AMC LIMITED

M

Termo colectivo não específico para referir as maiores algas; Podem ocorrer naturalmente ou ser cultivadas, e.g. Laminárias ( q.v.) mas especificamente excluindo o fitoplâncton e microalgas (q.v.).


macroalgae: Non-specific collective term referring to the larger algae; occurring both naturally and under cultivation, e.g. Laminaria, but specifically excluding phytoplanktonic and microalgae.

ΜΑΚΡΟΦΥΚΗ: Μη ειδικός συλλογικός όρος αναφερόμενος στα μεγαλύτερα φύκη, φυσικά ή καλλιεργούμενα π.χ. Laminaria (βλ.λ) ο οποίος δεν περιλαμβάνει το φυτοπλαγκτόν και τα μικροφύκη (βλ.λ).

makroalg: En allmän term för större alger, både vilt förekommande och odlade.

Was this helpful?
Os maiores organismos do bentos, com mais de 1 mm de comprimento; cf. epibentos, meiobentos , bentos.


macrobenthos: The larger organisms of the benthos, exceeding 1 mm in length.

ΜΑΚΡΟΒΕΝΘΟΣ: Οι μεγαλύτεροι οργανισμοί του βένθους, που υπερβαίνουν το 1mm (ή 0,5mm) σε μήκος. πρβ. μειοβένθος, επιβένθος.

makrobentalen: Samlingsnamn på de större organismer (större än 1 mm) som lever på eller i närheten av bottnen i hav och insjöar. Jmf epibenthos, meiobenthos, benthos.

Was this helpful?
O clima de uma grande região geográfica. As condições de temperatura, precipitação, humidade relativa, calor e outros factores meteorológicos registados a cerca de 1,5 m acima do nível do solo de modo a evitar influências topológicas, vegetais e edáficas.


macroclimate: The climate of a major geographical region. The conditions of temperature, precipitation, relative humidity, sunshine and other meteorological factors, recorded about 1.5 m above ground level to avoid topological, vegetational and edaphic influences.

ΜΑΚΡΟΚΛΙΜΑ: Το κλίμα μιάς ευρείας γεωγραφικής περιοχής. Οι συνθήκες θερμοκρασίας, σχετικής υγρασίας, ηλιοφάνειας και άλλων μετεωρολογικών παραγόντων, καταγραφόμενες σε 1.5 m περίπου από την επιφάνεια του εδάφους ώστε να αποφεύγονται οι επιδράσεις που οφείλονται στην μορφολογία εδάφους και τη βλάστηση .

makroklimat: Klimat i ett någorlunda stort perspektiv. Vanligen avses områden med en utsträckning på några hundratals kilometer eller mer, såsom länder eller kontinenter.

Was this helpful?
Uma planta macroscópica grande, termo usado especialmete para formas aquáticas tal como o sargaço, e plantas altas como as algas marinhas.


macrophyte: A large macroscopic plant, used especially of aquatic forms such as kelp, and tall plants such as sea grasses.

ΜΑΚΡΟΦΥΤΟ: Μεγάλο μακροσκοπικό φυτό. Όρος που χρησιμοποιείται κυρίως γιά υδρόβιες μορφές όπως τα Λαμιναριοειδή και ανώτερα φυτά.

makrofyt: En stor makroskopisk växt, används specellt om vattenväxter som t ex kelp och sjögräs.

Was this helpful?
Organismos do plâncton cujo tamanho varia de 20 a 200 mm.


macroplankton: Plankton organisms whose size ranges from 20 to 200mm.

ΜΑΚΡΟΠΛΑΓΚΤΟΝ: Πλαγκτονικοί οργανισμοί μεγέθους από 20 έως 200 mm.

makroplankton: Plankton organism med en storlek som ligger mellan 20 och 200 mm.

Was this helpful?
Sabor desagradável transmitido ao alimento de origem marinha em resultado de exposição a petróleo/óleo ou a um químico, tornando-o desagradável ao paladar e consequentemente não vendável.


tainting: Unpleasant flavour imparted to sea-food as a result of exposure to petroleum/oil or a chemical, rendering it unpalatable and consequently unmarketable.

Μόλυνση : Η δυσάρεστη γεύση στα θαλασσινά σαν αποτέλεσμα έκθεσης σε πετρέλαιο ή σε κάποια χημική ουσία, καθιστώντας την τροφή άγευστη και κατά συνέπεια ακατάλληλη προς πώληση

bismak: Obehaglig smak hos fisk, skaldjur, och dylikt pågrund av kontakt med petrolium/olja. Produkterna blir oätlig och går ej att sälja.

Was this helpful?
Uma comunidade de sapal que sofre a influência das marés dominada por árvores e arbustos, particularmente dos géneros Rhizophora e Avicennia, muitos dos quais produzem eventualmente raízes aéreas. Quando eliminados, para a construção de um lago, o solo subjacente é ácido; cf. solo ácido. Se os lagos não forem tratados com cal, só após vários anos de utilização é que pode atingir uma produtividade óptima.


mangrove: A tidal salt marsh community dominated by trees and shrubs, particularly of the genus Rhizophora, of the genus Avicennia, many of which produce adventitious aerial roots. If cleared for pond construction, the underlying soil is found to be acidic. If the ponds are not treated with lime, good productivity can only be achieved after several years of use.

ΜΑΓΚΡΟΒΙΑ : Βιοκοινωνία παλιρροιακών ελών, κυριαρχούμενη από δένδρα και θάμνους, κυρίως των γενών Rhizophora και Avicennia, πολλά από τα οποία παράγουν αναρριχητικές αέριες ρίζες. Το έδαφος στο οποίο φύονται είναι όξινο. Αν στις λιμνοδεξαμενές που κατασκευάζονται σε τόπους όπου έχει αφαιρεθεί η μακρόβρια δεν προστεθεί ασβέστιο, ικανοποιητική παραγωγικότητα δεν επιτυγχάνεται παρά ύστερα από χρόνια.

mangrove: Skogstyp på löst underlag (från sand till gyttja) inom tidvattenbältet vid tropiska–subtropiska kuster och intill brackvattendelarna av floder som faller ut där. Skogen består av lågvuxna trädarter (ex Rhizophora, Avicennia) med ständigt gröna, tämligen tjocka, salthaltiga blad och ofta med andningsrötter (pneumatoforer) eller styltrötter.

Was this helpful?
Também chamada preia-mar; A altura máxima que uma maré atinge. Pode ocorrer devido somente à força periódicas da maré ou ser uma consequência das condições metereológicas prevalescentes.


high water-high tide: Also called high tide; the maximum height reached by a rising tide. The height may be caused solely by the periodic tidal forces or it may have had superimposed upon it the effects of prevailing meteorological conditions.

ΠΛΗΜΜΗ: Η μέγιστη στάθμη της παλίρροιας. Είναι αποτέλεσμα των περιοδικών παλιρροιακών δυνάμεων στις οποίες, σε ορισμένες περιπτώσεις προστίθενται η επενέργεια των μετεωρολογικών συνθηκών που επικρατούν.

högvatten: Den högsta nivån som tidvattnet når. Höjden kan påverkas enbart av periodiska tidvattenkrafter men den kan även förstärkas av tillfälliga meteorologiska fenomen.

Was this helpful?
A altura média das marés altas num período de 19 anos. Para períodos de observação mais curtos, são aplicadas correcções para eliminar variações conhecidas e reduzir o resultado ao equivalente a um valor médio de 19 anos. Todas as alturas das marés altas são incluídas na média quer o tipo de maré seja semidiurno ou misto. Apenas as alturas das maiores marés altas são incluídas na média. Sendo assim, a maré alta média é a mesma que a média da maior maré alta ( q.v. ).


mean high water: The average height of the high waters over a 19-year period. For shorter periods of observations, corrections are applied to eliminate known variations and reduce the result to the equivalent of a mean 19-year value. All high water heights are included in the average where the type of tide is either semidiurnal or mixed. Only the higher high water heights are included in the average where the type of tide is diurnal. So determined, mean high water in the latter case is the same as Mean Higher H

ΜΕΣΗ ΠΛΗΜΜΗ: Το μέσο ύψος πλήμμης επί μιά περίοδο 19 ετών. Γιά βραχύτερες περιόδους παρατηρήσεων, εφαρμόζονται διορθώσεις γιά την εξάλειψη γνωστών διακυμάνσεων και την αναγωγή των αποτελεσμάτων στο ισοδύναμο του μέσου των 19 ετών. Στον υπολογισμό του μέσου όρου συνυπολογίζονται όλα τα ύψη πλήμμης, όπου ο τύπος παλίρροιας είναι ημιημερήσιος ή μικτός, ενώ περιλαμβάνονται μόνο οι τιμές μέγιστης πλήμμης, όταν ο τύπος παλίρροιας είναι ημερήσιος. Στην τελευταία περίπτωση η μέση πλήμμη ταυτίζεται με την Μέση Μέ

medelhögvatten: Medelhöjden av högvattnet för en given plats under en 19-årsperiod. För kortare observationsperioder görs beräkningar för att korrigera eventuella fel och få ett tidsspann som motsvarar 19 år.

Was this helpful?
A maré teórica produzida pelos efeitos gravitacionais do sol e da lua.


astronomic tide: The theoretical tide produced by the gravitational effects of the sun and the moon.

Αστρονομική παλίρροια: Η θεωρητική παλίρροια που παράγεται από τις βαρυτικές δυνάμεις του Ηλίου και της Σελήνης.

astronomiskt tidvatten: Teoretiska tidvattnet som orsakas av solens och månens gravitationskrafter.

Was this helpful?
A altura média das marés baixas durante um período de 19 anos. Para períodos de observações mais curtos, são feitas correcções para eliminar variações conhecidas e reduzir o resultado ao equivalente a um valor médio de 19 anos. Todas as alturas das marés baixas são incluídas na média quer o tipo de maré seja semidiurno ou misto. Apenas as menores alturas das marés baixas são incluídas na média quando o tipo de maré é diurna. Sendo assim, neste último caso, a maré baixa média é a mesma da média d


mean low water: The average height of the low waters over a 19-year period. For shorter periods of observations, corrections are applied to eliminate known variations and reduce the result to the equivalent of a mean 19-year value. All low water heights are included in the average where the type of tide is either semidiurnal or mixed. Only the lower low water heights are included in the average where the type of tide is diurnal. So determined, mean low water in the latter case is the same as mean lower low wat

ΜΕΣΗ ΡΗΧΙΑ: Το μέσο ύψος ρηχίας σε μιά περίοδο 19 ετών. Γιά βραχύτερες περιόδους παρατηρήσεων, εφαρμόζονται διορθώσεις γιά την εξάλειψη γνωστών διακυμάνσεων και την αναγωγή των αποτελεσμάτων στο ισοδύναμο του μέσου των 19 ετών. Στον υπολογισμό του μέσου όρου συνυπολογίζονται όλα τα ύψη ρηχίας, όπου ο τύπος παλίρροιας είναι ημιημερήσιος ή μικτός, ενώ συνυπολογίζονται μόνο οι τιμές μέγιστης πλήμμης, όταν ο τύπος παλίρροιας έιναι ημερήσιος. Στην τελευταία περίπτωση η μέση ρηχία ταυτίζεται με την μέση κατ

medellågvatten: Medelhöjden av lågvattnet för en given plats under en 19-årsperiod. För kortare observationsperioder görs beräkningar för att korrigera eventuella fel och få ett tidsspann som motsvarar 19 år.

Was this helpful?
Uma maré de grande amplitude que ocorre quando o sol está no, ou perto do, equinócio.


equinoctial tide: A tide of high amplitude occurring when the sun is at or near the equinox.

ΙΣΗΜΕΡΙΑΣ, ΠΑΛΙΡΡΟΙΑ: Παλίρροια μεγάλου εύρους που εμφανίζεται όταν ο ήλιος βρίσκεται στην ισημερία.

equinoctilt tidvatten: Tidvattencykel med stor amlitud som sker vid dagjämningpunkterna.

Was this helpful?
Contaminação da água do mar com petróleo devido a um derrame que polui as zonas costeiras.


black tide: Sea water contaminated by oil from a spill that pollutes coastal areas.

Μαύρη παλίρροια : Όρος που χρησιμοποιείται για να περιγράψει την μόλυνση των παράκτιων περιοχών από πετρελαιοκηλίδα.

oljebälte: Benämning på den förorening av kustområden som orsakas av oljespill.

Was this helpful?
Com duas marés altas e duas baixas em cada dia lunar.


semi-diurnal tide: Tide having two high and two low waters each lunar day.

Παλίρροια μισής ημέρας : Παλίρροια που εμφανίζει δυο πλημμυρίδες και δυο άμπωτες κάθε σεληνιακή ημέρα.

dubbel-dagligt tidvatten: Tidvatten som har två hög och två lågvatten varje dag.

Was this helpful?
Aumento rápido e localizado de uma ou mais espécies planctónicas, frequentemente na Primavera ou Outono, originando grandes concentrações temporárias destes organismos que passam a dominar a comunidade; pode resultar em águas descoloradas (marés vermelhas). Os blooms de fitoplâncton (algas) podem estar associados à libertação de toxinas (e.g. blooms de dinoflagelados Gymnodinium).


red tide: Rapid and localized increase of one or more planktonic species, often in spring or autumn, causes large temporary concentrations of these organisms to dominate the community which can result in discoloured waters. This phenomenon is known as a red tide.

ΕΡΥΘΡΑ ΠΑΛIΡΡΟIΑ: Ταχεία και εντοπισμένη αύξηση ενός ή περισσοτέρων πλαγκτονικών ειδών. Η αύξηση αυτή παρατηρείται συνήθως την ανοιξη ή το φθινόπωρο και προκαλεί μεγάλες εποχιακές συγκεντρώσεις αυτών των οργανισμών, οι οποίοι κυριαρχούν στην βιοκοινότητα. Μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα τον χρωματισμό του νερού. Η άνθιση του φυτοπλαγκτού μπορεί να συνοδεύεται από απελευθέρωση τοξινών (π.χ. άνθιση των δινομαστιγωτών Gymnodinium.)

red tide: Snabb, lokal ökning av en eller flera planktonarter, ofta under våren eller hösten, leder tidvis till hög koncentration och total dominering av dessa organismer vilket kan resultera i färgförändring av vattnet (där av namnet).

Was this helpful?
A maré de amplitude máxima que ocorre nos segundo e quarto quartos da lua, quando a atracção gravitacional do sol e da lua actuam em conjunto.


spring tide: The tide of maximum range occurring at the 2nd and 4th quarters of the moon, when the gravitational attraction of the sun and moon both act together.

ΠΑΛΙΡΡΟΙΑ ΣΥΖΥΓΙΩΝ: Παλίρροια μέγιστου εύρους παρατηρούμενη κατά το 2ο και 4ο τέταρτο της σελήνης, όταν η έλξη βαρύτητας του ηλίου και της σελήνης συνεπιδρούν.

högvatten: Tidvatten med stor amplitud, vilket inträffar nära tiden för fullmåne och nymåne, då månens och solens tidvattenbildande krafter samverkar.

Was this helpful?
As marés de amplitude acrescida que ocorrem na altura em que a lua está no ponto mais próximo da terra.


perigean tides: The tides of increasing amplitude occurring at the time the moon is nearest to the earth.

Περίγειες παλίρροιες : Παλίρροιες με αυξανόμενη ένταση οι οποίες εμφανίζονται τις χρονικές περιόδους κατά της οποίες η Σελήνη βρίσκεται στην ελάχιστη απόσταση από την Γη.

perigeiskt tidvatten: De tidvatten med ökad amplitud som uppträder då månen befinner sig som närmast jorden.

Was this helpful?
Marés que ocorrem semi-mensalmente em resultado da lua se encontrar posicionada sobre o equador. Nestas alturas a tendência da lua para originar uma desigualdade diária na maré é mínima.


equatorial tides: Tides occurring semi-monthly as the result of the moon being over the equator. At these times the tendency of the moon to produce a diurnal inequality in the tide is at a minimum.

ΙΣΗΜΕΡΙΝΕΣ ΠΑΛΙΡΡΟΙΕΣ: Παλίρροιες που εμφανίζονται ανά δεκαπενθήμερο, ως αποτέλεσμα της θέσης της σελήνης πάνω από τον ισημερινό. Σ ευτές τις περιόδους η ικανότητα της σελήνης να προκαλεί ανά δωδεκάωρο διαταραχή της παλίρροιας ελαχιστοποιείται.

ekvatorialtidvatten: Tidvattensströmmar som sker två gånger i månaden på grund av att månen befinner sig över ekvatorn. Vid dessa tidspunkter så är den dagliga olikheten minimal.

Was this helpful?
Marés de amplitude reduzida que ocorrem na altura em que a Lua se encontra mais afastada da Terra.


Apogean tides: The tides of decreasing amplitude occurring at the time the moon is furthest from the earth.

Απόγειες παλίρροιες : Παλίρροιες ελλατούμενης έντασης οι οποίες εμφανίζονται κατά την περίοδο στην οποία η Σελήνη βρίσκεται στο μέγιστο της απόστασης της από την Γη.

apogeiskt tidvatten: Tidvatten med minskad amplitud som sker då månen är som längst från jorden.

Was this helpful?
Marés de amplitude reduzida ou correntes de maré de velocidade reduzida que ocorrem quinzenalmente em resultado da lua estar em quadratura (i.e. o sol e a lua formam um ângulo recto entre eles). A amplitude das marés mortas é a média da amplitude semidiurna que ocorre na altura das marés mortas e é calculada muito apropriadamente a partir das constantes harmónicas. É mais pequena do que a amplitude média das maré de tipo semidiurno ou misto e não tem significado prático se o tipo de maré é diurn


neap tides or tidal currents: Tides of decreased range or tidal currents of decreased velocity occurring semi-monthly as the result of the moon being in quadrature (i.e. the sun and the moon acting at right angles to each other). The range of neap tides is the average semidiurnal range occurring at the time of neap tides and is most conveniently computed from the harmonic constants. It is smaller than the mean range where the type of tide is either semidiurnal or mixed and is of no practical significance where the type of

ΠΑΛΙΡΡΟΙΕΣ ΤΕΤΡΑΓΩΝΙΣΜΟΥ Η ΠΑΛΙΡΡΟΙΑΚΑ ΡΕΥΜΑΤΑ: Παλίρροιες μειωμένου εύρους ή παλιρροιακά ρεύματα μειωμένης ταχύτητας που παρατηρούνται δύο φορές τον μήνα ως αποτέλεσμα του τετραγωνισμού της σελήνης. Το εύρος τετραγωνισμού είναι το μέσο ημιημερήσιο εύρος που παρατηρείται κατά τον χρόνο των παλιρροιών τετραγωνισμού και υπολογίζεται ευκο- λότερα μέσω των αρμονικών σταθερών. Είναι μικρότερο από το μέσο εύρος όπου η παλίρροια είναι είτε ημιημερήσια είτε μικτή και είναι ασήμαντο όταν ο τύπος της παλίρροιας είναι ημερήσιος. Το μέσο ύψος της π

nipflod: Tidvatten med minskad amplitud eller tidvattenströmmar med minskad styrka som uppstår när månen och solen står i rät vinkel mot varandra

Was this helpful?
Depósitos de sedimento que consistem em algas cálcareas ramificadas.


maerl: Sediment deposits consisting of branched calcareous algae.

Τραγάνα : Αποθήκες ιζημάτων, οι οποίες αποτελούνται από διακλαδωμένα ασβεστολιθικά φύκη.

maerl: Sedimentavlagring bestående av framförallt förgrenade kalkalger.

Was this helpful?
A parte do fundo do mar adjacente ao continente e que o separa do mar profundo. A margem continental inclui a elevação continental, o declive continental e a plataforma continental.


continental margin: The portion of the sea floor adjacent to the continent and separating it from the deep sea. The continental margin includes the continental rise, continental slope and continental shelf.

ΗΠΕIΡΩΤIΚΗ ΑΚΜΗ: Το τμήμα του θαλάσσιου βυθού που πρόσκειται στην ηπειρωτική μάζα το οποίο είναι παρακείμενο της ηπείρου και την χωρίζει από την βαθειά θάλασσα. Η ηπειρωτική ακμή περιλαμβάνει την ηπειρωτική ανύψωση, την ηπειρωτική κατωφέρεια και την ηπειρωτική υφαλοκρηπίδα.

kontinentalranden: Del av havsbotten som är intilligande kontinenten och separerar den från djuphavet. Kontinentalranden består av kontinentalsluttningen, kontinentalbranten och kontinentalhyllan (shelfen).

Was this helpful?
Uma linha ao longo da qual há um aumento acentuado do declive na margem exterior de uma plataforma continental ou insular. Convencionalmente o limite da plataforma tem sido assumido entre os 150 a 200 metros.


shelf edge: A line along which there is a marked increase of slope at the outer margin of a continental shelf or insular shelf. Conventionally the shelf edge has been taken at 150 to 200 metres.

ΚΡΗΠΙΔΙΚΟ ΟΡΙΟ : Το ακραίο όριο της ηπειρωτικής ή της νησιωτικής υφαλοκρηπίδας, μετά την κλίση του βυθού αυξάνεται αισθητά. Κατά σύμβαση, το κρηπιδικό όριο τοποθετείται από 150 έως 200 μέτρα.

shelf kant: En linje i utkanten på kontinentalhyllan vid vilken lutningen på botten ökar kraftigt.

Was this helpful?
Cultura, gestão e apanha de organismos marinhos no seu habitat natural ou em recintos fechados especialmente construídos, e.g. Jaulas, canais ou tanques.


mariculture: Cultivation, management and harvesting of marine organisms in their natural habitat or in specially constructed enclosures, e.g. pens, channels or tanks.

ΘΑΛΑΣΣΟΚΑΛΛIΕΡΓΕIΑ: Καλλιέργεια, διαχείρ- ιση και συλλογή θαλάσσιων οργανισμών στο φυσικό τους ενδιαίτημα ή σε ειδικά κατασκευασμένους διαύλους και δεξαμενές.

marikultur: Odling av marina organismeri deras naturliga miljö eller i speciella inhägnader, t ex burar, kanaler.

Was this helpful?
Técnica para induzir um peixe genotipicamente fêmea a produzir esperma. Nalgumas espécies de peixe, e.g. Salmonídeos, produzir descendentes apenas do sexo feminino é um processo relativamente fácil e economica e ecologicamente vantajoso. É obtida pela indução da masculinização nas fêmeas progenitoras através da administração de uma dieta contendo o esteroide sexual apropriado. O peixe fêmea que sofre o processo de masculinização produz esperma com cromossomas homogâmicos (XX) , e assim o cruzame


masculinization: Technique of inducing genotypically female fish to produce sperm. In some species of fish,e.g. salmonids, it is a relatively easy procedure and economically as well as ecologically advantageous to produce offspring comprising only female fish. It is achieved by inducing masculinization in female broodstock through administering a diet containing the appropriate sex steroid. The female fish that undergo masculinization produce sperm with homogametic ( XX) chromosomes, and thus crossing with norm

ΑΡΡΕΝΟΠΟIΗΣΗ (ΑΝΔΡΟΓΕΝΕΣΗ): Τεχνική με την οποία προκαλείται η παραγωγή σπέρματος από γονοτυπικά θήλεα άτομα. Σε μερικά είδη ψαριών π.χ. σολομοειδή. είναι σχετικά εύκολη διαδικασία και οικονομικά αλλά και οικολογικά ωφέλιμη η παραγωγή απογόνων αποτελούμενων μόνο από θήλεα ψάρια. Η αρρενοποίηση ενός θήλεος αποθέματος επιτυγχάνεται με χορήγηση δίαιτας που περιέχει το κατάλληλο φυλετικό στεροειδές. Το αρρενοποιηθέν θήλυ παράγει σπέρμα με ομοιογαμετικά (ΧΧ) χρωμοσώματα κι έτσι από την γονιμοποίηση με το σπέρμα κανονικών αυγώ

maskulinisering: Teknik för att inducera spermiebildande hos honfiskar. Hos vissa arter är detta relativt enkelt, exempelvis hos laxfiskar. Genom tillförsel av könshormoner i maten bildar honfiskarna spermier med homogametiska kromosomer (XX).

Was this helpful?
Qualquer grande superfície de gelo flutuante que tenha surgido devido à aproximação de várias massas de gelo.


pack ice: Any large area of floating ice which has been driven closely together.

PACK ICE: Σωρός πάγου, κάθε μεγάλη περιοχή επιπλέοντος πάγου τα τεμάχια του οποίου έχουν οδηγηθεί το ένα κοντά στο άλλο.

packis: Havsis som genom vindens och vågornas påverkan brutits sönder och packats ihop så att isflak hamnat på varandra eller kantställts.

Was this helpful?
Medição da carga orgânica dissolvida num dado volume de água. Normalmente expressa em mg I - 1.


DOM: Dissolved Organic Matter. A measure of the organic load dissolved in a given volume of water. Usually expressed as mg l-1.

ΔIΑΛΕΛΥΜΕΝΗ ΟΡΓΑΝIΚΗ ΥΛIKO (DOM): Μέτρο του οργανικού φορτίου που είναι διαλυμένο σε δεδομένο όγκο νερού. Συνήθως εκφράζεται ως mg l-1.

DOM: Mängden organisk material som förekommer i löst form i en given volym vatten. Vanligtvis uttryckt i mg l-1.

Was this helpful?
Matéria orgânica presente numa coluna de água sob a forma de partículas. Esta fracção pode ser determinada pelo peso perdido após o aquecimento a 5500 da matéria seca retida no filtro utilizado na análise da matéria particulada ou pela substracção do total dos sólidos voláteis dissolvidos do total dos sólidos voláteis.


particulate organic matter: Organic matter present in the water column in the form of particles. This fraction may be determined as the weight loss upon ignition at 5500 of the dry material retained on the filter used in the particulate matter analysis or by subtracting total dissolved volatile solids from total volatile solids.

ΣΩΜΑΤΙΔΙΑΚΗ ΟΡΓΑΝΙΚΗ ΥΛΗ: Το οργανικό υλικό που βρίσκεται στην στήλη του νερού υπό μορφή σωματιδίων. Η σωματιδιακή οργανική ύλη προσδιορίζεται από την απώλεια βάρους μετά από καύση σε 5500C του ξηρού υλικού που συγκρατείται σε φίλτρο που χρησιμοποιείται στην ανάλυση σωματιδιακής ύλης ή από την αφαίρεση των ολικών διαλυμένων πτητικών στερεών από τα ολικά πτητικά στερεά.

partikulärt organiskt material: Det organiska material som finns i vattenmassan i form av partiklar. Mängden kan bl.a. fås fram genom att beräkna viktminskningen hos ett prov efter upphättning.

Was this helpful?
O peso da matéria seca retida após passar uma amostra de água através de um filtro fino é o total da matéria particulada (sólidos em suspensão). O método de filtragem recomendado: filtragem por vácuo (2-5 mg Hg) através de filtros 1 l µm (e.g. Whatman GF-C) e 0.22 l µm (e.g. Millipore) (filtros de 0.45 l µm são normalmente usados em biologia marinha). Na água do mar, lavar os resíduos com formiato de amónio a 0.9%. Os filtros têm de ser previamente pesados, porque as folhas do


particulate matter: The weight of dry material retained after passing a water sample through a fine filter is the total particulate matter (suspended solids). Recommended filtration method: vacuum filtration (l2-5 mg Hg) through l µm (e.g. Whatman GF-C) and 0.22 µm (e.g. Millipore) filters (0.45 l µm filters are commonly used by aquatic biologists). In sea water, wash residue with 0.9% ammonium formate. Filters must be pre-weighed, because individual filter sheets vary drastically in weight, somet

ΣΩΜΑΤΙΔΙΑΚΗ ΥΛΗ: Το βάρος του ξηρού υλικού που συγκρατείται μετά την δίοδο ενός δείγματος νερού από λεπτό ηθμό είναι το ολικό σωματιδιακό υλικό (αιωρούμενα στερεά). Συνιστώμενη μέθοδος διήθησης: διήθηση εν κενώ (12-15 mg Ηg) μέσω φίλτρων 1 μm (π.χ. Whatman GF-C) και 0.22 μm (π.χ. Millipore) ενώ (φίλτρα 0.45 μm χρησιμοποιούνται συχνά από υδροβιολόγους). Σε θαλάσσιο νερό, το κατακρατούμενο ίζημα πρέπει να πλένεται με 0.9% μυρμηγκικό αμμώνιο. Τα φίλτρα πρέπει να προζυγίζονται, διότι υπάρχουν σημαντικές διαφορές βάρ

partikulärt material: Vikten av det torra material som blir kvar efter att ett vattenprov filtrerats genom ett fint filter kallas "total particulate mass" (lösta fasta ämnen).

Was this helpful?
Processo mediado por hormonas gonadotróficas da pituitária em que um organismo sofre um desenvolvimento de características gonadais e sexuais a ponto de ser capaz de reproduzir.


sexual maturity: Process mediated by gonadotrophic hormones from the pituitary in which an organism undergoes development of gonadal and sexual characteristics to such a degree that it is then capable of reproduction.

ΓΕΝΕΤIΚΗ ΩΡIΜΑΝΣΗ: Διεργασία που προκαλείται από τις γοναδοτροπικές ορμόνες της υπόφυσης, η οποία συνίσταται στην ανάπτυξη των γενετικών και γοναδικών χαρακτηριστικών ενός οργανισμού, ο οποίος αποκτά ικανότητα αναπαραγωγής.

könsmognad: Process som innebär att en organism utvecklar gonader och könskaraktärer med hjälp av hormoner, vilket möjliggör reproduktion.

Was this helpful?
A temperatura à qual a actividade locomotora se torna desorganizada e um organismo perde a capacidade de escapar a condições que rapidamente conduzirão à sua morte. O MTC é determinado pelo aquecimento da temperatura de aclimatização, a uma taxa constante, que é suficientemente rápido para permitir que a temperatura do corpo caia rapidamente


critical thermal maximum (CTM): The temperature at which locomotor activity becomes disorganized and an organism loses its ability to escape conditions which will quickly lead to its death. The CTM is determined by heating from acclimation temperature, at a constant rate that is fast enough to allow the deep body temperature to follow without significant time lag.

ΚΡΙΣΙΜΟ ΘΕΡΜΙΚΟ ΜΕΓΙΣΤΟ (ΚΘΜ): Critical Τhermal Μaximum. Η θερμοκρασία στην οποία η κινητική δραστηριότητα αποδιοργανώνεται και ο οργανισμός χάνει την ικανότητά του να αποφεύγει τις συνθήκες που θα τον οδηγήσουν σύντομα στον θάνατο. Για τον προσδιορισμό της ΜΚΘ, ο οργανισμός θερμαίνεται υπεράνω της θερμοκρασίας με σταθερό ρυθμό που να επιτρέπει στη θερμοκρασία τού εσωτερικού τού σώματος να ακολουθεί την εξωτερική θερμοκρασία χωρίς σημαντική χρονική υστέρηση.

critical thermal maximum -CTM: Temperaturen där rörelseförmågan hos en organism förstörs och den förlorar sin förmåga att fly från förhållanden som kan snabbt leda till dess död.

Was this helpful?
Escalonamento multi-dimensional: uma técnica matemática multivariada utilizada para detectar e explicar semelhanças ou diferenças observadas entre dois ou mais objectos ou amostra.


MDS: Multi-dimensional scaling: a mathematical multivariate technique used to detect and explain observed similarities or dissimilarities between two or more investigated objects or samples.

MDS : Πολυδιάστατη κλιμάκωση: Μαθηματική τεχνική που χρησιμοποιείται για την ανίχνευση και την ανάλυση των παρατηρούμενων ομοιοτήτων ή διαφορών μεταξύ δύο ή περισσοτέρων παρατηρούμενων αντικειμένων ή δειγμάτων.

MDS: Multi-dimensional scaling: en matematisk multivariata metod som används för att upptäcka och förklara observerade likheter eller olikheter mellan två eller fler undersökta objekt eller prover.

Was this helpful?
Ver MÉDIA ARITMÉTICA, MÉDIA GEOMÉTRICA. A média aritmética é a medida da tendência central mais comum para variáveis medidas ao nível do intervalo. Muitas vezes referida como "média", é meramente a soma dos valores individuais de cada caso dividido pelo número de casos.


mean: See ARITHMETIC MEAN, GEOMETRIC MEAN.

ΜΕΣΟΣ: βλ. ΑΡΙΘΜΗΤΙΚΟΣ ΜΕΣΟΣ, ΓΕΩΜΕΤΡΙΚΟΣ ΜΕΣΟΣ,

medel: Se ARITHMETIC MEAN, GEOMETRIC MEAN; jmf. MEDIAN.

Was this helpful?
A soma dos valores individuais divididos pelo número de itens, normalmente referida como média.


arithmetic mean: The sum of the individual values divided by the number of items, usually referred to as ‘average’ or ‘mean’.

Αριθμητικός μέσος όρος : Το άθροισμα των μεμονωμένων τιμών το οποίο διαιρείται με των αριθμό των περιπτώσεων και το οποίο συνήθως αναφέρεται ως ‘μέσος όρος’ ή ‘μέση τιμή’.

aritmetiskt medelvärde: Det aritmetiska medelvärdet är det vanligaste måttet på den centrala tendensen för variabler inom ett intervall. Det aritmetiska medelvärdet kallas ofta "medel" och utgörs av summan av de individuella värdena dividerat med antal fall.

Was this helpful?
A altura média das maiores marés altas num período de 19 anos. Para períodos de observação mais curtos, são feitas correcções para eliminar variações conhecidas e reduzir o resultado ao equivalente a um valor médio de 19 anos.


mean higher high water: The average height of the higher high waters over a 19-year period. For shorter periods of observations at a given location, corrections are applied to eliminate known variations and reduce the result to the equivalent of a mean 19-year value.

ΜΕΣΗ ΜΕΓΙΣΤΗ ΠΛΗΜΜΗ : Το μέσο ύψος της μέγιστης πλήμμης σε μιά περίοδο 19 ετών. Γιά βραχύτερες περιόδους παρατηρήσεων σε μιά δεδομένη τοποθεσία εφαρμόζονται διορθώσεις γιά την εξάλειψη γνωστών διακυμάνσεων και την αναγωγή των αποτελεσμάτων στο ισοδύναμο του μέσου των 19 ετών.

medelhögvattennivå: Medelhöjden av det höga högvattnet för en given plats under en 19-årsperiod. För kortare observationsperioder görs beräkningar för att korrigera eventuella fel och få ett tidsspann som motsvarar 19 år.

Was this helpful?
Frequentemente abreviado para menor marés baixa. A altura média de todas as menores marés baixas (q.v.) registadas num dado local durante um período de 19 anos ou de um período estimado de tempo equivalente. Para períodos de observação mais curtos, são feitas correcções para eliminar variações conhecidas e reduzir o resultado ao equivalente a um valor médio de 19 anos.


mean lower low water: Frequently abbreviated to lower low water. The average height of all lower low waters recorded at a given place over a 19-year period or a computed equivalent period of time. For shorter periods of observations, corrections are applied to eliminate known variations and reduce the result to the equivalent of a mean 19-year value.

ΜΕΣΗ ΚΑΤΩΤΑΤΗ ΡΗΧΙΑ: Συχνά συντομεύεται σε κατώτατη ρηχία. Το μέσο ύψος ρηχίας που καταγράφηκε σε ένα δεδομένο τόπο σε μιά περίοδο 19 ετών ή σε μιά ισοδύναμη περίοδο χρόνου. Γιά βραχύτερες περιόδους παρατηρήσεων, εφαρμό- ζονται διορθώσεις γιά την εξάλειψη γνωστών διακυμάνσεων και την αναγωγή των αποτελεσμάτων στο ισοδύναμο του μέσου των 19 ετών.

medellågvattennivå: Medelhöjden av alla låga lågvatten för en given plats under en 19-årsperiod. För kortare observationsperioder görs beräkningar för att korrigera eventuella fel och få ett tidsspann som motsvarar 19 år.

Was this helpful?
A altura média de todas as marés altas registadas num dado local durante uma quadraturaao longo de um período de 19 anos ou um período de tempo equivalente estimado por computador.


mean high water neap: The average height of all high waters recorded at a given place during quadrature over a 19-year period or a computed equivalent period of time.

ΜΕΣΗ ΠΛΗΜΜΗ ΠΑΛΙΡΡΟΙΑΣ ΤΕΤΡΑ- ΓΩΝΙΣΜΩΝ: Το μέσο ύψος της πλήμμης που έχει καταγραφεί σε ένα δεδομένο τόπο κατά την διάρκεια παλιρροιών τετραγωνισμού σε μιά περίοδο 19 ετών ή σε μιά ισοδύναμη περίοδο χρόνου.

medelhögvattennivå: Medelhöjden av alla uppmätta högvatten för en given plats, när sol och måne är 90 grader ifrån varandra, under en 19-årsperiod eller motsvarande beräknad period.

Was this helpful?
A altura média das marés altas que ocorrem durante as marés vivas; frequentemente abreviado para Marés Vivas Altas.


mean high water springs: The average height of the high waters occurring at the time of spring tide; frequently abbreviated to High Water Springs.

ΜΕΣΗ ΠΛΗΜΜΗ ΠΑΛΙΡΡΟΙΑΣ ΣΥΖΥΓΙΩΝ: Το μέσο ύψος της πλήμμης που παρατηρείται κατά την διάρκεια παλιρροιών συζυγιών. Συχνά συντομεύεται σε Πλήμμη Συζυγιών.

medelhögvatten vid springflod: Medelhöjden av springflods-högvattnet.

Was this helpful?
A altura média de todas as marés baixas registadas num dado local durante a quadratura de um período de 19 anos ou período de tempo equivalente estimado por computador.


mean low water neap: The average height of all low waters recorded at a given place during quadrature over a 19-year period or a computed equivalent period of time.

ΜΕΣΗ ΡΗΧΙΑ ΠΑΛΙΡΡΟΙΑΣ ΤΕΤΡΑΓΩΝΙΣΜΩΝ: Το μέσο ύψος της ρηχίας που έχει καταγραφεί σε ένα δεδομένο τόπο κατά την διάρκεια παλιρροιών τετραγωνισμού σε μιά περίοδο 19 ετών ή σε μιά ισοδύναμη περίοδο χρόνου.

medellågvattennivå: Medelhöjden av alla uppmätta lågvatten för en given plats, när sol och måne är 90 grader ifrån varandra, under en 19-årsperiod eller motsvarande beräknad period.

Was this helpful?
A altura média de todas as marés baixas registadas num dado local durante o sizígia de um período de 19 anos ou período estimado de tempo equivalente; frequentemente abreviado para marés vivas baixas. É normalmente deduzida como um plano abaixo do nível médio das maré, a uma distância de cerca de metade do alcance da maré viva, as correcções necessárias são aplicadas para reduzir os resultados a um valor médio. Esta linha é amplamente utilizado em trabalhos hidrográficos.


mean low water springs: The average height of all low waters recorded at a given place during syzygy over a 19-year period or a computed equivalent period of time; frequently abbreviated to low water springs. It is usually derived by taking a plane depressed below the half-tide level by an amount equal to one-half the spring range of tide, necessary corrections being applied to reduce the result to a mean value. This plane is used to a considerable extent for hydrographic work.

ΜΕΣΗ ΡΗΧΙΑ ΠΑΛΙΡΡΟΙΑΣ ΣΥΖΥΓΙΩΝ: Το μέσο ύψος ρηχίας που έχει καταγραφεί σε έναν δεδομένο τόπο κατά την διάρκεια παλιρροιών συζυγιών σε μία περίοδο 19 ετών ή σε ισοδύναμη χρονική περίοδο. Συχνά συντομεύεται σε ρηχία συζυγιών. Συνήθως υπολογίζεται λαμβάνοντας ένα επίπεδο κάτω από την μέση στάθμη της παλίρροιας σε απόσταση ίση με το ήμισυ του εύρους της παλίρροιας συζυγιών και εφαρμόζονται οι αναγκαίες διορθώσεις ώστε να αναχθεί το αποτέλεσμα σε μιά μέση τιμή. Το επίπεδο αυτό χρησιμοποιείται ευρέως στην υδρογραφία εκτός των ΗΠΑ

medellågvattennivå: Medelhöjden av alla uppmätta lågvatten för en given plats, när solen, månen och jorden är på en rät linje, under en 19-årsperiod eller motsvarande beräknad period.

Was this helpful?
Uma medição de localização, situada entre a média aritmética e a média harmónica, calculada como a raiz do produto de n valores. Ver também MÉDIA ARITMÉTICA.


geometric mean: A measure of location, lying between the arithmetic mean and the harmonic mean, calculated as the nth root of the product of n values. See also ARITHMETIC MEAN.

ΓΕΩΜΕΤΡIΚΟΣ ΜΕΣΟΣ: Η νιοστή ρίζα του γινομένου ν τιμών. Η τιμή του είναι μεταξύ των τιμών του αριθμητικού και του αρμονικού μέσου.

geometriskt medel: Mått som ligger mellan aritmetiska medelvärdet och harmoniska delningen, räknas som den n:de roten av produkten på n värden.

Was this helpful?
A mediana é o valor numérico do caso do meio ou que se encontra exactamente no percentil 50, quando todos os casos foram ordenados por ordem decrescente.


median: The median is the numerical value of the middle case or the case lying exactly on the 50th percentile, when all the cases have been rank-ordered from highest to lowest.

ΔIΑΜΕΣΟΣ: Η αριθμητική τιμή που καταλαμβάνει την μέση θέση σε μια σειρά τιμών που έχουν διαταχθεί σε φθίνουσα σειρά.

median: Det värde för ett ordnat datamaterial som delar materialet i två lika stora delar, dvs. det ligger lika många värden över medianen som under den.

Was this helpful?
Grandes animais visíveis a olho nu.


megafauna: Large animals visible to the naked eye.

Μεγαπανίδα : Ζώα μεγάλου μεγέθους ορατά με το γυμνό μάτι.

megafauna: Stora djur synliga med blotta ögat.

Was this helpful?
Maré média.


half tide: Mean tide.

Μισή παλίρροια : Μέση παλίρροια.

medeltidvattensnivå: Medelhöjd för tidvattnet.

Was this helpful?
(1) O tempo de actividade de radionúcleideo rádio para perder metade do seu valor por decomposição. (2) O tempo de sobrevivência de metade dos componentes individuais de um sistema instável. (3) O tempo que leva um indivíduo ou sistema biológico a eliminar metade de uma daterminada substância introduzida no mesmo.


half-life: (1) The time for the activity of a radionucleide to lose half of its value by decay. (2) The survival time of half the individual components of an unstable system. (3) The time taken for an individual or biological system to eliminate one-half of a given substance introduced to it.

ΗΜIΖΩΗ: (1) Ο χρόνος που απαιτείται για να μειωθεί στο ήμισυ της αρχικής της τιμής η ενεργότητα μιας ριαδιενεργού ουσίας που διασπάται (μεταστοιχειώνεται). (2) Ο χρόνος επιβίωσης των μισών από τα επί μέρους συστατικά ενός ασταθούς συστήματος. (3) Ο χρόνος που απαιτείται ώστε ένα άτομο ή βιολογικό σύστημα, να εξαλείψει τη μισή ποσότητα μιας ένωσης που εισάγεται σαυτό.

halveringstid: (1) Den tid det tar för hälften av atomkärnorna i ett radioaktivt grundämne att sönderfalla. (2) Överlevnadstiden hos hälften av beståndsdelarna hos ett instabilt system. (3) Den tid det tar för hälften av ett ämne som kommit in i en organism att utsöndras eller brytas ned.

Was this helpful?
Pequenos organismos bentónicos que passam através de um crivo de rede de 1mm mas são retidos por uma rede de 0,1 mm; macrobentos, microbentos.


meiobenthos: Small benthic organisms that pass through a 1 mm mesh sieve but are retained by a 0.1 mm mesh.

ΜΕΙΟΒΕΝΘΟΣ: Μικροί βενθικοί οργανισμοί που περνούν μέσα από κόσκινο ανοίγματος 1 mm αλλά κατακρατούνται από κόσκινο ανοίγματος 0.1 mm. Πρβ. μακροβένθος, μικροβένθος.

meiobentalen: Små bentiska organismer som kan passera genom ett 1 mm såll men fastnar i ett 0,1 mm såll.

Was this helpful?
Pequenos animais intersticiais que passam através de uma rede de 1mm, mas são retidos por uma rede de 0,1 mm.


meiofauna: The small interstitial animals that pass through a 1 mm mesh but are retained by a 0.1 mm mesh.

ΜΕΙΟΠΑΝΙΔΑ: Τα μικρά μεσοδιαστηματικά ζώα που περνούν από τα ανοίγματα κόσκινου 1mm αλλά κατακρατούνται από κόσκινο με άνοιγμα 0.1 mm.

meiofauna: De 0,1–1 mm stora djur som lever i vattnet i mellanrummen mellan sandkornen i en sandbotten.

Was this helpful?
BEP (Best Environmental Practice - Melhor Prática Ambiental): Um protocolo dirigido ao ambiente que deve ser seguido de modo a minimizar as interacções entre a aquacultura e outras actividades, cobrindo aspectos tais como os limites de descarga, métodos e eficiência alimentar, gestão de terapêuticos, recuperação do fundo marinho após aquacultura. Pode ser definido pelas autoridades reguladoras e pela indústria através de Códigos de Boas Práticas. Os BEP estão a ser desenvolvidos para a maioria d


best practicable environmental option: BEP (Best Environmental Practice): A defined environmental target protocol that should be followed to minimise interactions between aquaculture and other activities, covering aspects such as discharge limits, feeding methods and efficiency, management of therapeutics, fallowing to allow sea bed recovery. Can be defined by regulatory authorities and the industry in Codes of Practice. BEPs are being developed for most aquaculture systems and are often linked to BAT (Best Available Technology) requ

BEP (ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗΣ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ): Πρωτόκολλο το οποίο πρέπει να ακολουθείται με σκοπό την ελαχιστοποίηση των αλληλεπιδράσεων μεταξύ υδατοκαλλιεργειών και άλλων δραστηριοτήτων. Καλύπτει θέματα όπως μέγιστες συγκεντρώσεις αποβλήτων, μεθόδους τροφοδοσίας, διαχείριση θεραπευτικών, αγρανά- παυση με σκοπό την ανάκαμψη του βυθού κ.α. Είναι δυνατόν να καθορίζεται από εξουσιοδοτημένες αρχές και τη βιομηχανία. BEP έχουν αναπτυχθεί για τις περισσότερες μεθόδους καλλιέργειας και συνδέονται άμεσα με τις απαιτήσεις των BAT (Βέλτιστη Διαθέσιμη

bästa miljöpraxis: BMÅ (Bästa Miljöpraxis): Ett definierat miljömålsprotokoll som bör följas för att minimera interaktioner mellan akvakultur och andra aktiviteter. BMÅ behandlar aspekter såsom utsläppsgränser, utfodringsmetoder och -effektivitet, läkemedelshantering, bottenvändning för återhämtning av sjöbotten. BMÅ kan bestämmas av reglerande myndigheter och näringslivet enligt praxis. BMÅ utvecklas för de flesta akvakultursystemen och har ofta samband med BTT-krav (Bästa tillgängliga teknologi). Ett exempel är

Was this helpful?
As BATs são utilizadas pela indústria em conjunto com a Melhor Tecnologia Disponível que não Implique em Custos Excessivos (BATNEECs - Best Available Technology Not Entailing Excessive Cost) como um método aceitável para o controlo do impacte ambiental. A legislação europeia e internacional apoia a utilização das Melhores Praticas Ambientais/ Melhores Técnicas Disponíveis numa dupla abordagem ao controlo ambiental utilizando os Padrões de Qualidade Ambiental. Algumas autoridades reguladoras inco


best available technology (BAT): BATs are used by the industry in conjunction with BATNEECs (Best Available Technology Not Entailing Excessive Cost) as an acceptable method of controlling environmental impacts. European and international legislation supports the use of Best Environmental Practice/Best Available Techniques in a two-tier approach to environmental controls using Environmental Quality Standards. Some regulatory authorities incorporate in their aquaculture licence/permit/ consent procedures the requirement to use B

BAT (ΒΕΛΤΙΣΤΗ ΔΙΑΘΕΣΙΜΗ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ: Μεθοδολογία η οποία εφαρμόζεται από τη βιομηχανία με σκοπό τον έλεγχο των περι- βαλλοντικών επιπτώσεων μιας συγκεκριμένης δράσης χωρίς την υπερβολική αύξηση του κόστους της δράσης. Η ευρωπαϊκή αλλά και η διεθνής νομοθεσία υποστηρίζουν την εφαρμογή ενός πρωτοκόλλου δύο επιπέδων, αυτών της βέλτιστης Περιβαλλοντικής Πρακτικής/Βέλτιστης Διαθέσιμης Τεχνολογίας με σκοπό τον έλεγχο των επιπτώσεων με βάση τα διεθνή κριτήρια ποιότητας του περι- βάλλοντος. Οι αρχές ορισμένων κρατών, προκειμένου να ελαχιστ

bästa möjliga teknologi: BMT används av industrin tillsammans med BMP (Bästa miljöpraxis) som an acceptabel metod att kontrollera miljöpåverkan. Europeisk och internationell lag stödjer användandet av dessa begrepp i ett tvåhövdat angreppssätt för miljökontrol som använder miljökvalitetsmål. Vissa myndigheter lägger in krav på bästa miljöpraxis i sina tillstånd för att bedriva akvakultur.

Was this helpful?
Membros temporários do plancton.


meroplankton: Temporary members of the planktonic community.

Μεροπλαγκτόν : Περιστασιακά μέλη του πλαγκτόν.

meroplankton: Tillfälliga medlemmar i plankton samhället.

Was this helpful?
Pertencente à água salobra que tem uma salinidade entre 3-10 partes por mil ou água do mar que tem uma salinidade entre 30-34 partes por mil; cf.oligohalina.


mesohaline: Pertaining to brackish water having a salinity between 3-10 parts per thousand or sea water having a salinity between 30-34 parts per thousand.

ΜΕΣΟΑΛΜΥΡΟ: Χρησιμοποιείται γιά υφάλμυρο νερό με αλατότητα μεταξύ 3.0-10.0 ‰ ή γιά θαλασσινό νερό με αλατότητα μεταξύ 30 και 34‰. Πρβ. ολιγοαλμυρό.

mesohalin: Brackvatten med en salthalt på 3 till 10 promille eller havsvatten med en salthalt på 30 till 34 promille.

Was this helpful?
Instalação experimental isolada suficientemente grande para permitir o estudo ou exploração de ecossistemas naturais. Por exemplo, é utilizado para avaliar o impacto dos poluentes nos ecossistemas. Em aquacultura, refere-se à utilização de grandes sistemas de cultura em que são empregues sucessivas cadeias alimentares naturais de modo a criar alevins com dietas naturais.


mesocosm: Enclosed experimental facility large enough to allow natural ecosystems to be studied or exploited. For example, used for assessing the impact of pollutants on ecosystems. In aquaculture, used of large culture systems in which natural food-chain successions are employed to raise marine fish fry on natural diets.

ΜΕΣΟΚΟΣΜΟΣ: Μιά μέσης κλίμακας κλειστή πειραματική εγκατάσταση, χρησιμοποιούμενη κυρίως γιά την αξιολόγηση της επίδρασης των ρυπαντών στα φυσικά οικοσυστήματα. Ο όρος χρησιμοποιείται επίσης στην υδατοκαλλιέργεια γιά μεγάλα συστήματα καλλιέργειας που βασίζονται στην εκτροφή των γόνων βασιζόμενη σε φυσική δίαιτα που αξιοποιεί διαδοχικά στάδια της τροφικής αλυσίδας.

mesokosm: Slutet experiment system som är tillräckligt stort för att det ska gå att studera naturliga ekosystem. Används bl a för att studera gifters påverkan på ekosystem.

Was this helpful?
(1) Que prospera sob condições ambientais intermédias ou moderadas; algumas vezes limitado a condições de humidade moderada, ou a temperatura moderada. (2) Utilização de microorganismos que têm um crescimento óptimo entre 20-45 º C.


mesophile: (1) Thriving under intermediate or moderate environmental conditions; sometimes restricted to conditions of moderate moisture, or to moderate temperature. (2) Used of microorganisms having an optimum for growth between 20-450C.

ΜΕΣΟΦΙΛΟΣ: (1) αναπτυσσόμενος υπό μέσες περιβαλλοντικές συνθήκες. Μερικές φορές η χρήση του όρου περιορίζεται σε μέση υγρασία ή θερμοκρασία. (2) Χρησιμοποιείται γιά οργανισμούς με βέλτιστη ανάπτυξη μεταξύ 20-45°C.

mesofil: (1) Något som trivs under begränsade miljöförhållanden, t ex lite vatten eller låga temperaturer. (2) Används om mikroorganismer som har ett tillväxt optimum mellan 20-45 grader C.

Was this helpful?
A zona pelágica de profundiade intermédia, 200 - 1000 m.


mesopelagic: The pelagic zone of intermediate depth, 200 -1000 m.

ΜΕΣΟΠΕΛΑΓΙΚΗ: Η πελαγική ζώνη ενδιάμεσου βάθους, 200-1000 μέτρα.

mesopelagisk: Den pelagiska zon som ligger mellan 200 och 1000 meter.

Was this helpful?
Os organismos que vivem nos espaços intersticiais do sedimento arenoso; psamófilos


mesopsammon: Those organisms living in the interstitial spaces of a sandy sediment; psammon.

ΜΕΣΟΨΑΜΜΟΝ: Οι οργανισμοί που ζούν στα μεσοδιαστήματα (διάκενα) του αμμώδους ιζήματος. Ψαμμόν.

mesopsammon: Organismer som lever i mellanrummet mellan sandkornen.

Was this helpful?
Organismos zooplanctónicos com tamanho de 500µ.


mesozooplankton: Zooplankton organisms of 500µsize.

Μεσοζωοπλαγκτόν : Οργανισμοί ζωοπλαγκτού μεγέθους 500μm.

mesozooplankton: Zooplankton organiser med en storlek på ungefär 500 mikrometer.

Was this helpful?
O processo bioquímico pelo qual os alimentos são transformadas em matéria complexa (anabolismo, q.v.), substâncias complexas são decompostas em substâncias simples (catabolismo, q.v.), e a energia é disponibilizada para a utilização por um organismo.


metabolism: The biochemical processes by which feed stuffs are transformed into complex matter (anabolism), complex substances are decomposed into simple ones (catabolism), and energy is made available for use by an organism.

ΜΕΤΑΒΟΛΙΣΜΟΣ : Βιοχημικές διεργασίες με τις οποίες αποθέματα τροφής μετασχηματίζονται σε σύνθετη ύλη (αναβολισμός), σύνθετες ουσίες αποσυντίθενται σε απλές (καταβολισμός), με αποτέλεσμα την απελευθέρωση χρήσιμης ενέργειας για τον οργανισμό.

metabolism: Alla de biokemiska reaktioner som försiggår i levande organismer. Dessa reaktioner kan grovt delas in i två typer. Med katabolism menas de reaktioner där energirika kemiska föreningar bryts ned och energin görs tillgänglig för cellernas behov. Anabolism avser reaktioner som ur enkla föreningar bygger upp de stora och komplicerade molekyler som celler och vävnader består av.

Was this helpful?
A taxa metabólica mínima necessária para manter processos vitais básicos, normalmente descrita e medida pela quantidade de oxigénio consumido por unidade de tempo por um animal de determinado peso enquanto em descanso num estado pós absortivo (e.g. nos humanos 14 a 18 horas após a ingestão de alimento).


basal metabolism: The amount of oxygen consumed per unit of time by an animal of given body weight while at rest in the post-absorptive state (e.g. in humans 14-18 hours after ingestion of food)

ΒΑΣIΚΟΣ ΜΕΤΑΒΟΛIΣΜΟΣ: Ο ελάχιστος μεταβολικός ρυθμός που απαιτείται για την διατήρηση της ζωής. Συνήθως περιγράφεται και μετρείται ως η ποσότητα του οξυγόνου που καταναλώνεται ανά μονάδα χρόνου από ένα ζώο δεδομένου βάρους ενώ αναπαύεται μετά την χώνευση (π.χ. στον άνθρωπο 14-18 ώρες μετά την χώνευση).

basalmetabolism: Se BASAL METABOLISM. ( Lägsta metaboliska aktiviteten som krävs för att bibehålla grundläggande livsprocesser. Den beskrivs och beräknas som mängden syre konsumerat per tidsenhet av ett djur med fastställd kroppsvikt, vid det postabsorbtiva vilostadiet (t.ex hos männsikor, 14-18 timmar efter intagandet av föda).

Was this helpful?
Produtos da actividade metabólica dos organismos marinhos ( i.e. fitoplancton ) que são libertados na água e que podem afectar a distribuição de outros organismos.


external metabolites: Products of the metabolic activity of marine organisms (i.e. phyto- plankton) which are released in the water and which may affect the distribution of other organisms.

Εξωτερικοί μεταβολίτες: Παράγωγα του μεταβολισμού των θαλάσσιων οργανισμών (π.χ. φυτοπλαγκτόν) και τα οποία απελευθερώνονται στο νερό και μπορούν να επηρεάσουν την κατανομή άλλων οργανισμών.

externa metaboliter: Produkter av marina organsimers (t.ex fytoplankton) metaboliska aktiviteten, som släpps i vattnet och kan påverka andra arters utbredning.

Was this helpful?
Proteína simples contendo metais, tais como Zinco, Cobre, Cadmio, etc. Pode servir como depósito para substâncias metais contaminadoras.


metallothionein: Simple protein containing metals such as Zinc, Copper, Cadmium, etc. Can act as a store for metal contaminants.

Μεταλλοθειονίνη : Απλή πρωτεΐνη που περιέχει μέταλλα όπως ψευδάργυρο, χαλκό, κάδμιο, κ.τ.λ. Και η οποία μπορεί να λειτουργήσει σαν αποθήκη μεταλλικών προσμίξεων.

metallothionein: Enkla proteiner som inehåller metaller som t.ex. Zink, koppar, kadmium, etc. Kan fungera somlagringsplats för föroreningar.

Was this helpful?
A alteração de forma ou estrutura, particularmente na transição de um estado de desenvolvimento para outro, como nos peixes, moluscos e crustáceos. É especialmente marcada nos peixes achatados (solhas, linguados).


metamorphosis: The change of shape or structure, particularly in the transition of one developmental stage into another, as in fish, shellfish and crustacea. This is particularly marked in flatfish.

ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ: Μορφολογική ή δομική αλλαγή, ιδίως κατά την μετάβαση από ένα στάδιο ανάπτυξης σε ένα άλλο, όπως στα ψάρια, τα μαλάκια και τα καρκινοειδή. Ιδιαίτερα εμφανής στα πλατύψαρα.

metamorfos: Förvandling, omvandling. den process hos djur genom vilken en larv övergår till vuxen. Särskilt märkbar är metamorfosen hos insekter, manteldjur, groddjur och marina djurgrupper med mer eller mindre långvarigt pelagiskt larvstadium.

Was this helpful?
Gas derivado de decomposição natural ou anaerobica.


methane: A gas derived from the anaerobic breakdown of organic matter.

Μεθάνιο : Αέριο το οποίο προέρχεται από την φυσική ή αναερόβια αποσύνθεση.

metan: En gas som bildas vid anaerob nedbrytning av organiskt material.

Was this helpful?
Este termo indica um protocolo específico de amostragem (q.v.) .


sampling method: This term denotes a specific protocol for sampling.

ΔΕIΓΜΑΤΟΛΗΨIΑΣ ΜΕΘΟΔΟΣ: Συνώνυμος με τον όρο "πρωτόκολλο δειγματοληψίας" που περιλαμβάνει μια σειρά προδιαγραφών που πρέπει να τηρούνται κατά την απόληψη δειγμάτων.

provtagnings metod: Avser en specifik metod vid provtagningen.

Was this helpful?
(1) Pequenos animais não visíveis a olho nú. (2) Um grupo localizado de animais. (3) Os animais de um microhabitat; cf. Microflora.


microbenthos: (1)Small animals not visible to the naked eye. (2) A localized group of anmals. (3) The animals of a microhabitat.

ΜΙΚΡΟΒΕΝΘΟΣ: Μικρού μεγέθους βενθικοί οργανισμοί (μικρότεροι από 0.062 mm). Η ομάδα αυτή αποτελείται κυρίως από πρωτόζωα και βακτήρια. Πρβλ. Μακροβένθος και Μειοβένθος

mikrobentalen: (1) Små djur ej synliga för blotta ögat. (2) En lokal grupp av djur (3) Djuren i ett mikrohabitat; jmf mikroflora.

Was this helpful?
Que se alimenta de pequenos organismos e partículas; um termo generalizado que abrange termos mais específicos como bactívoros (que se alimenta de bactérias) e algumas vezes algívoros (que se alimenta de algas); cf. Macrófago.


microphagous: Feeding on small or minute organisms and particles; a generalized term that embraces more specific terms such as bactivorous (feeding on bacteria) and sometimes algivorous (feeding on algae).

ΜΙΚΡΟΦΑΓΟΣ: Τρεφόμενος με μικρά ή πολύ μικρά τεμάχια τροφής. Γενικευμένος όρος που χρησιμοποιείται στην περίπτωση της ολοζωϊκής διατροφής. Περιλαμβάνει ιδιαίτερα τους βακτηριοβόρους (τρεφόμενους με βακτήρια) και φυκοβόρους οργανισμούς. Πρβ. μακροφάγος.

mikrofagi: Lever av små organismer eller partiklar; en generell term som innefattar mer specifika termer som "bactivorous" (lever av bakterier), "algivorous" (lever av alger).

Was this helpful?
(1) Pequenas plantas não visíveis a olho nú. (2) Uma flora localizada. (3) As plantas de um microhabitat; cf. Microfauna.


microphagous: Feeding on small or minute organisms and particles; a generalized term that embraces more specific terms such as bactivorous (feeding on bacteria) and sometimes algivorous (feeding on algae).

ΜΙΚΡΟΦΑΓΟΣ: Τρεφόμενος με μικρά ή πολύ μικρά τεμάχια τροφής. Γενικευμένος όρος που χρησιμοποιείται στην περίπτωση της ολοζωϊκής διατροφής. Περιλαμβάνει ιδιαίτερα τους βακτηριοβόρους (τρεφόμενους με βακτήρια) και φυκοβόρους οργανισμούς. Πρβ. μακροφάγος.

mikrofagi: Lever av små organismer eller partiklar; en generell term som innefattar mer specifika termer som "bactivorous" (lever av bakterier), "algivorous" (lever av alger).

Was this helpful?
Migração de organismos que ocorre através do Canal do Suez.


Lessepsian migration: Migration of organisms occurring through the Suez canal.

Λεσσεψιανή μετανάστευση : Μετανάστευση των οργανισμών που περνάνε μέσα από το κανάλι του Σουέζ.

Lessepsisk vandring: Vandring av organismer genom Suez kanalen.

Was this helpful?
A deslocação dos peixes das zonas de alimentação ou de passagem do inverno para as zonas de desova.


spawning migration: The movement of fishes from the feeding or overwintering grounds to the spawning grounds.

ΓΑΜΕΤΟΤΟΚIΑΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ: Η μετακίνηση των ψαριών από τα πεδία διατροφής ή διαχείμασης στα πεδία ωοτοκίας.

kläcknings migration: Förflyttning hos fiskar från födosöksplats eller övervintringslokal till lekområde.

Was this helpful?
O movimento vertical dos componentes animais do plancton.


vertical migration of zooplankton: The vertical movement of animal members of plankton.

Κατακόρυφη μετανάστευση του ζωοπλαγκτόν : Η κάθετη κίνηση των ζωικών μελών του πλαγκτόν.

vertikal migration: Den vertikala förflyttningen av djurplankton i vattenmassan.

Was this helpful?
Movimentação diária dos organismos entre diferentes profundidades.


diurnal vertical migration: Daily movement of organisms between different depths.

Ημερήσια κάθετη μετανάστευση : Η καθημερινή κίνηση των οργανισμών μεταξύ διαφορετικών βαθών.

daglig vertikal migration: Organismers dagliga förflyttning mellan olika djup.

Was this helpful?
(1) Comportamental. Movimentos periódicos de organismos aquáticos e outros organismos com a finalidade da reprodução, alimentação e/ou hibernação; nalguns casos envolvendo uma mudança do tipo de habitat, e.g. As migrações de peixes anádromos, tal como o salmão, peixes catádromos, tal como as enguias. (2) Genética: Movimentos de indivíduos de uma população para outra, resultando num desvio genético; afecta a frequência genática e é um contribuinte importante para os processos evolutivos sendo, po


migrations: (1) ) Behavioural. Periodic movements of aquatic and other organisms for the purpose of reproduction, feeding, and / or wintering; in some cases involving a change in habitat type, e.g., migrations of anadromous fish such as salmon, catadromous fish such as eels. (2). Genetic: Movements of individuals from one population to another, resulting in genetic drift; affects gene frequency and is a major contributor to evolutionary processes and is therefore important in designing breeding programmes.

ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ : (1) Ηθολογικά. Περιοδική μετακίνηση υδρόβιων και άλλων οργανισμών με σκοπό την αναπαραγωγή, την εύρεση τροφής και / ή την διαχείμαση. Σε πολλές περιπτώσεις συμπεριλαμβάνει την αλλαγή ενδιαιτήματος, π.χ. η μετανάστευση ανάδρομων ψαριών όπως είναι ο σολομός ή κατάδρομων ψαριών όπως είναι τα χέλια. (2) Γενετική. Μετακίνηση ατόμων μεταξύ πληθυσμών με αποτέλεσμα τη γενετική παρέκκλιση η οποία αλλάζει τις γονιδιακές συχνότητες και αποτελεί σημαντική εξελικτική διεργασία. Αποτελεί για αυτό το λόγο σημα

migration: (1) Beteende. Periodvis förflyttning av organismer för parning, födosök eller övervintring. (2) Genetisk. Förflyttning av individer från en population till en annan, vilket resulterar i genetisk drift.

Was this helpful?
Uma unidade de comprimento igual à distância média de um minuto de latitude à superfície da Terra. Esta distância é considerada como sendo de 1,852 metros no sistema SI, 6080 pés pelo Instituto Hidrográfico Britânico ou 6082,27 pés pelo Serviço Hidrográfico Norte-Americano.


nautical mile: A unit of length equal to the average distance on the EarthΪs surface subtended by one minute of latitude. This distance is variously considered to be 1852 metres in the SI system, 6080 feet by the British Hydrographic Office or 6082.27 feet by the US Coastal Survey.

ΝΑΥΤΙΚΟ ΜΙΛΙ (ΔΙΕΘΝΕΣ) : Μονάδα μήκους ίση προς 1852 μέτρα στο σύστημα SI. Η μέση απόσταση στην επιφάνεια της γής η οποία αντιστοιχεί σε γεωγραφικό πλάτος ενός πρώτου λεπτού.

nautisk mil: Sjömil eller nautisk mil, inom sjö- och luftfart vanlig längdenhet (1 852 m i SI systemet), som också kallas distansminut. Ordet användes förr om 1/15 latitudgrad, dvs. fyra nutida sjömil (7 408 m).

Was this helpful?
Ambiente característico de um organismo ou população.


milieu: The characteristic surroundings of an organism or population.

ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΜΕΣΟ: Το χαρακτηριστικό περιβάλλον στο οποίο ζει ένας οργανισμός ή ένας πληθυσμός.

miljö: En organism eller populations omgivning.

Was this helpful?
Termo usado nas unidades de recirculação e aquários para descrever a decomposição da matéria orgância nos seus constituintes inorgânicos, e.g. amonificação onde a matéria orgânica se decompõe em amónia.


mineralization: Term used in recirculation units and aquaria to describe the breakdown of organic matter to its inorganic constituents, e.g. ammonification where the organic matter decomposes to ammonia.

ΑΝΟΡΓΑΝΟΠΟIΗΣΗ: Ορος χρησιμοποιούμενος σε μονάδες ανακύκλωσης και ενυδρεία για την περιγραφή της διάσπασης της οργανικής ύλης στα ανόργανα συστατικά της, π.χ. αμμωνιοποίηση όπου η οργανική ύλη αποσυντίθεται σε αμμωνία.

mineralisering: Process i naturen där organiskt material, främst döda växter, svampar, alger och djur, omvandlas till framför allt oorganiska molekyler.

Was this helpful?
Em estatística, uma técnica de adaptação de linhas (curva) e de estimação dos parâmetros das equações correspondentes. Implica, testar os parâmetros por repetição de modo a minimizar a soma das diferenças quadradas entre os valores observados e os respectivos valores esperados.


least squares, method of: In statistics, a technique of line (curve) fitting and of estimating the parameters of the corresponding equation. It involves, testing the parameters by iteration to minimize the sum of the squared differences between the observed values and their respective expected values.

ΕΛΑΧIΣΤΩΝ ΤΕΤΡΑΓΩΝΩΝ, ΜΕΘΟΔΟΣ: Στατιστική μέθοδος για ην προσαρμογή στα πειραματικά δεδομένα και για την εκτίμηση των παραμέτρων της αντίστοιχης εξίσωσης κατά τρόπον, ώστε να ελαχιστοποιεί το άθροισμα των τετραγώνων των διαφορών ανάμεσα στις παρατηρούμενες τιμές και τις τιμές που προκύπτουν από την εξίσωση.

minsta-kvadrat-metoden: Matematisk och statistisk metod att anpassa funktionssamband till data, särskilt använd för linjära regressionsmodeller.

Was this helpful?
(1) A condição ou tipo de um estímulo ou sensação. (2) Em estatística, a condição de ter um (unimodal), dois (bimodal) ou mais (polimodal) modos ou picos numa distribuição de frequência (q.v.).


modality: (1) The state or quality of a stimulus or sensation. (2) In statistics, the state of having one (unimodal), two (bimodal) or more (polymodal) modes or peaks in a frequency distribution.

ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΕΡΕΘΙΣΜΑΤΟΣ: (1) Η κατάσταση ή η ποιότητα ενός ερεθίσματος ή μιάς αίσθησης. (2) ΑΡΙΘΜΟΣ ΣΗΜΕΙΩΝ ΚΑΜΠΗΣ : Στην στατιστική, η κατάσταση κατά την οποία μία κατανομή συχνοτήτων (βλ.λ) έχει μία (μονοκόρυφη), δύο (δικόρυφη) ή περισσότερες (πολυκόρυφη) κορυφές δηλ. πιθανότερες τιμές.

modalitet: (1) Tillståndet eller kvaliten hos ett stimuli eller förnimmelse. (2) Inom statistiken en term som beskriver antalet toppar i en fördelning; en (unimodal), två (bimodal), flera (polymodal).

Was this helpful?
A representação de um sistema por um um sistema matemático análogo, obedecendo a certas condições específicas, cujo comportamento é utilizado para simular e interpretar um sistema físico ou biológico.


modelling: The representation of a system by a mathematical analogue, obeying certain specified conditions, whose behaviour is used to simulate and interpret a physical or biological system.

ΚΑΤΑΡΤΙΣΗ ΜΟΝΤΕΛΟΥ: Η παράσταση ενός συστήματος από ένα μαθηματικό ανάλογο. Η συμπεριφορά χρησιμοποιείται για την προσομοίωση και ερμηνεία ενός φυσικού ή βιολογικού συστήματος υπό καθορισμένες συνθήκες.

modellering: Ett försök att förklara ett system med matematiska analoger.

Was this helpful?
Animais de corpo mole e conchas calcárias com 1-18 partes ou secções; nalgumas espécies a concha está ausente ou é de tamanho reduzido, e.g., bivalves, cefalópodes e gastrópodes.


molluscs: Animals with soft body coverings and limy shells of 1-18 parts or sections; in some species the shell is lacking or reduced in size, e.g., bivalvia, cephalopods and gastropods.

ΜΑΛΑΚΙΑ: Ζώα με μαλακά σωματικά καλύμματα και ασβεστικά όστρακα με 1-18 τμήματα. Σε μερικά είδη το όστρακο είναι υποπλασμένο ή απουσιάζει. Παραδείγματα: Δίθυρα, Κεφαλόποδα, Γαστερόποδα.

mollusker: Djur med mjuk kroppsbeklädnad och kalkskal uppbyggt av 1-18 delar, hos vissa arter är skalet reducerat eller saknas helt.

Was this helpful?
Corrente sazonal do Oceano Índico que corre para Este e Sudeste através do Mar Arábico e Baía de Bengala. Durante o verão do hemisfério norte esta corrente forma a parte norte e nordeste da circulação oceânica no sentido dos ponteiros do relógio da parte norte do Oceano Índico. Durante o inverno do hemisfério norte a corrente da monção é substituída uma corrente equatorial norte direccionada para oeste.


monsoon: A seasonal Indian Ocean current flowing eastward and southeastward across the Arabian Sea and the Bay of Bengal. During the northern hemisphere summer this current forms the northern and northeastern part of the general clockwise oceanic circulation of the northern part of the Indian Ocean. During the northern hemisphere winter the monsoon current is replaced by a westward setting north equatorial curent.

ΜΟΥΣΩΝΑΣ: Ονομα εποχιακών ανέμων (προέρχεται από την Αραβική λέξη mausim, εποχή). Αρχικά χρησιμοποιήθηκε γιά τους ανέμους της Αραβικής θάλασσας, που πνέουν επί έξι μήνες από βορειοανατολικά και επί έξι μήνες από νοτιοδυτικά, αλλά η χρήση του επεκτάθηκε σε συναφείς ανέμους σε άλλες περιοχές του κόσμου. Οι μουσώνες είναι ισχυρότεροι στην νότια και ανατολική πλευρά της Ασίας, της μεγαλύτερης χερσαίας μάζας. Μουσώνες παρατηρούνται επίσης στις ακτές των τροπικών περιοχών, όπου η πλανητική κυκλοφορία δεν εί

monsun: Vind som orsakas av skillnader i temperatur mellan hav och kontinenter, vilka är varma på sommaren och kalla på vintern. Monsunen växlar regelbundet riktning med årstiderna.

Was this helpful?
Um processo que consiste em análises regulares e registo dos resultados.


monitoring: A process consisting of regular investigations and the recording of findings.

ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ: Διαδικασία η οποία συνίσταται στην συνεχή μέτρηση και την καταγραφή των αποτελεσμάτων.

monitoring: Att regelbundet undersöka och notera vad man ser.

Was this helpful?
O cultivo ou cultura de uma única colheita ou espécie em exclusão de outras.


monoculture: The cultivation or culture of a single crop or species to the exclusion of others.

ΜΟΝΟΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑ: Η καλλιέργεια ή εκτροφή ενός και μόνον είδους.

monokultur: Odling eller odlandet av endast en gröda eller art.

Was this helpful?
Que faz uso apenas de um tipo de alimentação; que se alimenta de uma única espécie ou fonte alimentar. Sin. Monotrófico; unívoro; cf. Polífago.


monophagous: Utiliing only one kind of food; feeding upon a single species or food resource. Syn. monotrophic; univorous.

ΜΟΝΟΦΑΓΟΣ: Χρησιμοποιών ένα μόνο είδος τροφής, τρεφόμενος με ένα μόνο είδος ή μια μόνο πηγή τροφής (συνων. μονοτροφικός, μονοβόρος). Πρβλ. πολυφάγος.

monofagi: Utnyttjandet av endast en födokälla; leva av en enda art eller resurs; jmf polyphagous.

Was this helpful?
O ramo da biologia que se ocupa da forma e da estrutura.


morphology: The branch of biology dealing with form and structure.

ΜΟΡΦΟΛΟΓΙΑ: Ο κλάδος της βιολογίας που ασχολείται με την μορφή και τη δομή.

morfologi: Den del av biologin som handlar om form och struktur.

Was this helpful?
A medição da forma externa e da estrutura; a caracterização da forma para efeitos de análise quantitativa.


morphometry: The measurement of external form and structure; the characterization of form for quantitative analysis.

ΜΟΡΦΟΜΕΤΡΙΑ: Η μέτρηση της εξωτερικής μορφής και δομής, ο χαρακτηρισμός της μορφής γιά ποσοτική ανάλυση.

morfometri: Mätningar av utsidans form och struktur; karaktärisering av utseendet för kvantitativ analys.

Was this helpful?
A proporção de mortes numa porção específica de uma população ou a proporção de mortes num grupo de indivíduos; cf. Morte.


mortality: The proportion of deaths in a specified portion of a population or the proportion of deaths in a group of individuals.

ΘΝΗΣIΜΟΤΗΤΑ : Η ποσοστό θανάτων σε μιά ορισμένη μερίδα του πληθυσμού ή η αναλογία θανάτων σε μία ομάδα ατόμων.

mortalitet: Dödsfrekvens i en population eller i en grupp individer.

Was this helpful?
Mortalidade relacionada com a densidade populacional. Ver DEPENDÊNCIA DE DENSIDADE


density dependent mortality: Mortality related to the population density.

ΠΥΚΝΟ-ΕΞΑΡΤΩΜΕΝΗ ΘΝΗΣΙΜΟΤΗΤΑ: Θνησιμότητα που σχετίζεται με την πυκνότητα του πληθυσμού.

densitetsberoende mortalitet: Mortalitet som står i samband med populationsdensitetet.se DENSITETSBEROENDE

Was this helpful?
A cessação total e irreversível de todos os processos vitais.


death: The total and irreversible cessation of all life processes.

ΘΑΝΑΤΟΣ: Η ολική και μη αναστρέψιμη παύση όλων των διεργασιών της ζωής.

död: Den totala och irreversibla upphävandet av alla livsprocesser.

Was this helpful?
A perda de animais num lago, tanque ou outra massa de água em resultado de uma espessa cobertura de gelo, que restringe a fotossíntese e conduz à deplecção do oxigénio. Pode também referir-se a uma situação em que as ostras, no leito intertidal, gelam e morrem quando expostas a temperaturas frias durante a maré baixa.


winterkill: The loss of animals in a lake, pond, or other water body as a result of heavy ice cover, which restricts photosynthesis and leads to oxygen depletion. Can also refer to a condition in which oysters are frozen and die when exposed to cold temperatures at low tide in intertidal beds.

ΧΕΙΜΕΡΙΝΑΠΩΛΕΙΕΣ: Απώλειες των οργανισμών σε μια λίμνη, υδατοσυλλογή ή άλλο υδατικό σύστημα οφειλόμενες στον σχηματισμό πάγου, ο οποίος εμποδίζει την φωτοσύνθεση και οδηγεί σε εξάντληση του οξυγόνου. Επίσης, απώλειες των στρειδιών που παγώνουν όταν εκτίθενται σε χαμηλές θερμοκρασίες κατά την ρηχία στην διαπαλιρροιακή ζώνη.

vinterdöd: Förlusten av djur i en damm eller annan vattenkropp till följd av kraftigt is, vilket leder till minskad fotosyntes och syrebrist i vattnet. Kan också syfta på t.ex.ostron i tidvattenzonen som dör av kyla under låvatten.

Was this helpful?
A secreção viscosa das glândulas mucosas que contêm mucina.


mucus: The slimy secretion of the mucous glands containing mucin.

ΒΛΕΝΝΑ: Το γλοιώδες έκκριμα των βλεννογόνων αδένων το οποίο περιέχει βλεννίνη.

mucus: Slemmigt sekret som utsöndras av speciella körtlar och innehåller mucin.

Was this helpful?
Muda periódica da cobertura exterior, tal como o exosqueleto nos artrópodes (camarões, caranguejos, lagostas). Após a muda os espécimes ficam particularmente vulneráveis aos predadores. Na Aquacultura estas fases de muda têm particular importância devido a uma vulnerabilidade acrescida ao canibalismo.


moulting: Periodic shedding of the outer covering, such as the exoskeleton in the Arthropoda (shrimps, crabs, lobsters). After moulting specimens are particularly vulnerable to predation. In aquaculture these moulting phases are of particular importance because of the increased vulnerability to cannibalism.

ΕΚΔΥΣΗ: Περιοδική εποβολή του εξωτερικού καλύμματος, όπως ο εξωσκελετός στα Αρθρόποδα (γαρίδες, καβούρια, αστακοί κλπ). Μετά την έκδυση τα άτομα είναι ιδιαίτερα ευάλωτα στην θήρευση. Στην υδατοκαλλιέργεια αυτές οι φάσεις έκδυσης είναι ιδιαιτέρας σημασίας λόγω της αυξημένης τρωτότητας στον καννιβαλισμό.

ömsning: Utbyte av den yttre beklädnaden, sker ofta periodvis. Vanligt hos bl a kräftdjur, Efter ömsningen är djuren ofta extra sårbara.

Was this helpful?
Uma alteração da sequência base de uma molécula de ADN ou ARN. As mutações envolvem normalmente a mudança de uma base por outra (mutação pontual) ou a adição ou eliminação de um ou mais nucleótidos. Este fenómeno conduz frequentemente a uma má interpretação das sequências de codão pelos ribossomas durante a síntese de proteínas (conduzindo a uma proteína defeituosa ou ausente). Tais mutações são chamadas mutações estruturais. As mutações pontuais podem ser silenciosas (dado que cada aminoácido


mutation: An alteration of the base sequence of a DNA or RNA molecule. Mutations usually involve the changing of one base for another (point mutation) or to the addition or deletion of one or more nucleotides. This will often lead to the misreading of codon sequences by the ribosome during protein synthesis (leading to a defective or absent protein). Such mutations are then termed frameshift mutations. Point mutations may be silent (as each amino acid may be coded by several codons) or lead to the substit

ΜΕΤΑΛΛΑΞΗ : Αιφνίδια και κληρονομήσιμη μεταβολή του γενετικού υλικού, συχνότατα μεταβολή ενός μόνο γονιδίου μέσω διπλασιασμού, αντικατάστασης ή διαγραφής ενός αριθμού ζευγών βάσεων του DNA. Οι οργανισμοί που έχουν υποστεί μετάλαξη ονομάζονται μεταλλαγμένοι.

mutation: En bestående förändring i det genetiska materialet vilken kan överföras till kommande cellgenerationer. Om mutationen uppkommer i en könscell kommer förändringen att återfinnas i avkommans alla celler.

Was this helpful?
Iniciação da mutação de um gene ou cromossoma; iniciação de um aumento da taxa de mutação espontânea.


mutagenesis: Initiation of a gene or chromosome mutation; initiation of an increase of the spontaneous mutation rate.

ΜΕΤΑΛΛΑΞΟΓΕΝΕΣΗ : Προκαλούμενη μετάλλ- αξη ενός γονιδίου ή χρωμοσώματος ή προκαλού- μενη αύξηση του ρυμθού των αυθόρμητων μεταλλάξεων.

mutagenes: Påbörjandet av en gen- eller kromosommutation; påbörjandet av en ökning i den spontana mutationshastigheten.

Was this helpful?

Contact us

Please contact AMC Limited for any queries:

  • Hot line: +353 1 874 7088
You are here: Home Resources & Services Multilingual glossaries GLOSSARIES