AMC LIMITED

R

O rácio de azoto para fósforo encontrado no meio ambiente marinho. Uma proporção típica de 10:1 é necessária para que as células de fitoplancton cresçam.


N/P ratios: The ratio of nitrogen to phosphorus found in marine environments. A typical 10:1 proportion is required for phytoplankton cells to grow.

Αναλογία Αζώτου/Φωσφόρου : Η αναλογία αζώτου προς φώσφορο που βρίσκεται σε θαλάσσια περιβάλλοντα. Μια τυπική αναλογία 10:1 απαιτείται για την ανάπτυξη των κυττάρων του φυτοπλαγκτόν.

N/P kvot: Förhållandet mellankväve och fosfor. För att fytoplanktonceller ska växa krävs ett 10:1 förhållande.

Was this helpful?
O rácio entre machos e fêmeas numa dada população.


sex ratio: The ratio between males and females in a given population.

ΦΥΛΟΥ ΑΝΑΛΟΓΙΑ: Η αναλογία μεταξύ αρσενικών και θηλυκών σένα πληθυσμό.

könskvot: Förhållandet mellan hanar och honor i en given population.

Was this helpful?
A unidade de radiação absorvida. A dose absorvida é de 1 rad quando 1 kg absorve 10-2 joules de energia. Em 1956 o rad substituiu o roentgen (unidade de exposição à radiação) em trabalhos clínicos envolvendo Raios X ou fontes radioactivas. Na prática o rad e o roentgen representam ambos cerca da mesma quantidade de energia dado que 1000 rads são iguais a 1100 +/- 50 roentgen, mas ao contrário do roentgen o rad é aplicável a todos os tipos de radiação.


RAD: The unit of absorbed dose of radiation. The absorbed dose is one rad when one kg absorbs 102 joules of energy. In 1956 the rad replaced the roentgen (unit of radiation exposure) for clinical work involving X-rays or radioactive sources. In practice the rad and the roentgen both represent about the same amount of energy since 1,000 rads equal 1100 ± 50 roentgen but unlike the roentgen the rad is applicable to all types of radiation.

RAD: Η μονάδα της απορροφούμενης δόσης ακτινοβολίας. Η απορροφούμενη δόση είναι ένα rad όταν ένα kg ενός σώματος απορροφά ακτινοβολία ενέργειας 0.01 joule. Το 1956, το rad αντικατέστησε το roentgen (μονάδα έκθεσης σε ακτινοβολία) στις κλινικές εφαρμογές, όπου υπεισέρχονται οι ακτίνες Χ ή άλλες ραδιενεργές πηγές ακτινοβολίας. Στην πράξη, το rad και το roentgen αντιπροσωπεύουν και τα δύο το ίδιο ποσό ενέργειας, αφού 1000 rads ισοδυναμούν με 1000 ± 50 roentgen, όμως σε αντίθεση με το roentgen, το r

rad: Namn och beteckning för äldre enhet för absorberad dos strålning. 1 rad=0,01 gray (Gy).

Was this helpful?
Energia emitida de um núcleo radioactivo, propagada através do espaço ou de um meio material como as ondas ou partículas.


radiation: Energy, emitted from radioactive nuclei, propagated through space or a material medium as waves or particles.

ΑΚΤIΝΟΒΟΛIΑ: Ενέργεια που εκπέμπεται και που διαδίδεται στο χώρο ή σ ένα υλικό μέσον υπό μορφή ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων ή σωματιδίων. Η ακτινοβολία προέρχεται ορισμένες φορές από ραδιενεργές πηγές.

strålning: Överföring av energi utan medverkan av något medium. Man kan beskriva strålningen som en vågrörelse eller som en partikelström.

Was this helpful?
Uma forma de radiação com pouca força penetrante. Esta radiação alfa não é por norma perigosa para o homem, a não ser quando introduzida directamente no corpo.


alpha-radiation: A form of radiation with little penetrative capabilities.This alpha radiation is normally not hazardous to humans unless ingested directly into the body.

Ακτινοβολία Άλφα : Αυθόρμητη αποσύνθεση του πυρήνα, στοιχείων που σχετίζονται με την εκπομπή ιονισμένων σωματιδίων Άλφα μικρής διεισδυτικής δύναμης. Η ακτινοβολία που εκπέμπεται από ένα πυρήνα Ηλίου-4 και η οποία μπορεί να διεισδύσει μερικά εκατοστά αέρα, ωστόσο μπορεί να εμποδιστεί από ένα φύλλο χαρτιού. Αυτή η ακτινοβολία Άλφα είναι συνήθως ακίνδυνη για τον άνθρωπο εκτός και αν απορροφηθεί άμεσα από το σώμα.

alfastrålning: En typ av radioaktiv strålning som består av en heliumkärna. Heliumkärnan är dock lättstoppad, det räcker med en bit papper, så det är ovanligt att människor skadas av denna typ av strålning (såtillvida man inte äter något som strålar alfapartiklar).

Was this helpful?
Uma forma de radiação com capacidades altamente penetrantes.


gamma-radiation: A form of radiation with high penetrative capabilities.

Ακτινοβολία Γάμα : Μια μορφή ακτινοβολίας υψηλής διεισδυτικότητας.

gammastrålning: Typ av strålning som har hög penetrerande förmåga.

Was this helpful?
A parte da radiação do espectro solar acima de um comprimento de onda de 780 nm.


infrared radiation: That part of the solar radiation spectrum above the wavelength 780 nm.

ΥΠΕΡΥΘΡΗ ΑΚΤΙΝΟΒΟΛΙΑ: Το τμήμα της ηλιακής ακτινοβολίας με μήκος κύματος μεγαλύτερο από 780 nm.

infrarödstrålning: Strålning som ligger över våglängden 780 nm.

Was this helpful?
Energia radioactiva emitida na forma de ondas ou partículas oriundas de elementos que aparecem naturalmente.


natural radiation: Radioactive energy emitted in the form of waves or particles from naturally-occurring elements.

Φυσική ακτινοβολία : Ραδιενεργή ακτινοβολία που εκπέμπεται με την μορφή κυμάτων ή σωματιδίων προερχόμενα από στοιχεία που βρίσκονται στην φύση.

naturlig strålning: Radioaktiv energi som avges i form av vågor eller partiklar från naturligt förekommande ellement.

Was this helpful?
Ondas electromagnéticas invisíveis no fim da zona violeta do espectro da luz. A parte do espectro da radiação solar entre o comprimento de onda de 40 e 400 nm. A amplitude sobrepõe-se aos comprimentos de onda dos Raios X longos. Em aquacultura, a radiação produzida pela luz ultravioleta é utilizada para desinfectar a água e prevenir doenças causadas por microorganismos patogénicos.


ultraviolet radiation: Non-visible electromagnetic waves which follow at the end of the violet end of the light spectrum. That part of the solar radiation spectrum between 40 and 400 nm wavelength. The range overlaps the wavelengths of long x-rays. The radiation produced by this light is used in aquaculture to disinfect water and prevent diseases caused by pathogenic microorganisms.

ΥΠΕΡΙΩΔΗΣ ΑΚΤΙΝΟΒΟΛΙΑ (UV): Mη ορατά ηλεκτρομαγνητικά κύματα μετά την ζώνη του ιώδους στο φάσμα του φωτός. Η περιοχή του φάσματος της ηλιακής ακτινοβολίας με μήκος κύματος μεταξύ 40 και 400nm. Η περιοχή αυτή του φάσματος επικαλύπτει την περιοχή της μακράς ακτινοβολίας Χ. Η ακτινοβολία αυτή χρησιμοποιείται στην υδατοκαλλιέργεια γιά την απολύμανση του νερού και την πρόληψη ασθενειών που προκαλούνται από παθογόνους μικροοργανισμούς.

ultraviolett strålning: Elektromagnetisk strålning med våglängd mellan röntgenstrålning och synligt ljus. Den undre gränsen sätts vid 40 nm, den övre (gränsen mot synligt ljus) vid 400 nm våglängd.

Was this helpful?
Um fragmento de um composto ou elemento que contem um electrão livre. Os radicais livres são altamente reactivos e quimicamente tóxicos.


free radical: A fragment of a compound or an element that contains an unpaired electron. Free radicals are highly reactive and chemically toxic.

ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΡIΖΑ: Τμήμα χημικής ένωσης ή στοιχείο, το οποίο περιέχει αδέσμευτα ηλεκτρόνια. Οι ελεύθερες ρίζες είναι πολύ δραστικές και χημικά τοξικές.

fria radikaler: Fragment av en förening eller element som innehåller en oparad elektron. Fria radikaler är väldigt reaktiva och toxiska.

Was this helpful?
A propriedade dos radionuclídeos de espontaneamente emitirem radiação ionizada.


radioactivity: The property of radionuclides of spontaneously emitting ionizing radiation.

ΡΑΔΙΕΝΕΡΓΕΙΑ: Η ιδιότητα των ραδιοϊσοτόπων να εκπέμπουν αυθόρμητα ιονίζουσα ακτινοβολία.

radioaktivitet: Egenskap hos vissa atomkärnor som spontant omvandlas till dotterkärnor under utsändning av joniserande strålning

Was this helpful?
Um nuclídeo instável que emite radiação ionizada.


radionuclide: An unstable nuclide that emits ionizing radiation.

ΡΑΔΙΟΙΣΟΤΟΠΟ: Ενα ασταθές ισότοπο το οποίο εκπέμπει ιονίζουσα ακτινοβολία.

radionukleotid: En instabil atomkärna som sänder ut joniserande strålning.

Was this helpful?
A resposta a um estímulo.


reaction: A response to a stimulus.

ΑΝΤIΔΡΑΣΗ: Η απόκριση σε ένα ερέθισμα.

reaktion: En respons på ett stimuli.

Was this helpful?
Os elementos de um sistema de controlo ou mecanismo homeoestático ligados por influências recíprocas, de modo a que a fonte ou entrada é continuamente modificada por um produto do processo a fim de manter o necessário grau de constância; um ciclo de retorno pode ser de efeito negativo ou positivo, por exemplo, como um método de controlo do percurso bioquímico, onde um percurso de sucessivas enzimas conduz à formação de um metabolito importante. A quantidade de matabolito presente pode controlar


feedback: Those elements of a control system or homeostatic mechanism linked by reciprocal influences, so that the source or input is continuously modified by a product of the process in order to maintain the necessary degree of constancy; a feedback loop may be of negative or positive effect, for example, as a method of biochemical pathway control, where a pathway of successive enzymes leads to the formation of an important metabolite. The amount of the metabolite present may control the activity of one

ΑΝΑΔΡΑΣΗ: Η συνεχής τροποποίηση ή ο έλεγχος ενός συστήματος ή ενός ομοιοστατικού μηχανισμού, μέσω των προϊόντων ή των επιπτώσεών τους. Η ανάδραση διακρίνεται σε αρνητική, όταν το προίόν επιδρά ανασταλτικά στην περαιτέρω παραγωγή του, οπότε διατηρείται η σταθερότητα του συστήματος (ομοιόσταση) και σε θετική, όταν το προϊόν επιδρά ενισχυτικά στην περαιτέρω παραγωγή του ( καταστροφική εξέλιξη). Ως παράδειγμα αναφέρουμε τη μέθοδο ελέγχου μιας βιοχημικής οδού, που περιλαμβάνει μια σειρά ενζύμων και που καταλ

feedback: Reglertekniskt begrepp som innebär att information om det styrda systemets beteende återförs till den styrande mekanismen. Därigenom kan systemet styras mot det önskade målet trots förändringar eller störningar i omgivningen. Det finns både negativ feedback och positiv feedback. Feedback kan fungera som en metod att kontrollera kemiska reaktionssekvenser, där en reaktionssekvens som innefattar flera enzymer leder till bildningen av en viktig metabolit. Metaboliten kan kontrollera aktiviteten hos

Was this helpful?
Células ou orgãos sensoriais que percepcionam um estímulo químico.


chemoreceptor: Sensory cells or sense organs for the perception of chemical stimuli.

ΧΗΜΕΙΟΫΠΟΔΟΧΕΑΣ: Αισθητήρια κύτταρα ή αισθητήρια όργανα ευαίσθητα στα χημικά ερεθίσ- ματα.

kemoreceptorer: Sinnesceller eller sinnesorganer som används för att känna av kemiska stimulanser.

Was this helpful?
Processo de conversão de matérias (especialmente lixo) a um estado anterior de forma a poder ser reutilizados.


recycling: Process of converting material (especially waste) to a previous state so that it is a reusable material.

ΦΙΛΤΡΟ: Πορώδες μέσο γαι την απομάκρυνση προσμίξεων ή σωματιδιακής ύλης από ένα υγρό.

återvinning: Återföring av använt material eller flytande restprodukter i tillverkningsprocesser (materialåtervinning) eller i odling.

Was this helpful?
Estrutura feita pelo homem a qual atrai o peixe e é algumas vezes considerada uma forma extensiva de aquacultura, em que estas estruturas fornecem um nicho adequada para peixes e moluscos. É frequentemente considerada que fornece um substracto para aumentar a produção. Contudo, em muitos casos, não é claro se a produção é melhorada por unidade de área ou se a produção é concentrada dentro da área devido à atracção que esta exerce nos organismos dos habitats envolventes.


artificial reef: Man-made structure that attracts fish and is sometimes considered a form of extensive aquaculture in which these structures provide suitable niches for fish or shellfish. It is often considered to provide substrate for enhanced production. However, in many cases it is not clear whether production is enhanced per unit area or production within an area is concentrated because of the attraction from surrounding habitats.

ΤΕΧΝΗΤΗ ΥΦΑΛΟΣ : Κατασκευή που χρησιμοποιείται στην εκτατική υδροκαλλιέργεια για την προσέλκυση ψαριώνν και όστρακων στα οποία προσφέρει κατάλληλες διαθέσεις (θώκους). Συχνά θεωρείται ότι αποτελούν μέσο για αύξηση της παραγωγής. Πάντως σε πολλές περιπτώσεις δεν είναι σαφές αν η παραγωγή αυξάνεται ανά μονάδα επιφανείας ή αν η παραγωγή μιας περιοχής απλώς συγκεντρώνεται στις τεχνητές υφάλους λόγω της ελκυστικότητάς τους σε σύγκριση με τα γειτονικά ενδιαιτήματα.

artificiell rev: Konstruerad struktur som attraherar fisk. Benämns stundom som extensivt vattenbruk i vilket strukturerna utgör passande nicher för fisk och skaldjur. Anses ofta öka produktionen genom att erbjuda substrat. Det är dock oklart om produktionen ökar totalt per ytenhet eller bara lokalt genom att attrahera individer från angränsande habitat.

Was this helpful?
Um recife ligado a uma costa insular ou continental.


fringing reef: A reef attached to an insular or continental shore.

ΠΕΡΙΜΕΤΡΙΚΟΣ ΥΦΑΛΟΣ: Υφαλος σε επαφή με μια νησιωτική ή ηπειρωτική ακτή.

kustrev: Rev som associeras med kusten på en ö eller kontinent.

Was this helpful?
Termo utilizado no cultivo de bivalves para referir o grau de sucesso da fixação de juvenis num dado período de tempo.


recruitment: Term used in shellfish farming referring to the degree that successful juvenile settlement has occurred over a given time period.

ΣΤΡΑΤΟΛΟΓΗΣΗ: Ο όρος χρησιμοποιείται (μεταξύ άλλων) στην καλλιέργεια των ασπονδύλων και αναφέρεται στον βαθμό επιτυχίας στην εγκατάσταση νεαρών ατόμων σε ένα δεδομένο υπόστρωμα εντός δεδομένου χρονικού διαστήματος.

rekrytering: Mängden larver som genomgått metamorfos och slagit sig ner per tidsenhet, används bl.a. om fastsittande nässeldjur och blötdjur.

Was this helpful?
Um recurso que pode ser regenerado.


renewable resource: A resource which can be regenerated.

Ανανεώσιμη πηγή : Μια πηγή η οποία μπορεί να επαναλειτουργήσει.

förnyelsebar resurs: En resurs som kan återskapas.

Was this helpful?
Recursos incapazes de se regenerar, i.e. todos os recursos não bióticos.


non-renewable resource: A resource which is not able to regenerate, i.e. all non-biotic resources.

Μη-ανανεώσιμη πηγή : Μια πηγή ενέργειας η οποία δεν μπορεί να επαναλειτουργήσει, όλες οι μη-βιοτικές πηγές ενέργειας..

icke-förnyelsebar: En resurs som ej går att regenerera, d.v.s alla icke biologiska resurser.

Was this helpful?
A rede de cadeias alimentares interligadas de uma comunidade.


food web: The network of interconnected food chains of a community.

ΤΡΟΦΙΚΟ ΠΛΕΓΜΑ: Το δίκτυο των αλληλοσυνδεόμενων τροφικών αλυσίδων μιας βιοκοινωνίας.

näringsväv: Nätverk av sammanbundna näringskedjor i ett samhälle.

Was this helpful?
Um movimento circular de correntes nos oceanos.


oceanic eddy: A circular movement of currents in the oceans.

Ωκεανική δίνη : Η κυκλική κίνηση των ρευμάτων στους ωκεανούς.

oceanisk virvel: En cirkulär rörelse av strömmar i haven.

Was this helpful?
(1) Em oceanografia: a corrente de água que se segue à rebentação de uma onda; limpa e leva a matéria mais fina para águas mais profundas onde é temporariamente depositada. (2) Em biofiltração para aquacultura: qualquer regeneração de filtros de areia através de refluxo de modo a remover do filtro partículas acumuladas e evitar a colmatação.


backwash: (1) In oceanography: the back flow of water which follows the breaking of a wave; it scours and carries the finer material towards deeper water where it is temporarily deposited. (2) In biofiltration for aquaculture: any regeneration of gravel filters through back flushing in order to remove accumulated particles from the filter and prevent clogging.

ΠΙΤΥΛΟΣ ή ΑΝΤΙΜΑΜΑΛΟ: (1) Στην ωκεανογραφία: η ροή επιστροφής του ύδατος που ακολουθεί την θραύση ενός κύματος. Ξεπλένει και μεταφέρει τα λεπτότερα υλικά προς τα βαθύτερα νερά όπου και αποτίθενται προσωρινά. ΕΚΠΛΥΣΗ: (2) Στην βιοδιήθηση: η αναγέννηση των φίλτρων χαλικιού με διοχέτευση νερού κατά την αντίστροφη κατεύθυνση ώστε να απομακρυνθούν από το φίλτρο συσσωρευμένα σωματίδια και να αποφευχθεί η απόφραξη.

återflödande vatten: (1) Inom oceanografi: tillbakaflödet av vatten efter en vågbrytning; Den eroderar och transporterar finkornigt material mot djupare vatten där det temporärt sedimenterar. (2) Inom akvakultur: regenerering av grusfilter genom backspolning för att lösa akumulerade partiklar och förebygga igensättning

Was this helpful?
(1) O processo pelo qual a direcção de uma onda que se move em águas pouco profundas sofre uma mudança de ângulo. A parte da onda que avança em águas menos profundas move-se mais lentamente do que a parte que ainda se desloca em águas mais profundas, fazendo com que a crista da onda se incline em direcção ao contorno do fundo. (2) A curvatura da crista de uma onda causada pela corrente.


refraction of water waves: (1) The process by which the direction of a wave moving in shallow water at an angle to the contours is changed. The part of the wave advancing in shallower water moves more slowly than that part still advancing in deeper water, causing the wave crest to bend toward alignment with the underwater contours. (2) The bending of wave crests by currents.

ΔIΑΘΛΑΣΗ ΤΩΝ ΚΥΜΑΤΩΝ: (1) Η διαδικασία βάσει της οποίας αλλάζει η διεύθυνση ενός κύματος που κινείται σε ρηχά νερά με γωνία ως προς τις ισοβαθείς. Το τμήμα του κύματος που προχωράει στα ρηχότερα νερά, κινείται πιο αργά από το τμήμα που εξακολουθεί να προχωράει σε βαθύτερα νερά, έτσι ώστε η κορυφή του κύματος καμπτεται ώστε να τείνει να ευθυγραμμισθεί με τις υποθαλάσσιες ισοβαθείς. (2) Η κάμψη της κορυφής των κυμάτων από τα ρεύματα.

brytning av vateen vågor: (1) Den process som ändrar riktningen på vågor som rör sig över grunt vatten i vinkel mot bottenkonturen. Den del av vågen som befinner sig på grundare vatten rör sig långsammare än den del som befinner fig på djupare vatten vilket leder till att vågen böjer sig och följer bottenkonturen. (2) När strömmar får vågorna att böja sig.

Was this helpful?
(1) Reactivação de antigos padrões comportamentais evolutivos pela retorno a níveis de desenvolvimento anteriores. (2) Retroceder para níveis de instinto mais primitivos e imaturos. (3) Redução da distribuição geográfica de uma espécie ou raça. (4) Uma recaída a seguir a uma melhoria num estado de doença. (5) Uma expressão do relacionamento entre duas (ou mais) variáveis dada normalmente por uma linha de regressão (curva) com uma equação associada. Mostra o modo como a variável dependente muda


regression: (1) Reactivation of older evolutionary behaviour patterns under reduction of higher levels of development. (2) Falling back to earlier, immature levels of instinct. (3) Reduction in geographic distribution of a species or strain. (4) A relapse following an improvement in the diseased state. (5) An expression of the relationship between two (or more) variables usually given as a regression line (curve) with an associated equation. This shows the manner in which the dependent variable changes as a

ΠΑΛΙΝΔΡΟΜΗΣΗ: (1) Επαν-ενεργοποίηση εξελικτικά παλαιότερων προτύπων συμπεριφοράς, με έκπτωση (εξασθένιση) ανώτερων επιπέδων ανάπτυξης. (2) Μετάπτωση σε προγενέστερα ανώριμα επίπεδα ενστίκτου (3) Περιορισμός της γεωγραφικής εξάπλωσης ενός είδους ή στελέχους (4) Υποτροπή, μετά από μια βελτίωση, της κατάστασης μιας ασθένειας. (5) Σχέση μεταξύ δύο (ή περισσότερων) μεταβλητών, η οποία εκφράζεται με έναν μαθηματικό τύπο και απεικονίζεται γραφικά με την ευθεία (καμπύλη) παλινδρομησης, που δείχνει πώς μεταβάλλεται η

regression: (1) Återvändande till ett tidigare och oftast mer primitivt tillstånd (stadium) eller en tidigare utvecklingsfas. (2) Återvändande till känslor och beteenden som karakteriserar ett tidigare, mer infantilt stadium. (3) Reducerad utbredning hos en art eller stam. (4) Statistisk term för ett samband mellan en (respons)variabel och en eller flera förklarande variabler.

Was this helpful?
Processo pelo qual o peixe mantém e controla o seu equilibrio iónico, i.e. regulação osmótica. Os peixes de água doce conseguem este fenómeno retendo sal e produzindo grandes quantidades de urina diluída. Ao contrário, os peixes de água salgada excretam sais de sódio, ingerem grandes quantidades de água e produzem pequenas quantidades de urina concentrada.


ionic regulation: Process by which fish maintain and control their ionic balance, i.e. osmoregulate. Freshwater fish achieve this by actively taking up salt and producing large quantities of dilute urine. Conversely, saltwater fish excrete sodium salts, drink large quantities of water and produce small quantities of concentrated urine.

ΙΟΝΤIΚΗ ΡΥΘΜIΣΗ: Διαδικασία με την οποία τα ψάρια διατηρούν και ελέγχουν την ιοντική τους ισορροπία, δηλ. ωσμωρρυθμίζονται. Τα ψάρια των γλυκών νερών το επιτυγχάνουν με την ενεργή πρόσληψη αλάτων και την παραγωγή μεγάλων ποσοτήτων αραιών ούρων. Αντίθετα τα θαλάσσια ψάρια αποβάλλουν άλατα νατρίου, πίνουν μεγάλες ποσότητες νερού και παράγουν μικρές ποσότητες πυκνών ούρων.

jonreglering: Process med vars hjälp fiskar upprätthåller ochkontrollerar sin jonbalans, d v s osmoregulering. Sötvattensfiskar klarar av detta genom att aktivt ta upp salter och samtidigt producera stora mängder utspädd urin. Salvattensfiskar gör tvärt om, de utsöndrar salt, dricker stora mängder vatten och producerar små mängder koncentrerad urin.

Was this helpful?
Um mecanismo pelo qual os padrões comportamentais e fisiológicos de um organismo são controlados por factores exógenos e regulados por mecanismos internos.


biological clock: A mechanism by which behavioural and physiological patterns of an organism are governed by exogenous factors and regulated by internal mechanisms.

ΒIΟΛΟΓIΚΟ ΡΟΛΟΪ: Μηχανισμός με τον οποίο ηθολογικά και φυσιολογικά πρότυπα ενός οργανισμού ελέγχονται από εξωγενείς παράγοντες και ρυθμίζονται από εσωτερικούς μηχανισμούς.

biologisk klocka: Mekanism där beteenden och fysiologiska mönster är styrda genom exogena faktorer och reglerade genom interna mekanismer.

Was this helpful?
Um movimento quase circular da água, numa área relativamente pequena, formado numa zona abrigada ou ao longo da margem de duas zonas com correntes de diferentes velocidade ou direcções.


eddy: A quasi-circular movement of water, of relatively small area, formed in the lee of obstructions or along the edge of two regions with different current speeds or directions.

ΔIΝΗ: Κυκλοτερής κίνηση του νερού, σε μικρή σχετικά περιοχή, που σχηματίζεται στην πίσω (προστατευόμενη) πλευρά εμποδίων, ή κατά μήκος της διεπαφής δύο ρευμάτων με διαφορετική ταχύτητα ή κατεύθυνση.

strömvirvel: En kvasicirkulär vattenrörelse, på ett relativt begränsat område, formas på läsidan av en barriär eller längs kanten på två områden med olika strömhastigheter eller strömriktningar.

Was this helpful?
O movimento de resposta directa de um organismo dotado de mobilidade dirigido a uma corrente de água ou de ar, quer seja para o interior da corrente (reotaxia positiva) quer com a corrente (reotaxia negativa).


rheotaxis: A directed movement response of a motile organism to a water or air current, either in to the current (positive reotaxis) or with the current (negative reotaxis).

ΡΟΟΤΑΞΙΑ: Κινητική απόκριση οργανισμών στην κίνηση ενός ρεύματος (στο νερό ή στον αέρα) είτε κατά την φορά του (αρνητική ροοταξία) είτε αντίθετα (θετική ροοταξία).

rheotaxis: En organims rörelse till följd av luft- eller vattenström.

Was this helpful?
A libertação de espécies aquáticas (normalmente juvenis) no ambiente natural. Esta técnica é um elemento importante de programas de melhoramento.


restocking: Releasing cultured or wild caught aquatic species (usually juveniles) into the wild environment. This technique is an integral element of stock enhancement.

ΑΥΞΗΣΗ ΑΠΟΘΕΜΑΤΟΣ: Απελευθέρωση καλλιεργούμενων ή άγριων υδρόβιων ζώων (συνήθως νεαρών) στο περιβάλλον. Η τεχνική αυτή είναι αναπόσπαστο μέρος της ΕΝIΣΧΥΣΗΣ ΑΠΟΘΕΜΑΤΟΣ.

utsättning: Att sätta ut odlade eller vildfångade akvatiska arter i det vilda.

Was this helpful?
União de gâmetas haplóides em resultado de uma divisão meiótica (masculino ou feminino, micro ou macro) para formar um zigoto diplóide que, por subsequente fissão, produzirá multiplos descendentes.


sexual reproduction: Uniting of haploid gametes as a result of meiotic division (male or female, micro- or macro-) to form a diploid zygote that, by subsequent fission, will yield multiple offspring.

ΦΥΛΕΤΙΚΗ ΑΝΑΠΑΡΑΓΩΓΗ: Ενωση ενός θυληκού (μακρο) γαμέτη με έναν αρσενικό (μικρό) γαμέτη και , μικρο- ή μακρο-) προς σχηματισμό διπλοειδούς ζυγώτη, ο οποίος, με διαδοχικές διαιρέσεις, παράγει πολλαπλά κύτταρα- απογόνους.

sexuell förökning: Sammansmältandet av haploida könsceller som är ett resultat av meios, till en diploid zygot, vilket leder till avkomma.

Was this helpful?
Àreas seleccionadas como ecosistemas típicos para salvaguarda da fauna, flora e habitats, utilizando critérios tais como tamanho, diversidade, raridade e fragilidade.


marine reserves: Areas selected as representative ecosystems to safeguard fauna, flora and habitats, using criteria such as size, diversity, rarity and fragility.

Θαλάσσια καταφύγια: Περιοχές που έχουν επιλεχθεί σαν αντιπροσωπευτικά δείγματα οικοσυστημάτων για την διατήρηση της χλωρίδας, της πανίδας και του περιβάλλοντος, με κριτήρια όπως το μέγεθος, η ποικιλία, η σπανιότητα και η ευαισθησία.

marint reservat: Område valt för att representera ecosystem med syfte på att skydda flora, fauna och habitat. Väljs på kriterier som storlek, diversitet, sällsynthet och känslighet.

Was this helpful?
Áreas seleccionadas como ecosistemas representativos para salvaguarda da fauna, flora e habitats, utilizando critérios tais como o tamanho, diversidade, raridade e fragilidade.


natural reserves: Areas selected as representative ecosystems to safeguard fauna, flora and habitats, using criteria such as size, diversity, rarity and fragility.

Φυσικά καταφύγια : Περιοχές οι οποίες έχουν επιλεγεί σαν αντιπροσωπευτικά οικοσυστήματα, για την διατήρηση της χλωρίδας, της πανίδας και του περιβάλλοντος, με κριτήρια όπως το μέγεθος, η ποικιλία, η σπανιότητα και η ευαισθησία.

naturreservat: Område valt för att representera ecosystem med syfte på att skydda flora, fauna och habitat. Väljs på kriterier som storlek, diversitet, sällsynthet och känslighet.

Was this helpful?
(1) Algo que é abandonado; dando origem a uma quantidade de matéria residual. (2) Em aquacultura: vulgarmente utilizado para referir quantidades residuais de vários químicos ou antibióticos nos tecidos.


residue: (1) Something that is left over; making up a residual quantity of material. (2) In aquaculture: commonly used to refer to residual quantities of various chemicals or antibiotics in the tissues.

ΚΑΤΑΛΟΙΠΟ: (1) Παραμένοντα υπολλείματα ενός υλικού. (2) Στην υδατοκαλλιέργεια, συχνά χρησιμοποιείται αναφορικά με ποσότητες διαφόρων χημικών ή αντιβιοτικών που παραμένουν στους ιστούς.

rest: (1) Någonting som lämnats kvar, blivit över. (2) Inom akvakulturer: hänvisar till den mängd kemikalier eller antibiotika som påträffas i vävnader.

Was this helpful?
Qualquer material que contem compostos altamente tóxicos, e.g., elementos metálicos de elevada gravidade específica, radioactividade, etc.


hazardous waste: Any material which contains highly toxic compounds, e.g., metallic elements of high specific gravity, radioactivity, etc.

Επικίνδυνα απόβλητα : Οποιαδήποτε ύλη που περιέχει συστατικά υψηλής τοξικότητας, όπως μεταλλικά στοιχεία συγκεκριμένου ειδικού βάρους, ακτινοβολίας κ.α.

farligt avfall: Avfall som innehåller toxiska föreningar.

Was this helpful?
A capacidade natural de um organismo de se opôr aos efeitos potencialmente debilitadores de vários agentes físicos, químicos e biológicos.


resistance: The natural ability of an organism to withstand the effects of various physical, chemical, and biological agents which might otherwise act to debilitate the organism.

ΑΝΤΟΧΗ: Η φυσική ικανότητα ενός οργανισμού να αντέχει τις επιδράσεις διαφόρων φυσικών, χημικών και βιολογικών παραγόντων , χωρίς να εξασθενεί.

motstånd: En organisms naturliga förmåga att motstå fysiska, keniska och biologiska faktorer som annars skulle försvaga dess hälsa.

Was this helpful?
A capacidade de sobrevivência a exposição de temperaturas inferiores a 00 C


cold resistance: The ability to survive exposure to temperatures below 00C.

ΑΝΤΟΧΗ ΣΤΟ ΨΥΧΟΣ: Iκανότητα επιβίωσης ενός οργανισμού που εκτίθεται σε θερμοκρασίες κάτω από 00C.

köldtålig: Förmågan att överleva exponering till temperaturer under 0 grader.

Was this helpful?
(1) Respiração celular: o processo metabólico nas plantas e animais em que substâncias orgânicas são degradadas em produtos mais simples com a produção de energia. (2) Respiração física : troca de gases através de uma superfície respiratória (e.g. guelras).


respiration: (1) Cellular respiration: the metabolic process in plants and animals whereby organic substances are broken down to simpler products with the generation of energy. (2) Physical respiration: gas exchange across a respiratory surface (e.g. gills)

ΑΝΑΠΝΟΗ: (1) κυτταρική αναπνοή: η μεταβολική διεργασία σε φυτά και ζώα κατά την οποία οι οργανικές ουσίες διασπώνται σε απλούστερα παράγωγα απελευθερώνοντας ενέργεια. (2) φυσική αναπνοή: ανταλλαγή αερίων δια μέσου μιας αναπνευστικής επιφάνειας (π.χ. βράγχια).

andning: (1) Sker i organismers celler och utgörs av de livsprocesser vilka producerar biologiskt användbar energi genom spjälkning av organiska molekyler under upptagande av syre och bildning av koldioxid. (2) Luft eller vatten passerar genom andningsorgan.

Was this helpful?
Respiração sob condições anaeróbicas, quando o electrão receptor terminal não é oxigénio gasoso (de acordo com as espécies e/ou ambiente). Também envolvida na redução de sulfato, na genese do metano, respiração nitrica e sulfidrica


anaerobic respiration: Respiration under anaerobic conditions, when the terminal electron acceptor is not gaseous oxygen (according to species and/or environment). Also involved in dissimilatory sulphate reduction, fumarate respiration, methano- genesis, nitrate respiration, sulphur respiration.

ΑΝΑΕΡΟΒIΟΣ ΑΝΑΠΝΟΗ: Αναπνοή υπό αναερόβιες συνθήκες, όταν ο τελικός αποδέκτης ηλεκτρονίων δεν είναι το αέριο οξυγόνο (ανάλογα με το είδος και/ή το περιβάλλον). Σχετίζεται επίσης με την ανομοιωτική αναγωγή θειϊκών, την αναπνοή φουμαρικών, την μεθανογένεση, την αναπνοή νιτρικών και την αναπνοή θείου.

anaerob respiration: Respiration, under anaeroba förhållanden, som inte fordrar tillgång till fritt syre (beroende på art och miljö). Denna anaeroba process sker också i samband med metanbildning, dissimilatorisk sulfatreduktion, fumaratrespiration och nitratrespiration.

Was this helpful?
A acção (ou acções) dos organismos de modo a evitar concentrações de materiais ou outras condições que conduzem a movimentações activas ou passivas para fora de uma zona de condições desfavoráveis.


avoidance response: The action(s) of organisms to avoid concentrations of materials or other conditions which cause active or passive movements out of a zone of unfavourable conditions.

ΑΠΟΦΥΓΗΣ ΑΝΤIΔΡΑΣΗ: Αντίδραση (-σεις) ενός οργανισμού που του επιτρέπει να αποφεύγει συγκεντρώσεις επιβλαβών ουσιών ή άλλες δυσμενείς συνθήκες. Η αντίδραση αυτή συνίσταται στην ενεργητική ή παθητική μετακίνηση του οργανισμού εκτός της περιοχής των δυσμενών συνθηκών.

undvikande beteende: Ett beteende hos organismer som innebär aktiv eller passiv förflyttning från ett område, detta för att undvika höga koncentrationer av skadliga ämnen eller andra ogynnsamma förhållanden.

Was this helpful?
Processo pelo qual as características sexuais dos peixes são alteradas, normalmente através de hormonas sexuais. Este fenómeno produz peixes que são fenotipicamente de um sexo, embora geneticamente sejam de outro.


sex reversal: Process by which the sexual characteristics of fish are changed, usually through sex hormones. This produces fish which are phenotypically of one sex yet genetically of the other.

ΑΝΤIΣΤΡΟΦΗ ΦΥΛΟΥ: Διεργασία με την οποία τα φυλετικά χαρακτηριστικά του ψαριού αλλάζουν. Συνήθως η αλλαγή αυτή προκαλείται με την βοήθεια ορμονών. Τα παραγόμενα ψάρια που είναι φαινοτυπικά ενός φύλου αλλά γενετικά του αντιθέτου φύλου.

könsändring: Process som innebär förändring av sexuella karaktärer hos t.ex. fiskar, vanligen genom tillsättning av hormoner. Resultatet blir en individ med en fenotyp av ett kön och en genotyp av det andra könet.

Was this helpful?
Sulcos pequenas e razoavelmente uniformes na superficie superior da camada sedimentar originados pelas correntes marinhas sobre o fundo ou pelo vento. Uma vez que a sua forma é aproximadamente correspondente à direcção da corrente ou do vento, indicam tanto a presença como a direcção das correntes ou ventos.


ripple marks: Small, fairly regular ridges in the bed of a waterway or on a land surface caused by water currents or wind. As their form is approximately normal to the direction of current or wind, they indicate both the presence and the direction of currents or winds.

ΡΥΤΙΔΩΣΕΙΣ ΣΗΜΑΔΙΑ: Μικρά, σχεδόν κανονικά ζαρώματα στην κοίτη μιας υδάτινης οδού ή στην επιφάνεια μιας χέρσου που προκαλούνται από ρεύματα νερού ή αέρα. Επειδή η μορφή τους είναι σχεδόν κανονική ως προς την διεύθυνση του ρεύματος ή του αέρα, υποδεικνύουν την παρουσία καθώς και την διεύθυνση των ρευμάτων ή των ανέμων.

böljeslagsmärken : Liten ofta ganska jämn kant på botten eller marken på grund av vattenströmmar eller vind. Eftersom de oftast är vinkelräta mot strömmen är de bra för att kunna bestämma strömmriktningen med blotta ögat.

Was this helpful?
O número de espécies numa dada amostra, biomassa ou habitat.


species richness: The number of species in a given sample, assemblage biomass or habitat.

Πλούτος ειδών : Ο αριθμός των ειδών σε ένα δεδομένο δείγμα,σε μια βιομάζα συνεύρεσης ή σε ένα βιότοπο

artrikedom: Antalet arter i ett givet prov, habitat, etc.

Was this helpful?
Risco ou possibilidade de perigo, perda ou lesão ou outras consequências adversas.


risk: Chance or possibility of danger, loss or injury or other adverse consequences.

ΔIΑΚΥΝΔΥΝΕΥΣΗ (ΡIΣΚΟ): Μέτρο του μεγέθους ενός αναλαμβανομένου κινδύνου. Είναι ανάλογο προς την πιθανότητα του κινδύνου και την ένταση και την έκταση της αναμενόμενης ζημίας.

risk: Sannolikheten för skada, förlust, fara eller andra negativa konsekvenser.

Was this helpful?
Mecanismo através do qual são controladas as actividades comportamentais de um organismo que ocorrem a intervalos regulares.


biological rhythm: Mechanism by which those behavioural activities of an organism occurring at regular intervals, is governed.

ΒIΟΛΟΓIΚΟΣ ΡΥΘΜΟΣ: Μηχανισμός ο οποίος ρυθμίζει σε τακτά χρονικά διαστήματα επαναλαμβόμενα πρότυπα συμπεριφοράς ενός ζωικού ή φυτικού οργανισμού.

biorytm: Mekanism som styr beteenden hos en organism som sker vid regelbundna intervaller.

Was this helpful?
Um ritmo de 24 horas ou de dia-noite nas funções fisiológicas ou comportamentais do corpo.


circadian rhythm: A 24-hour rhythm or day-night rhythm in physiological or behavioural body functions.

ΗΜΕΡΗΣIΟΣ ΡΥΘΜΟΣ: 24-ωρος ρυθμός των σωματικών λειτουργιών καθορίζεται από την φυσιολογία ή την συμεριφορά ενός οργανισμού.

dygnsrytm: Dag-natt rytm hos fysiologiska kroppsfunktioner eller beteenden.

Was this helpful?
Ritmo biológico que tem uma periodicidade de cerca de 24 horas.


diurnal rhythm: A biological rhythm having a periodicity of about 24 hours.

ΗΜΕΡΗΣIΟΣ ΡΥΘΜΟΣ: Βιολογικός ρυθμός με περίοδο περίπου 24 ωρών.

dagsrytm: Biologisk rytm som har en periodicitet på ungefär 24 timmar.

Was this helpful?
Padrão característico de comportamento determinado geneticamente que envolve a produção e recepção, por parte dos machos e fêmeas, de uma sequência complexa de estímulos visuais, auditivos e químicos antes do acasalamento.


courtship ritual: A genetically determined characteristic behaviour pattern involving the production and reception of a complex sequence of visual, auditory and chemical stimuli by the male and female prior to mating.

ΤΥΠΙΚΟ ΕΡΩΤΟΤΡΟΠΙΑΣ: Χαρακτηριστικό πρότυπο συμπεριφοράς, γενετικά καθοριζόμενο, το οποίο περιλαμβάνει την εκπομπή και την λήψη, από το αρσενικό και το θηλυκό άτομο, μιας σύν- θετης ακολουθίας οπτικών, ακουστικών και χημικών ερεθισμάτων, πριν από το ζευγάρωμα.

parningslek: Karakteristisk beteendemönster som är genetiskt bestämd, och involverar produktionen och mottagandet av ett komplext sekvens av visuella, auditiva och kemiska stimuli av hannen och honan innan de parar sig.

Was this helpful?

Contact us

Please contact AMC Limited for any queries:

  • Hot line: +353 1 874 7088
You are here: Home Resources & Services Multilingual glossaries GLOSSARIES