AMC LIMITED

Z

Qualquer estímulo externo que actua para disparar ou fasear um ritmo biológico; sincronizador.


zeitgeber: Any external stimulus that acts to trigger or phase a biological rhythm; synchronizer.

ΣΥΓΧΡΟΝΙΣΤΗΣ: Εξωτερικό ερέθισμα που αποτελεί το έναυσμα ή συγχρονίζει έναν βιολογικό ρυθμό.

zeitgeber: Ett externt stimuli som synkroniserar eller fasar en biologisk rytm.

Was this helpful?
Um gâmeta fertilizado; uma célula diplóide formada pela fusão de dois gâmetas haplóides.


zygote: A fertilized gamete; a diploid cell formed by the fusion of two haploid gametes.

ΖΥΓΩΤΗΣ: Γονιμοποιημένο ωάριο. Διπλοειδές κύτταρο που σχηματίζεται από την σύντηξη δύο απλοειδών γαμετών.

zygot: En befruktad gamet; en diploid cell som bildas genom fusion av två haploida gameter.

Was this helpful?
Área livre de oxigénio.


anoxic zone: Area devoid of oxygen.

Ανοξική ζώνη : Περιοχή με έλλειψη οξυγόνου.

anoxisk zon: Syrefrit område.

Was this helpful?
O talude continental.


archibenthal zone: The continental slope.

Αρχιβενθική ζώνη: Η Ηπειρωτική κατωφέρεια.

arkibentalen: Kontinentalsluttningen

Was this helpful?
A sub-divisão mais baixa da zona sublitoral marinha, abaixo da zona intralitoral, dominada por algas fotofílicas.


circalittoral zone: The lower sub-division of the marine sublittoral zone below the intralittoral zone, dominated by photophilic algae.

Περιπαραλιακή ζώνη : Η μικρότερη υποδιαίρεση στην θαλάσσια υποπαράλια ζώνη κάτω από την υποπαραλιακή ζώνη και στην οποία κυριαρχεί η φωτοφιλική Άλγη.

circalittoral zon: Lägsta underdelningen av den marina sublittorala zonen. Domineras av fotofiliska alger.

Was this helpful?
Em terminologia da praia, a zona de largura variável que se estende desde a frente da costa até à zona de rebentação.


inshore zone: In beach terminology, the zone of variable width extending from the shore face through the breaker zone.

ΠΑΡΑΚΤΙΑ ΖΩΝΗ: Ζώνη μεταβλητού πλάτους, η οποία εκτείνεται από την ακτογραμμή μέχρι την ζώνη θραύσης των κυμάτων.

kustnära zon: Zon med varierande bredd som sträcker sig från strandkanten genom vågbrytarzoonen.

Was this helpful?
Zona entre a baixa-mar e cerca de 30m de profundidade, tipicamente habitada pela alga castanha Laminaria.


laminarian zone: Zone between low tide to about 30m depth, a zone typically inhabited by the brown alga Laminaria.

Η ζώνη του Laminaria : Η ζώνη που βρίσκεται κάτω από την άμπωτη και εκτείνεται σε βάθος 30m, μια ζώνη στην οποία ευδοκιμεί το καφέ φύκος Laminaria.

laminaria regionen: Zonen mellan lågvatten och ungefär 30 meter där brunalgen Laminaria ofta påträffas.

Was this helpful?
A zona da linha de costa onde ocorrem movimentos rápidos de água após a rebentação de uma onda.


swash area: The zone at the shore line where there is a rush of water after a wave has broken.

Περιοχή Κυματικής Θραύσης: Η ζώνη της ακτογραμμής η οποία επηρεάζεται από την θραύση του κύματος

vågbrytzon: Strandzonen där vatten strömmar efter det att en våg har brutit.

Was this helpful?
Uma área ao longo da qual apareceu uma fenda na crosta terrestre (falha).


fracture zone.: An area along which a crack in the earth’s crust (fault) has occurred.

Ζώνη ρήγματος: Μια περιοχή στην οποία εμφανίζεται σπάσιμο του φλοιού της γης.

frakturzon: Område där en spricka har skett i jordskorpan.

Was this helpful?
Camada de água misturada por acção das ondas, vento, corrente ou combinação térmica.


mixing zone: The layer in any water body mixed by wave action, wind, current, or thermocline convention.

Ζώνη ανάμειξης : Η επιστρωμάτωση σε έναν οποιοδήποτε όγκο νερού που αναμιγνύεται από τον κυματισμό, τα ρεύματα, ή την διάσπαση του θερμοκλινούς

omrörningszon: Den del av en vattenmassa som rörs om av vågor, vind, strömmar, eller förändringar i termoklinen.

Was this helpful?
Em terminologia da praia, uma zona indefinida que se estende na direcção do mar desde a linha de costa até um pouco além da zona de rebentação. Demarca a área das correntes junto à costa.


nearshore zone: In beach terminology an indefinite zone extending seaward from the shore line somewhat beyond the breaker zone. It defines the area of nearshore currents.

ΠΑΡΑΚΤΙΑ ΖΩΝΗ: Μη σαφώς προσδιορισμένη ζώνη εκτεινόμενη προς την θάλασσα από την ακτογραμμή μέχρι περίπου την ζώνη θραύσης των κυμάτων. Ορίζει την περιοχή των παράκτιων ρευμάτων.

kustnära: Zonen som sträcker sig från strandlinjen till området något utanför vågbrytarzonen.

Was this helpful?
A zona da costa imediatamente acima do nível mais alto das águas, sujeita a ser molhada pelos salpicos da rebentação das ondas.


splash zone: The region of the shore immediately above the highest water level, subject to wetting by splashes from breaking waves.

Ζώνη ψεκασμού : Η περιοχή μιας ακτής που βρίσκεται αμέσως μετά το υψηλότερο επίπεδο νερού, και το οποίο βρέχεται από τους κυματισμούς που δημιουργούνται.

stänkzon: Området av stranden precis ovanför högsta vattennivån som blöts av vattenskvätt från brytande vågor.

Was this helpful?
Para fins de investigação biológica, é conveniente considerar o mar como dividido verticalmente em três zonas com respeito à quantidade de luz presente. Existem: (a) a zona eufótica, com luz abundante e suficiente para os processo fotossintéticos das plantas (nos oceanos até aos 80m); (b) zona disfótica, apenas vagamente iluminada e que se entende, em oceano aberto, dos 80m até aos 200 ou mais metros. A produção por parte das plantas não ocorre nesta zona; (c) zona afótica, a zona sem luz abaixo


euphotic zone: For the purpose of biological investigations, it is convenient to consider the sea as divided vertically into three zones with respect to the amount of light that is present. These are: (a) the euphotic zone, which is abundantly supplied with light sufficient for the photosynthetic processes of plants (in oceans down to 80 m); (b) the disphotic zone, which is only dimly lighted and extends in the open ocean from about 80 m to 200 or more metres. No effective plant production can take pla

ΕΥΦΩΤIΚΗ ΖΩΝΗ: Προς διευκόλυνση των βιολογικών ερευνών είναι σκόπιμη η διάκριση τριών θαλασσίων ζωνών ανάλογα με την ένταση του διεισδύουντος φωτός, τη θάλασσα ως υποδιαιρούμενη σε τρεις ζώνες, ανάλογα με την ποσότητα φωτός. Αυτές είναι: (α) Η ευφωτική ζώνη, στην οποία υπάρχει άφθονο φως, επαρκές για τις φωτοσυνθετικές διαδικασίες των φυτών σε θαλάσσιο βάθος ως 80 m). (β) Η δυσφωτική ζώνη, η οποία φωτίζεται μόνο αμυδρά και εκτείνεται στις ανοιχτές θάλασσες από τα 80 m ως τα 200 m ή και περισσότερο. Εδώ δεν

eufotiska zonen: När man utför biologiska studier är det praktiskt att dela havet i tre vertikala zoner med avseende på ljusmängden. Dessa zoner är: (a) eufotiska zonen, tar emot tillräckligt med ljus för att kunna driva fotosyntesen hos växter (ner till 80m i haven); (b) disfotiska zonen, tar emot lite ljus och sträcker sig från en djup på ungefär 80m till ungefär 200m. Ingen effektiv växtproduktion kan ske i denna zon; (c) afotiska zonen, den mörka regionen under disfotiska zonen. Storleken på den eufotiska zo

Was this helpful?
Profundidades oceânicas abaixo dos 6000 m.


hadal zone: The ocean depths below 6000 m.

Αδιαία ζώνη : Το βάθος των ωκεανών το οποίο είναι μικρότερο από 6000 m.

hadala regionen: Havsdjup under 6000m.

Was this helpful?
Uma área de terra baixa submersa ou inundada periodicamente por água doce ou salgada.


wetland: An area of low lying land submerged, or inundated periodically, by fresh or saline water.

ΥΓΡΟΤΟΠΟΣ: Χαμηλή έκταση, που κατά διαστήματα αποκαλύπτεται ή καλύπτεται από γλυκό ή θαλασσινό νερό.

våtmark: Ett område av lågt liggande land nedsänkt eller periodvis översvämmat av söt- eller saltvatten.

Was this helpful?
Geralmente considerada a zona entre o nível médio da maré alta e o nível médio da maré baixa. A zona da costa entre o nível máximo da maré alta e do nível mínimo da maré baixa; zona eulitoral , litoral; zona de maré.


intertidal zone: Generally considered to be the zone between mean high water and mean low water levels. The shore zone between the highest and lowest tides; eulittoral zone; littoral; tidal zone.

ΠΑΛΙΡΡΟΙΑΚΗ ΖΩΝΗ: Γενικά έτσι ονομάζεται η ζώνη μεταξύ της στάθμης μέσης πλημμυρίδας και της μέσης αμπώτιδος. Η παράκτια ζώνη μεταξύ της ανώτερης και κατώτατης στάθμης της παλίρροιας // ευπαραλιακή ζώνη.

intertidal: Zon mellan medelhögvattennivån och medellågvattennivån. Området mellan lögsta och lägsta tidvattensnivån kallas ofta eulitoralen.

Was this helpful?
Zonas aquáticas pouco profundas com luz suficiente para suportar o crescimento de vida vegetal; em terminologia de zonação de praia, a zona indefinida que se estende da linha de costa até junto da zona de rebentação.


littoral zone: Shallow zones of water bodies reached by sufficient light to support the growth of plant life; according to beach terminology, the indefinite zone that extends from the shoreline to just beyond the breaker zone.

ΠΑΡΑΛΙΑΚΗ ΖΩΝΗ : Ζώνη του θαλάσσιου ( ή λιμναίου) βυθού όπου φθάνει ποσότητα φωτός επαρκής γιά την ανάπτυξη της φυτικής ζωής. Η ακαθόριστη ζώνη που εκτείνεται από την ακτογραμμή ως και την ζώνη όπου σπούν τα κύματα.

litorala regionen: Strandzonen i hav eller sjö vilken börjar vid nivån för högsta vattenståndet och når ned till det djup där fotosyntes för bottenvegetationen inte längre är möjlig.

Was this helpful?
Uma zona de latitude entre os 720 e os 900 em cada hemisfério.


Polar zone: A latitudinal zone between 720 and 900 in either hemisphere.

Πολική ζώνη : Η ζώνη με γεωγραφικό μήκος που κυμαίνεται μεταξύ 720 και 900 και στα δύο ημισφαίρια.

polar områden: Zon mellan 72 och 90 grader på båda halvkloten.

Was this helpful?
Área entre os trópicos e a zona temperada com um clima intermédio entre os dois.


subtropical zone: Area between the tropics and temperate zone with a climate intermediate between the two.

ΥΠΟΤΡΟΠΙΚΗ ΖΩΝΗ: Περιοχή μεταξύ της τροπικής και της εύκρατης ζώνης με κλίμα ενδιάμεσο μεταξύ των δύο.

subtropisk zon: Område mellan den tropiska och tempererade zonen med ett klimat som är en blandning av de båda.

Was this helpful?
Zona de espuma da linha de costa localizada acima do ponto mais alto da maré.


supralittoral zone: The spray zone at the shoreline located above the highest high tide mark.

Ζώνη υπερπαραλιακή : Η διασκορπισμένη ζώνη στην ακτογραμμή που βρίσκεται πάνω από το υψηλότερο σημείο της παλίρροιας.

supralittoral zon: Den zon ovanför högsta tidvatten märket där vågvatten kan skvätta.

Was this helpful?
Região entre os 23,50 N e S do Equador até às respectivas zonas polares, que têm estações diferentes.


temperate zone: Region from 23.50 N and S of the equator to the respective polar region areas, having distinct seasons.

ΕΥΚΡΑΤΗ ΖΩΝΗ: Περιοχή από γεωγραφικό πλάτος 23.50 Βόρεια και Νότια του ισημερινού έως τις αντίστοιχες πολικές περιοχές. Το κλίμα στην εύκρατη ζώνη χαρακτηρίζεται από διάκριση σε εποχές.

tempererad zon: Område mellan den tropiska zonen (23,5 grader N och S) och polarområdena, med ett destinkt klimat.

Was this helpful?
Zona hadal.


ultra-abyssal zone: Hadal zone.

υπερ αβυσσιαία ζώνη : Αδαία ζώνη.

ultra-abyssal zon: Hadalzon.

Was this helpful?
Partes de um declive com caracteristicas típicas, tais como condições ambientais ou organismos específicos.


zonation: Parts of a gradient with typical characteristics such as environmental conditions or particular organisms.

Ζώνωση : Τμήματα μιας διαβάθμισης με τυπικά χαρακτηριστικά, όπως περιβαλλοντικές συνθήκες ή συγκεκριμένους οργανισμούς.

zonering: Del av en gradient med typisk karaktär, som t ex speciella miljöfaktorer eller organismer.

Was this helpful?
A componente animal do plâncton, o qual serve de alimento a animais de grandes dimensões.


zooplankton: The animal component of plankton which serves as food for large animals.

ΖΩΟΠΛΑΓΚΤΟΝ: Το ζωϊκό μέρος του πλαγκτού. Χρησιμοποιείται ως τροφή από μεγαλύτερα ζώα.

djurplankton: Djurdelen av planktonorganismerna.

Was this helpful?
Algas microscópicas amarelas ou castanhas que vivem em simbiose com vários animais (particularmente corais).


zooxanthellae: Microscopic yellow or brown algae that live symbiotically in various animals (particularly in corals).

ΖΩΟΞΑΝΘΕΛΛΕΣ: Μικροσκοπικά κίτρινα ή καστανά φύκη που ζουν συμβιωτικά σε διάφορα ζώα (ιδίως σε κοράλλια)

zooxanthell: Microskopiska alger som lever i symbios med olika djur (jättemusslor, koraller, m.m.)

Was this helpful?

.

Contact us

Please contact AMC Limited for any queries:

  • Hot line: +353 1 874 7088
You are here: Home Resources & Services Multilingual glossaries GLOSSARIES