppsättning, dvs. har ärvts från båda föräldrarna, visar sig dess egenskap hos bäraren.


recessive gene: A gene, and the corresponding trait, that is manifest only in the homozygous condition.

ΥΠΟΛΕΙΠΟΜΕΝΟ ΓΟΝΙΔΙΟ: Γονίδιο, το οποίο εκφράζεται στον φαινότυπο μόνο σε ομόζυγη (βλ.λ.) κατάσταση.

gene recessivo : Um gene, e a característica externa correspondente, que se manifesta apenas no estado homozigoso (q.v.) .

Was this helpful?
Snabb, lokal ökning av en eller flera planktonarter, ofta under våren eller hösten, leder tidvis till hög koncentration och total dominering av dessa organismer vilket kan resultera i färgförändring av vattnet (där av namnet).


red tide: Rapid and localized increase of one or more planktonic species, often in spring or autumn, causes large temporary concentrations of these organisms to dominate the community which can result in discoloured waters. This phenomenon is known as a red tide.

ΕΡΥΘΡΑ ΠΑΛIΡΡΟIΑ: Ταχεία και εντοπισμένη αύξηση ενός ή περισσοτέρων πλαγκτονικών ειδών. Η αύξηση αυτή παρατηρείται συνήθως την ανοιξη ή το φθινόπωρο και προκαλεί μεγάλες εποχιακές συγκεντρώσεις αυτών των οργανισμών, οι οποίοι κυριαρχούν στην βιοκοινότητα. Μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα τον χρωματισμό του νερού. Η άνθιση του φυτοπλαγκτού μπορεί να συνοδεύεται από απελευθέρωση τοξινών (π.χ. άνθιση των δινομαστιγωτών Gymnodinium.)

maré vermelha : Aumento rápido e localizado de uma ou mais espécies planctónicas, frequentemente na Primavera ou Outono, originando grandes concentrações temporárias destes organismos que passam a dominar a comunidade; pode resultar em águas descoloradas (marés vermelhas). Os blooms de fitoplâncton (algas) podem estar associados à libertação de toxinas (e.g. blooms de dinoflagelados Gymnodinium).

Was this helpful?
Zon i marina sediment där förhållandena ändras från aeroba till anaeroba.


Redox discontinuity layer: A zone where conditions change from aerobic to anaerobic in marine sediments.

Στρώμα ασυνέχειας δυναμικού οξειδοαναγωγής : Η ζώνη στην οποία οι συνθήκες αλλάζουν από αερόβιες σε αναερόβιες σε θαλάσσια ιζήματα.

camada redox descontínua: Zona de sedimentos marinhos onde as condições mudam de aerobicas para anaerobicas.

Was this helpful?
Den här potentialen är ett mått på proportionerna mellan oxiderade och reducerade delar i en lösning. Den elektrodpotential som kan uppmätas i en cell där den ena halvcellen består av en inert elektrod (vanligen av platina) i kontakt med något redoxpar och där den andra halvcellen är en normalvätgaselektrod.


oxidation-reduction potential: This potential of a solution is a measure of the proportion of oxidized to reduced substances. In practice, the redox potential is measured in respect of a platinum electrode and is called the Eh. If electrons flow from the solution to the electrode, reducing conditions are said to exist in the solution and the potential (measured in volts) existing between the electrode and the solution. Oxidizing conditions are said to exist in the solution when electrons flow from the electrode to the soluti

ΔΥΝΑΜIΚΟ ΟΞΕIΔΟΑΝΑΓΩΓΗΣ: Μέτρο της αναλογίας των οξειδωμένων προς τις ανηγμένες ουσίες σε ένα διάλυμα. Στην πράξη, το οξειδοαναγωγικό δυναμικό Eh, μετράται χρησιμοποιώντας ένα ηλεκτρόδιο λευκοχρύσου. Οταν παρατηρείται ροή ηλεκτρονίων από το διάλυμα προς το ηλεκτρόδιο θεωρείται ότι επικρατούν αναγωγικές συνθήκες και το δυναμικό (μετρούμενο σε volt) μεταξύ ηλεκτροδίου και διαλύματος έχει αρνητικό πρόσημο. Οξειδωτικές συνθήκες θεωρείται ότι επικρατούν στο διάλυμα όταν τα ηλεκτρόνια ρέουν από το ηλεκτρόδιο προς το διάλυμ

potencial de oxidação-redução: Este potencial de uma solução é uma medição da proporção de substâncias oxidadas para reduzidas. Na prática, o potencial rédox é medido em relação a um eléctrodo de platina e chama-se Eh. Se os electrões passam de uma solução para o eléctrodo, diz-se existirem condições de redução na solução e, existe um potencial (medido em volts) entre o eléctrodo e a solução. Diz-se existirem condições de oxidação na solução quando os electrões passam do eléctrodo para a solução e a voltagem é de sinal posit

Was this helpful?
Ett mått på förhållandet mellan oxiderade och reducerade substanser. I verkligheten mäts redoxpotentialen som elektrodpotential mellan en inert elektrod (vanligen av platina) och är en normalvätgaselektrod.


redox potential: This potential of a solution is a measure of the proportion of oxidized to reduced substances. In practice, the redox potential is measured in respect of a platinum electrode and is called the Eh. If electrons flow from the solution to the electrode, reducing conditions are said to exist in the solution and the potential (measured in volts) existing between the electrode and the solution. Oxidizing conditions are said to exist in the solution when electrons flow from the electrode to the soluti

ΟΞΕΙΔΟΑΝΑΓΩΓΙΚΟ ΔΥΝΑΜΙΚΟ: Μέτρο της αναλογίας των οξειδωμένων προς τις ανηγμένες ουσίες σε ένα διάλυμα. Στην πράξη, το οξειδοαναγωγικό δυναμικό Eh, μετράται χρησιμοποιώντας ένα ηλεκτρόδιο λευκοχρύσου. Οταν παρατηρείται ροή ηλεκτρονίων από το διάλυμα προς το ηλεκτρόδιο θεωρείται ότι επικρατούν αναγωγικές συνθήκες και το δυναμικό (μετρούμενο σε volt) μεταξύ ηλεκτροδίου και διαλύματος έχει αρνητικό πρόσημο. Οξειδωτικές συνθήκες θεωρείται ότι επικρατούν στο διάλυμα όταν τα ηλεκτρόνια ρέουν από το ηλεκτρόδιο προς το διάλυμ

potencial redox : Ver POTENCIAL DE OXIDAÇÃO-REDUÇÃO. (Este potencial de uma solução é uma medição da proporção de substâncias oxidadas para reduzidas. Na prática, o potencial rédox é medido em relação a um eléctrodo de platina e chama-se Eh. Se os electrões passam de uma solução para o eléctrodo, diz-se existirem condições de redução na solução e, existe um potencial (medido em volts) entre o eléctrodo e a solução. Diz-se existirem condições de oxidação na solução quando os electrões passam do eléctrodo para a s

Was this helpful?
Fastställd yta som djupmätningar och tidvattensnivåer hänvisar till.


chart datum: The permanently established surface from which depth soundings or tide levels are referenced; formerly related to low water but more recently to the lowest astronomical tide datum; datum plane; tidal datum; a permanently established reference level usually relating to tide levels, water depth, etc.

Σημείο αναφοράς χαρτογραφήσεων: Ένα σταθερό σημείο στο οποίο αναφέρονται τα βάθη της θάλασσας ή τα ύψη της παλίρροιας. Στο παρελθόν σχετιζόταν με την αμπώτιδα, αλλά πρόσφατα σχετίζεται με την μικρότερη αστρονομική παλίρροια.

gráfico de dados : Superfície permanentemente estabelecida a partir da qual são referenciados a profundidade dos fundos ou os níveis das marés; relacionada antigamente com a maré baixa ( q.v.) , mas mais recentemente com os dados da mais baixa maré astronómica (q.v.); plano de dados; dados das marés; um nível de referência permanentemente estabelecido normalmente relacionado com níveis de marés, profundidade das águas, etc.

Was this helpful?
Den våg som reflekteras ut mot havet när en våg träffar på ne brant strand, barriär eller annan reflekterande yta.


reflected wave: The wave that is returned seaward when a wave impinges upon a very steep beach, barrier, or other reflecting surface.

ΑΝΑΚΛΩΜΕΝΟ ΚΥΜΑ: Κύμα που επιστρέφει προς τα ανοιχτά της θάλασσας όταν προσκρούει σε μια πολύ απότομη ακτή, ένα φράγμα ή σε μια άλλη ανακλαστική επιφάνεια.

onda reflectida : A onda que é reenviada em direcção ao mar após chocar com um praia escarpada, barreira ou outra superfície reflectora.

Was this helpful?
(1) Återvändande till ett tidigare och oftast mer primitivt tillstånd (stadium) eller en tidigare utvecklingsfas. (2) Återvändande till känslor och beteenden som karakteriserar ett tidigare, mer infantilt stadium. (3) Reducerad utbredning hos en art eller stam. (4) Statistisk term för ett samband mellan en (respons)variabel och en eller flera förklarande variabler.


regression: (1) Reactivation of older evolutionary behaviour patterns under reduction of higher levels of development. (2) Falling back to earlier, immature levels of instinct. (3) Reduction in geographic distribution of a species or strain. (4) A relapse following an improvement in the diseased state. (5) An expression of the relationship between two (or more) variables usually given as a regression line (curve) with an associated equation. This shows the manner in which the dependent variable changes as a

ΠΑΛΙΝΔΡΟΜΗΣΗ: (1) Επαν-ενεργοποίηση εξελικτικά παλαιότερων προτύπων συμπεριφοράς, με έκπτωση (εξασθένιση) ανώτερων επιπέδων ανάπτυξης. (2) Μετάπτωση σε προγενέστερα ανώριμα επίπεδα ενστίκτου (3) Περιορισμός της γεωγραφικής εξάπλωσης ενός είδους ή στελέχους (4) Υποτροπή, μετά από μια βελτίωση, της κατάστασης μιας ασθένειας. (5) Σχέση μεταξύ δύο (ή περισσότερων) μεταβλητών, η οποία εκφράζεται με έναν μαθηματικό τύπο και απεικονίζεται γραφικά με την ευθεία (καμπύλη) παλινδρομησης, που δείχνει πώς μεταβάλλεται η

regressão : (1) Reactivação de antigos padrões comportamentais evolutivos pela retorno a níveis de desenvolvimento anteriores. (2) Retroceder para níveis de instinto mais primitivos e imaturos. (3) Redução da distribuição geográfica de uma espécie ou raça. (4) Uma recaída a seguir a uma melhoria num estado de doença. (5) Uma expressão do relacionamento entre duas (ou mais) variáveis dada normalmente por uma linha de regressão (curva) com uma equação associada. Mostra o modo como a variável dependente muda

Was this helpful?
Mängden larver som genomgått metamorfos och slagit sig ner per tidsenhet, används bl.a. om fastsittande nässeldjur och blötdjur.


recruitment: Term used in shellfish farming referring to the degree that successful juvenile settlement has occurred over a given time period.

ΣΤΡΑΤΟΛΟΓΗΣΗ: Ο όρος χρησιμοποιείται (μεταξύ άλλων) στην καλλιέργεια των ασπονδύλων και αναφέρεται στον βαθμό επιτυχίας στην εγκατάσταση νεαρών ατόμων σε ένα δεδομένο υπόστρωμα εντός δεδομένου χρονικού διαστήματος.

recrutamento : Termo utilizado no cultivo de bivalves para referir o grau de sucesso da fixação de juvenis num dado período de tempo.

Was this helpful?
Förhållandet mellan antalet individer i en speciell grupp och det totala antalet individer, inomett speciellt område, volym eller samhälle under en viss tidsperiod.


relative abundance: The ratio of the number of individuals of a particular group to the total number of individuals, within a certain area, volume or community over a certain period of time.

Σχετική εγκατάλειψη : Ο λόγος του αριθμού των ατόμων μιας συγκεκριμένης ομάδας προς τον συνολικό αριθμό των ατόμων, σε μια δεδομένη περιοχή, όγκο ή κοινωνία και για δεδομένη χρονική περίοδο.

abundância relativa : O rácio do número de indivíduos de um grupo específico para o número total de indivíduos, dentro de uma certa área, volume ou comunidade sobre um certo período de tempo.

Was this helpful?
Ytaktivt ämne som innehåller en opolär, hydrofobisk kolhydrat med en polär ända. I en snäv bemärkelse avses en detergent som ett ytaktivt ämne som kan användas för rengörande ändamål eftersom de kan emulgera oljor och fettämnen. Som avfallsprodukter inom industriella verksamheter och hushålls processer kan de ha en negativ effekt på vattenkvaliteten inom akvakulturen.


detergent: Tensio-active surfactant compound that features a non-polar, hydrophobic hydrocarbon chain with a polar end. Detergents are often included in cleaning solutions as they emulsify dirt and oil. As waste products of industrial and domestic processes they may have a detrimental effect on the water quality of aquaculture units. In English the term detergent is often used loosely, to describe any cleaning agent, including soaps.

ΑΠΟΡΡΥΠΑΝΤIΚΟ : Τασιενεργή χημική ένωση που μειώνει την επιφανειακή τάση του νερού. Αποτελείται από μία μη πολική, υδρόφοβη αλυσίδα υδρογονάνθρακα, με ένα πολικό άκρο. Τα απορρυπαντικά περιέχονται συχνά σε διαλύματα καθαρισμού, επειδή γαλακτοματοποιούν τους ρύπους και τα έλαια. Η παρουσία τους στα οικιακά και βιομηχανικά απόβλητα μπορεί να έχει δυσμενή επίδραση στην ποιότητα του νερού των μονάδων ιχθυοκαλλιέργειας. Ο όρος συχνά χρησιμοποιείται εσφαλμένα για οποιοδήποτε καθαριστικό, των σαπουνιών συμπεριλαμβανο

detergente: Composto surfactante tensio-activo característico de cadeias hidrofóbicas de hidrocarbonetos, não polares, com uma terminação polar. Os detergentes são muitas vezes incluindos em soluções para lavagem devido a emulsionarem a sujidade e o óleo. Como produtos de desperdicio industrial e doméstico podem ter um efeito nocivo na qualidade da água das unidades de aquacultura. Em Inglês o termo detergente é muitas vezes utilizado livremente para descrever qualquer agente de limpeza, incluindo sabões.

Was this helpful?
Förhållandet mellan mängden utsläppt koldioxid och mängden konsumerat syre under samma tidsperiod.


respiratory quotient: Ratio of the amount of carbon dioxide expired and the amount of oxygen consumed during the same time period.

ΑΝΑΠΝΕΥΣΤIΚΟΣ ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΗΣ: Λόγος της ποσότητας διοξειδίου του άνθρακα που εκπνέεται προς την ποσότητα οξυγόνου που καταναλώνεται στον ίδιο χρόνο.

quociente respiratório : Razão entre a quantidade de dióxido de carbono expirado e a quantidade de oxigénio consumido no mesmo período de tempo.

Was this helpful?
(1) Någonting som lämnats kvar, blivit över. (2) Inom akvakulturer: hänvisar till den mängd kemikalier eller antibiotika som påträffas i vävnader.


residue: (1) Something that is left over; making up a residual quantity of material. (2) In aquaculture: commonly used to refer to residual quantities of various chemicals or antibiotics in the tissues.

ΚΑΤΑΛΟΙΠΟ: (1) Παραμένοντα υπολλείματα ενός υλικού. (2) Στην υδατοκαλλιέργεια, συχνά χρησιμοποιείται αναφορικά με ποσότητες διαφόρων χημικών ή αντιβιοτικών που παραμένουν στους ιστούς.

resíduo : (1) Algo que é abandonado; dando origem a uma quantidade de matéria residual. (2) Em aquacultura: vulgarmente utilizado para referir quantidades residuais de vários químicos ou antibióticos nos tecidos.

Was this helpful?
Dimensionslös storhet inom hydromekaniken för uppskattning av inverkan av inre friktion på en gas eller vätska i rörelse. Anger ofta om strömmningar är laminära eller turbulenta.


reynolds number: Dimensionless parameter which indicates transition from laminar to turbulent flow.

Αριθμός Reynolds : Αδιάστατη παράμετρος η οποία προσδιορίζει την μετάβαση από laminar σε ροή δίνης

número de reynolds: Parâmetro sem dimensão que indica a transição de corrente laminar para turbulenta.

Was this helpful?
En organims rörelse till följd av luft- eller vattenström.


rheotaxis: A directed movement response of a motile organism to a water or air current, either in to the current (positive reotaxis) or with the current (negative reotaxis).

ΡΟΟΤΑΞΙΑ: Κινητική απόκριση οργανισμών στην κίνηση ενός ρεύματος (στο νερό ή στον αέρα) είτε κατά την φορά του (αρνητική ροοταξία) είτε αντίθετα (θετική ροοταξία).

reotaxia : O movimento de resposta directa de um organismo dotado de mobilidade dirigido a uma corrente de água ou de ar, quer seja para o interior da corrente (reotaxia positiva) quer com a corrente (reotaxia negativa).

Was this helpful?
Selektion av en optimal fenotyp som resulterar i en riktad ändring av genfrekvenser för den aktuella karaktären, vilket leder till anpassning i en ständigt föränderlig miljö; dynamisk selektion; progressiv selektion.


directional selection: Selection for an optimum phenotype resulting in a directional shift in gene frequencies of the character concerned and leading to a state of adaptation in a progressively changing environment; dynamic selection; progressive selection.

ΚΑΤΕΥΘΥΝΟΥΣΑ ΕΠΙΛΟΓΗ: Επιλογή υπέρ ενός άριστου φαινοτύπου, η οποία έχει ως αποτέλεσμα την αλλαγή των γονιδιακών συχνοτήτων προς μία κατεύθυνση να οδηγεί τελικά σε μία κατάσταση προσαρμογής σε ένα βαθμιαία μεταβαλλόμενο περιβάλλον.Δυναμική επιλογή. Προοδευτική επιλογή.

selecção direccional: Selecção para um fenótipo óptimo que resulta num desvio direccional nas frequências genéticas do carácter em questão e que conduz a um estado de adaptação num ambiente que se altera progressivamente; selecção dinâmica; selecção progressiva.

Was this helpful?
Sannolikheten för skada, förlust, fara eller andra negativa konsekvenser.


risk: Chance or possibility of danger, loss or injury or other adverse consequences.

ΔIΑΚΥΝΔΥΝΕΥΣΗ (ΡIΣΚΟ): Μέτρο του μεγέθους ενός αναλαμβανομένου κινδύνου. Είναι ανάλογο προς την πιθανότητα του κινδύνου και την ένταση και την έκταση της αναμενόμενης ζημίας.

risco : Risco ou possibilidade de perigo, perda ou lesão ou outras consequências adversas.

Was this helpful?
Epidemiologisk term för en egenskap eller en exponering som innebär en ökad risk att insjukna i en viss sjukdom. Rökning är t.ex. riskfaktor för lungcancer.


risk factor: The probability of cancer and leukemia or hereditary damage per unit dose equivalent. Usually refers to fatal malignant diseases and serious hereditary damage; expressed as the probability per sievert.

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΗΣ ΚΙΝΔΥΝΟΥ: Πιθανότητα καρκίνου, λευχαιμίας ή κληρονομήσιμης βλάβης ανά μονάδα ισοδύναμου δόσης. Συνήθως, αναφέρεται σε μοιραίες κακοήθεις ασθένειες και σοβαρές κληρονομικές βλάβες. Εκφράζεται ως πιθανότητα ανά sievert.

factor de risco : A probabilidade de cancro e leucemia ou danos hereditários. Normalmente refere-se a doenças malignas fatais e danos hereditários graves; expressa como a probabilidade por sievert ( q.v.) .

Was this helpful?
Ribonukleinsyra, komplicerad makromolekyl som styr proteinsyntesen i cellerna. RNA förekommer även som bärare av arvsmassan i vissa virus.


RNA: Ribonucleic acid; a polynucleotide formed by the polymerisation of the ribonucleotides adenosine triphosphate, guanosine triphosphate, cytosine triphosphate and uracyl triphosphate. RNA usually occurs as single stranded molecules, although extensive intramolecular base pairing causes it to assume complex secondary structures. It serves as genome in certain viruses but in other cells it accomplishes a number of vital roles in the passage of information from DNA to proteins. DNA-based genetic inf

RNA: Ριβονουκλεϊκό όξύ. Πολυνουκλεοτίδιο που σχηματίζεται από τον πολυμερισμό των ριβονουκλεοτιδίων τριφωσφορική αδενοσίνη, τριφωσφορική γουανοσίνη, τριφωσφορική κυτοσίνη και τριφωσφορική oυριδίνη. Το RNA συνήθως απαντά ως μονόκλωνο μόριο, αν και ο εκτεταμένος ενδομοριακός σχηματισμός δεσμών μεταξύ συμπληροματικών βάσεων δημιουργεί σύνθετες δευτεροταγείς δομές. Λειτουργεί ως γονιδίωμα σε ορισμένους ιούς αλλά στα άλλα είδη κυττάρων εκπληρώνει ενα σημαντικό αριθμό από ζωτικές δημιουργίες για την με

ARN : Ácido ribonucleico; um polinucleótido formado pela polimerização dos ribonucleótidos trifosfato de adenosina, trifosfato de guanina, trifosfato de citosina e trifosfato de uracilo. O ARN ocorre normalmente como uma cadeia molecular simples, apesar de bases intra-moleculares extensivas fazer com que assuma estruturas secundárias complexas. Serve como genoma em certos vírus mas noutras células efectua uma série de papéis vitais na passagem de informação do ADN para as proteínas. A informação genét

Was this helpful?
Rörelse hos fritt rörliga organismer eller celler som svar på yttre retning. Med positiv taxis avses rörelse riktad mot retningskällan, med negativ taxis rörelse från källan.


taxis: A directed reaction or orientation response of a free moving organism toward (positive) or away from(negative) the source of the stimulus; tactism. (for example, Artemias positive phototaxis).

ΤΑΚΤΙΣΜΟΣ, ΤΑΞΙΑ: Κατευθυνόμενη αντίδραση ή απόκριση προσανατολισμού ενός ελεύθερα κινούμενου οργανισμού προς (θετική) ή μακρυά από (αρνητική) την πηγή του ερεθίσματος. (π.χ. θετικός φωτοτακτισμός της Artemia).

taxia : Uma reacção de orientação, de um organismo que se move livremente, na direcção de (positiva) ou a afastar-se (negativa) da fonte de estimulação; tactismo (por exemplo, fototaxia positiva de Artemia).

Was this helpful?
Ett rödfärgat jordsediment. Färgen beror på järnoxider.


red mud: (1) A terrigenous sediment, red in colour, due to the presence of ferric oxide. (2) Wastes dumped at sea from the industrial extraction of alumina and the production of titanium dioxide.

Κόκκινη λάσπη : (1) Υπόστρωμα της ξηράς, κόκκινου χρώματος εξαιτίας της παρουσίας οξειδίων του σιδήρου. (2) Απόβλητα που απορρίπτονται στη θάλασσα από την βιομηχανική εξαγωγή οξειδίου του αργιλίου και την παραγωγή διοξειδίου του τιτανίου.

vasa vermelha: (1) Sedimento terroso, de cor vermelha, devido à presença de óxido de ferro. (2) Desperdícios da extracção indústrial de alumínio e da produção de dióxido de titânio descarregados no mar.

Was this helpful?
To be done


r-selected species: R-selected species evolved to take advantage of fluctuating, randomly-changing, unpredictable environmental features and so characterised by a high reproductive rate.

r-επιλογή: Έπιλεγμένα είδη που εξελίχθηκαν σε ένα ασταθές, μεταβλητό και απρόβλεπτο περιβάλλον και τα οποία χαρακτηρίζονται από υψηλό αναπαραγωγικό ρυθμό.

selecção r. : Espécies r-seleccionadas desenvolveram-se de modo a beneficiar das flutuações, mudanças aleatórias, características ambientais imprevisíveis e, portanto, são caracterizadas por uma taxa de reprodução elevada.

Was this helpful?
Namn och beteckning för äldre enhet för absorberad dos strålning. 1 rad=0,01 gray (Gy).


RAD: The unit of absorbed dose of radiation. The absorbed dose is one rad when one kg absorbs 102 joules of energy. In 1956 the rad replaced the roentgen (unit of radiation exposure) for clinical work involving X-rays or radioactive sources. In practice the rad and the roentgen both represent about the same amount of energy since 1,000 rads equal 1100 ± 50 roentgen but unlike the roentgen the rad is applicable to all types of radiation.

RAD: Η μονάδα της απορροφούμενης δόσης ακτινοβολίας. Η απορροφούμενη δόση είναι ένα rad όταν ένα kg ενός σώματος απορροφά ακτινοβολία ενέργειας 0.01 joule. Το 1956, το rad αντικατέστησε το roentgen (μονάδα έκθεσης σε ακτινοβολία) στις κλινικές εφαρμογές, όπου υπεισέρχονται οι ακτίνες Χ ή άλλες ραδιενεργές πηγές ακτινοβολίας. Στην πράξη, το rad και το roentgen αντιπροσωπεύουν και τα δύο το ίδιο ποσό ενέργειας, αφού 1000 rads ισοδυναμούν με 1000 ± 50 roentgen, όμως σε αντίθεση με το roentgen, το r

rad : A unidade de radiação absorvida. A dose absorvida é de 1 rad quando 1 kg absorve 10-2 joules de energia. Em 1956 o rad substituiu o roentgen (unidade de exposição à radiação) em trabalhos clínicos envolvendo Raios X ou fontes radioactivas. Na prática o rad e o roentgen representam ambos cerca da mesma quantidade de energia dado que 1000 rads são iguais a 1100 +/- 50 roentgen, mas ao contrário do roentgen o rad é aplicável a todos os tipos de radiação.

Was this helpful?
Egenskap hos vissa atomkärnor som spontant omvandlas till dotterkärnor under utsändning av joniserande strålning


radioactivity: The property of radionuclides of spontaneously emitting ionizing radiation.

ΡΑΔΙΕΝΕΡΓΕΙΑ: Η ιδιότητα των ραδιοϊσοτόπων να εκπέμπουν αυθόρμητα ιονίζουσα ακτινοβολία.

radioactividade : A propriedade dos radionuclídeos de espontaneamente emitirem radiação ionizada.

Was this helpful?
Radioaktiva substanser som t.ex. kylvatten eller andra fasta eller flytande avfallsprodukter från kärnkrafts reaktorer eller kärnkraftsverk.


radioactive wastes: Radioactive substances, such as those in cooling water and other solid and liquid wastes from nuclear reactors and nuclear power stations.

Ραδιενεργά απόβλητα : Ραδιενεργές ουσίες, όπως αυτές που βρίσκονται σε νερό ψύξης,, υγρά και στερεά απόβλητα από πυρηνικούς αντιδραστήρες και πυρηνικούς σταθμούς.

lixos radioactivos : Substâncias radioactivas, tais como a água de arrefecimento e outros desperdícios sólidos e líquidos dos reactores nucleares e centrais nucleares.

Was this helpful?
En instabil atomkärna som sänder ut joniserande strålning.


radionuclide: An unstable nuclide that emits ionizing radiation.

ΡΑΔΙΟΙΣΟΤΟΠΟ: Ενα ασταθές ισότοπο το οποίο εκπέμπει ιονίζουσα ακτινοβολία.

radionuclídeos : Um nuclídeo instável que emite radiação ionizada.

Was this helpful?
Inom statistiskanalys graden av sammhörighet mellan två slumpvis valda variabler, vilkas värde ersatts av rankingplacering inom varje stickprov.


rank correlation: In statistical analysis, the degree of association between two random variables, whose values have been replaced by ranks within their respective samples.

Συσχέτιση/συνάρτηση σειράς : Στη στατιστική ανάλυση, αναφέρεται στον βαθμό συσχέτισης δυο τυχαίων μεταβλητών, των οποίων οι τιμές έχουν αντικατασταθεί από σειρές μέσα στα αντίστοιχα δείγματα.

correlação de classes : Na análise estatística, o grau de associação entre duas variáveis aleatórias, cujos valores foram substituIdos por classes dentro das suas respectivas amostras.

Was this helpful?
Olja eller petroleum innan förädling har skett.


crude oil: Oil or petroleum in its natural state before undergoing refining.

Ακατέργαστο πετρέλαιο : Έλαια ή πετρέλαιο στην φυσική του μορφή, πριν υποστεί οποιαδήποτε επεξεργασία.

crude: Óleo ou petróleo no seu estado natural antes de passar pela refinação.

Was this helpful?
En respons på ett stimuli.


reaction: A response to a stimulus.

ΑΝΤIΔΡΑΣΗ: Η απόκριση σε ένα ερέθισμα.

reacção: A resposta a um estímulo.

Was this helpful?
En gen som bara får utslag då den finns i dubbel uppsättning, dvs. har ärvts från båda föräldrarna, visar sig dess egenskap hos bäraren.


recessive gene: A gene, and the corresponding trait, that is manifest only in the homozygous condition.

ΥΠΟΛΕΙΠΟΜΕΝΟ ΓΟΝΙΔΙΟ: Γονίδιο, το οποίο εκφράζεται στον φαινότυπο μόνο σε ομόζυγη (βλ.λ.) κατάσταση.

gene recessivo : Um gene, e a característica externa correspondente, que se manifesta apenas no estado homozigoso (q.v.) .

Was this helpful?
Snabb, lokal ökning av en eller flera planktonarter, ofta under våren eller hösten, leder tidvis till hög koncentration och total dominering av dessa organismer vilket kan resultera i färgförändring av vattnet (där av namnet).


red tide: Rapid and localized increase of one or more planktonic species, often in spring or autumn, causes large temporary concentrations of these organisms to dominate the community which can result in discoloured waters. This phenomenon is known as a red tide.

ΕΡΥΘΡΑ ΠΑΛIΡΡΟIΑ: Ταχεία και εντοπισμένη αύξηση ενός ή περισσοτέρων πλαγκτονικών ειδών. Η αύξηση αυτή παρατηρείται συνήθως την ανοιξη ή το φθινόπωρο και προκαλεί μεγάλες εποχιακές συγκεντρώσεις αυτών των οργανισμών, οι οποίοι κυριαρχούν στην βιοκοινότητα. Μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα τον χρωματισμό του νερού. Η άνθιση του φυτοπλαγκτού μπορεί να συνοδεύεται από απελευθέρωση τοξινών (π.χ. άνθιση των δινομαστιγωτών Gymnodinium.)

maré vermelha : Aumento rápido e localizado de uma ou mais espécies planctónicas, frequentemente na Primavera ou Outono, originando grandes concentrações temporárias destes organismos que passam a dominar a comunidade; pode resultar em águas descoloradas (marés vermelhas). Os blooms de fitoplâncton (algas) podem estar associados à libertação de toxinas (e.g. blooms de dinoflagelados Gymnodinium).

Was this helpful?
Zon i marina sediment där förhållandena ändras från aeroba till anaeroba.


Redox discontinuity layer: A zone where conditions change from aerobic to anaerobic in marine sediments.

Στρώμα ασυνέχειας δυναμικού οξειδοαναγωγής : Η ζώνη στην οποία οι συνθήκες αλλάζουν από αερόβιες σε αναερόβιες σε θαλάσσια ιζήματα.

camada redox descontínua: Zona de sedimentos marinhos onde as condições mudam de aerobicas para anaerobicas.

Was this helpful?
Den här potentialen är ett mått på proportionerna mellan oxiderade och reducerade delar i en lösning. Den elektrodpotential som kan uppmätas i en cell där den ena halvcellen består av en inert elektrod (vanligen av platina) i kontakt med något redoxpar och där den andra halvcellen är en normalvätgaselektrod.


oxidation-reduction potential: This potential of a solution is a measure of the proportion of oxidized to reduced substances. In practice, the redox potential is measured in respect of a platinum electrode and is called the Eh. If electrons flow from the solution to the electrode, reducing conditions are said to exist in the solution and the potential (measured in volts) existing between the electrode and the solution. Oxidizing conditions are said to exist in the solution when electrons flow from the electrode to the soluti

ΔΥΝΑΜIΚΟ ΟΞΕIΔΟΑΝΑΓΩΓΗΣ: Μέτρο της αναλογίας των οξειδωμένων προς τις ανηγμένες ουσίες σε ένα διάλυμα. Στην πράξη, το οξειδοαναγωγικό δυναμικό Eh, μετράται χρησιμοποιώντας ένα ηλεκτρόδιο λευκοχρύσου. Οταν παρατηρείται ροή ηλεκτρονίων από το διάλυμα προς το ηλεκτρόδιο θεωρείται ότι επικρατούν αναγωγικές συνθήκες και το δυναμικό (μετρούμενο σε volt) μεταξύ ηλεκτροδίου και διαλύματος έχει αρνητικό πρόσημο. Οξειδωτικές συνθήκες θεωρείται ότι επικρατούν στο διάλυμα όταν τα ηλεκτρόνια ρέουν από το ηλεκτρόδιο προς το διάλυμ

potencial de oxidação-redução: Este potencial de uma solução é uma medição da proporção de substâncias oxidadas para reduzidas. Na prática, o potencial rédox é medido em relação a um eléctrodo de platina e chama-se Eh. Se os electrões passam de uma solução para o eléctrodo, diz-se existirem condições de redução na solução e, existe um potencial (medido em volts) entre o eléctrodo e a solução. Diz-se existirem condições de oxidação na solução quando os electrões passam do eléctrodo para a solução e a voltagem é de sinal posit

Was this helpful?
Ett mått på förhållandet mellan oxiderade och reducerade substanser. I verkligheten mäts redoxpotentialen som elektrodpotential mellan en inert elektrod (vanligen av platina) och är en normalvätgaselektrod.


redox potential: This potential of a solution is a measure of the proportion of oxidized to reduced substances. In practice, the redox potential is measured in respect of a platinum electrode and is called the Eh. If electrons flow from the solution to the electrode, reducing conditions are said to exist in the solution and the potential (measured in volts) existing between the electrode and the solution. Oxidizing conditions are said to exist in the solution when electrons flow from the electrode to the soluti

ΟΞΕΙΔΟΑΝΑΓΩΓΙΚΟ ΔΥΝΑΜΙΚΟ: Μέτρο της αναλογίας των οξειδωμένων προς τις ανηγμένες ουσίες σε ένα διάλυμα. Στην πράξη, το οξειδοαναγωγικό δυναμικό Eh, μετράται χρησιμοποιώντας ένα ηλεκτρόδιο λευκοχρύσου. Οταν παρατηρείται ροή ηλεκτρονίων από το διάλυμα προς το ηλεκτρόδιο θεωρείται ότι επικρατούν αναγωγικές συνθήκες και το δυναμικό (μετρούμενο σε volt) μεταξύ ηλεκτροδίου και διαλύματος έχει αρνητικό πρόσημο. Οξειδωτικές συνθήκες θεωρείται ότι επικρατούν στο διάλυμα όταν τα ηλεκτρόνια ρέουν από το ηλεκτρόδιο προς το διάλυμ

potencial redox : Ver POTENCIAL DE OXIDAÇÃO-REDUÇÃO. (Este potencial de uma solução é uma medição da proporção de substâncias oxidadas para reduzidas. Na prática, o potencial rédox é medido em relação a um eléctrodo de platina e chama-se Eh. Se os electrões passam de uma solução para o eléctrodo, diz-se existirem condições de redução na solução e, existe um potencial (medido em volts) entre o eléctrodo e a solução. Diz-se existirem condições de oxidação na solução quando os electrões passam do eléctrodo para a s

Was this helpful?
Fastställd yta som djupmätningar och tidvattensnivåer hänvisar till.


chart datum: The permanently established surface from which depth soundings or tide levels are referenced; formerly related to low water but more recently to the lowest astronomical tide datum; datum plane; tidal datum; a permanently established reference level usually relating to tide levels, water depth, etc.

Σημείο αναφοράς χαρτογραφήσεων: Ένα σταθερό σημείο στο οποίο αναφέρονται τα βάθη της θάλασσας ή τα ύψη της παλίρροιας. Στο παρελθόν σχετιζόταν με την αμπώτιδα, αλλά πρόσφατα σχετίζεται με την μικρότερη αστρονομική παλίρροια.

gráfico de dados : Superfície permanentemente estabelecida a partir da qual são referenciados a profundidade dos fundos ou os níveis das marés; relacionada antigamente com a maré baixa ( q.v.) , mas mais recentemente com os dados da mais baixa maré astronómica (q.v.); plano de dados; dados das marés; um nível de referência permanentemente estabelecido normalmente relacionado com níveis de marés, profundidade das águas, etc.

Was this helpful?
Den våg som reflekteras ut mot havet när en våg träffar på ne brant strand, barriär eller annan reflekterande yta.


reflected wave: The wave that is returned seaward when a wave impinges upon a very steep beach, barrier, or other reflecting surface.

ΑΝΑΚΛΩΜΕΝΟ ΚΥΜΑ: Κύμα που επιστρέφει προς τα ανοιχτά της θάλασσας όταν προσκρούει σε μια πολύ απότομη ακτή, ένα φράγμα ή σε μια άλλη ανακλαστική επιφάνεια.

onda reflectida : A onda que é reenviada em direcção ao mar após chocar com um praia escarpada, barreira ou outra superfície reflectora.

Was this helpful?
(1) Återvändande till ett tidigare och oftast mer primitivt tillstånd (stadium) eller en tidigare utvecklingsfas. (2) Återvändande till känslor och beteenden som karakteriserar ett tidigare, mer infantilt stadium. (3) Reducerad utbredning hos en art eller stam. (4) Statistisk term för ett samband mellan en (respons)variabel och en eller flera förklarande variabler.


regression: (1) Reactivation of older evolutionary behaviour patterns under reduction of higher levels of development. (2) Falling back to earlier, immature levels of instinct. (3) Reduction in geographic distribution of a species or strain. (4) A relapse following an improvement in the diseased state. (5) An expression of the relationship between two (or more) variables usually given as a regression line (curve) with an associated equation. This shows the manner in which the dependent variable changes as a

ΠΑΛΙΝΔΡΟΜΗΣΗ: (1) Επαν-ενεργοποίηση εξελικτικά παλαιότερων προτύπων συμπεριφοράς, με έκπτωση (εξασθένιση) ανώτερων επιπέδων ανάπτυξης. (2) Μετάπτωση σε προγενέστερα ανώριμα επίπεδα ενστίκτου (3) Περιορισμός της γεωγραφικής εξάπλωσης ενός είδους ή στελέχους (4) Υποτροπή, μετά από μια βελτίωση, της κατάστασης μιας ασθένειας. (5) Σχέση μεταξύ δύο (ή περισσότερων) μεταβλητών, η οποία εκφράζεται με έναν μαθηματικό τύπο και απεικονίζεται γραφικά με την ευθεία (καμπύλη) παλινδρομησης, που δείχνει πώς μεταβάλλεται η

regressão : (1) Reactivação de antigos padrões comportamentais evolutivos pela retorno a níveis de desenvolvimento anteriores. (2) Retroceder para níveis de instinto mais primitivos e imaturos. (3) Redução da distribuição geográfica de uma espécie ou raça. (4) Uma recaída a seguir a uma melhoria num estado de doença. (5) Uma expressão do relacionamento entre duas (ou mais) variáveis dada normalmente por uma linha de regressão (curva) com uma equação associada. Mostra o modo como a variável dependente muda

Was this helpful?
Mängden larver som genomgått metamorfos och slagit sig ner per tidsenhet, används bl.a. om fastsittande nässeldjur och blötdjur.


recruitment: Term used in shellfish farming referring to the degree that successful juvenile settlement has occurred over a given time period.

ΣΤΡΑΤΟΛΟΓΗΣΗ: Ο όρος χρησιμοποιείται (μεταξύ άλλων) στην καλλιέργεια των ασπονδύλων και αναφέρεται στον βαθμό επιτυχίας στην εγκατάσταση νεαρών ατόμων σε ένα δεδομένο υπόστρωμα εντός δεδομένου χρονικού διαστήματος.

recrutamento : Termo utilizado no cultivo de bivalves para referir o grau de sucesso da fixação de juvenis num dado período de tempo.

Was this helpful?
Förhållandet mellan antalet individer i en speciell grupp och det totala antalet individer, inomett speciellt område, volym eller samhälle under en viss tidsperiod.


relative abundance: The ratio of the number of individuals of a particular group to the total number of individuals, within a certain area, volume or community over a certain period of time.

Σχετική εγκατάλειψη : Ο λόγος του αριθμού των ατόμων μιας συγκεκριμένης ομάδας προς τον συνολικό αριθμό των ατόμων, σε μια δεδομένη περιοχή, όγκο ή κοινωνία και για δεδομένη χρονική περίοδο.

abundância relativa : O rácio do número de indivíduos de um grupo específico para o número total de indivíduos, dentro de uma certa área, volume ou comunidade sobre um certo período de tempo.

Was this helpful?
Ytaktivt ämne som innehåller en opolär, hydrofobisk kolhydrat med en polär ända. I en snäv bemärkelse avses en detergent som ett ytaktivt ämne som kan användas för rengörande ändamål eftersom de kan emulgera oljor och fettämnen. Som avfallsprodukter inom industriella verksamheter och hushålls processer kan de ha en negativ effekt på vattenkvaliteten inom akvakulturen.


detergent: Tensio-active surfactant compound that features a non-polar, hydrophobic hydrocarbon chain with a polar end. Detergents are often included in cleaning solutions as they emulsify dirt and oil. As waste products of industrial and domestic processes they may have a detrimental effect on the water quality of aquaculture units. In English the term detergent is often used loosely, to describe any cleaning agent, including soaps.

ΑΠΟΡΡΥΠΑΝΤIΚΟ : Τασιενεργή χημική ένωση που μειώνει την επιφανειακή τάση του νερού. Αποτελείται από μία μη πολική, υδρόφοβη αλυσίδα υδρογονάνθρακα, με ένα πολικό άκρο. Τα απορρυπαντικά περιέχονται συχνά σε διαλύματα καθαρισμού, επειδή γαλακτοματοποιούν τους ρύπους και τα έλαια. Η παρουσία τους στα οικιακά και βιομηχανικά απόβλητα μπορεί να έχει δυσμενή επίδραση στην ποιότητα του νερού των μονάδων ιχθυοκαλλιέργειας. Ο όρος συχνά χρησιμοποιείται εσφαλμένα για οποιοδήποτε καθαριστικό, των σαπουνιών συμπεριλαμβανο

detergente: Composto surfactante tensio-activo característico de cadeias hidrofóbicas de hidrocarbonetos, não polares, com uma terminação polar. Os detergentes são muitas vezes incluindos em soluções para lavagem devido a emulsionarem a sujidade e o óleo. Como produtos de desperdicio industrial e doméstico podem ter um efeito nocivo na qualidade da água das unidades de aquacultura. Em Inglês o termo detergente é muitas vezes utilizado livremente para descrever qualquer agente de limpeza, incluindo sabões.

Was this helpful?
Förhållandet mellan mängden utsläppt koldioxid och mängden konsumerat syre under samma tidsperiod.


respiratory quotient: Ratio of the amount of carbon dioxide expired and the amount of oxygen consumed during the same time period.

ΑΝΑΠΝΕΥΣΤIΚΟΣ ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΗΣ: Λόγος της ποσότητας διοξειδίου του άνθρακα που εκπνέεται προς την ποσότητα οξυγόνου που καταναλώνεται στον ίδιο χρόνο.

quociente respiratório : Razão entre a quantidade de dióxido de carbono expirado e a quantidade de oxigénio consumido no mesmo período de tempo.

Was this helpful?
(1) Någonting som lämnats kvar, blivit över. (2) Inom akvakulturer: hänvisar till den mängd kemikalier eller antibiotika som påträffas i vävnader.


residue: (1) Something that is left over; making up a residual quantity of material. (2) In aquaculture: commonly used to refer to residual quantities of various chemicals or antibiotics in the tissues.

ΚΑΤΑΛΟΙΠΟ: (1) Παραμένοντα υπολλείματα ενός υλικού. (2) Στην υδατοκαλλιέργεια, συχνά χρησιμοποιείται αναφορικά με ποσότητες διαφόρων χημικών ή αντιβιοτικών που παραμένουν στους ιστούς.

resíduo : (1) Algo que é abandonado; dando origem a uma quantidade de matéria residual. (2) Em aquacultura: vulgarmente utilizado para referir quantidades residuais de vários químicos ou antibióticos nos tecidos.

Was this helpful?
Dimensionslös storhet inom hydromekaniken för uppskattning av inverkan av inre friktion på en gas eller vätska i rörelse. Anger ofta om strömmningar är laminära eller turbulenta.


reynolds number: Dimensionless parameter which indicates transition from laminar to turbulent flow.

Αριθμός Reynolds : Αδιάστατη παράμετρος η οποία προσδιορίζει την μετάβαση από laminar σε ροή δίνης

número de reynolds: Parâmetro sem dimensão que indica a transição de corrente laminar para turbulenta.

Was this helpful?
En organims rörelse till följd av luft- eller vattenström.


rheotaxis: A directed movement response of a motile organism to a water or air current, either in to the current (positive reotaxis) or with the current (negative reotaxis).

ΡΟΟΤΑΞΙΑ: Κινητική απόκριση οργανισμών στην κίνηση ενός ρεύματος (στο νερό ή στον αέρα) είτε κατά την φορά του (αρνητική ροοταξία) είτε αντίθετα (θετική ροοταξία).

reotaxia : O movimento de resposta directa de um organismo dotado de mobilidade dirigido a uma corrente de água ou de ar, quer seja para o interior da corrente (reotaxia positiva) quer com a corrente (reotaxia negativa).

Was this helpful?
Selektion av en optimal fenotyp som resulterar i en riktad ändring av genfrekvenser för den aktuella karaktären, vilket leder till anpassning i en ständigt föränderlig miljö; dynamisk selektion; progressiv selektion.


directional selection: Selection for an optimum phenotype resulting in a directional shift in gene frequencies of the character concerned and leading to a state of adaptation in a progressively changing environment; dynamic selection; progressive selection.

ΚΑΤΕΥΘΥΝΟΥΣΑ ΕΠΙΛΟΓΗ: Επιλογή υπέρ ενός άριστου φαινοτύπου, η οποία έχει ως αποτέλεσμα την αλλαγή των γονιδιακών συχνοτήτων προς μία κατεύθυνση να οδηγεί τελικά σε μία κατάσταση προσαρμογής σε ένα βαθμιαία μεταβαλλόμενο περιβάλλον.Δυναμική επιλογή. Προοδευτική επιλογή.

selecção direccional: Selecção para um fenótipo óptimo que resulta num desvio direccional nas frequências genéticas do carácter em questão e que conduz a um estado de adaptação num ambiente que se altera progressivamente; selecção dinâmica; selecção progressiva.

Was this helpful?
Sannolikheten för skada, förlust, fara eller andra negativa konsekvenser.


risk: Chance or possibility of danger, loss or injury or other adverse consequences.

ΔIΑΚΥΝΔΥΝΕΥΣΗ (ΡIΣΚΟ): Μέτρο του μεγέθους ενός αναλαμβανομένου κινδύνου. Είναι ανάλογο προς την πιθανότητα του κινδύνου και την ένταση και την έκταση της αναμενόμενης ζημίας.

risco : Risco ou possibilidade de perigo, perda ou lesão ou outras consequências adversas.

Was this helpful?
Epidemiologisk term för en egenskap eller en exponering som innebär en ökad risk att insjukna i en viss sjukdom. Rökning är t.ex. riskfaktor för lungcancer.


risk factor: The probability of cancer and leukemia or hereditary damage per unit dose equivalent. Usually refers to fatal malignant diseases and serious hereditary damage; expressed as the probability per sievert.

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΗΣ ΚΙΝΔΥΝΟΥ: Πιθανότητα καρκίνου, λευχαιμίας ή κληρονομήσιμης βλάβης ανά μονάδα ισοδύναμου δόσης. Συνήθως, αναφέρεται σε μοιραίες κακοήθεις ασθένειες και σοβαρές κληρονομικές βλάβες. Εκφράζεται ως πιθανότητα ανά sievert.

factor de risco : A probabilidade de cancro e leucemia ou danos hereditários. Normalmente refere-se a doenças malignas fatais e danos hereditários graves; expressa como a probabilidade por sievert ( q.v.) .

Was this helpful?
Ribonukleinsyra, komplicerad makromolekyl som styr proteinsyntesen i cellerna. RNA förekommer även som bärare av arvsmassan i vissa virus.


RNA: Ribonucleic acid; a polynucleotide formed by the polymerisation of the ribonucleotides adenosine triphosphate, guanosine triphosphate, cytosine triphosphate and uracyl triphosphate. RNA usually occurs as single stranded molecules, although extensive intramolecular base pairing causes it to assume complex secondary structures. It serves as genome in certain viruses but in other cells it accomplishes a number of vital roles in the passage of information from DNA to proteins. DNA-based genetic inf

RNA: Ριβονουκλεϊκό όξύ. Πολυνουκλεοτίδιο που σχηματίζεται από τον πολυμερισμό των ριβονουκλεοτιδίων τριφωσφορική αδενοσίνη, τριφωσφορική γουανοσίνη, τριφωσφορική κυτοσίνη και τριφωσφορική oυριδίνη. Το RNA συνήθως απαντά ως μονόκλωνο μόριο, αν και ο εκτεταμένος ενδομοριακός σχηματισμός δεσμών μεταξύ συμπληροματικών βάσεων δημιουργεί σύνθετες δευτεροταγείς δομές. Λειτουργεί ως γονιδίωμα σε ορισμένους ιούς αλλά στα άλλα είδη κυττάρων εκπληρώνει ενα σημαντικό αριθμό από ζωτικές δημιουργίες για την με

ARN : Ácido ribonucleico; um polinucleótido formado pela polimerização dos ribonucleótidos trifosfato de adenosina, trifosfato de guanina, trifosfato de citosina e trifosfato de uracilo. O ARN ocorre normalmente como uma cadeia molecular simples, apesar de bases intra-moleculares extensivas fazer com que assuma estruturas secundárias complexas. Serve como genoma em certos vírus mas noutras células efectua uma série de papéis vitais na passagem de informação do ADN para as proteínas. A informação genét

Was this helpful?
Rörelse hos fritt rörliga organismer eller celler som svar på yttre retning. Med positiv taxis avses rörelse riktad mot retningskällan, med negativ taxis rörelse från källan.


taxis: A directed reaction or orientation response of a free moving organism toward (positive) or away from(negative) the source of the stimulus; tactism. (for example, Artemias positive phototaxis).

ΤΑΚΤΙΣΜΟΣ, ΤΑΞΙΑ: Κατευθυνόμενη αντίδραση ή απόκριση προσανατολισμού ενός ελεύθερα κινούμενου οργανισμού προς (θετική) ή μακρυά από (αρνητική) την πηγή του ερεθίσματος. (π.χ. θετικός φωτοτακτισμός της Artemia).

taxia : Uma reacção de orientação, de um organismo que se move livremente, na direcção de (positiva) ou a afastar-se (negativa) da fonte de estimulação; tactismo (por exemplo, fototaxia positiva de Artemia).

Was this helpful?
Ett rödfärgat jordsediment. Färgen beror på järnoxider.


red mud: (1) A terrigenous sediment, red in colour, due to the presence of ferric oxide. (2) Wastes dumped at sea from the industrial extraction of alumina and the production of titanium dioxide.

Κόκκινη λάσπη : (1) Υπόστρωμα της ξηράς, κόκκινου χρώματος εξαιτίας της παρουσίας οξειδίων του σιδήρου. (2) Απόβλητα που απορρίπτονται στη θάλασσα από την βιομηχανική εξαγωγή οξειδίου του αργιλίου και την παραγωγή διοξειδίου του τιτανίου.

vasa vermelha: (1) Sedimento terroso, de cor vermelha, devido à presença de óxido de ferro. (2) Desperdícios da extracção indústrial de alumínio e da produção de dióxido de titânio descarregados no mar.

Was this helpful?

Contact us

Please contact AMC Limited for any queries:

  • Hot line: +353 1 874 7088
You are here: Home Resources & Services Multilingual glossaries GLOSSARIES