AMC LIMITED

V

Vaga oceânica alta e larga; termo também utilizado para descrever uma onda à medida que sobe até uma altura perceptível em águas baixas (normalmente não tão altas ou perigosas como as ondas que formam um tubo).


ground swell: A long, high ocean swell; also used to describe a swell as it rises to a discernible height in shallow water (not usually as high or as dangerous as blind rollers).

ΑΠΟΘΑΛΑΣΣIΑ: Ωκεάνιος κυματισμός με μεγάλο μήκος και πλατος κύματος. Το ύψος των κυμάτων σε ρηχά νερά είναι σημαντικό, χωρίς ωστόσο να φθάνει το ύψος ( και την επικινδυνότητα) των blind rollers. Ωκεάνεια φουσκοθαλασσιά. καθώς υψώνεται σε σημαντικό ύψος στα ρηχά νερά, χωρίς ωστόσο να φθάνει στο ύψος ή να είναι τόσο επικίνδυνη, όσο τα περιστρεφόμενα διογκούμενα κύματα (blind rollers).

grunddyning: Lång och hög dyning; används också för att beskriva en dyning medan den stiger till en urskiljbar höjd i grund vatten.

Was this helpful?
A percentagem de gâmetas que exibem a recombinação de um gene específico.


crossover value (COV): The percentage of gametes that exhibit crossing over of a particular gene.

ΕΠIΧIΑΣΜIΚΗ ΤIΜΗ (COV): Το % ποσοστό των γαμετών στους οποίους έχει συμβεί επιχιασμός σε ένα συγκεκριμένο γονίδιο.

överkorsningsvärde: Andelen gameter där överkorsning av en viss gen sker.

Was this helpful?
A concentração de oxigénio dissolvido na água em equilíbrio com o ar atmosférico à pressão barométrica normal. O valor varia com a temperatura e salinidade e é, por exemplo na água doce, 14,6 mg/L a 00 C e 8,3 mg/L a 250 C.


air saturation value of dissolved oxygen: The concentration of oxygen dissolved in water in equilibrium with atmospheric air at normal barometric pressure. The value varies with temperature and salinity and is, in freshwater for example, 14.6 mg/L at 00C and 8.3 mg/L at 250C.

ΤΙΜΗ ΚΟΡΕΣΜΟΥ ΣΕ ΔΙΑΛΥΜΕΝΟ ΟΞΥΓΟΝΟ : Η συγκέντρωση του οξυγόνου που είναι διαλυμένο στο νερό και βρίσκεται σε ισορροπία με τον ατμοσφαιρικό αέρα υπό κανονική βαρομετρική πίεση. Η τιμή ποικίλλει ανάλογα με την θερμο- κρασία και την αλατότητα και είναι, για παράδειγμα, στο γλυκό νερό 14.6 mg/L στους 00C και 8.3 mg/L στους 250C.

mättnatsvärde för löst syre: Koncentration av löst syre i vatten i jämvikt med atmosfärisk luft vid normalt barometriskt tryck. Värdena varierar med temperatur och salthalt och är till exepel i sötvatten 14.6 mg/L vid 00C och 8.3 mg/L vid 250C.

Was this helpful?
Cálculo estatístico da variação (a dispersão dos dados à volta da média) calculada como a soma dos quadrados das diferenças entre valores individuais e a média da amostra dividida pelo número da amostra menos um. Este é um método para determinar quão próximo os valores indivíduais da variável agrupada estão da média; cf. análise de variância.


variance: A statistical measure of variation (the dispersion of the data about the mean) calculated as the sum of the squares of the differences between individual values and the sample mean divided by the sample number minus one. This is one method of measuring how closely the individual scores of the variable cluster about the mean.

ΔIΑΣΠΟΡΑ: Στατιστικό μέτρο της διακύμανσης ( της κατανομής των δεδομένων γύρω από τον μέσο όρο). Iσούται προς το άθροισμα των τετραγώνων των διαφορών κάθε μιάς τιμής από τον μέσο του δείγματος διαιρούμενο με τον αριθμό των δειγμάτων μείον ένα. Βλ. επίσης Ανάλυση διασποράς.

varians: Ett statistiskt mått på variation (som är kvadraten på standardavvikelsen). Variansen är ett mått på utbredningen av ett datamaterial eller en statistisk fördelning kring medelvärdet. Jmf. analysis of variance.

Was this helpful?
Inconstante; que se move livremente.


vagile: Wandering; freely motile; mobile.

Περιπλανόμενο : Περιπλανόμενο, ελέυθερα μετακινούμενο.

vagil: Vandrande; fritt rörlig; rörlig.

Was this helpful?
Depósito pelágico de grão fino consistindo de areia ou de restos de esqueletos de organismos marinhos e partículas amorfas argilosas.


ooze: A fine-grained pelagic deposit consisting of sand or silt-sized skeletal remains of marine organisms and amorphous clay-sized particles.

Ιλύς : Πελαγική δεξαμενή λεπτόκοκκης άμμου, αποτελούμενη από άμμο, υπολείμματα οστών θαλάσσιων οργανισμών σε μέγεθος κόκκου άμμου και άμορφα σωματίδια μικρού μεγέθους.

slam: En finkornig pelagisk avlagring bestående av sand- eller siltstora skelettlämningar efter marina djur, och formlösa lerstora partiklar.

Was this helpful?
Um tipo de sedimento marinho derivado dos fragmentos dos recifes de coral.


white mud: A marine sediment type derived from coral reef debris.

Λευκή άμμος: Τύπος θαλάσσιου υποστρώματος που προέρχεται από τα θρύματα των κοραλλιογενών υφάλων.

vitlera: En marine sedimenttyp bestående av delar som ursprungligen kommer från koraller.

Was this helpful?
A lama criada pelas conchas cálcareas de grupos planctonicos marinhos de Foraminifera (e.g. Globegerina).


Globigerina ooze: The mud created by the calcareous shells of marine planktonic groups of Foraminifera (e.g., Globigerina)

Globigerina ιλύς : Ιλύς που δημιουργείται από τα σβεστολιθικά κελύφη θαλασσίων πλαγκτονικών ομάδων των Τρηματοφόρων (π.χ. Globigerina)

globigerinaslam: Lera som bildas av foraminiferas kalkartade skal.

Was this helpful?
Sedimento marinho que compreende lodo e areia oriundos de terra.


terrigenous mud: Marine sediment comprising silt and sand derived from the land.

Χερσαία ιλύς: Θαλάσσιο υπόστρωμα το οποίο περιλαμβάνει λάσπη και άμμο που προέρχεται από την ξηρά.

landsediment: Marint sediment bestående av silt och sand med ursprung från land.

Was this helpful?
(1) Sedimento terroso, de cor vermelha, devido à presença de óxido de ferro. (2) Desperdícios da extracção indústrial de alumínio e da produção de dióxido de titânio descarregados no mar.


red mud: (1) A terrigenous sediment, red in colour, due to the presence of ferric oxide. (2) Wastes dumped at sea from the industrial extraction of alumina and the production of titanium dioxide.

Κόκκινη λάσπη : (1) Υπόστρωμα της ξηράς, κόκκινου χρώματος εξαιτίας της παρουσίας οξειδίων του σιδήρου. (2) Απόβλητα που απορρίπτονται στη θάλασσα από την βιομηχανική εξαγωγή οξειδίου του αργιλίου και την παραγωγή διοξειδίου του τιτανίου.

rött sediment: Ett rödfärgat jordsediment. Färgen beror på järnoxider.

Was this helpful?
O movimento de uma corrente de maré afastando-se da costa ou no sentido descendente de um fluxo de maré. No tipo semi-diurno de uma corrente reversiva, os termos "maior vazante" ou "menor vazante" são aplicados, respectivamente, à vazante diária de maior ou menor velocidade.


ebb current: The movement of a tidal current away from shore or down a tidal stream. In the semi-diurnal type of reversing current, the terms greater ebb and lesser ebb are applied respectively to the ebb currents of greater and lesser velocity each day.

ΡΕΥΜΑ ΑΜΠΩΤΙΔΟΣ : Ρεύμα οφειλόμενο στην παλιρροιακή ροή προς την κατεύθυνση του πελάγους. Σε ένα σύστημα αναστροφής των ρευμάτ- ων ανά δωδεκάωρο, οι όροι ανώτερη (μείζων) άμπωτις και κατώτερη (ελάσσων) άμπωτις αναφέρ- ονται αντιστοίχως στα ανάλογα με την ημέρα, ταχύτερα ή βραδύτερα ρεύματα αμπώτιδος.

lågvattensström: Rörelsen hos en tidvattenström bort från kustlinjen, eller mot havet i en tidvattenspåverkad flod. I en tidvattensregim med två ebbperioder per dygn, används termerna "större ebb" och "mindre ebb" för att beskriva den ebb med större respektive mindre strömhastighet per dygn.

Was this helpful?
(1) Velocidade da água suficiente para movimentar partículas de um determinado tamanho ao longo de um canal. (2) No tratamento de águas resíduais e aquacultura: uma velocidade de água específica em que a carga sólida em suspensão nos efluentes continua a assentar numa bacia apropriada para esse efeito


critical velocity: (1) Speed of water sufficient to move particles of a given size along a channel bed. (2) In waste water technology and aquaculture: a specific water velocity at which the suspended solid load of the effluent is still settling in a properly designed settling basin.

ΚΡΙΣΙΜΗ ΤΑΧΥΤΗΤΑ : (1) Η ταχύτητα του νερού που επαρκεί για να μετακινήσει σωματίδια ορισμένου μεγέθους κατά μήκος του πυθμένα ενός διαύλου. (2) Στη διαχείριση των λυμάτων και στην υδατοκαλλιέργεια, η ταχύτητα του νερού, στην οποία το αιωρούμενο υλικό εξακολουθεί να καθι- ζάνει σε κατάλληλα σχεδιασμένες λεκάνες καθίζησης.

kritisk hastighet: (1) Vattenhastighet som är tillräckligt stark att flytta på partiklar av en viss storlek längs ett flodbotten (2) Inom vattenrengörings teknik och akvakultur: Den specifika vattenhastigheten där dom suspenderade avfallsprodukterna fortfarande fälls i en properly designed settling basin.

Was this helpful?
A velocidade linear média de uma corrente (canal, tubo, cano) que passa num dado corte transversal é usualmente assumida como sendo o volume obtido quando a velocidade média da massa correspondente é dividida pela densidade média no referido corte transversal.


mean linear velocity: The mean linear velocity of a stream (channel, tube, pipe) passing any given cross section is commonly taken to be the quantity obtained when the corresponding mean mass velocity is divided by the average density at the given cross section.

ΜΕΣΗ ΓΡΑΜΜΙΚΗ ΤΑΧΥΤΗΤΑ (V): Η μέση γραμμική ταχύτητα ενός ρεύματος (διαύλου, σωλήνα, αγωγού), που διέρχεται από μία κάθετη διατομή, είναι η ποσότητα που λαμβάνεται όταν η αντίστοιχη μέση μαζική ταχύτητα διαιρείται με την μέση πυκνότητα στη δεδομένη κάθετη διατομή.

linjär medelhastighet: Den linjära medelhastigheten hos en ström (kanal, rör) som passerar ett givet tvärsnitt anses likvärdigt med det värde man får när man medelmasshastigheten med medeldensiteten vid det givna tvärsnittet.

Was this helpful?
Em toxicologia: refere-se a qualquer substância que causa um efeito nocivo num organismo vivo em resultado da sua ingestão, inalação ou contacto.


poison: In toxicology: refers to any substance that causes a harmful effect on a living organism as a result of ingestion, inhalation or contact.

ΔΗΛΗΤΗΡIΟ: Ουσία, της οποίας η σχέση με έναν ζωντανό οργανισμό (κατάποση, εισπνοή, επαφή) έχει επιβλαβείς επιπτώσεις.

gift: Inom toxikologin en substans som ger upphov till skadlig effekt på en levande organism vid förtäring, inandning eller kontakt.

Was this helpful?
Nas áreas costeiras o vento que sopra, a partir de terra, no sentido do mar.


offshore wind: A wind blowing seaward from the land in the coastal area.

ΑΠΟΓΕIΟΣ ΑΝΕΜΟΣ: Ανεμος ο οποίος πνέει από την ξηρά προς την θάλασσα στην παράκτια περιοχή.

frånlands vind: En vind som blåser från land ut mot havet i ett kustområde.

Was this helpful?
Animais com espinha dorsal (vértebras).


vertebrates: Animals with backbones (vertebrae).

ΣΠΟΝΔΥΛΟΖΩΑ: Ζώα με σπονδυλική στήλη.

vertebrat: Djur med ryggrad.

Was this helpful?
Heterose: os descendentes de indivíduos com parentesco afastado pode por vezes resultar num aumento da taxa de crescimento, eficiência da conversão alimentar, ou qualquer outra característica desejável.


hybrid vigour: Heterosis: the breeding distantly-related individuals may sometimes result in an increase in growth rate, food conversion efficiency, dress-out percentage, or some other desirable characteristic.

ΥΒΡΙΔΙΑΚΟ ΣΦΡΙΓΟΣ (ΕΤΕΡΩΣΗ): Υβριδιακό σφρίγος: το αποτέλεσμα της διασταύρωσης ατόμων που διαφέρουν πολύ γενετικά. Ορισμένες φορές η στερέωση βελτιώνει τον ρυθμό αύξησης, την αποδοτικότητα μετατροπής της τροφής, ή άλλα επιθυμητά χαρακτηριστικά.

hybridisering: Heterosis: förbättring av vitalitet, reproduktionsförmåga och andra egenskaper genom korsning av två starkt inavlade stammar inom en djur- eller växtart.

Was this helpful?
A capacidade relativa de um patógeno (particularmente um vírus) de invadir um tecido hospedeiro, reproduzir-se e provocar doença; o grau de patogenicidade.


virulence: The relative capacity of a pathogen (particularly a virus) to invade host tissue, reproduce and to produce disease; the degree of pathogenicity.

ΜΟΛΥΣΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ: Η σχετική ικανότητα ενός παθογόνου (κυρίως ιού) να εισβάλει στον ιστό ξενιστή, να αναπαράγεται και να προκαλεί ασθένεια. Ο βαθμός παθογένειας.

virulens: Graden av förmåga hos en patogen att invadera värdvävnad, reproducera sig och framkalla sjukdom. Virulens kan mätas genom djurförsök.

Was this helpful?
Partículas muito pequenas consistindo de um núcleo de ácido nucleico (ou ADN ou ARN) envolvido por uma camada proteica. A reprodução viral pode ocorrer apenas à custa dos processos metabólicos de células de um hospedeiro infectado. Isto provoca muitas vezes uma reacção patogénica específica.


virus: Very small particle consisting of nucleic acid (either DNA or RNA) core surrounded by a proteinaceous coat. Viral replication can only occur at the expense of an infected host cells metabolic processes. This often provokes a specific pathogenic reaction.

ΙΟΣ: Μικρό σωματίδιο αποτελούμενο από νουκλεϊκό οξύ (DNA ή RNA) περιβαλλόμενο από πρωτεϊνική θήκη. Η αναπαραγωγή του ιού γίνεται μόνο εις βάρος των μεταβολικών διεργασιών του κυττάρου του ξενιστή. Συχνά αυτό προκαλεί μιά ειδική παθογόνο αντίδραση.

virus: Typ av smittsamt material som kan anses vara både levande och icke levande. Utanför värdcellen existerar virus som livlösa komplex av protein och nukleinsyra (dvs. DNA eller RNA), ibland även omgivna av ett lipidhaltigt membran; virus har ingen egen ämnesomsättning. Inuti sin värdcell har de däremot förmåga att inträda i en förökningsfas (replikationsfas) med varierande grad av värdcellsberoende.

Was this helpful?
A resistência de líquidos, semi-sólidos e gases ao movimento ou corrente.


viscosity: The resistance of liquids, semi-solids, and gases to movement or flow.

ΙΞΩΔΕΣ: Η αντίσταση των υγρών, ημι-στερεών και αερίων στην κίνηση ή την ροή.

viskositet: Seghet hos vätskor och gaser som beror av den inre friktionen.

Was this helpful?
A incorporação de vitelo do fígado no oócito em crescimento.


vitellogenesis: The incorporation of vitellus from the liver into the growing oocyte.

ΛΕΚΙΘΟΓΕΝΕΣΗ: Ενσωμάτωση λεκίθου από το συκώτι στο αναπτυσσόμενο ωοκύτταρο.

vitellogenes: Införseln av äggula (vitellus) från levern till den växande oocyten.

Was this helpful?
Que se refere a animais em que o desenvolvimento larvar ocorre dentro do organismo parental; muitas vezes em contacto próximo com o tecido materno de onde são recebidos os nutrientes; cf. ovíparos.


viviparous: Referring to animals in which larval development occurs within the parental organism; often in close contact with the maternal tissue from which nutrients are received.

ΖΩΟΤΟΚΟΣ: Αναφέρεται σε ζώα των οποίων η προνυμφική ανάπτυξη γίνεται μέσα στον μητρικό οργανισμό, συχνά σε στενή επαφή με τους μητρικούς ιστούς από τους οποίους αντλούνται θρεπτικά συστατικά. Πρβλ. Ωοτόκος.

vivipar: Fortplantning som innebär att embryot utvecklas inne i moderns kropp och får näring och syre via någon form av moderkaka. Exempel på vivipara djur är däggdjur (utom kloakdjur), några hajarter samt vissa klomaskar och skorpioner. Ibland betecknas alla djur som föder ungar som vivipara, oavsett hur ungarna har fått sin näring. Jmf. oviparous.

Was this helpful?

Contact us

Please contact AMC Limited for any queries:

  • Hot line: +353 1 874 7088
You are here: Home Resources & Services Multilingual glossaries GLOSSARIES