AMC LIMITED

L

Termo escocês (irlandês) para descrever lagos interiores e estuários estreitos.


loch-lough: Scottish (Irish) term describing inland lakes and narrow estuaries.

ΛΟΧ: Ορος που χρησιμοποιείται στη Σκωτία και Ιρλανδία για την περιγραφή εσωτερικών λιμνών και στενών εκβολών.

loch-lough: Skottskt (irländskt) ord för sjö eller smalt delta område.

Was this helpful?
Uma massa de água pouco profunda, tal como um reservatório ou um lago, que pode ter uma saída para o mar pouco profunda e reduzida.


lagoon: A shallow body of water, such as a pond or lake, which may have a shallow, restricted outlet to the sea.

ΛΙΜΝΟΘΑΛΑΣΣΑ: Αβαθής υδάτινη μάζα, σαν λίμνη, η οποία επικοινωνεί με την θάλασσα με μία ρηχή και στενή δίοδο.

lagun: Strandnära, lugnt vattenområde innanför en sandrevel eller ett korallrev, som bildar en naturlig vågbrytare.

Was this helpful?
Sedimento depositado pela água num canal, porto ou rio.


silt: Sediment deposited by water in a channel, harbour or river.

ΙΛΥΣ (Λάσπη): Iζημα (βλ.λ) αποτιθέμενο από το νερό σε διαύλους, λιμένες ή ποτάμια.

silt: Sediment som avsatts i kanaler, hamnar eller floder.

Was this helpful?
Sedimento marinho de cor verde, contendo ferro, argila fina e matéria orgânica.


green mud: A marine sediment of green colour, containing ferrous iron, fine clay and organic matter.

Πράσινη λάσπη : Θαλάσσιο ίζημα πράσινου χρώματος, το οποίο περιέχει υποξείδιο του σιδήρου, λεπτή άμμο, και οργανική ύλη.

grönslam: Grönt, marint sediment som innehåller ferroföreningar, finkornig lera och organisk material.

Was this helpful?
Matéria detrítica pelágica ou terrigena consistindo de partículas mais pequenas do que areia, isto é, um sedimento indiferenciado constituído por partículas a maioria das quais se encontram dentro da gama dos sedimentos argilosos mais pequenas do que 0.0025 polegadas (0.0625 mm).


mud: Pelagic or terrigeneous detrital material consisting of particles smaller than sand, that is, an undifferentiated sediment made up of particles mostly within the silt-clay range smaller than 0.0025 inch (0.0625 mm).

ΙΛΥΣ: πελαγικό ή χερσογενές μέρος του τριπτού αποτελούμενο από κόκκους μικρότερους από εκείνους της άμμου, το οποίο συνιστά αδιαφοροποίητο ίζημα απαρτιζόμενο κατά κύριο λόγο από ιλυο-αργιλώδεις κόκκους διαμέτρου μικρότερης από 0.0625 χιλιοστά.

lera: Slammaterial som består av partiklar mindre än sand; d v s, en sedimentblandning av partiklar i silt-ler storleksklassen mindre än 0,0625mm.

Was this helpful?
Sedimentos finos contendo óleo ou água, utilizados durante as perfurações, com o objectivo de manter um ponto de pressão, lubrificar a broca e trazer para a superfície os fragmentos.


drilling mud: Fine sedimentary material containing oil or water, used during oil drilling in order to maintain a head of pressure, to lubricate the drill and carry the cuttings back to the surface.

Λάσπη εξόρυξης : Λεπτή ιζηματογενής ύλη που περιέχει πετρέλαιο ή νερό και χρησιμοποιείται κατά την διάρκεια της εξόρυξης πετρελαίου για την διατήρηση της πίεσης, την λίπανση του τρυπανιού και τη μεταφορά των the cuttings πίσω στην επιφάνεια.

borrslam: Finkornigt ämne som innehåller olja eller vatten och används vid oljeborrning för att bibehålla tryck, smörja borren och förflytta ämnen upp till ytan.

Was this helpful?
Componente sólido/semi-sólido das águas domésticas nas centrais de tratamento de esgotos.


sludge(sewage): The solid/semi-solid component of domestic waste water in sewage treatment plants.

Λάσπη (αστικά απόβλητα) : Το στερεό/ημιστερεό συστατικό των αστικών υγρών αποβλήτων σε σταθμούς επεξεργασίας λυμάτων.

slam: Den fasta/halvfasta delen av hushållsavloppsvatten i vattenreningsverk.

Was this helpful?
(1) Em terminologia de praia, a zona relativamente plana de largura variável, que se estende da zona de rebentação para o lado do mar até à margem da plataforma continental. (2) A direcção para o mar a partir da costa.


offshore: (1) In beach terminology, the comparatively flat zone of variable width, extending from the breaker zone to the seaward edge of the continental shelf. (2.) The seaward direction from the shore.

ΑΝΟIΚΤΟ ΠΕΛΑΓΟΣ (ΑΝΟIΧΤΑ): Στην παραλιακή ορολογία η σχετικά επίπεδη ζώνη μεταβλητού πλάτους, εκτεινόμενη από την ζώνη θραύσης των κυμάτων έως το όριο της υφαλοκρηπίδας. (2) H κατεύθυνση από την ακτή προς την θάλασσα.

utanför kusten: (1) Den jämförelsevis platta zonen av varierande bredd som sträcker sig från vågbrytarzonen till kontinentalbranten. (2) Riktningnen från stranden ut mot havet.

Was this helpful?
Fase da vida de um organismo desde o início da alimentação exogena até a metamorfose para a fase de juvenil. No estado larvar o animal difere muito em aparência e comportamento de um juvenil ou de um adulto


larva: An organism from the beginning of exogenous feeding to metamorphosis into juvenile. At tle larval stage the animal differs greatly in appearance and behaviour from a juvenile or an adult.

ΠΡΟΝΥΜΦΗ: Στάδιο ζωής ενός οργανισμού από την αρχή της εξωγενούς θρέψης μέχρι την μεταμόρφωση σε νεαρό άτομο. Στο προνυμφικό στάδιο το ζώο διαφέρει σημαντικά σε εμφάνιση και συμπεριφορά από το νεαρό και το ενήλικο.

larv: Hos djur oftast fritt levande ungdomsstadium som till sin byggnad och funktion markant avviker från de vuxna, dvs. könsmogna, individerna.

Was this helpful?
Que produz ovos que são chocados internamente com a libertação de larvas com movimentação livre; cf. Ovíparo, ovovivíparo, vivíparo.


larviparous: Producing eggs that are hatched internally with release of free-living larvae.

ΠΡΟΝΥΜΦΟΤΟΚΟΣ: Οργανισμός που παράγει αυγά τα οποία εκκολάπτονται εσωτερικά και τίκτει προνύμφες που ζουν ελεύθερες. Πρβ. ωοτόκος, ωο-ζωοτοκος, ζωοτόκος.

larvipari: Producerandet av ägg som kläcks innuti kroppen och sedan släpps frilevande larver ut; jmf oviparous, ovoviviparous, viviparous.

Was this helpful?
Uma região localizada de tecido que foi danificada ou alterada por processos patológicos.


lesions on fish: A localised region of tissue which has been damaged or changed by pathological processes.

Πληγή σε ψάρια : Μια εντοπισμένη περιοχή ιστού, ο οποίος έχει καταστραφεί ή αντικατασταθεί από παθολογικές διαδικασίες.

lesion: Ett lokalt område med vävnad som skadats eller förändrats genom ett sjukdomsförlopp.

Was this helpful?
Expansão da amplitude do habitat e preferências alimentares provocada por uma redução na intensidade da competição interespecífica.


competitive release: Expansion of the habitat range and food preferences caused by a reduction in intensity of interspecific competition.

ΑΝΤΑΓΩΝIΣΤIΚΗ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ή ΟIΚΟΛΟΓIΚΗ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ : Η διεύρυνση του εύρους του ενδιαιτήματος και των τροφικών προτιμήσεων, που οφείλεται στην μείωση της έντασης του διαειδικού ανταγωνισμού.

konkurensfri: Utbredningen av habitat och födopreferenser som orsakas av en minskad intensitet i interspecifikt konkurrens.

Was this helpful?
Que se alimentam de lama.


limnivorous: Feeding on mud.

Ιλυοφάγος : Τρεφόμενος με λάσπη.

limnivorisk: Livnär sig på slamm.

Was this helpful?
O processo de remoção ou dissolução de um poluente (tal como o petróleo) pormeios químicos ou mecânicos.


beach cleaning: The process of removing or dissolving a pollutant (such as oil) by mechanical or chemical means.

Καθαρισμός ακτής : H διαδικασία αποκομιδής ή διάλυσης ενός ρυπαντή (όπως το πετρέλαιο) με μηχανικά ή χημικά μέσα.

strandrensning: Process där avfall (t.ex olja) avlägsnas eller löses upp med mekaniska eller kemiska medel.

Was this helpful?
A intersecção do linha da meia maré com a costa. A linha de costa delineada nas cartas náuticas da costa e estudos geodésicos são uma aproximação à linha de maré alta.


high water line: The intersection of the plane of mean high water with the shore. The shore line delineated of the nautical charts of the Coast and Geodetic Survey is an approximation to the high water line.

ΓΡΑΜΜΗ ΠΛΗΜΜΗΣ: Η τομή του επιπέδου της μέσης πλήμμης με την ακτή. Η ακτογραμμή των ναυτικών χαρτών της "Coast and Geodetic Survey" είναι μια προσέγγιση της γραμμής της πλήμμης.

högvattenlinje: Brytpunkten mellan medelhögvattennivån och stranden. Strandlinjen på kartor över kusten utgörs av en uppskattning av högvattenlinjen.

Was this helpful?
A linha que delimita a área coberta pela maré num dado momento.


cotidal line: The line that delimits the area covered by the tide at any given time.

Παλιρροιακή γραμμή : Η γραμμή που οριοθετεί την περιοχή η οποία καλύπτεται από την παλίρροια σε οποιαδήποτε δεδομένη χρονική στιγμή.

tidvattensgräns: Gräns som avskiljer området som täcks av tidvattnet vid alla tider.

Was this helpful?
A intersecção de qualquer dado padrão de maré baixa com a costa.


low water line: The intersection of any standard low tide datum plane with the shore.

ΓΡΑΜΜΗ ΡΗΧIΑΣ : Η τομή της μέσης στάθμης της ραχης επιπέδου με την ακτή.

lågvattenlinje: Skärningen mellan lågvatten planet och stranden.

Was this helpful?
Uma das três classes de matéria alimentar que contém energia; os lipidos são as partes de tecidos das plantas ou animais solúveis em solventes não polares (e.g. éter, benzina e clorofórmio).


lipid: One of the three classes of energy-containing foodstuffs; lipids are those portions of plant or animal tissues that are soluble in nonpolar solvents (e.g. ether, benzene and chloroform).

ΛΙΠΙΔΙΟ: Μία από τις τρείς κατηγορίες συστατικών της τροφής που παρέχουν ενέργεια. Τα λιπίδια είναι μέρη φυτικών ή ζωϊκών ιστών τα οποία είναι διαλυτά από μή πολικούς διαλύτες (π.χ. αιθέρας, βενζίνη, χλωροφόρμιο)

lipid: En av tre klasser av energibärande födoämnen; Lipider är organiska föreningar som kan isoleras ur växt- eller djurvävnad genom extraktion med icke-polära lösningsmedel, t.ex. hexan, bensen eller kloroform.

Was this helpful?
Utilização de organismos que comem, perfuram e corroem a pedra.


lithophagic: Used of organisms eating, boring or eroding rock.

Λιθοφαγικός: Χρησιμοποιείται για οργανισμούς που τρέφονται με ή τρυπάνε βράχους.

lihofagisk: Organismer som äter, borrar eller på annat sätt eroderar klippor.

Was this helpful?
A zona de costa, ou de uma massa de água, pouco profunda (lago ou mar).


littoral: The shoreward or shallow zone of a water body (lake, sea).

ΠΑΡΑΛΙΑΚΗ ΖΩΝΗ (LITTORAL): Η ακαθόριστη ζώνη που εκτείνεται από την ακτογραμμή ως και την ζώνη όπου σπούν τα κύματα.

litoralen: En strand eller grud zon av ett vattenområde.

Was this helpful?
Desperdícios e produtos acessórios da actividade agrícola, tais como fertilizantes inorgânicos e pesticidas.


agricultural waste: Wastes and by-products of agricultural activity, such as inorganic fertilisers and pesticides.

Γεωργικά απόβλητα: Απόβλητα και παραπροϊόντα της γεωργικής δραστηριότητας, όπως ανόργανα λιπάσματα και εντομοκτόνα.

jordbruksavfall: Avfall och biprodukter som orsakas av olika jordbruks aktiviteter.

Was this helpful?
Lixos oriundos das comunidades urbanas.


munipical waste: Wastes deriving from urban communities.

Αστικά απόβλητα : Λύματα προερχόμενα από τις αστικές κοινωνίες.

kommunalt avfall: Avfall och sopor från urbana samhällen.

Was this helpful?
Lixos que podem ser desfeitos em pedaços mais pequenos.


delta: An area at the mouth of the river where sediment accumulates.

Δέλτα: Η περιοχή στις εκβολές των ποταμών όπου εναποτίθενται τα ιζήματα.

delta: Lågt, flackt landområde som byggs upp vid mynningen av ett vattendrag av de sediment som vattendraget transporterar ut till kusten.

Was this helpful?
Substâncias radioactivas, tais como a água de arrefecimento e outros desperdícios sólidos e líquidos dos reactores nucleares e centrais nucleares.


radioactive wastes: Radioactive substances, such as those in cooling water and other solid and liquid wastes from nuclear reactors and nuclear power stations.

Ραδιενεργά απόβλητα : Ραδιενεργές ουσίες, όπως αυτές που βρίσκονται σε νερό ψύξης,, υγρά και στερεά απόβλητα από πυρηνικούς αντιδραστήρες και πυρηνικούς σταθμούς.

radioaktivt avfall: Radioaktiva substanser som t.ex. kylvatten eller andra fasta eller flytande avfallsprodukter från kärnkrafts reaktorer eller kärnkraftsverk.

Was this helpful?
Posição dos genes num cromossoma representando uma característica específica; um locus pode ser ocupado por qualquer alelo de um gene.


gene locus: Position of genes in a chromosome representing a specific property; a locus can be occupied by any allele of a gene.

ΓΟΝIΔIΑΚΟΣ ΤΟΠΟΣ: Η θέση ενός γονιδίου σε ένα χρωμόσωμα.

locus: En gens position på en kromosom som representerar en specifik egenskap; ett locus kan upptas av varje allel av ett gen.

Was this helpful?
A duração máxima ou média de vida de indivíduos ou grupos.


life span: Longevity; the maximum or mean duration of the life of individuals or groups.

ΔIΑΡΚΕIΑ ΖΩΗΣ: Η μέγιστη ή μέση διάρκεια ζωής ενός ατόμου ή ομάδος.

livslängd: Maximala eller medel längden på en organisms eller grupps liv.

Was this helpful?
A unidade SI de iluminação: utilizada para referir a avaliação quantitativa da intensidade da luz. A iluminação é definida em lux por unidade de área.


lux: The SI unit of illumination: used as a quantitative assessment of light intensity. Illumination is defined as lux per unit area.

LUX: Μονάδα του συστήματος SI, η οποία μετρά την ένταση του φωτός. γιά την ποσοτική εκτίμηση. Ο φωτισμός ορίζεται ως lux ανά μονάδα επιφανείας.

lux: SI-enhet för belysning (illuminans); beteckning lx. 1 lx=1 lm/m2, dvs. 1 lumen per kvadratmeter.

Was this helpful?

Contact us

Please contact AMC Limited for any queries:

  • Hot line: +353 1 874 7088
You are here: Home Resources & Services Multilingual glossaries GLOSSARIES