AMC LIMITED

U

Método estatístico não paramétrico em que a amostra de valores/somas são escalonados numa sequência decrescente (ou crescente) simples; é utilizado para determinar se 2 amostras aleatórias independentes são retiradas de populações com a mesma distribuição.


mann-whitney u-test: A non-parametric statistical method in which sample values/counts are ranked in a simple decreasing (or increasing) sequence; it is used to determine whether two independent random samples are drawn from populations having the same distributions.

ΔΟΚIΜΗ U-MANN-WHITNEY: Μη παραμετρική στατιστική μέθοδος κατά την οποία οι μετρήσεις ταξινομούνται σε απλή αύξουσα (ή φθίνουσα) σειρά. Χρησιμοποιείται γιά να προσδιοριστεί αν δύο ανεξάρτητα τυχαία δείγματα έχουν ληφθεί από πληθυσμούς που έχουν ίδιες κατανομές.

mann-whitney u-test: En icke-parametrisk statistisk metod som används för att se om två oberoende provserier är tagna från populationer med samma spridning.

Was this helpful?
Organismos planctónicos com menos de 5 µm de comprimento ou diâmetro.


ultraplankton: Planktonic organisms less than 5 µm in length or diameter.

ΥΠΕΡΠΛΑΓΚΤΟΝ: Πλαγκτονικοί οργανισμοί μήκους ή διαμέτρου μικρότερης των 5 µm.

ultraplankton: Planktonorganismer som är mindre än 5 mikrometer i längd eller diameter.

Was this helpful?
Sistema Internacional de Unidades .


SI Units: International System of Units.

SI: Διεθνές σύστημα μονάδων.

SI enheter: Système International dUnités, det internationella enhetssystemet.

Was this helpful?
Medida da distribuição da abundância das espécies que mostra o grau de domínio por algumas espécies.


evenness: A measure of species abundance distributions that shows the degree of dominance by a few species.

Ομαλότητα : Μια μέτρηση της κατανομής της εγκατάλειψης των ειδών που δείχνει τον βαθμό επικράτησης από λιγοστά είδη.

jämnhet: Ett mått på artspridning som visar styrkan på vissa arters dominans.

Was this helpful?
O processo pelo qual massas de água profunda sobem, normalmente em resultado de correntes de divergência e do alto. As águas de upwelling são normalmente mais frias e mais ricas em nutrientes do que a água à superfície e resulta numa maior productividade. Este fenómeno pode ter influência na instalação, por exemple, de viveiros de moluscos; cf. transporte de Eckman.


upwelling: The process by which deep water masses rise, usually as a result of divergence and offshore currents. Upwelling water is usually colder and more nutrient-rich than the replaced surface water and results in higher productivity. This can have an influence on the siting of, for example, mollusc farms.

ΑΝΑΒΛΥΣΗ: Διαδικασία κατά την οποία υδάτινες μάζες μεταφέρονται από μεγαλύτερα βάθη στην επιφάνεια. Το φαινόμενο αυτό οφείλεται συνήθως στην απόκλιση θαλασσιων ρευμάτων . Τα ανερχόμενα νερά είναι συνήθως ψυχρότερα και πιο πλούσια σε θρεπτικά από τα επιφανειακά νερά που εντοπίζουν και ως εκ τούτου έχουν υψηλότερη παραγωγικότητα. Αυτό πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την εγκατάσταση πχ. μονάδων καλλιέργειας μαλακίων. Βλ. και Μεταφορά Ekman.

upwellning: Uppström som för med sig vatten från större djup till ytan. Vattnet är ofta kallare och mer näringsrikt än ytvattnet vilket leder till en hög produktivitet i dess områden. Har betydelse vid placering av olika odlingar, exempelvis musselodlingar. Jmf. Ekman transport.

Was this helpful?

Contact us

Please contact AMC Limited for any queries:

  • Hot line: +353 1 874 7088
You are here: Home Resources & Services Multilingual glossaries GLOSSARIES