AMC LIMITED

O

Que pertence ao oceano aberto para além da margem da plataforma continental; cf. Nerítico.


oceanic: Pertaining to the open ocean waters beyond the edge of the continental shelf.

ΩΚΕΑΝΙΟΣ: Σχετιζόμενος με τα ανοιχτά ωκεάνεια νερά πέρα από το όριο της υφαλοκρηπίδας. πρβλ νηριτικός.

oceanisk: Öppna hav utanför kontinentalbranterna; jmf neritic.

Was this helpful?
Termo genérico para uma grande variedade de substâncias combustíveis oleosas, viscosas e insolúveis em água. Os óleos são líquidos à temperatura ambiente ou quando levemente aquecidos; podem ser oriundos de fontes animais ou vegetais.


oil: General term for any of a variety of greasy, viscous combustible substances that are insoluble in water. Oils are liquid at room temperature or when slightly warmed; can be derived from animal or vegetable sources.

ΕΛΑIΟ: Γενικός όρος γιά λιπαρές μεγάλου ιξώδους αναφλέξιμες ουσίες που είναι αδιάλυτες στο νερό. Σε θερμοκρασία δωματίου ή όταν θερμανθούν ελαφρά βρίσκονται σε υγρή μορφή. Παράγονται από ζωϊκές ή φυτικές πηγές.

olja: Allmän term för tjockflytande organiskt ämne med fet konsistens; kan pressas ur fettrika djur- el. växtdelar.

Was this helpful?
(1) Que tem uma productividade primária baixa; pertencente a águas com baixos níveis de nutrientes minerais necessários às plantas verdes; termo utilizado para referir substractos baixos em nutrientes. (2) Termo utilizado para referir qualquer organismo que necessite apenas de um pequeno fornecimento de nutrientes, ou limitado a uma estreita faixa de nutrientes. (3) Termo utilizado para um lago que não fica esgotado de oxigénio durante o verão; cf. distrófico, eutrófico, mesotrófico.


oligotrophic: (1) Having low primary productivity; pertaining to waters having low levels of the mineral nutrients required by green plants; used of substrates low in nutrients; oligotropic. (2) Used of any organism requiring only a small nutrient supply, or restricted to a narrow range of nutrients. (3) Used of a lake in which the hypolimnion does not become depleted of oxygen during the summer.

ΟΛΙΓΟΤΡΟΦΙΚΟΣ: (1) διαθέτων χαμηλή πρωτογενή παραγωγικότητα, αναφέρεται σε νερά ή υποστρώματα που παρουσιάζουν χαμηλά επίπεδα συγκεντρώσεων των ανόργανων θρεπτικών αλάτων που απαιτούνται από τα πράσινα φυτά. (2) χρησιμοποιείται γιά κάθε οργανισμό που απαιτεί μικρή μόνο ποσότητα τροφής ή που περιορίζεται σε ένα στενό φάσμα τροφής, ολιγοφάγος. (3) χρησιμοποιείται γιά λίμνες στων οποίων το υπολίμνιο δεν εξαντλείται το οξυγόνο κατά την διάρκεια του θέρους. Πρβ. δυστροφικός, ευτροφικός, μεσοτροφικός.

oligotrof : (1) Om miljöer: näringsfattig och därmed biologiskt lågproduktiv. Sådana miljöer är t.ex. mossar, hedar och många barrskogar. Oligotrofa sjöar förekommer framför allt i urbergsområden med sand eller mager morän, på vissa myrmarker samt i fjällen. (2) Används om organismer som kräver liten tillgång på näring, eller få näringsämnen.

Was this helpful?
Um organismo que come mais do que um tipo de comida tal como autotróficos, heterotróficos, detritos ou organismos mortos.


omnivore: An organism that eats more than one type of food such as autotrophs, heterotrophs, detritus or dead organisms.

Παμφάγος : Ένας οργανισμός που καταναλώνει περισσότερα από μια είδους τροφή, όπως αυτότροφα, ετερότροφα, detritus ή νεκρούς οργανισμούς.

allätare: En organism som äter flera typer av föda som t.ex. autotrofer, heterotrofer, detritus eller döda organismer.

Was this helpful?
Literalmente, alimenta-se de todo ou qualquer tipo de alimento; entre os protozoários, incluindo muitos ciliados, tais espécies parecem alimentar-se de substâncias nutritivas que vão desde as bactérias e algas até aos ciliados, tecidos de organismos multicelulares, e mesmo detritos. Entre os crustáceos e os peixes, estas espécies alimentam-se de uma grande gama de substâncias tais como algas, plantas, ervas, detritos, plâncton e/ou grandes organismos bentónicos ou neríticos.


omnivorous: Literally, eats all or any kind of food; among protozoa, including many ciliates, such species appear to be satisfied in their feeding habits by nutritive substances ranging from bacteria and algae to ciliates, tissues of multicellular organisms, and even detritus. Among crustaceans and fish, species feeding on a range of substances such as algae, plants, weeds, detritus, plankton and/or larger benthic and neritic organisms.

ΠΑΜΦΑΓΟΣ: Στην κυριολεξία ο τρώγων όλα τα είδη τροφής. Μεταξύ των πρωτοζώων, περι- λαμβανομένων και πολλών βλεφαριδωτών, τα είδη αυτά ικανοποιούν τις τροφικές τους ανάγκες με θρεπτικές ουσίες που εκτείνονται από τα βακτήρια και τα φύκη ως τα πρωτόζωα, τους ιστούς από πολυκύτταρους οργανισμούς και το τριπτόν. Μεταξύ των καρκινοειδών και των ψαριών, είδη που τρέφονται με ποικιλία ουσιών όπως φύκη, φυτά, σπόρους, τριπτόν, πλαγκτόν και/ή μεγαλύτερους βενθικούς και νηριτικούς οργανισμούς.

allätande: Organismer som livnär sig av såväl vegetabilisk som animalisk föda, dvs. inte har specialiserat sig som växtätare eller rovdjur.

Was this helpful?
Um onda longitudinal é uma onda em que a direcção de deslocamento de cada partícula no meio é perpendicular à própria onda. As ondas sonoras, no ar ou na água, são ondas longitudinais.


longitudinal wave: A longitudinal wave is a wave in which the direction of displacement of each particle in the medium is perpendicular to the wave itself. Sound waves in air or water are longitudinal waves.

ΔIΑΜΗΚΕΣ ΚΥΜΑ: Διαμήκες κύμα είναι ένα κύμα στο οποίο η μετατόπιση των σωματιδίων του υλικού μέσου (υγρού) είναι κάθετη προς το μέτωπο του κύματος. Τα ηχητικά κύματα στον αέρα ή στο νερό είναι διαμήκη κύματα.

longitudinell våg: Vågrörelse i vilken svängningarna sker i samma riktning som vågutbredningen. Ljudvågor är exempel på longitudinella vågor.

Was this helpful?
A onda que é reenviada em direcção ao mar após chocar com um praia escarpada, barreira ou outra superfície reflectora.


reflected wave: The wave that is returned seaward when a wave impinges upon a very steep beach, barrier, or other reflecting surface.

ΑΝΑΚΛΩΜΕΝΟ ΚΥΜΑ: Κύμα που επιστρέφει προς τα ανοιχτά της θάλασσας όταν προσκρούει σε μια πολύ απότομη ακτή, ένα φράγμα ή σε μια άλλη ανακλαστική επιφάνεια.

reflekterad våg: Den våg som reflekteras ut mot havet när en våg träffar på ne brant strand, barriär eller annan reflekterande yta.

Was this helpful?
Ondas sob condições em que a profundidade relativa (profundidade da água/comprimento da onda) está situada entre 0.5 e 0.05.


intermediate waves: Waves under conditions where the relative depth (water depth/wave length) lies between 0.5 and 0.05.

ΕΝΔIΑΜΕΣΑ ΚΥΜΑΤΑ : Κύματα υπό συνθήκες όπου το σχετικό βάθος (βάθος κύματος/μήκος κύματος) κυμαίνεται από 0.5 ως 0.05.

medelvåg: Vågor under förhållanden där det relativa djupet (vattendjup / våghöjd) ligger mellan o,5 och 0,05.

Was this helpful?
Ondas internas ou ondas limítrofes são criadas abaixo da superfície, nos limites entre as camadas de água de diferentes densidades. Dado que as diferenças de densidade entre camadas de água adjacentes no mar são consideravelmente menores do que entre o mar e a atmosfera, as ondas internas formam-se muito mais facilmente do que as ondas de superfície e são geralmente muito maiores. A altura máxima das vagas de vento à superfície é de cerca de 18 metros, mas têm sido encontradas ondas internas


internal waves: Internal waves or boundary waves are created below the surface, at the boundaries between water strata of different densities. Since the density differences between adjacent water strata in the sea are considerably fewer than those between the sea and the atmosphere, internal waves are much more easily formed than surface waves, and they are often much larger. The maximum height of wind waves on the surface is about 18m, but internal wave heights as great as 90m have been encountered. I

ΕΣΩΤΕΡIΚΑ ΚΥΜΑΤΑ (ΟΡIΑΚΑ ΚΥΜΑΤΑ): Τα εσωτερικά κύματα δημιουργούνται κάτω από την επιφάνεια, στα όρια μεταξύ στρωμάτων νερού με διαφορετικές πυκνότητες. Επειδή οι διαφορές πυκνότητας μεταξύ επάλληλων στρωμάτων νερού είναι σημαντικά μικρότερες από την διαφορά πυκνότητας θάλασσας-αέρα, τα εσωτερικά κύματα σχηματίζονται πολύ ευκολότερα από τα επιφανειακά κύματα και συχνά είναι πολύ μεγαλύτερα. Το μέγιστο ύψος των ανεμογενών κυμάτων στην επιφάνεια είναι περίπου 18 μέτρα, ενώ εσωτερικά κύματα έχουν καταγραφεί με ύψος μέχρι και 90 μέ

intern våg: Våg som bildas då en stabil densitetsskiktning, t.ex. ett språngskikt i havet, rubbas ur sitt jämviktsläge. P.g.a. de små densitetsskillnaderna i havet jämfört med de mellan vatten och luft, minskar gravitationens återförande kraft. Detta medför att interna vågor är sävliga och kan få mycket stor amplitud. De kan genereras av strömmar vilka för vattnet upp och ned utmed en sluttande botten, genom ett trångt sund eller över en rygg. Innanför Gibraltar sund förekommer interna vågor med uppemot 10

Was this helpful?
Ondas regulares com período longo.


swell: Large regular waves with long periods.

Φουσκοκύματα : Μεγάλοι τακτικοί κυματισμοί με μεγάλες περιόδους.

dyning: Stora regelbundna vågor med lång period i mellan.

Was this helpful?
Que tem a capacidade de explorar habitats ou recursos recentemente disponíveis.


opportunistic: Having the ability to exploit newly available habitats or resources.

ΕΥΚΑIΡIΑΚΟ: Οργανισμός ικανός να εκμεταλλεύεται νέα ενδιαιτήματα ή φυσικές πηγές.

opportunistisk: Att ha möjligheten att exploatera nya tillgängliga habitat eller resurser.

Was this helpful?
(1) Relativo a compostos químicos baseados em cadeias ou anéis de carbono e contendo também hidrogénio com ou sem oxigénio, azoto e outros elementos. (2) Que pertence a ou deriva de organismos vivos.


organic: (1) Concerning chemical compounds based on carbon chains or rings and also containing hydrogen with or without oxygen, nitrogen and other elements. (2) Pertaining to or derived from living organisms.

ΟΡΓΑΝΙΚΟΣ : (1) Αφορά οργανικές ενώσεις που αποτελούνται από αλυσίδες ή δακτυλίους άνθρακα και περιέχουν επίσης υδρογόνο με ή χωρίς οξυγόνο, άζωτο και άλλα στοιχεία. (2) OPΓANIΣMIKOΣ: Προερχόμενος από, ή σχετιζόμενος με ζωντανούς οργανισμούς.

organiskt: (1) Kemiska föreningar som är baserade på en kolkedja eller kolring och som innehåller väte, med eller utan syre, kväve eller andra element. (2) Något som avser (eller liknar) organ, organismer eller levande materia.

Was this helpful?
Qualquer planta ou animal que cresce ou vive em água doce ou salgada.


aquatic organism: Any plant or animal growing or living in fresh or salt water.

ΥΔΡΟΒΙΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ : Κάθε φυτό ή ζώο που μεγαλώνει ή ζεί σε γλυκό ή θαλάσσιο νερό.

akvatisk organism: Växt eller djur som växer/lever i sött eller saltvatten.

Was this helpful?
Organismos que estão dependentes de matéria orgânica como fonte de alimento.


heterotrophic organisms: Organisms that are dependent on organic matter for food.

ΕΤΕΡΟΤΡΟΦΟI ΟΡΓΑΝIΣΜΟI: Οργανισμοί που εξαρτώνται από το οργανικό υλικό για την τροφή τους.

heterotrofa organismer: Organismer som är beroende av organiskt material som föda.

Was this helpful?
Nas centrais eléctricas, os organismos incrustrantes podem prender-se a painéis, paredes de tubos de condensação e outras partes do sistema de arrefecimento, reduzindo assim a transferência de calor e acelerando a corrosão. Nos sistemas de aquacultura estes organismos podem, principalmente, impedir o fluxo de água (atráves das redes das jaulas, dos tubos de água) e reduzir o tempo de vida das redes e outras estruturas.


fouling organisms: In power plants, fouling organisms may become attached to the screens, condenser tube walls, and other parts of the cooling system, thereby reducing heat transfer and accelerating corrosion. In aquaculture systems they mainly impede water flow (net cages, water pipes) and reduce the lifetime of netting material and other structures. Examples in aquaculture are algae, ascidians, barnacles, polychaetes.

ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΙ ΜΑΛΟΥΠΑΣ: Στους σταθμούς παραγωγής ενέργειας, οι οργανισμοί της μαλούπας μπορεί να προσκολληθούν στα φίλτρα, στα τοιχώματα του σωλήνα συμπύκνωσης και σε άλλα μέρη του συστήματος ψύξης, με αποτέλεσμα να μειώνουν τη μεταφορά της θερμότητας και να επιταχύνουν τη διάβρωση. Στα συστήματα ιχθυοκαλλιέργειας παρεμποδίζουν τη ροή του νερού (κλωβοί, υδροσωλήνες) και μειώνουν τον χρόνο ζωής των διχτυών και των εγκαταστάσεων. Παραδείγματα τέτοιων μικροοργανισμών είναι τα φύκη, τα ασκίδια, τα θυσανόποδα, οι πολύχαι

påväxtorganismer: I kraftverk så kan det förekomma att djur växer fast på isoleringsmaterialet, kondensorväggarna och andra delar inom kylanläggningen. Detta kan resultera i att värmegenomgången minskar och risken för korrosion ökar. I akvakultersystem så kan dessa organismer hindra vattenflödet (i vattenledningar osv) och minskar livslängden på nätmaterial och annat utrustning. Exempel på dessa organismer är alger, ascidier, långhalsar, havsborstmaskar.

Was this helpful?
Organismos que tem propriedades tóxicas.


toxic organisms: Organism having toxic properties

Τοξικοί οργανισμοί : Οργανισμοί με τοξικές ιδιότητες.

giftiga organismer: Organismer med giftiga egenskaper.

Was this helpful?
O processo através do qual os organismos mantêm uma concentração de soluto estável. A manutenção da pressão osmótica de cada lado de uma membrana semi-permeável, i.e., equilíbrio osmótico.


osmoregulation: The process by which organisms maintain a stable solute concentration. The maintenance of osmotic pressure on each side of a semipermeable membrane, i.e. osmotic balance.

ΩΣΜΩΡΡΥΘΜΙΣΗ: Η διαδικασία με την οποία οι οργανισμοί διατηρούν στο σώμα τους σταθερή συγκέντρωση διαλελυμένων ουσιών. Η διατήρηση της ωσμωτικής πίεσης εκατέρωθεν μιάς ημιπερατής μεμβράνης, δηλαδή η ωσμωτική ισορροπία.

osmoregulering: Mekanismer varmed celler eller organismer håller vattenbalans med omgivningen. I osmotiskt tunn (hypoton) miljö strömmar vatten in och behöver avlägsnas, medan det motsatta sker i koncentrerad (hyperton) miljö.

Was this helpful?
Difusão de um solvente através de uma membrana semi-permeável de uma zona de baixa concentração de soluto para uma de alta concentração de soluto, diluindo a última. A osmose continuará até que as concentrações das duas soluções se igualem.


osmosis: Diffusion of a solvent through a semipermeable membrane from a region of low solute concentration to one of high solute concentration, thereby diluting the latter. Osmosis will continue until the concentrations of the two solutions are equalized.

ΩΣΜΩΣΗ: διάχυση ενός διαλύτη μέσω μιάς ημιπερατής μεμβράνης από την περιοχή χαμηλής συγκέντρωσης διαλελυμένης ουσίας στην περιοχή υψηλής συγκέντρωσης. Η ώσμωση θα συνεχιστεί μέχρι να εξισωθούν οι συγκεντρώσεις των δύο διαλυμάτων.

osmos: Transport av lösningsmedel mellan två faser med olika koncentration av upplösta ämnen och där faserna är åtskilda av ett membran som endast släpper genom lösningsmedlets molekyler.

Was this helpful?
Animais que põem ovos em vez de darem à luz; cf. Vivíparos.


oviparous: Animals which lay eggs rather than give birth to live young.

ΩΟΤΟΚΟΣ: Ζώα που γεννούν αυγά μάλλον παρά ζωντανά μικρά. Πρβλ. Ζωοτόκος.

ovipari: Djur som lägger ägg i stället för att föda levande ungar. Jmf viviparous.

Was this helpful?
Principalmente ovos pelágicos que são activamente depositados sobre substractos (areia, cascalho, algas, plantas aquáticas) durante a desova. O invólucro do ovo contém matéria pegajosa. Foram desenvolvidas técnicas de incubação para diversas espécies de aquacultura para remover o invólucro pegajoso do ovo a fim de evitar a aglomeração durante a incubação. Os materiais usados são a areia fina, leite ou tanina (para a carpa).


adhesive eggs: Mainly demersal eggs that are actively deposited on substrates (sand, gravel, algae, aquatic plants) during spawning. The egg coating contains sticky material. Hatchery techniques have been developed for several aquaculture species to remove the sticky egg coating in order to avoid clumping during egg incubation. Materials used include fine sand, milk or tannin (in carp).

ΚΟΛΛΩΔΗ ΑΥΓΑ: Βενθικά κυρίως αυγά που αποτίθενται ενεργά σε υποστρώματα (άμμος, χαλίκια, φύκη, υδρόβια φυτά) κατά την γαμετοτοκία. Το περίβλημα τους περιέχει κολλώδεις ουσίες. Γιά πολλά καλλιεργούμενα είδη, έχουν αναπτυχθεί τεχνικές εκκόλαψης που επιτρέπουν την απο- μάκρυνση του κολλώδους περιβλήματος του αυγού ώστε να αποφεύγεται ο σχηματισμός ορμαθών κατά την διάρκεια της επώασης. Γιά τον σκοπό αυτό χρησιμοποιούνται υλικά όπως λεπτή άμμος ή ταννίνη (στους κυπρίνους).

fastsittande ägg: Huvudsakligen djuphavsägg ägg som aktivt fästs på substrat (sand, grus, alger, akvatiska växter) under leken. Äggens yta innehåller ett klibbigt material. Fiskodlingsstekniker har utvecklats för flera akvakulturarter för att avlägsna den klibbiga ytan för att förhindra ihopklumpning av ägg under kläckningen. Material som används är fin sand, mjölk eller tannin (för karpar).

Was this helpful?
Animais que produzem ovos que são fertilizados dentro do corpo, embora a expulsão possa ocorrer antes da eclosão, como é o caso para alguns tubarões.


ovoviviparous: Producing eggs that are fertilized inside the body, though expulsion may occur prior to hatching, as in dogfish.

ΩΟΖΩΟΤΟΚΟΣ: Οργανισμός που παράγει αυγά τα οποία γονιμοποιούνται εντός του σώματος, αλλά η απελευθέρωσή τους πραγματοποιείται μετά την εκκόλαψη (π.χ. σκυλόψαρο)

oviparisk: Djur som producerar ägg som befruktas inne i kroppen och även kan kläckas innan de lämnar kroppen, som t.ex. hos pigghajen.

Was this helpful?
(1) Em aquacultura: a entrada de oxigénio puro no meio de cultura para melhorar ou suplementar o seu teor de oxigénio; este procedimento favorece menores taxas de troca de água no sistema. (2) Em fisiologia : a transferência de oxigénio para as células do sangue (processos de tomada e libertação de oxigénio pela hemoglobina).


oxygenation: (1) In aquaculture: the input of pure oxygen into the culture medium to enhance or supplement its oxygen content; this promotes lower water exchange rates in the system. (2) In physiology: the oxygen transfer to blood cells (processes of uptake and release of haemoglobin bound oxygen).

ΟΞΥΓΟΝΩΣΗ: (1) Στην υδατοκαλλιέργεια η εισαγωγή καθαρού οξυγόνου σε ένα μέσο καλλιέργειας ώστε να αυξηθεί η παροχή οξυγόνου με μικρούς ρυθμούς ανταλλαγής νερού στο σύστημα. (2) Στην φυσιολογία, η μεταφορά οξυγόνου στα αιμοκύτταρα (διαδικασίες πρόσληψης και απελευθέρωσης οξυγόνου από την αιμοσφαιρίνη)

syresättning: (1) I akvakulturer: tillförseln av rent syre i odlingsmediet för att hjälpa till med eller öka syrekoncentrationen. Detta gynnar en lägra vattenutbyteshastighet. (2) Inom fysiologin: syretransport till blodkroppar (upptagandet och lämnandet av hemaglobinbundet syre).

Was this helpful?
A quantidade de oxigénio, O22, em solução à pressão atmosférica e temperatura existentes.


dissolved oxygen: The amount of oxygen, O2, in solution under existing atmospheric pressure and temperature.

ΔIΑΛΕΛΥΜΕΝΟ ΟΞΥΓΟΝΟ : Η ποσότητα του εν διαλύσει οξυγόνου, Ο2, υπό την κρατούσα ατμοσφαιρική πίεση και θερμοκρασία.

löst syre: Mängden av syre, O2, i en lösning under rådande atmosferisk tryck och temperatur.

Was this helpful?

Contact us

Please contact AMC Limited for any queries:

  • Hot line: +353 1 874 7088
You are here: Home Resources & Services Multilingual glossaries GLOSSARIES