AMC LIMITED

P

Símbolo químico do fósforo.


p-phosphorus: Chemical symbol for phosphorus.

P: Χημικό σύμβολο για τον φωσφόρο.

P-fosfor: Kemisk betäckning för fosfor.

Was this helpful?
Uma quantidade que serve para definir um certo item, o próprio item ou uma característica numérica. Para as propriedades físicas e químicas da água, deveria ser utilizada o termo "características da qualidade da água".


parameter: A quantity which serves to define a certain item, the item itself, a numerical characteristic of a population of items. For physical and chemical properties of water, the term "water quality characteristics" should be used.

ΠΑΡΑΜΕΤΡΟΣ: Μέγεθος που χρησιμεύει γιά τον προσδιορισμό ενός χαρακτηριστικού. Αριθμητικό χαρακτηριστικό ενός πληθυσμού αντικειμένων. Γιά τις φυσικές και τις χημικές ιδιότητες του νερού θα πρέπει να χρησιμοποιείται ο όρος "χαρακτηριστικά ποιότητας νερού".

parameter: Storhet som betraktas som en konstant men som i olika sammanhang kan anta olika värden.

Was this helpful?
Uma forma de simbiose baseada na dependência fisiológica unilateral, em que o parasita reside temporária ou permanentemente no ou sobre o hospedeiro durante alguns ou todos os estados do seu desenvolvimento, causando normalmente algum grau de dano real ao hospedeiro. O parasita tira parte ou todos os seus nutrientes orgânicos do hospedeiro e em muitos casos o hospedeiro serve como habitat para a reprodução. O parasita provoca muitas vezes alterações no desempenho fisiológico do hospedeiro, depen


parasitism: A form of symbiosis based on unilateral physiological dependence, where the parasite temporarily or permanently resides in or on the host during several or all of its developmental stages, usually causing some degree of real damage to the host. The parasite derives part or all of its organic nutrients from the host and in many cases the host serves as a habitat for reproduction. The parasite often causes changes in the physiological performance of the host, depending on specific properties of

ΠΑΡΑΣΙΤΙΣΜΟΣ: Μορφή συμβίωσης βασιζόμενη σε μονομερή φυσιολογική εξάρτηση, όπου το παράσιτο προσωρινά ή μόνιμα διαμένει εντός ή επί του ξενιστή κατά την διάρκεια ορισμένων ή όλων των αναπτυξιακών του σταδίων, προκαλώντας, ως έναν βαθμό, κάποιου βαθμού βλάβη στον ξενιστή. Το παράσιτο αντλεί μέρος ή όλες τις θρεπτικές οργανικές του ενώσεις από τον ξενιστή και, σε πολλές περιπτώσεις ο ξενιστής χρησιμοποιείται και ως ενδιαίτημα αναπαραγωγής. Το παράσιτο συχνά προκαλεί μεταβολές στις φυσιολογικές διεργασίες

parasitism: Förhållandet att en organism utnyttjar resurser på en annan organisms direkta bekostnad. Den organism som utnyttjar kallas parasit, och den som blir utnyttjad kallas värd. Parasiten är oftast mindre och har ofta kortare generationstid än värden

Was this helpful?
Uma área marinha reservada essencialmente para fins de conservação; reserva marinha.


marine park: A marine area reserved primarily for conservation purposes; marine reserve.

Θαλάσσιο πάρκο : Μια θαλάσσια περιοχή που βρίσκεται προστατευμένη με σκοπό την διατήρηση της.

marin park: Ett marint område som skyddas i framförallt bevarande syfte; marint reservat.

Was this helpful?
Uma área de terra ou mar reservada primeiramente para fins de conservação.


national park: A land or marine area reserved primarily for conservation purposes.

Εθνικό πάρκο : Ένα κομμάτι γης ή θαλάσσιας περιοχής η οποία προστατεύεται με βασικό σκοπό την διατήρηση του οικοσυστήματος.

nationalpark: Ett land- eller havsområde som skyddats i framförallt bevarande syfte.

Was this helpful?
O desenvolvimento de um indivíduo a partir de um gâmeta sem ocorrer fertilização.


parthenogenesis: The development of an individual from a gamete without fertilization.

ΠΑΡΘΕΝΟΓΕΝΕΣΗ: η ανάπτυξη ενός ατόμου από ένα θηλυκό γαμέτη χωρίς γονιμοποίηση από αρσενικό γαμέτη.

partenogenes : Utvecklandet av en individ från en gamet utan att genomgå befruktning.

Was this helpful?
Uma forma de alimentação em que os animais consomem algas ou plantas comendo a totalidade ou a superfície crescida.


grazing: A form of feeding in which animals consume algae or plants by cropping the entire volume or surface growth.

Βοσκή : Μια μορφή διατροφής, κατά την οποία τα ζώα καταναλώνουν φύκη ή φυτά συλλέγοντας ολόκληρο τον όγκο ή την επιφανειακή βλάστηση.

betning: Typ av ätande där djur konsumerar alger eller växter genom att beta av hela volymen som växer.

Was this helpful?
Qualquer organismo que ao viver sobre ou dentro de outro organismo (o hospedeiro) provoca doença no hospedeiro. Sin. Agente patogénico.


pathogen: Any organism which in living on or within another organism (the host) causes disease in the host. Syn. pathogenic agent.

ΠΑΘΟΓΟΝΟΣ: Οργανισμός που ζεί εντός ή επί ενός άλλου οργανισμού (ξενιστή) στον οποίο και προκαλεί ασθένεια. Συνώνυμο. παθογόνος παράγων.

patogen: En organism som genom att leva på eller inuti en annan organism (värd) ger upphov till sjukdom hos värdorganismen. Syn pathogenic agent.

Was this helpful?
A origem ou desenvolvimento de uma doença


pathogenesis: The origin or development of a disease.

ΠΑΘΟΓΕΝΕΣΗ: Η προέλευση ή ανάπτυξη μιάς ασθένειας.

patogenes: Utvecklandet eller ursprunget hos en sjukdom.

Was this helpful?
Que produz doenças ou alterações patológicas.


pathogenic: Producing disease or pathological changes.

ΠΑΘΟΓΟΝΟΣ: Αίτιο ασθένειας ή παθολογικών αλλαγών.

patogent: Producera sjukdomliga förändringar eller sjukdom.

Was this helpful?
Análise dos Componentes Principais.


PCA: Principal Component Analysis.

PCA : Ανάλυση πρωτογενούς υλικού.

PCA: Principal Component Analysis.

Was this helpful?
Método para amplificar exponencialmente regiões específicas do ADN utilizando primers (q.v.) e uma polimerase de ADN estável aquecida. Esta técnica pode ser ligada à transcrição inversa (q.v.) de um ARN específico (RT-PCR) produzindo uma dupla hélice de ADN amplificado que é complementar ao ARN alvo. Nalguns casos é possível detectar e identificar uma única molécula de ADN com esta técnica.


PCR: Polymerase Chain Reaction. Method to exponentially amplify specific regions of DNA using primers and a heat-stable DNA polymerase. This technique may be coupled to the reverse transcription of a specific RNA (RT-PCR) producing an amplified double-stranded DNA that is complementary to the target RNA. In some cases it is possible to detect and identify a single target DNA molecule with this technique.

ΑΛΥΣΙΔΩΤΗ ΑΝΤΙΔΡΑΣΗ ΠΟΛΥΜΕΡΑΣΗΣ. (PCR): Μέθοδος με την οποία πολλαπλασιάζονται εκθετικά συγκεκριμένες περιοχές DNA, χρησιμοποιώντας κατάλληλους πριμοδότες (βλ.λ.) μαζί με μια ανθεκτική στη θερμοκρασία DNA πολυμεράση. Η τεχνική αυτή μπορεί να χρησιμοποιηθεί μαζί με την ανάστροφη μεταγραφή (βλ.λ) ενός συγκεκριμένου RNA (RT-PCR), παράγοντας ένα ενισχυμένο, δίκλωνο DNA, το οποίο είναι συμπληρωματικό στο RNA στόχος. Σε ορισμένες περιπτώσεις είναι δυνατόν να προσδιοριστεί με την τεχνική αυτή ακόμα και ένα μοναδικό μόριο DNA.

PCR: Polymerase chain reaction, genetisk metod (utvecklad av Kary B. Mullis) som gör det möjligt att inom några timmar göra ett stort antal kopior av ett önskat DNA-segment.

Was this helpful?
PEIXE (definição utilizada no “Código de Práticas para o peixe fresco”; FAO, Fisheries report No. 74 (1969).

Peixe inteiro: peixe como capturado, com vísceras.

Peixe eviscerado: peixe após a remoção das vísceras.

Peixe fresco: peixe que não sofreu nenhum tratamento de preservação ou que foi preservado apenas por resfriamento.

Filete: uma fatia de peixe, removida da carcaça por cortes efectuados paralelamente à espinha.

Tempo de retenção: refere-se ao tempo em que o


fish: (definitions used in the ""Code of Practice for fresh fish""; FAO, Fisheries report No. 74 (1969). Whole Fish: fish as captured, ungutted. Gutted fish: fish from which the guts have been removed. Fresh fish: have either received no preserving treatment or have been preserved only by chilling. Fillet: a slice of fish, removed from the carcass by cuts made parallel to the backbone. Keeping time: refers to the length of time that fish will remain wholesome and acceptable as human food. Bulk stowage

ΨΑΡΙ -ΙΧΘΥΣ : [Ορισμοί που χρησιμοποιούνται στο "Code of Practice for fresh fish", FAO, Fisheries report No. 74 (1969)]

Ολόκληρο ψάρι: Ψάρι όπως πιάστηκε, από το οποίο δεν έχουν αφαιρεθεί τα εντόσθια.

Καθαρισμένο ψάρι: Ψάρι από το οποίο έχουν αφαιρεθεί τα εντόσθια.

Νωπό ψάρι: Ψάρι, στο οποίο είτε δεν έγινε καμμιά κατεργασία συντήρησης, είτε διατηρήθηκε μόνο σε ψύξη.

Φιλέτο: Φέτα ψαριού που κόπηκε από το σώμα με τομές παράλληλες προς τη σπονδυλική στήλη.

Διάρκεια: Αναφέρεται

fisk: Hel fisk: Fisk som den fångas, orensad hel fisk

Was this helpful?
Classe de vertebrados que inclui os Seláceos (tubarões, cações, raias, mantas) caracterizada pela ausência de verdadeiros ossos (a presença de cartilagens), sem bexiga natatória, e a presença de orgãos copuladores complicados. Quase exclusivamente marinhos.


cartilagenous fish: Class of vertebrates containing the Selachii (sharks, dogfish, skates, rays) characterized by the absence of true bone (the presence of cartilage), no air bladder, and the presence of complicated copulatory organs. Almost exclusively marine.

ΧΟΝΔΡΪΧΘΥΕΣ: Ομοταξία σπονδυλωτών που περιλαμβάνει τα Σελάχια (καρχαρίες, σκυλόψαρα, ράγιες). Χαρακτηρίζονται από απουσία πραγματ- ικών οστών, που έχουν αντικατασταθεί από χόνδρο, απουσία νηκτικής κύστης και παρουσία πολύ- πλοκων οργάνων σύζευξης. Είναι σχεδόν απο- κλειστικά θαλάσσιοι οργανισμοί.

broskfiskar: Klass of ryggradsdjur som innehåller gruppen selachii (hajar, pigghaj, rokkor) och karakteriseras genom avsaknadet av kalkartade ben (har brosk), avsaknad av simblåsor och innehavandet av komplicerade koppulationsorgan. Gruppen innefattar nästan uteslutet marina arter.

Was this helpful?
Nome popular para os peixes teleósteos.


bony fishes: Popular name for teleost fishes.

ΟΣΤΕΪΧΘΥΕΣ: Bony fish είναι στα αγγλικά το λαïκό όνομα των Τελεόστεων και γενικά των ψαριών που δεν είναι χονδριχθύες, είναι αγγλική μετάφραση του εξαγγλισμένου ελληνικού όρου οστεïχθυες.

benfiskar: Allmänn benämning åt fiskar som tillhör gruppen Teleostei.

Was this helpful?
Relacionado com, que vive ou ocorre em alto mar.


pelagic: Relating to, living, or occurring in open water areas of lakes or oceans.

ΠΕΛΑΓΙΚΟΣ: Σχετιζόμενος, ζων ή απαντώμενος σε περιοχές ανοιχτών νερών ή ωκεανών.

pelagiskt: Lever eller påträffas i de fria vattenmassorna i hav och insjöar.

Was this helpful?
Classe de moluscos aquáticos caracterizados por possuirem duas valvas calcárias unidas por um ligamento flexível. Esta classe inclui várias espécies comestíveis, muitas das quais são cultivadas (e.g. Mexilhões, ostras, vieiras, ameijoas). Conhecidos geralmente por bivalves. Sin. Lamelibrânquios.


pelecypoda: Bivalvia. Class of aquatic molluscs characterized by two calcareous valves joined by a flexible ligament along a hinge line. This class includes various edible species, many of which are cultivated (e.g. mussels, oysters, scallops, clams). Commonly known as bivalves. Syn. Lamellibranchia.

ΠΕΛΕΚΥΠΟΔΑ: Ομοταξία υδροβίων μαλακίων των οποίων το ασβεστικό κέλυφος αποτελείται από δύο κόγχες που ενώνονται με έναν σύνδεσμο. Η ομοταξία των δ. περιλαμβάνει διάφορα βρώσιμα είδη, πολλά από τα οποία καλλιεργούνται (π.χ. μύδια, στρείδια κ.λ.π.).Συν. Ελασματοβράγχια. Κοινώς είναι γνωστά σαν δίθυρα

pelecypoda: Klass av akvatiska blötdjur, som karakteriseras genom två kalkartade skal som binds ihop av ett elastiskt ligament. Denna klass innehåller ett antal ätbara arter, varav många odlas ( t.ex musslor, ostron, kammuslor). Syn. Lamellibranchia; Bivalvia.

Was this helpful?
Uma camada muito fina de óleo formada à superfície da água normalmente como resultado de um derrame.


oil film: A very thin layer of oil formed on top of the surface of water often as a result of an oil spill.

Στρώμα πετρελαίου : Ένα πολύ λεπτό στρώμα πετρελαίου που σχηματίζεται στην επιφάνεια του νερού , συχνά σαν αποτέλεσμα πετρελαιοκηλίδας.

olje film: Ett väldigt tunt lager olja ovanpå vattenytan ofta i samband med oljeutsläpp.

Was this helpful?
O processo em que a luz passa através de uma substância tal como a água.


light penetration: The process of light going through a substance such as water.

Διείσδυση φωτός : Η διαδικασία διείσδυσης του φωτός μέσω μιας ουσίας, όπως το νερό.

ljusgenomsläpplighet: Fenomenet när ljus går genom en substans, t.ex. vatten.

Was this helpful?
Uma linha numa carta ligando pontos de igual profundidade num oceano ou lago: curva de profundidade.


bathymetric contour: A line on a chart connecting points of equal depth in an ocean or lake; depth contour.

ΙΣΟΒΑΘΗΣ: Καμπύλη που ενώνει σημεία ίσου βάθους μιας θαλάσσιας περιοχής ή μιας λίμνης. Iσοβαθής καμπύλη.

djupkurva: Linje på sjökort som förbinder punkter av samma djup i sjöar eller havet; djupkontur.

Was this helpful?
Um descrição quantitativa das propriedades físicas da costa, i.e. a costa maritima, desde a linha mais baixa da maré vazia até à linha mais alta da maré cheia.


shore profile: A quantitative description of the physical properties of the shore, i.e. the sea coast, from the lowest low water line to the highest high water line.

ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΤΗΣ: Ποσοτική περιγραφή των φυσικών ιδιοτήτων μιας ακτής δηλ. της παραλίας από την γραμμή της κατώτατης ρηχίας έως την γραμμή της ανώτατης πλήμμης.

kustprofil: Beskrivning av de fysiska egenskaperna hos en strand, d.v.s. Kusten från lägsta lågvatten till högsta högvatten.

Was this helpful?
Fragmentos de rochas produzidos durante as actividades de perfuração petrolífera e normalmente contaminados.


drill cuttings: Rock fragments produced during the oil drilling operation normally contaminated with oil during the operation.

Υπολείμματα εξόρυξης : Τα πετρώδη θραύσματα που δημιουργούνται κατά την διάρκεια εξόρυξης πετρελαίου, και τα οποία συνήθως μολύνονται από πετρέλαιο κατά την διάρκεια της επιχείρησης.

borrmaterial: Ämnen som bildas under oljeborrning. Dessa ämnen är vanligtvis förorenade av olja.

Was this helpful?
O período entre acontecimentos que ocorrem regularmente.


periodicity: The time between regularly re-occurring events.

Περιοδικότητα : Το χρονικό διάστημα μεταξύ δυο κανονικών επανεμφανιζόμενων γεγονότων.

periodicitet: Tiden mellan regelbundet återkommande händelser.

Was this helpful?
A taxa de deterioração do alimento de um estado de alta qualidade para um de baixa qualidade, tornando-a eventualmente imprópria para consumo.


permeability: The rate at which food deteriorates from a high quality to a low quality condition, eventually rendering it unfit for consumption.

ΔIΑΠΕΡΑΤΟΤΗΤΑ: H δυνατότητα μιας πορώδους ουσίας ή μεμβράνης να επιτρέπει την διέλευση ενός υγρού δια μέσου της. Στην γεωργία χρησιμοποιείται ειδικότερα αναφορικά με την ευκολία με την οποία αέρας, νερό ή φυτικές ρίζες διαπερνούν τον ορίζοντα του εδάφους.

permeabilitet: Ett poröst mediums genomsläpplighet för en fluid (gas eller vätska). Det porösa mediet kan exempelvis vara sand, jord, sprickigt berg, tobak eller snö och genomsläppligheten kan vara olika i skilda riktningar. Permeabilitetens storlek beror både på mediets struktur och på fluidens dynamiska viskositet, dvs. dess "trögflutenhet".

Was this helpful?
Enredamento de animais marinhos devido à pesca passiva por meio de redes perdidas ou abandonadas.


ghost fishing: Entanglement of marine animals due to passive fishing by lost or discarded fishing nets and creels.

Παθητική αλιεία : Η σύλληψη θαλάσσιων ζώων από την παθητική αλιεία από εγκαταλελειμμένα δίχτυα και κιούρτους.

spökfiske: Intrasslande av marina djur i fiskenät på grund av bifångst eller gamla nät som har slängts i vattnet.

Was this helpful?
Normalmente refere-se a uma pescaria cuja principal finalidade é ser ser reduzida a rações ou óleos; em alguns países também se refere a uma pescaria utilizada para outro porcessamento (e.g. enlatados).


industrial fish: Usually refers tofish caught specifically for reduction into meal and oil; in some countries it might also refer to fish used for other processing (e.g. canning).

ΨΑΡΙ ΓΙΑ ΚΑΤΕΡΓΑΣΙΑ: Συνήθως ψάρι που αλιεύεται γιά να μετατραπεί σε κρέας και έλαιο. Σε μερικές χώρες αναφέρεται επίσης και σε ψάρια που χρησιμοποιούνται σε άλλες διαδικασίες (π.χ. κονσερβοποιία).

industrifisk: Används vanligen om fisk som fångas för att malas till mjöl eller olja. I en del länder kan termen syfta på fisk för andra ändamål, t ex konservering.

Was this helpful?
O peso de uma amostra após a eliminação da água por secagem por congelação (q.v.) ou em mufla, normalmente à temperatura constante de 80º C durante um período de 24 horas.


dry weight: The weight of a sample of material following the elimination of water by freeze drying or oven drying, usually at a constant temperature of 800 C for a period of 24 hours.

ΞΗΡΟ ΒΑΡΟΣ: Το βάρος ενός δείγματος υλικού, μετά την απομάκρυνση του νερού με ψυκτοεξάχνωση ή με ξήρανση σε κλίβανο, συνήθως σε σταθερή θερμοκρασία 800C επί 24 ώρες.

torrvikt: Vikten hos ett materialprov efter eliminering av vatten genom frystorkning eller torkning i ugn, vanligen vid en konstant temperatur av 80 grader C under en 24 timmars period.

Was this helpful?
Parâmetro nutricional em que o peso seco de uma amostra de tecido é determinado pela sua manutenção a 105V C durante 24 horas. A amostra é subsequentemente colocada numa mufla a 500 - 525 V C durante 4 - 6 horas e o peso da cinza (consistindo principalmente de minerais da amostra) é então calculado e extraído do peso seco.


ash-free dry weight: Nutritional parameter in which a tissue samples dry weight is determined by holding it at 1050 C for 24 hours. The sample is subsequently placed in a muffle furnace at 500 - 5250 C for 4 - 6 hours and the weight of the ash (consisting mainly of the mineral content of the sample) is then estimated and extracted from the dry weight.

ΟΡΓΑΝΙΚΟ ΒΑΡΟΣ (ΞΗΡΟ ΒΑΡΟΣ ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΤΕΦΡΑ): Θρεπτική παράμετρος η οποία, ισούται προς την διαφορά του ξηρού βάρους ενός δείγματος ιστού, μετά την ξήρανσή του σε θερμοκρασία 1050C από 24 ώρες και του βάρους της τέφρας που απομένει μετά την καύση του ιστού σε κλί βανο σε θερμοκρασία 500-5250C επί 4 έως 6 ώρες.

askfri torrvikt: Näringinnehållsparameter som bestäms genom att först avgöra en vävnads torrvikt genom upphettning till 105°C under 24 timmar. Provet placeras sedan i 500 - 525°C i en högtemperaturugn under 4-6 timmar och den återstående askan (som mest består av provets mineraldel) uppskattas sedan och dras ifrån torrvikten.

Was this helpful?
Substância artificial ou natural utilizada para matar pragas.


pesticide: Artificial or natural substance used to kill pests.

ΒIΟΚΤΟΝΟ (ΖIΖΑΝIΟΚΤΟΝΟ): Τεχνητή ή φυσική ουσία χρησιμοποιούμενη γιά την εξολόθρευση ανεπιθύμητων οργανισμών.

pesticid: Artificellt eller naturligt förekommande medel som används för att döda skadedjur.

Was this helpful?
Um termo utilizado para descrever a actividade dos iões de hidrogénio numa solução; pH = -Log (H+). Para soluções diluídas [H+] = concentração molar de iões de hidrogénio. O pH da água pura é 7 e é referido como neutro. Diz-se ácida uma solução de pH inferior a 7, enquanto uma solução de ph superior a 7 se diz alcalina. A natureza logaritmica do pH significa que o pH médio não pode ser calculado a partir da média aritmética de dois valores.


pH: A term used to describe the hydrogen ion activity of a solution; pH= -Log (H+). For dilute solutions[H+] = molar hydrogen ion concentration. The pH of pure water is 7 and is referred to as neutral. A solution of pH less than 7 is said to be acid whereas a solution of pH above 7 is said to be alkaline. The logarithmic nature of pH means that average pH cannot be calculated from the arithmetic mean of two values.

pH: Mέγεθος που εκφράζει την ενεργότητα των ιόντων υδρογόνου σε ένα διάλυμα. pH= -Log(H+). Στα αραιά διαλύματα [Η+]=μοριακή συγκέντρωση ιόντων υδρογόνου. Το pΗ του καθαρού ύδατος είναι 7 και η τιμή αυτή χαρακτηρίζει και ουδέτερα καλύματα. Διαλύματα με pH μικρότερο του 7, θεωρούναι όξινα και με μεγαλύτερο από 7 αλκαλικά. Η λογαριθμική φύση του pΗ δεν επιτρέπει τον υπολογισμό του μέσου με τον αριθμητικό μέσο δύο τιμών.

pH: Mått i form av ett tal på hur sur eller hur basisk (alkalisk) en lösning är. Det används ofta inom bl.a. kemi, biologi, miljövetenskap och agronomi. Vid rumstemperatur svarar pH=7,0 mot en helt neutral lösning (inget överskott på vare sig vätejoner eller hydroxidjoner). Ett lägre värde innebär att lösningen är sur (överskott på vätejoner) och ett högre att lösningen är basisk (överskott på hydroxidjoner).

Was this helpful?
Caracterizado por um gradiente vertical de densidade e que separa as camadas superficiais da água das camadas profundas.


pycnocline: Characterised by a vertical density gradient and separates surface and deep water layers.

Πυκνοκλινές: Χαρακτηρίζεται από κατακόρυφη διαβάθμιση της πυκνότητας και διαχωρίζει τα επιφανειακά και τα βαθύτερα στρώματα νερού.

pycnoclin: En vertikal densitetsgradient som delar yt- och djupvattenlager.

Was this helpful?
A cor normal de todo ou parte do corpo resultante da concentração de cor natural (pigmentos) no tecido, e.g. Carotenóides (q.v.).


pigmentation: The normal colour of all or part of the body resulting from the concentration of natural colour (pigments) in the tissue, e.g. carotenoid.

ΜΕΛΑΓΧΡΩΣΗ: Το κανονικό χρώμα όλου ή μερους του σώματος που οφείλεται στη συγκέντρωση φυσικού χρώματος (χρωστικών) στους ιστούς. π.χ. καροτινοειδή.

pigmentering: Av pigmentinlagring orsakad färg hos t.ex. hud och hår.

Was this helpful?
Termo não específico que descreve uma unidade de produção de aquacultura (instalada em terra ou na água); normalmente consiste em instalações de estabulação (tanques, viveiros, raceways, jaulas) instalações de equipamento (edifícios, armazéns, processamento), material e stock .


fish farm: Non-specific term describing an aquaculture production unit (either land- or water-based); usually consisting of holding facilities (tanks, ponds, raceways, cages), plant (buildings, storage, processing), service equipment and stock.

ΜΟΝΑΔΑ ΙΧΘΥΟΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑΣ : Μη ειδικός όρος που αναφέρεται σε μια παραγωγική υδατοκαλλιεργητική μονάδα, που συνήθως αποτελείται από τον εξοπλισμό (δεξαμενές, λιμνοδεξαμενές, κλωβούς), τις εγκαταστάσεις (κτίρια, αποθήκες, χώρους επεξεργασίας) και τα αποθέματα.

fiskodling: Benämning på akvakultursanläggningar (antingen vatten eller land baserat); består vanligtvis av lagringsfaciliteter (kärl, dammar, burar), översiktsutrustning och förråd.

Was this helpful?
Organismos passivamente à deriva ou fracos nadadores, incluindo muitas plantas e animais microscópicos, mas também algumas larvas de medusas; o plâncton vegetal chama-se fitoplâncton; o plâncton animal chama-se zooplâncton.


plankton: Passively drifting or weakly swimming organisms, including many microscopic plants and animals, but also some large jellyfish; plant plankton are called phytoplankton; animal plankton, zooplankton.

ΠΛΑΓΚΤΟΝ : Παθητικά παρασυρόμενοι ή ασθενώς κολυμβώντες οργανισμοί που περιλαμβάνουν πολλά μικροσκοπικά φυτά και ζώα, καθώς επίσης και μερικές μεγάλες μέδουσες. Το φυτικό πλαγκτόν ονομάζεται φυτοπλαγκτόν, ενώ το ζωικό ζωοπλαγκτόν.

plankton: Organismer som svävar fritt i vattnet i hav (haliplankton) och sjöar (limnoplankton) och därför är mer eller mindre beroende av vattenmassans rörelser, till skillnad från aktivt simmande djur (nekton) och bottenlevande organismer (bentos).

Was this helpful?
Organismos planctónicos que vivem na zona batipelágica (1000 e 2500 m).


bathypelagic plankton: Planktonic organisms living in the bathypelagic zone (1000 and 2500 m.)

Βαθυπελαγικό πλαγκτόν : Πλαγκτονικοί οργανισμοί οι οποίοι ζουν στην βαθυπελαγική ζώνη (1000-2500m)

batypelagisk plankton: Planktoniska organismer som lever i batypelagiska zonen (1000-2500 m)

Was this helpful?
Organismos que fazem parte do plancton periodicamente, sazonalmente ou em certos períodos do dia ou do mês.


periodic plankton: Organisms that enter the plankton periodically, seasonally or at certain times of the day or month.

Περιοδικό πλαγκτόν : Οργανισμοί που εισέρχονται στους πληθυσμούς του πλαγκτόν περιοδικά, εποχιακά η σε συγκεκριμένες ώρες της ημέρας ή του μήνα.

periodiskt plankton: Organismer som periodvis, säsongsvis eller vid vissa tider på dygnet eller månaden uppträder som plankton.

Was this helpful?
Que se alimenta de plâncton.


planktotrophic: Feeding on plankton.

Πλαγκτοτροφικός: Τρέφεται με πλαγκτόν.

planktotrof: Lever av plankton.

Was this helpful?
Área plana do fundo oceânico para além do talude e elevações continentais.


abyssal plain: A flat area of the deep ocean floor beyond the continental slope and continental rise.

Αβυσσική πεδιάδα: Μια επίπεδη περιοχή του βυθού των ωκεανών μεγάλου βάθους πέρα από την ηπειρωτική κατωφέρεια και την ηπειρωτική ανύψωση

djuphavsslätt: Djuphavsslätten. Plan område som sträcker sig vidare från kontinentaranden och kontinentalsluttningen.

Was this helpful?
Uma vasta área de terra plana, constituida basicamente por lama e areia não consolidada, alternadamente coberta e descoberta pela maré.


tidal flat: An extensive flat tract of land alternately covered and uncovered by the tide, and comprising mostly unconsolidated mud and sand.

ΠΑΛΙΡΡΟΙΑΚΗ ΖΩΝΗ: Εκτεταμένη πεδινή χερσαία έκταση που εναλλάξ καλύπτεται και αποκαλύπτεται από την παλίρροια και αποτελείται κυρίως από χαλαρή λάσπη και άμμο.

tidvattenområde: Det platta området av stranden som täcks av tidvattnet och vid lågvatten är bart.

Was this helpful?
Propriedade de um material que lhe permite ser continuamente deformado sem ruptura quando sobre ele actua uma força de magnitude suficiente e que lhe permite conservar a sua forma deformada depois da força aplicada ter sido retirada. A plasticidade, tal como a consistência, é um termo qualitativo, representando um composto de propriedades físicas.


plasticity: Property of a material which enables it to be continuously deformed without rupture when acted on by a force of sufficient magnitude and allows it to retain its deformed shape after the applied force has been removed. Plasticity, like consistency, is a qualitative term, representing a composite of physical properties.

ΠΛΑΣΤΙΚΟΤΗΤΑ: Ιδιότητα ενός υλικού που το καθιστά ικανό να παραμορφώνεται συνεχώς χωρίς να σπάει όταν εξασκείται πάνω του ικανή δυνατή και του επιτρέπει να διατηρεί το σχήμα του και αφού η δύναμη παύσει να ασκείται. Η πλαστικότητα, όπως και η συνοχή, είναι ποιοτικός όρος, που αντιστοιχεί σε ένα πλέγμα φυσικών ιδιοτήτων.

plasticitet: Hos ett material innebär att detta under inverkan av främst mekanisk belastning undergår en formändring som kvarstår efter det att belastningen upphört.

Was this helpful?
O fundo pouco profundo e gradualmente inclinado à volta da margem continental, normalmente não mais fundo do que 200 metros e formado pela submersão de parte do continente.


continental shelf: The shallow gradually sloping seabed around a continental margin, not usually deeper than 200 m and formed by submergence of part of the continent.

ΗΠΕIΡΩΤIΚΗ ΥΦΑΛΟΚΡΗΠIΔΑ: Βυθός με ελαφρά κλίση γύρω από την ηπειρωτική ακμή. Συνήθως δεν είναι βαθύτερη από 200m και σχηματίζεται από το βυθισμένο τμήμα της ηπείρου.

kontinentalhyllan: Svagt lutande, grund havsbotten som omger kontinentalranden som ligger på i genomsnitt 130 m djup. Bildas genom att en del av kontinenten har gått under vattenytan.

Was this helpful?
Uma formação gelada fina que causa o prolongamento do nível da superfície terrestre na direcção do mar.


shelf ice: A thick ice formation with level surface extension seaward from the land but attached thereto.

SHELF ICE: Σχηματισμός χοντρού στρώματος πάγου του οποίου η επιφάνεια επεκτείνεται στη θάλασσα αλλά είναι προσαρτημένη στην ξηρά.

shelf is: En tjock isformation som sträcker sig från land (där den sitter fast) ut mot havet.

Was this helpful?
A zona circundante de uma ilha que se estende desde a linha de imersão permanente até à profundidade (normalmente cerca de 200 m) onde existe um declive vincado em direcção à zona abissal.


insular shelf: The zone surrounding an island extending from the line of permanent immersion to the depth (usually about 200 m) where there is a marked or rather steep descent toward the abyssal zone.

ΝΗΣΙΩΤΙΚΗ ΚΡΗΠΙΔΑ: Η ζώνη που περιβάλλει μία νήσο και που εκτείνεται από την χαμηλότερη ίσαλο γραμμή μέχρι το βάθος (συνήθως περίπου 200 μ) όπου η κλίση του βυθού προς την αβυσσαία ζώνη γίνεται έντονη.

öshelf: Område som omger öar, från området utanför kusten som aldrig hamnar ovanför ytan till den markerade branten som leder ner till de abyssala regionerna.

Was this helpful?
Organismos que ficam permanentemente à superfície da água tendo pelo menos parte do corpo acima da superfície.


pleuston: Organisms that remain permanently at the water surface having at least part of the body above the surface.

Πλευστόν: Οργανισμοί που παραμένουν μόνιμα στην επιφάνεια του νερού έχοντας κάποιο τουλάχιστον τμήμα του σώματός τους πάνω από την επιφάνεια του νερού.

pleuston: Organismer som permanent befinner sig vid vattenytan och har åtminstone delar av kroppen över vatten.

Was this helpful?
Refere-se a animais aos quais falta um mecanismo interno para a regulação da temperatura; a temperatura do corpo e a taxa metabólica são influenciadas pela temperatura exterior e, até certo ponto, a temperatura do corpo é influenciada também pela taxa metabólica.


poikilothermic: Refers to animals that lack a mechanism for internal temperature regulation; the body temperature and the metabolic rate are influenced by the external temperature and to some extent body temperature is also influenced by the metabolic rate.

ΠΟΙΚΙΛΟΘΕΡΜΟΣ: Αναφέρεται σε ζώα που δεν έχουν εσωτερικό μηχανισμό για τη ρύθμιση της θερμοκρασίας. Η θερμοκρασία του σώματος και ο μεταβολικός ρυθμός επηρεάζονται από την εξωτερική θερμοκρασία και ως ένα βαθμό η θερμοκρασία του σώματος επηρεάζεται επίσης από τον μεταβολικό ρυθμό. Πρβλ. ομοιόθερμος

växelvarm: Organism som håller ungefär samma temperatur som omgivningen. Kroppstemperaturen hos växelvarma djur påverkas av djurens beteende. Vissa kräldjur kan sålunda uppnå hög kroppstemperatur genom att utsätta sig för solsken (ektotermi). Exempel finns också på att vissa områden i kroppen hos växelvarma djur har förhöjd temperatur p.g.a. metabolisk produktion av värme (heterotermi), t.ex. vingmusklerna hos insekter och simmusklerna hos tonfisk.

Was this helpful?
Capazes de se alimentarem de diversos tipos de alimento, frequentemente derivados de diferentes níveis tróficos.


polyphagous: Capable of eating various kinds of food, often derived from different trophic levels.

ΠΟΛΥΦΑΓΟΣ: Οργανισμός ικανός να τρέφεται με διάφορα είδη τροφής, συχνά προερχόμενα από διαφορετικά τροφικά επίπεδα.

polyphagous: Innebär att en organism kan äta flera olika typer av föda, ofta från olika trofinivåer.

Was this helpful?
Aplica-se a água salobra, cuja salinidade se aproxima da do mar.


polyhaline: Applied to brackish water whose salinity approaches that of the sea.

Ευρύαλος: Εφαρμόζεται σε εφάλμυρα νερά των οποίων η αλατότητα πλησιάζει αυτή των θαλασσών.

polyhalin: Bräckt vatten vars salthalt närmar sig havets.

Was this helpful?
Variação intraespecífica; a existência de indivíduos com mais de uma forma dentro de uma espécie. Ao nível do ADN, este fenómeno refere-se a diferenças na sequência dos pares de bases entre dois indivíduos; ocorrência de genomas com alelos diferentes numa população; as diferenças são frequentemente expressas por fenótipos diferentes ou sob a forma de diferentes padrões restritivos.


polymorphism: Intraspecific variation; the existence of individuals of more than one form within a species. On the DNA level, this refers to differences in base pair sequence between two individuals; occurrence of genomes with different alleles in a population; the differences are often expressed in different phenotypes or in forms of different restrictive patterns.

ΠΟΛΥΜΟΡΦΙΣΜΟΣ: Ενδοειδική ποικιλομορφία. Η ύπαρξη, σένα είδος, ατόμων με περισσότερες από μία μορφές. Στο επίπεδο του DΝΑ αναφέρεται στις διαφορές σε αλληλουχία ζευγών βάσεων μεταξύ δύο ατόμων. Η ύπαρξη γονιδιωμάτων με διαφορετικά αλληλόμορφα σε ένα πληθυσμό. Οι διαφορές συχνά εκφράζονται με διαφορετικούς φαινότυπους ή με μορφές με διαφορετικές περιοριστικές ιδιότητες.

polymorfism: Fenomenet att individerna i en population förekommer i två eller fler tydligt skilda former, morfer, med olika utseenden eller fysiologiska egenskaper.

Was this helpful?
Estado em que uma célula ou células de um organismo contem três ou mais conjuntos haplóides de cromossomas, e.g. Triplóide (q.v.).


polyploidy: State in which a cell or cells of an organism contain three or more haploid sets of chromosomes, e.g. triploid.

ΠΟΛΥΠΛΟΕΙΔΙΑ: Κατάσταση στην οποία ένα κύτταρο ή κύτταρα ενός οργανισμού περιέχουν τρεις ή περισσότερες απλοειδείς σειρές χρωμοσωμάτων, π.χ. τριπλοειδία (βλ.λ)

polyploidi : När en cell eller celler i en organism innehåller tre eller fler haploida uppsättningar av kromosomer, t.ex. triploid.

Was this helpful?
Vermes anelídeos marinhos com órgãos de locomoção aos pares, achatados e com pontas cobertas de pêlos. Algumas espécies são cultivadas para isco. Algumas espécies secretam tubos calcários. Estes provocam muitas vezes problemas de incrustações na aquacultura.


polychaetes: Marine annelid worms with paired, flattened, bristle-tipped organs of locomotion. Some species are cultured as bait. In addition, some species secrete calcareous tubes. These often cause fouling problems in aquaculture.

ΠΟΛΥΧΑΙΤΟI : Θαλάσσιοι δακτυλιοσκώληκες που φέρουν ζευγαρωτά τριχόμορφα κινητήρια εξαρτήματα. Ορισμένα είδη καλλιεργούνται για να χρησιμεύσουν ως δόλωμα. Ορισμένα είδη εκκρίνουν ασβεστώδες υλικό και δημιουργούν προβλήματα σε εγκαταστάσεις υδατοκαλλιέργειας (μαλούπα (βλ.λ).

Havsborstmaskar.: Marin ryggradslös organismgrupp med parade, tillplattade, borstbeklädda organ för framdrivning. Några arter odlas för bete.

Was this helpful?
Substâncias que aparecem naturalmente, poeira vulcânica, sal marinho, etc., as quais são capazes de produzir efeitos adversos na estrutura e função do ecosistema.


natural pollutant: Naturally-occurring substances, volcanic dust, sea salt, etc., which are capable of having adverse effects on ecosystem structure and function.

Φυσικοί ρυπαντές : Ουσίες παραγόμενες με φυσικό τρόπο, όπως η ηφαιστειακή σκόνη, το αλάτι της θάλασσας, κ.τ.λ. και οι οποίες είναι ικανές να επιβαρύνουν/επηρεάσουν την δομή και την λειτουργία ενός οικοσυστήματος.

naturlig förorening: Naturligt förekommande substanser, t.ex. vulkanisk aska, havssalt, m.m., vilka har förmåga att påverka ekosystems struktur och funktion negativt.

Was this helpful?
A introdução, devido a actividades humanas, directas ou indirectas, de substâncias ou energia no ambiente que resultam em efeitos nocivos para os organismos vivos. Enquanto a aquacultura sofre muitas vezes de depreciações específicas da qualidade da água devido aos esgostos, pesticidas e lixos industriais, pode, como indústria, afectar também negativamente o ambiente se não for devidamente gerida.


pollution: The introduction by human activities, directly or indirectly, of substances or energy into the environment resulting in deleterious effects on living organisms. While aquaculture often suffers from specific impairments of water quality by sewage, pesticides, and industrial wastes, it can, as an industry, also negatively affect the environment if not properly managed.

ΡΥΠΑΝΣΗ: Η εισαγωγή μέσω ανθρώπινων δραστηριοτήτων, άμεσα ή έμμεσα, ουσιών ή ενέργειας στο περιβάλλον με επιβλαβείς επιπτώσεις στους ζωντανούς οργανισμούς. Μολονότι η υδατοκαλλιέργεια συχνά υποφέρει από την κακή ποιότητα νερού λόγω των αστικών λυμάτων, των φυτοφαρμάκων και των βιομηχανικών αποβλήτων, προκαλεί και η ίδια, όταν η διαχείρισή της δεν είναι η ορθή προβλήματα στο περιβάλλον.

förorening: Genom mänsklig aktivitet i naturen introducerat ämne eller energi som har skadlig effekt på levanden organismer

Was this helpful?
(1) Qualquer diminuição da aptidão da água para qualquer uso benéfico, actual ou potencial, por qualquer organismo, incluindo o homem, por meio da adição à água de qualquer matéria estranha. (2) A aquacultura intensiva pode, quando não devidamente controlada, contribuir para a poluição da água através da libertação excessiva de nutrientes (excreção de amónia pelas guelras, fezes e excedentes aliemtares), conduzindo à hipernutrificação das águas receptoras e/ou enriquecimento do sedimento bentóni


water pollution: (1)Any impairment of the suitability of water for any beneficial use, actual or potential, by any organism, including man, by any foreign matter added thereto. (2) Intensive aquaculture can, if not properly controlled, contribute to water pollution through excessive release of nutrients (ammonia excretion through gills, faeces and lost food), leading to hypernutrification of the receiving water and/or benthic sediment enrichment with organic solids (in the case of fish farming). In most countrie

ΝΕΡΟΥ ΡΥΠΑΝΣΗ: (1) Κάθε ελάττωση της καταλληλότητας του νερού για οποιαδήποτε ωφέλιμη χρήση, πραγματική ή δυνητική, από οποιοδήποτε οργανισμό, συμπεριλαμβανομένου του ανθρώπου, εξαιτίας προσθήκης οποιασδήποτε ξένης ύλης. (2) Η εντατική υδατοκαλλιέργεια είναι δυνατόν, αν δεν ελέγχεται κατάλληλα, να συμβάλει στη ρύπανση του νερού μέσω της υπερβολικής απελευθέρωσης θρεπτικών (έκκριση αμμωνίας από τα βράγχια. περιττώματα και αχρησιμοποίητη τροφή), οδηγώντας στην υπερλίπανση του υδάτινου αποδέκτη και/η τον εμπλουτι

vattenförorening: En inskränkning i möjligheten för en organism att utnyttja vattnets goda egenskaper, verkliga eller potentiella, p.g.a tillsättandet av främande ämnen i vattnet.

Was this helpful?
Termo geral, não específico, para a perda de variação genética observada nos mananciais selvagens, devido ao cruzamento de indivíduos destas populações com peixes que escapam de viveiros (q.v.).


genetic pollution: General, non-specific term for the loss in genetic variation seen in wild stocks when they interbreed with farm-bred escapees.

ΓΕΝΕΤIΚΗ ΡΥΠΑΝΣΗ: Γενικός (μη ειδικός), όρος για την απώλεια γενετικής ποικιλότητας, που παρατηρείται σε άγρια αποθέματα όταν διασταυ- ρωθούν με φυγάδες από καλλιεργητικές μονάδες.

genetisk förorening: Allmänn, ickespecifik term som beskriver förlusten i genetisk variation som observeras när vilda bestånd förökar sig med rymda tamdjur.

Was this helpful?
O aumento de temperatura nos ecosistemas causada por descargas de águas mais quentes do que as águas receptoras.


thermal pollution: The raising of temperature in ecosystems caused by water discharges higher in temperature than the recipient waters.

Θερμική ρύπανση : Η άνοδος της θερμοκρασίας στα οικοσυστήματα που προκαλείται από την έκχυση νερού με θερμοκρασία μεγαλύτερη από αυτή του περιβάλλοντος.

temperaturförorening: Den ökning i temperatur i ekosystemet som orsakas av utsläpp av vatten med högre temperatur än omgivande vatten.

Was this helpful?
Pertencente ao Mar Negro.


pontic: Pertaining to the Black Sea.

Πόντος : Αναφέρεται στην περιοχή της Μαύρης θάλασσας.

svartahavs-: Något som hör till svartahavet.

Was this helpful?
A totalidade da informação genética dentro de uma população ou subpopulação. Inclui todos os diferentes alelos de cada gene.


gene pool: The totality of the genetic information within a population or subpopulation. Especially includes all of the different alleles of each gene.

ΓΟΝIΔIΑΚΗ ΔΕΞΑΜΕΝΗ (ΓΟΝIΔIΑΚΟ ΔΥΝΑΜIΚΟ): Το σύνολο του γενετικού υλικού ενός πληθυσμού με αμφιγονική αναπαραγωγή σε μια συγκεκριμένη γενιά ή χρονική στιγμή.

genpool: Den totala genetiska informationen inom en population eller subpopulation. Inkluderar alla olika alleller hos en gen.

Was this helpful?
(1) Um grupo de indivíduos de uma espécie, que ocupa uma área definida e normalmente de certo modo isolada de outros grupos da mesma espécie. (2) Em estatística, todo o grupo de items ou indivíduos sob investigação.


population: (1) A group of individuals of one species, occupying a defined area and usually isolated to some degree from other groups of this species. (2) In statistics, the whole group of items or individuals under investigation.

ΠΛΗΘΥΣΜΟΣ: (1) Ομάδα ατόμων ενός είδους, που καταλαμβάνουν ορισμένη περιοχή, συνήθως σχετικά απομονωμένη από άλλες ομάδες του ιδίου είδους. (2) Στην στατιστική, το σύνολο των υπό μελέτην αντικειμένων.

population: (1) En grupp individer av samma art som upptar ett definierat område och ofta till viss grad är isolerat från andra grupper av samma art. (2) Inom statistiken hela den grupp individer eller karaktärer som undersöks.

Was this helpful?
A qualidade ou condição de ser permeável, i.e. com uma textura suficientemente alargada para permitir a passagem de fluidos ou gases através dos poros. Uma medição da porosidade consiste na razão entre o volume de instertícios do material e o volume da massa; outra consiste na taxa de movimento de ar através de um especimen teste.


porosity: The quality or state of being permeable, i.e., of sufficiently loose texture to permit the passage of fluids or gases through pores. The ratio of the volume of the interstices of the material to the volume of the mass is one measure of porosity; another is the rate of air movement through a test specimen.

ΤΟ ΠΟΡΩΔΕΣ: Ενα σώμα είναι πορώδες όταν η υφή του είναι αρκούντως χαλαρά ώστε να επιτρέπει την διεύλευση υγρών ή αερίων μέσω των πόρων του. Μέτρο του πορώδους είναι ο λόγος του όγκου των διάκενων του υλικού προς τον ολικό όγκο του.

porositet: Ett materials egenskap att vara poröst, försett med håligheter. Porositeten definieras som hålrummens volym per volymsenhet av hela materialet.

Was this helpful?
Porosidade de drenagem efectiva. A razão entre o volume efectivo dos espaços vazios de uma massa de solo que podem ser drenados pela gravidade e o volume total da massa.


effective porosity: Effective drainage porosity. The ratio of the effective volume of the voids of a soil mass that can be drained by gravity to the total volume of the mass.

ΔΡΑΣΤIΚΟ ΠΟΡΩΔΕΣ: (Δραστικό πορώδες αποστράγγισης). Η αναλογία του όγκου των κενών χώρων μιας μάζας εδάφους, οι οποίοι στραγγίζονται βαρυτικά, προς τον ολικό όγκο της.

effektiv porositet: Effektiv dräneringsporösitet. Förhållandet mellan volymet hos en jordmassa som kan effektivt dräneras och jordmassans totala volym.

Was this helpful?
Um organismo que alberga um agente patogénico. A relação pode ser activa (infecção) ou passiva (sem qualquer multiplicação do agente patogénico). Pode ser de curto prazo (não no caso de numa infecção passiva) ou crónica. O agente patogénico pode ser expelido (continuamente ou ocasionalmente) ou pode ficar nos tecidos permanentemente.


carrier: An organism harbouring a pathogenic agent. The relationship can be active (infection) or passive (without any multiplication of the pathogen). It can be short-term (not in a passive infection), or chronic. The pathogen can be excreted (continuously or occasionally) or it can remain in the tissues permanently.

ΦΟΡΕΑΣ: Οργανισμός που φιλοξενεί παθογόνο παράγοντα. Η μετάδοση πραγματοποιείται κατά τρόπο ενεργό (μόλυνση) ή παθητικό (μηχανική, χωρίς πολλαπλασιασμό του παθογόνου) και είναι παροδική ή χρόνια. Ο παθογόνος παράγοντας απεκκρίνεται από τον οργανισμό (συνεχώς ή περιστασιακά) ή παραμένει στους ιστούς (μόνιμα).

smittbärare: Organism som bär på ett patogeniskt medel. Förhållandet kan vara aktiv (infektion) eller passiv (utan någon förökning av patogenet). Den kan vara kortvarig (inte i en passiv förhållande) eller kronisk. Patogenet kan utsöndras (kontinuerligt eller emellanåt) eller så kan den stanna kvar i vävnaden för alltid.

Was this helpful?
Estado que ocorre após o estado larvar, assemelhando-se ao juvenil mas ainda com falta de certas características.


post-larva: Stage occurring after the larval stage, resembling the juvenile but still lacking certain characteristics.

ΜΕΤΑΝΥΜΦΗ: Στάδιο που ακολουθεί το προνυμφικό στάδιο. Μοιάζει με το νεαρό άτομο αλλά εξακολουθούν να απουσιάζουν ορισμένα χαρακτηριστικά.

efter-larvs stadiet: Utvecklingssteg efter larvstadiet, liknar juvenil men saknar vissa karaktärer.

Was this helpful?
A zona de um perfil típico de praia acima da preia-mar; termo também utilizado para a zona que fica coberta pela água apenas durante tempestades excepcionalmente rigorosas.


backshore: The zone of a typical beach profile above mean high water; also used for the zone covered only in exceptionally severe storms.

ΥΠΕΡΑΙΓΙΑΛΙΤΙΔΑ ΖΩΝΗ : Ζώνη , το ύψος του ανάγλυφου της οποίας υπερβαίνει την μέση στάθμη της πλήμμης. Αναφέρεται επίσης για την ζώνη που καλύπτεται μόνο σε εξαιρετικά σφοδρές θύελλες.

strandbredd: Strandzon som ligger över högvattensmärket.

Was this helpful?
Este potencial de uma solução é uma medição da proporção de substâncias oxidadas para reduzidas. Na prática, o potencial rédox é medido em relação a um eléctrodo de platina e chama-se Eh. Se os electrões passam de uma solução para o eléctrodo, diz-se existirem condições de redução na solução e, existe um potencial (medido em volts) entre o eléctrodo e a solução. Diz-se existirem condições de oxidação na solução quando os electrões passam do eléctrodo para a solução e a voltagem é de sinal posit


oxidation-reduction potential: This potential of a solution is a measure of the proportion of oxidized to reduced substances. In practice, the redox potential is measured in respect of a platinum electrode and is called the Eh. If electrons flow from the solution to the electrode, reducing conditions are said to exist in the solution and the potential (measured in volts) existing between the electrode and the solution. Oxidizing conditions are said to exist in the solution when electrons flow from the electrode to the soluti

ΔΥΝΑΜIΚΟ ΟΞΕIΔΟΑΝΑΓΩΓΗΣ: Μέτρο της αναλογίας των οξειδωμένων προς τις ανηγμένες ουσίες σε ένα διάλυμα. Στην πράξη, το οξειδοαναγωγικό δυναμικό Eh, μετράται χρησιμοποιώντας ένα ηλεκτρόδιο λευκοχρύσου. Οταν παρατηρείται ροή ηλεκτρονίων από το διάλυμα προς το ηλεκτρόδιο θεωρείται ότι επικρατούν αναγωγικές συνθήκες και το δυναμικό (μετρούμενο σε volt) μεταξύ ηλεκτροδίου και διαλύματος έχει αρνητικό πρόσημο. Οξειδωτικές συνθήκες θεωρείται ότι επικρατούν στο διάλυμα όταν τα ηλεκτρόνια ρέουν από το ηλεκτρόδιο προς το διάλυμ

redox potential: Den här potentialen är ett mått på proportionerna mellan oxiderade och reducerade delar i en lösning. Den elektrodpotential som kan uppmätas i en cell där den ena halvcellen består av en inert elektrod (vanligen av platina) i kontakt med något redoxpar och där den andra halvcellen är en normalvätgaselektrod.

Was this helpful?
Ver POTENCIAL DE OXIDAÇÃO-REDUÇÃO. (Este potencial de uma solução é uma medição da proporção de substâncias oxidadas para reduzidas. Na prática, o potencial rédox é medido em relação a um eléctrodo de platina e chama-se Eh. Se os electrões passam de uma solução para o eléctrodo, diz-se existirem condições de redução na solução e, existe um potencial (medido em volts) entre o eléctrodo e a solução. Diz-se existirem condições de oxidação na solução quando os electrões passam do eléctrodo para a s


redox potential: This potential of a solution is a measure of the proportion of oxidized to reduced substances. In practice, the redox potential is measured in respect of a platinum electrode and is called the Eh. If electrons flow from the solution to the electrode, reducing conditions are said to exist in the solution and the potential (measured in volts) existing between the electrode and the solution. Oxidizing conditions are said to exist in the solution when electrons flow from the electrode to the soluti

ΟΞΕΙΔΟΑΝΑΓΩΓΙΚΟ ΔΥΝΑΜΙΚΟ: Μέτρο της αναλογίας των οξειδωμένων προς τις ανηγμένες ουσίες σε ένα διάλυμα. Στην πράξη, το οξειδοαναγωγικό δυναμικό Eh, μετράται χρησιμοποιώντας ένα ηλεκτρόδιο λευκοχρύσου. Οταν παρατηρείται ροή ηλεκτρονίων από το διάλυμα προς το ηλεκτρόδιο θεωρείται ότι επικρατούν αναγωγικές συνθήκες και το δυναμικό (μετρούμενο σε volt) μεταξύ ηλεκτροδίου και διαλύματος έχει αρνητικό πρόσημο. Οξειδωτικές συνθήκες θεωρείται ότι επικρατούν στο διάλυμα όταν τα ηλεκτρόνια ρέουν από το ηλεκτρόδιο προς το διάλυμ

redox potential: Ett mått på förhållandet mellan oxiderade och reducerade substanser. I verkligheten mäts redoxpotentialen som elektrodpotential mellan en inert elektrod (vanligen av platina) och är en normalvätgaselektrod.

Was this helpful?
Partes por Bilião.


PPB: Parts per billion.

PPB: Ppb: Μέρη ανά δισεκατομμύριο.

PPB: Parts per billion.

Was this helpful?
Partes por mil.


ppt: Parts per thousand.

PPT: Ppt: Μέρη ανά χίλια.

ppt: Parts per thousand.

Was this helpful?
Partes por Milhão.


ppm: Parts per million.

PPM: Ppm: μέρη ανά εκατομμύριο.

ppm: Parts per million.

Was this helpful?
Uma praia alargada artificialmente para servir de sustento a outras praias a jusante por meio das correntes ou forças litorais naturais.


feeder beach : An artificially widened beach serving to nourish downdrift beaches by natural littoral currents or forces.

ΤΡΟΦΟΔΟΤΙΚΗ ΑΚΤΗ: Ακτή που έχει διαπλατυνθεί τεχνητά, έτσι ώστε να επιτυγχάνεται, ο εμπλουτισμός με θρεπτικά στοιχεία άλλων παραλιών μέσω των φυσικών ρευμάτων ή δυνάμεων.

Artificiell strand: Artificiellt utvidgad strand som främjar återbyggandet av stränder nerströms genom naturliga kustströmmar.

Was this helpful?
Uma costa caracterizada por sedimentos móveis grosseiros.


sand beach: A shore characterised by mobile coarse sediments.

Αμμώδης ακτή : Μια ακτή που χαρακτηρίζεται από κινούμενα ιζήματα.

sandstrand: En strand karakteriserad av rörligt grovt sediment.

Was this helpful?
Uma praia sedimentária formada por partículas entre 4 – 64 mm (grão médio).


pebble beach: A sedimentary shore consisting of particles between 4 – 64 mm (medium gravel).

Ακτή με χαλίκι : Μια ιζηματογενής ακτή που αποτελείται από σωματίδια μεγέθους 4 έως 64 mm (χαλίκι μεσαίου μεγέθους).

stenstrand: En strand bestående av partiklar i storleken 4 - 64 mm.

Was this helpful?
Uma costa caracterizada por substratos sólidos estáveis.


rocky beach: A shore characterised bv solid stable substrates.

Βραχώδης ακτή : Μια ακτή που χαρακτηρίζεται από σταθερά στέρεα υποστρώματα.

klippstrand: En strand karakteriserad av fast, stabilt substrat.

Was this helpful?
(1) Nos moluscos, crustáceos e peixes selvagens: refere-se ao local ocupado pelos juvenis entre os estados larvar e adulto. (2) Em aquacultura: um sistema de cultura intermédio entre a maternidade e engorda.


nursery: (1) In wild molluscs, crustaceans and fish: refers to the site occupied by juveniles between the larval and adult stages. (2) In aquaculture: a farming system intermediate between the hatchery and grow-out stages.

ΝΗΠΙΟΤΡΟΦΕΙΟ: (1) Η περιοχή που συγκεντρώνονται τα νεαρά άτομα άγριων πληθυσμών μαλακίων, καρκινοειδών ή ψαριών μετά την προνυμφική και πριν την ενήλικη φάση. (2) Στη υδατοκαλλιέργεια (προπάχυνση): ενδιάμεσο σύστημα καλλιέργειας μεταξύ του εκκολαπτηρίου και της πάχυνσης

barnkammare : (1) Bland vilda blötdjur, kräftdjur och fiskar hänvisar den här termen till den plats där dessa organismer lever mellan larv- och adultstadiet. (2) Inom akvakulturer: ett odlingssystem somligger mellan kläckningen och uttagssteget.

Was this helpful?
Todas as formas de precipitação atmosférica, incluindo neve, granizo e saraiva.


precipitation: All forms of rainfall, including snow, hail and sleet.

Υγροποίηση : Όλες οι μορφές βροχόπτωσης ( βροχή, χιόνι, χαλάζι κ.τ.λ.)

nederbörd: All form av nederbörd, regn, snö, hagel, etc.

Was this helpful?
Acto de captura ou consumo de um animal (presa) por outro de uma espécie diferente e normalmente maior.


predation: Act of animal capturing or consuming another (prey) of a different and usually smaller species.

ΘΗΡΕΥΣΗ: Η πράξη ενός ζώου όταν τρώγει ένα άλλο ζώο (λεία) διαφορετικού είδους και συνήθως μικρότερου μεγέθους.

predation: Förhållandet att ett djur, en predator, dödar och helt eller delvis konsumerar ett annat djur.

Was this helpful?
Um animal que mata e consome outros animais como fonte de alimento.


predator: An animal which kills and consumes other animals for food.

ΘΗΡΕΥΤΗΣ: Ζώο που σκοτώνει και καταναλώνει άλλα ζώα ως τροφή .

predator: Ett djur som dödar och konsumerar andra djur för föda.

Was this helpful?
(1) Em genética e evolução: relacionado com uma mutação que diminui a viabilidade do genótipo mutante. (2) Qualquer condição ambiental ou fisiológica que tem efeitos letais ou subletais.


detrimental: (1) In genetics and evolution: used of a mutation that decreases the viability of a mutant genotype. (2) Any environmental or physiological condition that causes lethal or sublethal effects.

ΘΑΝΑΤΗΦΟΡΟΣ: (1) Στη γενετική και την εξέλιξη ο όρος αναφέρεται σε μεταλλάξη που μειώνει τη βιωσιμότητα ενός γονοτύπου. (2) Κάθε περιβαλλοντική ή φυσιολογική κατάσταση που προκαλεί θνησιμότητα.

skadlig : (1) Inom genetik och evolution: används för att beskriva en mutation som minskar livsdugligheten av en muterad genotyp (2) Varje miljöförhållande eller fysiologisk tillstånd som orsakar mortalitet eller subletala efffekter.

Was this helpful?
Animal que é caçado e comido por predadores.


prey: Animal that is hunted and eaten by predators.

ΛΕΙΑ: Ζώο το οποίο κυνηγούν και τρώγουν ζώα θηρευτές.

byte: Djur som jagas och äts av predatorer (rovdjur).

Was this helpful?
(1) Práticas de conservação com o objectivo de preservar, no seu estado natural, espécies de organismos ou áreas seleccionadas em risco de desaparecer. (2) Na alimentação, cf. morte. (3) Fixação química de uma amostra de material biológico (e.g. pela formalina).


preservation: (1) Conservation practices aimed at preserving disappearing species of organisms, or selected areas, in their natural state. (2) In food, cf. perishability (3) Chemical fixation of biological sample material (e.g. by formalin).

ΔIΑΤΗΡΗΣΗ: (1)Μέθοδος που στοχεύει στην διατήρηση ειδών που απειλούνται με εξαφάνιση ή επιλεγμένων περιοχών στην φυσική τους κατάσταση. (2) στα τροφιμα: πρβλ ΑΛΛΟIΩΣIΜΟΤΗΤΑ (3)ΣΥΝΤΗΡΗΣΗ: Χημκή μονιμοποίηση υλικού βιολογικών δειγμάτων (π.χ. με φορμόλη).

bevarande: (1) Bevarande metoder med målet att bevara hotade djur eller miljöer i sitt naturliga tillstånd. (2) Inom mat. Metod för att förlänga hållbarheten. (3) Kemisk fixering av biologiskt material (t.ex. genom formailin behandling).

Was this helpful?
A pressão exercida por uma coluna de água; A pressão numa coluna de água aumenta cerca de 1 atmosfera por cada 10 metros de profundidade. A pressão hidroestática influência, também, a solubilidade dos gases no meio aquático e provoca alterações no volume da bexiga natatória dos peixes quando mudam de profundidade rapidamente. Este procedimento é particularmente difícil para os fisoclistos (q.v.) mas os fisóstomos (q.v.) podem também ter dificuldades em encher a bexiga natatória quando se torna n


hydrostatic pressure: The pressure exerted by a column of water; pressure increases by about 1 atmosphere per 10 m of depth down a water column. The hydrostatic pressure also influences the solubility of gases in aquatic media and causes changes in the swimbladder volume of fish when they change depth rapidly. This is particularly difficult for physoclists but physostomes may also experience difficulty in filling the swimbladder when quick diving is required. This is one reason why aquaculture of fish in deep silos

ΥΔΡΟΣΤΑΤΙΚΗ ΠΙΕΣΗ: Η πίεση που εξασκείται από μία στήλη νερού. Η πίεση αυξάνει περίπου κατά 1 ατμόσφαιρα ανά 10 μέτρα βάθους στην στήλη του νερού. Η υδροστατική πίεση επηρεάζει την διαλυτότητα των αερίων στο νερό και προκαλεί αλλαγές στον όγκο της νηκτικής κύστης των ψαριών όταν αυτά αλλάζουν γρήγορα βάθος. Αυτό αποτελεί ιδιαίτερο πρόβλημα γιά τους φυσόκλειστους, αλλά και οι φυσόστομοι μπορεί επίσης να έχουν δυσκολίες στην πλήρωση της νηκτικής τους κύστης όταν απαιτείται ταχεία κατάδυση. Αυτός είναι ένας από τους

hydrostatiskttryck: Trycket som en vattenkolumn utövar; trycket ökar med ungefär 1 atmosfär per 10 meter i en vatten kolumn. Trycket påverkar bl a lösligheten av gaser i vatten och leder till ändrad volym av fiskars simblåsa.

Was this helpful?
A pressão necessária para evitar que a água passe de uma solução menos concentrada para uma solução mais concentrada através de uma membrana semi-permeável. A pressão física exercida pelas soluções de cada lado de uma membrana semi-permeável.


osmotic pressure: The pressure needed to prevent water from flowing into a more concentrated solution from a less concentrated one across a semipermeable membrane. The physical pressure exerted by solutions on each side of a semipermeable membrane.

ΩΣΜΩΤΙΚΗ ΠΙΕΣΗ: Η πίεση που απαιτείται γιά να εμποδίσει την ροή του νερού από ένα διάλυμα με χαμηλή συγκέντρωση προς ένα διάλυμα με υψηλότερη συγκέντρωση μέσω μιας ημιπερατής μεμβράνης που διαχωρίζει τα δύο διαλύματα. Η πίεση που ασκείται από τα διαλύματα σε κάθε πλευρά της ημιπερατής μεμβράνης.

osmotiskt tryck: Tryckskillnad när jämvikt råder vid osmos. Det tryck som behövs för att hindra vatten från att strömma in till en mer koncentrerad lösning från en lösning med lägre koncentration.

Was this helpful?
Um conceito baseado no príncipio de que a falta de total certeza científica não impede as acções para prevenir a degradação ambiental.


precautionary principle: An approach based on the principle that lack of full scientific certainty does not impede action to prevent environmental degradation.

Αρχή προφύλαξης : Μία προσέγγιση η οποία βασίζεται στην αρχή ότι η απουσία πλήρους επιστημονικής βεβαιότητας δεν εμποδίζει οποιαδήποτε ενέργεια για να αποφευχθεί η περιβαλλοντική υποβάθμιση.

försiktighetsprincipen: Koncept som utformades under Rio de Janeiro Convention on Biological Diversity (1992), som säger att åtgärder skall vidtas för att förhindra storskalig irreversibel skada från klimatförändring eller olika typer av mänsklig påverkan.

Was this helpful?
Alteração progressiva não linear na composição de uma comunidade de organismos.


succession principle: Progressive nonlinear change in the composition of a community of organisms.

Αρχή της διαδοχής : Προοδευτική μη-γραμμική μεταβολή στην σύνθεση μιας κοινωνίας οργανισμών.

successions princip: Progressiv, ej linjär föränding av sammansättningen i ett organism samhälle.

Was this helpful?
A probabilidade estatística da ocorrência de um dado acontecimento.


probability: The statistical likelihood that a given event will occur.

ΠΙΘΑΝΟΤΗΤΑ: Ο βαθμός στον οποίο στατιστικά αναμένεται να συμβεί ένα δεδομένο περιστατικό.

sannolikhet: Den statistiska sannolikheten att en given händelse inträffar.

Was this helpful?
Tratamento de águas residuais por ventilação contínua a qual conduz à formação de lamas através da actividade de bactérias aeróbicas sobre a matéria orgânica.


activated sludge process: The treatment of waste water by continuous aeration which leads to the formation of sludge through the action of aerobic bacteria on the organic load.

ΚΑΤΕΡΓΑΣΙΑ ΕΝΕΡΓΟΥ ΙΛΥΟΣ : Κατεργασία των υγρών αποβλήτων με συνεχή αερισμό, κατά την οποία το οργανικό φορτίο αποικοδομείται από αερόβια βακτήρια που επικάθονται υπό μορφή ιλύος.

activated sludge process: Rening av avloppsvatten genom kontinuerlig luftning, varvid slam bildas genom att aeroba bakterier bryter ned det organiska materialet.

Was this helpful?
As acções das ondas e correntes na zona costeira.


coastal dynamic processes: The actions of waves and currents on the coastal zone.

Παράκτιες δυναμικές διαδικασίες : Τα αποτελέσματα των κυμάτων και των ρευμάτων στην παράκτια ζώνη.

kustdynamiska processer: Effekten av vågor och strömmar på kustzonen.

Was this helpful?
A assimilação de energia para a matéria orgânica por um organismo, população ou comunidade.


production: The assimilation of energy into organic materials by an organism, population or community.

ΠΑΡΑΓΩΓΗ: Η δέσμευση ενέργειας μέσω του σχηματισμού οργανικών υλικών από τον οργανισμό, τον πληθυσμό ή την βιοκοινωνία.

produktion: Omvandlandet av energi till organiskt material av en organism, poppulation eller samhälle.

Was this helpful?
Termo usualmente usado em aquacultura para descrever a quantidade (normalmente expressa em toneladas) de organismos de tamanho comercial produzidos por uma unidade específica, ou industria num ano.


annual production: Term commonly used in aquaculture to describe the quantity (usually expressed in tonnes) of market-sized organisms produced by a specific unit, or the industry, in a calendar year.

ΕΤΗΣIΑ ΠΑΡΑΓΩΓΗ: Ορος που χρησιμοποιείται στην υδατοκαλλιέργεια για να περιγράψει την ποσότητα (συνήθως εκφρασμένη σε τόννους) των οργανισμών εμπορεύσιμου μεγέθους που παράγονται από μια μονάδα ή το σύνολο του κλάδου σε ένα ημερολογιακό έτος.

årlig produktion: Vanlig benämning som används inom akvakultur för att beskriva kvantiteten (vanligtvis uttryckt i ton) av marknadsstora organismer producerade av en specifik enhet eller av hela industrin, inom ett kalenderår.

Was this helpful?
A produção de nova matéria orgânica pelos autotróficos, tais como as algas fotossintéticas. Este é, muito frequentemente, o primeiro passo numa cadeia alimentar. Chama-se produção primária bruta a quantidade total de matéria orgânica produzida por unidade de tempo por um indivíduo, uma população, uma área ou um volume de água. Quando perdas simultâneas de matéria orgânica por catabolismo (e.g. respiração) são subtraídas à produção primária bruta, obtém-se uma medição da produção primária líquid


primary production: The production of new organic matter by autotrophs, such as photosynthetic algae. This is very often the first step in a food chain. The total amount of organic matter produced per unit time by an individual, a population, an area or a water volume, is termed the gross primary production. When simultaneous losses of organic matter by catabolism (e.g. respiration) are subtracted from the gross primary production, a measure of net primary production is obtained. For photosynthetic algae, gross and

ΠΡΩΤΟΓΕΝΗΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗ: Η παραγωγή νέας οργανικής ύλης από τους αυτότροφους οργανισμούς, όπως τα φωτοσυνθετικά φύκη. Πολύ συχνά αποτελεί τον πρώτο κρίκο της τροφικής αλυσίδας. Η ολική ποσότητα οργανικής ύλης που παράγεται ανά μονάδα χρόνου από ένα άτομο, έναν πληθυσμό, μια επιφάνεια ή έναν όγκο νερού ονομάζεται ολική πρωτογενής παραγωγή. Με την αφαίρεση των απωλειών οργανικής ύλης μέσω του καταβολισμού (π.χ. αναπνοή) προσδιορίζεται η καθαρή πρωτογενής παραγωγή. Για τα φωτοσυνθετικά φύκη, ή ολική και η καθαρή παραγω

primär produktion: Den process varigenom organiska ämnen produceras ur oorganiska ämnen av levande varelser, såsom av gröna växter, alger och vissa bakterier. Det sker vanligen genom fotosyntes, hos en del bakterier genom kemosyntes.

Was this helpful?
Ver PRODUÇÃO PRIMÁRIA. A produção de nova matéria orgânica pelos autotróficos, tais como as algas fotossintéticas. Este é, muito frequentemente, o primeiro passo numa cadeia alimentar. Chama-se produção primária bruta a quantidade total de matéria orgânica produzida por unidade de tempo por um indivíduo, uma população, uma área ou um volume de água. Quando perdas simultâneas de matéria orgânica por catabolismo (e.g. respiração) são subtraídas à produção primária bruta, obtém-se uma medição da p


gross primary production (GPP): The production of new organic matter by autotrophs, such as photosynthetic algae. This is very often the first step in a food chain. The total amount of organic matter produced per unit time by an individual, a population, an area or a water volume, is termed the gross primary production. When simultaneous losses of organic matter by catabolism (e.g. respiration) are subtracted from the gross primary production, a measure of net primary production is obtained. For photosynthetic algae, gross an

ΟΛΙΚΗ ΠΡΩΤΟΓΕΝΗΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗ: Η παραγωγή νέας οργανικής ύλης από τους αυτότροφους οργανισμούς, όπως τα φωτοσυνθετικά φύκη. Πολύ συχνά αποτελεί τον πρώτο κρίκο της τροφικής αλυσίδας. Η ολική ποσότητα οργανικής ύλης που παράγεται ανά μονάδα χρόνου από ένα άτομο, έναν πληθυσμό, μια επιφάνεια ή έναν όγκο νερού ονομάζεται ολική πρωτογενής παραγωγή. Με την αφαίρεση των απωλειών οργανικής ύλης μέσω του καταβολισμού (π.χ. αναπνοή) προσδιορίζεται η καθαρή πρωτογενής παραγωγή. Για τα φωτοσυνθετικά φύκη, ή ολική και η καθαρή παραγω

bruttoprimärproduktion: Förändringshastigheten i biomassa, inklusive alla förluster som t.ex. respiration, under ett specifikt tidsintervall.The production of new organic matter by autotrophs, such as photosynthetic algae. This is very often the first step in a food chain. The total amount of organic matter produced per unit time by an individual, a population, an area or a water volume, is termed the gross primary production. When simultaneous losses of organic matter by catabolism (q.v.) (e.g. respiration q.v.) are s

Was this helpful?
A produção de nova matéria orgânica pelos autotróficos, tais como as algas fotossintéticas. Este é, muito frequentemente, o primeiro passo numa cadeia alimentar. Chama-se produção primária bruta a quantidade total de matéria orgânica produzida por unidade de tempo por um indivíduo, uma população, uma área ou um volume de água. Quando perdas simultâneas de matéria orgânica por catabolismo (e.g. respiração) são subtraídas à produção primária bruta, obtém-se uma medição da produção primária líquid


net primary production: The production of new organic matter by autotrophs, such as photosynthetic algae. This is very often the first step in a food chain. The total amount of organic matter produced per unit time by an individual, a population, an area or a water volume, is termed the gross primary production. When simultaneous losses of organic matter by catabolism (e.g. respiration) are subtracted from the gross primary production, a measure of net primary production is obtained. For photosynthetic algae, gross and

ΚΑΘΑΡΗ ΠΡΩΤΟΓΕΝΗΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗ: Η παραγωγή νέας οργανικής ύλης από τους αυτότροφους οργανισμούς, όπως τα φωτοσυνθετικά φύκη. Πολύ συχνά αποτελεί τον πρώτο κρίκο της τροφικής αλυσίδας. Η ολική ποσότητα οργανικής ύλης που παράγεται ανά μονάδα χρόνου από ένα άτομο, έναν πληθυσμό, μια επιφάνεια ή έναν όγκο νερού ονομάζεται ολική πρωτογενής παραγωγή. Με την αφαίρεση των απωλειών οργανικής ύλης μέσω του καταβολισμού (π.χ. αναπνοή) προσδιορίζεται η καθαρή πρωτογενής παραγωγή. Για τα φωτοσυνθετικά φύκη, ή ολική και η καθαρή παραγω

netto primär produktion: Produktionen av nytt organiskt material av autotrofer, som t.ex. fotosyntetiserande alger. Ofta första steget i näringskedjan. Den totala mängden organiskt material producerat per tidsenhet och individ, population, område eller vattenvolym kallas grossprimärproduktion. När den samtida förlusten av organiskt material genom katabolism (t.ex. respiration) dras bort får man nettoprimärproduktionen.

Was this helpful?
Taxa de produção de biomassa; expressa como a produção durante um intervalo de tempo específico. Bruta: Taxa de alteração de biomassa incluindo todas as perdas, como a respiração, durante um intervalo de tempo especifico. Líquida: Taxa de acumulação ou produção de nova matéria orgânica ou energia armazenada, menos perdas, durante um intervalo de tempo especifico. Primária: ver PRODUÇÃO PRIMÁRIA


productivity: Rate of production of biomass; expressed as production during a specific time interval. Gross: Rate of change in biomass including all losses including respiration during a specific time interval.Net: Rate of accumulation or production of new organic matter or stored energy, less losses, during a specific time interval. Primary: The production of new organic matter by autotrophs, such as photosynthetic algae. This is very often the first step in a food chain. The total amount of organic matte

ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΟΤΗΤΑ : Ρυθμός της παραγωγής βιομάζας, εκφραζόμενος ως παραγωγή ανά μονάδα χρόνου. Ολική: Ρυθμός μεταβολής σε βιομάζα, ο οποίος περιλαμβάνει και όλες τις απώλειες (όπως η αναπνοή) εντός ενός χρονικού διαστήματος. Καθαρή: Η ταχύτητα συσσώρευσης ή παραγωγής νέας οργανικής ύλης ή αποθηκευμένης ενέργειας, ύστερα από την αφαίρεση των απωλειών, σε μια χρονική περίοδο. Πρωτογενής: Βλ. ΠPΩTOΓENHΣ ΠAPAΓΩΓH.

produktivitet: Hastigheten med vilken biomassa produceras i ett system; uttryckt som produktion under ett specifikt tidsintervall. Brutto: Förändringshastigheten i biomassa, inklusive alla förluster som t.ex. respiration, under ett specifikt tidsintervall. Netto: Ackumuleringshastighet eller produktion av nytt organiskt material eller lagrad energi minus förluster, under ett specifikt tidsintervall. Primär: Se PRIMÄRPRODUKTION

Was this helpful?
A profundidade à qual a intensidade média da luz da coluna de água iguala a intensidade da luz de compensação (q.v.).


critical depth: The depth at which the average light intensity of the water column equals the compensation light intensity.

ΚΡΙΣΙΜΟ ΒΑΘΟΣ: Το βάθος στο οποίο η μέση ένταση του φωτός στη στήλη του νερού ισούται με την αντισταθμιστική ένταση φωτός (βλ. λ.).

kritisk djup: Djupet där den genomsnittliga ljusintensiteten i vattenet är lika med ljuskompensationspunkten.

Was this helpful?
(1) A profundidade a que a produção fotossintética de oxigénio é compensada pela respiração. A profundidade de compensação é geralmente correlecionada com a profundidade em que a luz está a 1% da sua intensidade de incidência. Abaixo desta profundidade não haverá crescimento de fitoplâncton. Para efeitos práticos a profundidade de compensação pode ser entendida como o limite inferior da zona fótica. (2) O termo é também utilizado para descrever a profundidade no oceano a que a taxa da solução de


compensation depth: (1) The depth of water at which photosynthetic oxygen production is balanced by respiratory uptake. The compensation depth is generally assumed to correlate with the depth at which light is 1% of its incident intensity. Below this depth there will be no net phytoplankton growth. For practical purposes the compensation depth can be taken to represent the lower limit of the photic zone (2) The term is also used to describe the ocean depth at which the rate of solution of calcium carbonate increas

ΒΑΘΟΣ ΑΝΤIΣΤΑΘΜIΣΗΣ: (1) Το βάθος στο οποίο η φωτοσυνθετική παραγωγή οξυγόνου και η αναπνευστική κατανάλωση είναι ίσες. Θεωρείται ότι υπάρχει συσχετισμός ανάμεσα στο βάθος αντι- στάθμισης και το βάθος στο οποίο το φως έχει το 1% της προσπίπτουσας έντασής του. Κάτω από αυτό το βάθος δεν υπάρχει καθαρή φυτοπλαγκτονική παραγωγή. Για πρακτικούς λόγους το αντι- σταθμιστικό βάθος μπορεί να θεωρηθεί ως το κατώτερο όριο της ευφωτικής ζώνης. (2) Ο όρος χρησιμοποιείται επίσης για να περιγράψει το βάθος του ωκεανού στο οποίο

kompensationsdjup: (1) Vattendjupet där fotosyntesen kompenserar nedbrytningen. Ljusintensiteten vid kompensationsdjupet motsvarar ungefär 1 % av det vid ytan infallande ljuset. Under denna djup sker ingen nettotillväxt av fytoplankton. För praktiska anledningar så kan kompensationsdjupet antas representera undre gränsen av fotiska zonen. (2) Termen används också för att beskriva havsdjupet där lösningshastigheten av kalcium karbonat ökar till den grad att kalkartade snäckor börjar upplösas; vanligen ett djup unde

Was this helpful?
A profundidade na qual ocorre um equilíbrio químico dinâmico entre a taxa de fornecimento e a taxa de dissolução de carbonato.


carbon compensation depth (CCD): The depth at which a dynamic chemical balance between the supply rate and the dissolution rate of carbonate takes place.

Βάθος αντιστάθμισης άνθρακα (CCD) : Το βάθος στο οποίο πραγματοποιείται μια δυναμική χημική ισορροπία μεταξύ του ρυθμού τροφοδοσίας και του ρυθμού διάλυσης του άνθρακα.

kol kompensations punkten: Dynamisk kemisk balans mellan ett karbonats tillförselhastighet och upplösningshastighet.

Was this helpful?
A profundidade média de uma dada massa de água entre o nível da água sem movimento e o perfil da costa desde a linha de água até uma qualquer distância no sentido do mar.


mean depth: The average depth of a given water body between the still water level and the shoreface profile from the water-line to any chosen distance seaward.

ΜΕΣΟ ΒΑΘΟΣ: Ο μέσος όρος βάθους μιάς υδάτινης περιοχής από την στάθμη του ακίνητου ύδατος από την ακτογραμμή ως μιά δεδομένη απόσταση προς την πλευρά της θάλασσας.

medeldjup: Medelvattendjupet för ett givet vattenområde.

Was this helpful?
Polímeros complexos, que ocorrem naturalment, compostos de aminoácidos unidos por ligações peptídicas.


protein: Complex, naturally-occurring, polymers comprised of amino acids joined by peptide linkages.

ΠΡΩΤΕΪΝΗ: Φυσικά παραγόμενο σύνθετο πολυμερές αποτελούμενο από αμινοξέα (βλ.λ) που συνδέονται με πεπτιδικούς δεσμούς.

protein: Makromolekyler uppbyggda av aminosyror sammanbundna till kedjor.

Was this helpful?
Grupo de organismos unicelulares eucarióticos com o dom da ubiquidade.


protozoa: Ubiquitous group of unicellular eukaryotic organisms.

ΠΡΩΤΟΖΩΑ: Πανταχού παρούσα ομάδα μονοκύτταρων ευκαρυωτικών οργανισμών.

protozoa: Allestädse närvarande grupp av encelliga eukaryota organismer.

Was this helpful?
Que vive entre ou ligado a partículas de areia; arenícola.


psammobiontic: Living in between or attached to sand particles; arenicolous.

Ψαμμοβιοτικό : Ζουν μεταξύ ή προσκολλημένα σε σωματίδια άμμου:ψαμμοβιοτικα.

psammobiontisk: Lever mellan eller sittande på sandpartiklar; arenicolous.

Was this helpful?
Os organismos que vivem dentro ou se movem através de terrenos arenosos; a flora e fauna interstíciais.


psammon: Those organisms living in, or moving through, sand; the interstitial flora and fauna.

ΨΑΜΜΟΝ: Οι οργανισμοί που ζούν εντός, ή κινούνται εντός , της άμμου. Η χλωρίδα και πανίδα των διακένων.

psammon: De organismer som lever eller rör sig mellan sandkorn; interstitial flora och fauna.

Was this helpful?
Matéria particulada que é colhida e posteriormente rejeitada pelos filtradores, normalmente através abertura de aspiração, e.g. Ostras.


pseudofaeces: Particulate matter that is collected and then rejected by filter feeders, usually through the inhalant aperture, e.g. oysters.

ΨΕΥΔΟΠΕΡΙΤΤΩΜΑΤΑ: Σωματιδιακή ύλη που έχει διαχωριστεί από την αρχικά συλλεγείσα τροφή και έχει απορριφθεί από τους διηθηματοφάγους (π.χ. στρείδια) συνήθως από το εισροφητικό άνοιγμα.

pseudofaeces: Partikulärt material som tas upp och sen stöts bort av filtrerande organismer, t.ex. ostron.

Was this helpful?
Organismos cuja temperatura óptima de crescimento se situa abaixo dos 200 C.


psychrophilic: Organisms whose optimum growth temperature lies below 200C.

Ψυχροφιλικοί : Οργανισμοί των οποίων η θερμοκρασία για την βέλτιστη ανάπτυξη είναι κάτω από 20 0C.

psychrophilic: Organismer vars tillväxt optimum ligger under 20 grader C.

Was this helpful?
Intoxicação provocada por toxinas produzidas por certos dinoflagelados (e.g. marés vermelhas).


paralytic shellfish poisoning: A symptom of poisoning from toxins produced by certain dinoflagellates (e.g. red tides).

Παραλυτική δηλητηρίαση από όστρακα: Ένα σύμπτωμα δηλητηρίασης από τοξίνες παραγόμενες από συγκεκριμένα δινομαστιγωτά (π.χ. κόκκινες παλίρροιες).

förlamningsframkallande skaldjurs förgiftning : Ett symtom på förgiftning av gifter producerade av speciella dinoflagelater (t.ex. red tides).

Was this helpful?
Intoxicação provocada por toxinas produzidas por certos dinoflagelados (e.g. marés vermelhas).


PSP: Paralytic Shellfish Poisoning. A symptom of poisoning from toxins produced by certain dinoflagellates (e.g. red tides).

PSP : Παραλυτική δηλητηρίαση από όστρακα.

PSP: förlamningsframkallande skaldjurs förgiftning (Paralytic Shellfish Poisoning). En typ av skaldjurs förgiftning.

Was this helpful?

Contact us

Please contact AMC Limited for any queries:

  • Hot line: +353 1 874 7088
You are here: Home Resources & Services Multilingual glossaries GLOSSARIES