AMC LIMITED

G

Gamma hexachlorohydrohexane; hidrocarboneto de cloro tóxico que é usado como insecticida, i.e., Lindane.


gamma-HCH: Gamma hexachlorohydrohexane; toxic chlorinated hydrocarbon which is used as an insecticide, i.e., Lindane.

Γάμα-HCH : Γάμα εξαχλωρο-υδρο-εξάνιο: τοξικός χλωριούχος υδρογονάνθρακας που χρησιμοποιείται σαν εντομοκτόνο. Π.χ. Lindane.

gamma-HCH: Gamma hexahydroxicyklohexan.; toxisk kolhydrat som används som beskämpningsmedel, t.ex Lindane.

Was this helpful?
Célula haplóide, sexualmente madura, que se une com outra de sexo oposto para formar um zigoto diplóide; esta união é essencial para uma verdadeira reprodução sexual.


gamete: Mature sex cell, haploid, that unites with another (iso- or aniso-gamete) of the opposite sex to form a diploid zygote; such a union is essential for true sexual reproduction.

ΓΑΜΕΤΗΣ: Ωριμο γεννητικό κύτταρο, απλοειδές, το οποίο ενώνεται με ένα άλλο (ισογαμέτη ή ανισογαμέτη) του αντίθετου φύλου, προς σχηματισμό του διπλοειδούς ζυγώτη (ζυγωτού) Η ένωση αυτή είναι απαραίτητη στην φυλετική (αμφιγονική, σεξουαλική) αναπαραγωγή.

gamet: Mogen könscell, haploid, som förenar sig med en annan gamet (isogamet eller anisogamet) av andra könet och bildar en diploid zygot; sådan förening är nödvändigt för sann sexuell reproduktion.

Was this helpful?
Termo colectivo utilizado quando se refere a gases ( e.g. dióxido de carbono, metano, etc.) que são responsáveis pelo efeito de estufa.


greenhouse gases: Collective term used when referring to gases (e.g. carbon dioxide, methane, etc.) that are responsible for the green house effect.

Αέρια του Θερμοκηπίου : Συγκεντρωτικός όρος που χρησιμοποιείται για να περιγράψει τα αέρια (διοξείδιο του άνθρακα, μεθάνιο, κ.τ.λ.) που ευθύνονται για το φαινόμενο του Θερμοκηπίου.

växthusgaser: Kollektiv benämning på gaser (koldioxid, metan) som orsakar växthuseffekten.

Was this helpful?
Água gelada, um sólido quebradiço transparente e cristalino.


ice: Frozen water, a brittle transparent crystalline solid.

ΠΑΓΟΣ : Στερεοποιημένο νερό, το οποίο σχηματίζει διαφανείς, εύθραστους κρυστάλλους.

is: Fruset vatten. En spröd, genomskinlig kristallstruktur.

Was this helpful?
Gelo que é mantido em posição pelo contacto ou por estar preso à costa ou fundo. Chama-se gelo de base quando fundido à costa, gelo de costa quando lançado na costa ou praia, gelo encalhado quando dá à costa e gelo de fundo quando fundido ao fundo. O gelo que não está em contacto ou preso à costa ou fundo chama-se gelo flutuante (gelo costeiro, gelo de costa).


fast ice: Ice which is held in position by contact with or attachment to the shore or bottom. It is called foot ice if frozen to the shore, shore ice if cast onto the shore or beached, stranded ice if grounded, and bottom ice if frozen to the bottom. Ice which is not in contact with or attached to the shore or bottom is called floating ice (coastal ice, coast ice, landfast ice).

FAST ICE : Προσκολλημένος πάγος που συγκρατείται στη θέση του με επαφή ή προσκόλληση στην ακτή ή στον πυθμένα. Αποκαλείται "ice foot" αν έχει παγώσει στην άκρη της ακτής, "shore ice" αν έχει παγώσει πάνω στην ακτή "stranded", αν προσαράξει στην ξηρά, και "bottom ice", αν έχει παγώσει στον πυθμένα. Πάγος που δεν βρίσκεται σε επαφή ή σε προσκόλληση με την ακτή ή τον πυθμένα αποκαλείται επιπλέων πάγος (coastal ice, coast ice, landfast ice).

fast is: Is som hålls fast genom kontakt med eller förankring till kusten eller botten. Den kallas för isfot om den är fastfrusen till strandlinjen och inlandsis om den täcker en stor landareal. Is som inte är förankrad till kusten eller botten kallas havsis eller drivis.

Was this helpful?
Qualquer gelo que faz ou fez alguma vez parte de um glaciar. Tem sido consolidado através de fusões e recongelamentos e pela pressão estática. O gelo glaciar pode ser encontrado no mar sob a forma de icebergues.


glacial ice: Any ice that is or was once a part of a glacier. It has been consolidated from FIRN by further melting and refreezing, and by static pressure. Glacier ice may be found in the sea as an iceberg.

ΠΑΓΕΤΩΝΙΚΟΣ ΠΑΓΟΣ: Πάγος που είναι ή ήταν κάποτε μέρος ενός παγετώνα. Σχηματίζεται συνήθως από το χιόνι το οποίο συμπυκνώνεται ύστερα από επανειλλημένη τήξη και ανάπτυξη και υποβολή σε στατικές πιέσεις. Παγετωνικός πάγος συναντάται και στη θάλασσα ως παγόβουνο.

glaciäris: Varje ismassa som är, eller har varit, en del av en glaciär. Den har konsoliderats från FIRN genom fortsatt smältning och återfrysning, och genom statiskt tryck. Is från glaciärer finns i havet i form av isberg.

Was this helpful?
A unidade básica da hereditariedade, engloba uma sequência específica de nucleótidos de uma cadeia de ADN e ocupa um locus específico num cromossoma, codificando para um ARN ou molécula polipeptídea específicos; formas alternativas de um gene, que ocupam a mesma posição relativa, em cromossomas homólogos são conhecidos por alelos.


gene: The basic unit of inheritance, comprising a specific sequence of nucleotides on a DNA chain, that occupies a specific locus on a chromosome; coding for a specific RNA or polypeptide molecule; alternative forms of a gene on the same relative position on homologous chromosomes are known as alleles.

ΓΟΝIΔIΟ: Η βασική μονάδα της κληρονομικότητας, που αποτελείται από μια ειδική αλληλουχία νουκλεοτιδίων σε μια αλυσίδα DNA, κωδικοποιεί ένα συγκεκριμένο πολυπεπτίδιο και καταλαμβάνει μια συγκεκριμένη θέση (τόπο) σε ένα χρωμόσωμα. Οι εναλλακτικές μορφές ενός γονιδίου είναι γνωστές ως αλληλόμορφα.

gen: Beståndsel av arvsmassan, som utgörs av en specifik nukleotidsekvens på en DNA-kedja, som innehar en specifik lokus på kromosomet; bestämmer sammansättningen hos en viss RNA-molekyl eller polypeptid; många gener förekommer i två eller flera varianter, som då kallas alleler.

Was this helpful?
Um gene ou o correspondente produto do gene, que se manifesta em todos os heterozigotos; o oposto de gene recessivo (q.v.).


dominant gene: A gene or the corresponding gene product, that is manifest in all heterzygotes; the opposite of recessive gene.

ΕΠIΚΡΑΤΕΣ (ΚΥΡIΑΡΧΟ) ΓΟΝIΔIΟ: Γονίδιο (ή το αντίστοιχο γονιδιακό προïόν) που εκφράζεται σε όλους τους ετεροζυγώτες. Το αντίθετο του υπολειπόμενου γονιδίου.

dominant gen: En gen eller den korresponderande genprodukten som uttrycks i alla heterozygoter; motsatsen till recessiva gener (q.v).

Was this helpful?
Um gene, e a característica externa correspondente, que se manifesta apenas no estado homozigoso (q.v.) .


recessive gene: A gene, and the corresponding trait, that is manifest only in the homozygous condition.

ΥΠΟΛΕΙΠΟΜΕΝΟ ΓΟΝΙΔΙΟ: Γονίδιο, το οποίο εκφράζεται στον φαινότυπο μόνο σε ομόζυγη (βλ.λ.) κατάσταση.

recessiv gen: En gen som bara får utslag då den finns i dubbel uppsättning, dvs. har ärvts från båda föräldrarna, visar sig dess egenskap hos bäraren.

Was this helpful?
Uma categoria na classificação biológica que compreende uma ou mais espécies filogeneticamente relacionadas e morfologicamente similares; uma classificação na hierarquia de classificação taxonómica localizada entre a família e a espécie.


genus: A category in biological classification comprising one or more phylogenetically related, and morphologically similar species; a rank in the hierarchy of taxonomic classification forming the principal category between family and species.

ΓΕΝΟΣ: Κατηγορία της βιολογικής κατάταξης, που περιλαμβάνει ένα ή περισσότερα φυλογενετικώς συγγενή και μορφολογικώς ομοιάζοντα είδη. Βαθ- μίδα της ταξινομικής κατάταξης, που αποτελεί την κύρια κατηγορία μεταξύ της οικογένειας και του είδους.

genus: Kategori inom hierarkiska systemet som består av en eller fler fylogentiskt besläktade, och morfologiskt likformiga, arter; kategori som ligger mellan familje- och artnivån.

Was this helpful?
Ramo da biologia que trata da hereditariedade e variação dos organismos e dos mecanismos dai resultantes.


genetics: A branch of biology that deals with the heredity and variation of organisms and with the mechanisms by which these are effected.

ΓΕΝΕΤIΚΗ: Κλάδος της βιολογίας που ασχολείται με την κληρονομικότητα και την ποικιλότητα των οργανισμών και με τους μηχανισμούς, με τους οποίους αυτές πραγματοποιούνται.

genetik: Avdelning inom biologi som har att göra med ärftlighet och variation hos organismer och med mekanismerna som påverkar dessa.

Was this helpful?
(1) A hereditariedade ou constituição genética de um indivíduo; todo o material genético de uma célula, normalmente refere-se apenas ao material nuclear. (2) Todos os indivíduos que partilham a mesma constituição genética; biótipo. (3) O espécime no qual um género-grupo taxonómico se baseia; (4) A soma do total de genes contidos nos cromossomas de um único organismo, tanto os expresso como os latentes.


genotype: (1) The heredity or genetic constitution of an individual; all the genetic material of a cell, usually referring only to the nuclear material. (2) All the individuals sharing the same genetic constitution; biotype. (3) The specimen on which a genus-group taxon is based; the primary type of the type species. (4) The sum total of the genes contained in the chromosomes of an individual organism, both those that are expressed and those that are latent.

ΓΟΝΟΤΥΠΟΣ: (1) Το κληρονομικό υλικό ενός ατόμου. Το σύνολο του γενετικού υλικού ενός κυττάρου, συνήθως μόνο του πυρηνικού υλικού. (2) Το σύνολο των ατόμων με την ίδια γενετική σύσταση. Βιότυπος. (3) Το άτομο στο οποίο βασίστηκε ο προσδιορισμός ενός τάξου στο επίπεδο του γένους. Ο αρχέτυπος ενός είδους. (4) Το σύνολο των γονιδίων που περιέχονται στα χρωμοσώματα ενός ατόμου, τόσο εκείνων που εκφράζονται, όσο και των αδρανών.

genotyp: (1) Arvsmassan eller den genetiska sammansättningen hos en individ; all genetisk material i en cell, vanligtvis syftar det på cellkärnans innehåll. (2) Alla individer som delar på samma genetiska sammansättning; biotyp (3) Provexemplaret som ett genus baseras på; första exemplaret av en typexemplar (4) Alla gener som finns på kromosomerna i en enskild organism, både de som uttrycks och de som är latenta.

Was this helpful?
(1) O ramo da geografia física que trata da forma da Terra, da configuração geral da sua superfície, da distribuição do solo e água, etc. (2) A investigação da história das alterações geológicas através da interpretação de formas topográficas.


geomorphology: (1) That branch of physical geography which deals with the form of the Earth, the general configuration of its surface, the distribution of the land, water, etc. (2) The investigation of the history of geologic changes through the interpretation of topographic forms.

ΓΕΩΜΟΡΦΟΛΟΓIΑ: (1) Ο κλάδος της φυσικής γεωγραφίας που ασχολείται με τη μορφή της γης, τη γενική διαμόρφωση της επιφάνειάς της, την κατανομή της ξηράς και του νερού, κ.λ.π. (2) Η μελέτη της ιστορίας των γεωλογικών αλλαγών, μέσω της ερμηνείας των τοπογραφικών μορφών.

geomorfologi: (1) Avdelning inom fysisk geografi som har att göra med jordens form, jordens allmänna ytbildning, landmassornas distribution, vattenmassor osv. (2) Undersökningen av dom historiska geologiska förändringarna genom tolkandet av topografiska variationen.

Was this helpful?
Gestão planeada da zona costeira, em que esta é entendida como uma unidade integrada, abrangendo as águas costeiras, áreas intertidais e as áreas terrestres que influenciam significativamente ou são significativamente influenciadas pelas actividades ou processos costeiros, quer sejam naturais ou humanos. Os objectivos do CZM são a gestão dos recursos costeiros de uma forma abrangente, incluindo todos os recursos quer em terra quer na água dentro de uma área específica, cujos limites se devem est


coastal zone management: The planned management of the coastal zone, in which the coastal zone is understood to be an integrated unit, embracing inshore waters, intertidal areas and those land areas significantly influencing or influenced by coastal activities or coastal processes, whether natural or human. CZM objectives are to manage coastal resources in a comprehensive way, encompassing all resources on both land and water within a specified area, the boundaries of which should extend as far inland and as far seawar

ΔIΑΧΕIΡIΣΗ ΠΑΡΑΚΤIΩΝ ΖΩΝΩΝ (ΔΠΖ): Η σχεδιασμένη διαχείριση παράκτιων ζώνων , κατά την οποία παράκτια ζώνη θεωρείται ως μια ενό- τητα, που συμπεριλαμβάνει τα παράκτια νερά, την παλιρροιακή ζώνη και εκτάσεις της ξηράς που επηρεάζουν ή επηρέαζαν σημαντικά τις παράκτιες δραστηριότητες, είτε αυτές είναι φυσικές, είτε ανθρωπογενείς. Αντικείμενο της ΔΠΖ είναι η ολοκληρωμένη διαχείριση των χερσαίων και των θαλάσσιων φυσικών πόρων της παράκτιας ζώνης. Τα χερσαία και τα θαλάσσια όρια της παράκτιας ζώνης πρέπει να καθορίζονται κατά τρ

kustzonsförvaltning: Planerad skötsel av kustzonen, där kustzonen ses som en integrerad enhet som omfattar innerskärgården, tidvattenexponerad mark samt de landområden som påverkar eller påverkas av kustaktiviteter eller kustprocesser, vare sig de är naturliga eller skapade av människor. Målet med kustzonsskötseln är att hantera kustnära resurser på ett övergripande sätt, omfattande alla resurser både på land och i vatten inom ett avgränsat område. Områdets avgränsning skall sträcka sig så långt inåt land och utåt h

Was this helpful?
A gestão dos recursos hídricos de tal forma que o uso combinado da água fornece o máximo benefício para todos.


water management: The management of land and natural water resources in such a manner that the combined use of the water provides maximum benefits for all concerned.

ΝΕΡΟΥ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ: Η διαχείριση της γης και των πηγών φυσικού νερού κατά τρόπο ώστε η συνδυασμένη χρήση του νερού να παρέχει μέγιστη ωφέλεια για όλους τους χρήστες.

vatten förvaltning: Skötsel och administration av mark- och vattenresurser på ett sätt som ger maximal fördel för alla inblandade med hänseende på vattenanvändning.

Was this helpful?
Um movimento circular ou em espiral, característico das correntes oceânicas, e de outros sistemas de movimento de água.


gyre: A circular or spiral system of movement, characteristic of oceanic currents, and other systems of water movement.

ΣΤΡΟΒΙΛΟΣ: Κυκλική ή σπειροειδής κίνηση του νερού , χαρακτηριστική των θαλάσσιων ρευμάτων, και άλλων μετατοπίσεων υδάτινων μαζών.

virvel: Circulär eller spiral rörelse som karakteriserar havströmmar eller andra system av vattenrörelse.

Was this helpful?
Pertencente aos intervalos geológicos caracterizados por condições climáticas frias e avanços nas camadas de gelo e calotas glaciares (glaciação).


glacial: Pertaining to those geological intervals characterized by cold climate conditions and advancing ice sheets and caps (glaciation).

ΠΑΓΕΤΩΔΗΣ, ΠΑΓΕΤΩΝΙΚΟΣ: Ο αναφερόμενος στα γεωλογικά διαστήματα που χαρακτηρίζονται από ψυχρές κλιματικές συνθήκες και από επεκτεινόμενη κάλυψη με πάγους (παγετώδης περίοδος).

glacial: Hänför sig till de geologiska tidsperioder som kännetecknas av kalla klimatförhållanden och omfattande kontinentala nedisningar.

Was this helpful?
Um armazenamento de hidratos de carbono no fígado e outros tecidos, os quais são convertidos em glucose quando necessários para a obtenção de energia. O glicogénio é um polissacarídeos de cadeia longa.


glycogen: A carbohydrate storage material in liver and other tissues which is converted into glucose when required for energy. Glycogen is a long-chain polysaccharide.

ΓΛΥΚΟΓΟΝΟ: Υδατάνθρακας ο οποίος χρησιμεύει για την αποθήκευση ενέργειας στο συκώτι και άλλους ιστούς. Οταν ο οργανισμός χρειάζεται ενέργεια, το γλυκογόνο μετατρέπεται σε γλυκόζη. Το γλυκογόνο είναι πολυσακχαρίτης με μακριά αλυσίδα.

glykogen: Ämne som lagrar kolhydrater inne i levern och andra vävnader och som kan konverteras till glukos när energi behövs. Glykogen är en polysackarid.

Was this helpful?
açúcar obtido da hidrólise do amido, sacarose, maltose, lactose e outros; o principal açúcar encontrado no sangue.


glucose: A six-carbon sugar obtained from the hydrolysis of starches, sucrose, maltose, lactose and others; the major sugar found in the blood.

ΓΛΥΚΟΖΗ: Σάκχαρο με 6 άτομα άνθρακα, το οποίο παράγεται από την υδρόλυση αμύλου, σακχαρόζης, μαλτόζης, λακτόζης κ.α. Το κύριο σάκχαρο του αίματος.

glukos: Socker som innehåller sex kolmolekyler (hexos) och som bildas när kolhydrater hydrolyseras; huvudsakliga sockret som finns i blodet.

Was this helpful?
Uma parte relativamente grande de um oceano ou mar que penetra uma costa, geralmente maior do que uma baía.


gulf: A relatively large portion of an ocean or sea which penetrates into the interior of the land, generally larger than a bay.

ΚΟΛΠΟΣ: Ενα σχετικά μεγάλο τμήμα του ωκεανού ή του πελάγους το οποίο εισχωρεί στην ξηρά. Γενικά, μεγαλύτερος από τον όρμο.

gulf: En relativ stor del hos en hav som når långt in på fastlandet, vanligtvis större än en bukt.

Was this helpful?
O principal orgão sexual: testículos e ovários.


gonad: The primary sexual organ: testis or ovary.

ΓΟΝΑΔΑ: Το πρωταρχικό σεξουαλικό όργανο. όρχις ή ωοθήκη.

gonad: Primära könsorganet: testikel eller äggstock.

Was this helpful?
(1) O grau de alteração de uma variável com a distância. (2) Uma mudança regular crescente ou decrescente num factor, tal como a temperatura ambiente e salinidade.


gradient: (1) The rate of change of a variable with distance. (2) A regularly increasing or decreasing change in a factor, such as ambient temperature and salinity.

ΔIΑΒΑΘΜIΣΗ (ΚΛIΣΗ): (1) Ο ρυθμός αλλαγής μιας μεταβλητής συναρτήσει της απόστασης. (2) Ομαλή αύξηση ή μείωση ενός παράγοντα, όπως, π.χ., η θερμοκρασία και η αλατότητα.

gradient: (1) Hastigheten med vilken en variabel förändras med ökad avstånd. (2) Regelbunden ökning eller minskning på en faktor, som omgivande temperatur och salinitet.

Was this helpful?
Superfície permanentemente estabelecida a partir da qual são referenciados a profundidade dos fundos ou os níveis das marés; relacionada antigamente com a maré baixa ( q.v.) , mas mais recentemente com os dados da mais baixa maré astronómica (q.v.); plano de dados; dados das marés; um nível de referência permanentemente estabelecido normalmente relacionado com níveis de marés, profundidade das águas, etc.


chart datum: The permanently established surface from which depth soundings or tide levels are referenced; formerly related to low water but more recently to the lowest astronomical tide datum; datum plane; tidal datum; a permanently established reference level usually relating to tide levels, water depth, etc.

Σημείο αναφοράς χαρτογραφήσεων: Ένα σταθερό σημείο στο οποίο αναφέρονται τα βάθη της θάλασσας ή τα ύψη της παλίρροιας. Στο παρελθόν σχετιζόταν με την αμπώτιδα, αλλά πρόσφατα σχετίζεται με την μικρότερη αστρονομική παλίρροια.

referensyta: Fastställd yta som djupmätningar och tidvattensnivåer hänvisar till.

Was this helpful?
Dentro de uma população o termo refere-se a uma coorte de organismos com aproximadamente a mesma idade.


age group (class): Within a population the term refers to a cohort of organisms of approximately equal age.

ΗΛIKIAKH OMAΔA (KΛAΣH): Oρος της δυναμικής πληθυσμών στα ψάρια, που αναφέρεται σε ψάρια της ίδιας, κατά προσέγγιση, ηλικιακής κλάσης.

åldersklass: Inom en population benämner termen en kohort organismer av ungefärlig lika ålder.

Was this helpful?
Um género de dinoflagelados caracterizados por possuirem um único flagelo; um dos grupos responsáveis pela marés vermelhas.


gymnodinium: A genus of Dinoflagellates characterized by the possession of a single flagellum; one of the groups responsible for red tides.

GYMNODINIUM: Γένος δινομαστιγωτών που χαρακτηρίζεται από την ύπαρξη ενός μόνου μαστιγίου. Μία από τις ομάδες που ευθύνονται για τις κόκκινες παλίρροιες.

gymnodinium: Genus inom ordningen Dinoflaggeli, som karakteriseras genom innehavandet av en enda flagell; en av grupperna som är ansvariga för farliga algblommningar.

Was this helpful?

Contact us

Please contact AMC Limited for any queries:

  • Hot line: +353 1 874 7088
You are here: Home Resources & Services Multilingual glossaries GLOSSARIES