AMC LIMITED

C

Símbolo químico do carbono.


C (carbon): Chemical symbol for carbon.

C: Το χημικό σύμβολο του άνθρακα.

C (kol): Kemiska symbolen för kol.

Was this helpful?
EXIGÊNCIA QUÍMICA DE OXIGÉNIO.Termo utilizado para o consumo químico de oxigénio. COD corresponde à medição da quantidade de matéria orgânica que pode ser oxidada por um forte oxidante químico. Expressa-se como a quantidade de oxigénio equivalente ao oxidante usado (dicromatos) numa amostra de água não tratada. A exigência química de oxigénio (COD) permite muitas vezes uma estimativa de BOD. As determinações de COD em água salobra e marinha são afectados pela matriz de sal, a qual tem de ser rem


C.O.D.: A term for the chemical oxygen consumption. COD is a measure of the amount of organic matter which can be oxidized by a strong chemical oxidant. It is expressed as the amount of oxygen which is equivalent to the oxidant used (dichromate) in a raw water sample. The chemical oxygen demand (COD) often permits an estimation of the BOD. COD determinations in brackish and marine waters are disturbed by the salt-matrix which must be removed.

C.O.D.: ΧΗΜIΚΑ ΑΠΑIΤΟΥΜΕΝΟ ΟΞΥΓΟΝΟ. Ορος για την χημική κατανάλωση οξυγόνου. Το CΟD αποτελεί μέτρο του οργανικού υλικού, το οποίο οξειδώνεται από ένα ισχυρό χημικό οξειδωτικό. Εκφράζεται ως η ποσότητα οξυγόνου που είναι ισοδύναμη με το χρησιμοποιούμενο οξειδωτικό σε ένα δείγμα φυσικού νερού. Το χημικά απαιτούμενο οξυγόνο (COD) επιτρέπει συχνά την εκτίμηση του BOD. Ο προσδιορισμός του COD σε υφάλμυρα και θαλάσσια νερά διαταράσσεται από άλατα, που πρέπει να απομακρυνθούν.

KSF: Benämning på den kemiska syreförbrukningen. Detta är ett mått på förekomsten av organiskt material i vatten.

Was this helpful?
Um conceito simplista para referir a sequência de organismos em níveis tróficos sucessivos dentro de uma comunidade, através da qual a energia é transferida pela alimentação; a energia entra na cadeia alimentar durante a fixação por produtores primários (principalmente plantas verdes) e passa para os herbívoros (consumidores primários) e depois para os carnívoros (consumidores secundário e terciários). Os nutrientes são devolvidos à produção primária pelos detrítivoros.


food chain: A simplistic concept referring to the sequence of organisms on successive trophic levels within a community, through which energy is transferred by feeding; energy enters the food chain during fixation by primary producers (mainly green plants) and passes to the herbivores (primary consumers) and then to the carnivores (secondary and tertiary consumers). Nutrients are returned to primary production by detritivores.

ΤΡΟΦΙΚΗ ΑΛΥΣΙΔΑ: Απλουστευτική έννοια που αναφέρεται σε μία αλληλουχία οργανισμών μιας βιοκοινωνίας, οι οποίοι ανήκουν σε διαφορετικά τροφικά επίπεδα. Οι οργανισμοί αυτοί μεταφέρουν ενέργεια, μέσω της διατροφής τους, από το ένα τροφικό επίπεδο στο άλλο. Η ενέργεια εισέρχεται στην τροφική αλυσίδα με την δέσμευσή της (στερέωση) από τους πρωτογενείς παραγωγούς (κυρίως πράσινα φυτά) και περνά στα φυτοφάγα (πρώτοι καταναλωτές) και στη συνέχεια στα σαρκοφάγα (δεύτεροι και τρίτοι καταναλωτές). Τα θρεπτικά συστατικά ε

näringskedja: Förenklat koncept som syftar på det stegvisa överförandet av näringsämnen genom en serie olika organismer, där varje led utgör föda för nästa; energin kommer ursprungligen från instrålat ljusenergi och binds genom gröna växters fotosyntes och överförs till herbivorerna (primärkonsumenter) och vidare till karnivorerna (sekundära och tertiärakonsumenter). Näringsämnen återvänder till primärproduktionen genom nedbrytningsorganismerna.

Was this helpful?
Fragmento de rocha gasto pela água (arredondado ou parcialmente arredondado) com diâmetro entre 64 e 256 mm, maior do que um seixo mas mais pequeno do que um calhau (pedra rolada).


cobble: A water-worn rock fragment (rounded or partially rounded) between 64 and 256mm in diameter, larger than a pebble but smaller than a boulder (cobblestone).

ΚΡΟΚΑΛΑ: Θραύσμα πετρώματος το οποίο έχει λευκανθεί από την δράση του νερού (αποστρογγυλευμένο ή εν μέρει αποστρογγυλευμένο), διαμέτρου από 64 μέχρι 256mm, μεγαλύτερο από βότσαλο και μικρότερο από τρόχαλο.

kullersten: Stenblock som har nötts ner av vatten (rundad eller delvis rundad) som är mellan 64 och 256mm i diameter, är större än en småsten men mindre än ett stenblock.

Was this helpful?
Um fragmento de rocha, geralmente arredondado pelo accção do tempo ou atrito, com uma dimensão média de 12 polegadas (256mm) ou maior


boulder: A rock fragment, usually rounded by weathering or abrasion, with an average dimension of 12 inches (256 mm) or more.

ΚΡΟΚΑΛΗ (TPOXMAΛO): Τμήμα πετρώματος, συνήθως αποστρογγυλευμένο από αποσάθρωση ή τριβή, με μέση διάμετρο τουλάχιστον 256 mm.

stenblock: Fragment av ett stenblock, vanligtvis rundad av vittring och slitning, med en medelstorlek på 12 tum (256 mm) eller större.

Was this helpful?
Uma camada mais ou menos bem definida presente na maioria das águas oceânicas a qual reflecte o som de equipamento com ecosondas; produzido por populações estratificadas de organismos que dispersam as ondas sonoras e são gravadas em ecosonda como uma camada horizontal; fundo falso.


deep scattering layer (DSL): A more or less well-defined layer present in most oceanic waters which reflects sound from echosounding equipment; produced by stratified populations of organisms which scatter sound waves and are recorded on an echo-sounder as a horizontal layer; false bottom.

ΒΑΘΥ ΣΤΡΩΜΑ ΣΚΕΔΑΣΗΣ (DSL): Deep Scattering Layer. Λιγότερο ή περισσότερο καλά καθορισμένο στρώμα που υπάρχει στα περισσότερα ωκεάνεια ύδατα, το οποίο ανακλά τον ήχο των ηχοβολιστικών συσκευών. Παράγεται από στρωματοποιημένους πληθυσμούς οργανισμών που ανακλούν τα ηχητικά κύματα που καταγράφονται ως οριζόντιο στρώμα από έναν ηχοβολιστή. Ψευδοπυθμένας. Εμφανίζεται στις περισσότερες θάλασσες και ωκεανούς.

fantombotten: Ett mer eller mindre välavgränsad lager som finns i de flesta havsvatten och som reflekterar ljudvågor från ett ekolod; framkallas av stratifierade (skiktade) populationer av organismer som skingrar ljudvågor och registreras på ett ekolod som ett horizontellt lager, ett falskt botten.

Was this helpful?
Camada de fluido superfícial onde o fluxo é afectado pelo atrito à superfície.


boundary layers: The fluid layer above a surface where flow is affected by friction of a surface.

Οριακο στρωμα: Το υγρό στρώμα πάνω από μια επιφάνεια όπου η ροή επηρεάζεται από ένα κλάσμα της επιφανείας.

gränsyta: Flytande lager ovanför en yta, där flödet påverkas av friktion mot ytan.

Was this helpful?
Zona de sedimentos marinhos onde as condições mudam de aerobicas para anaerobicas.


Redox discontinuity layer: A zone where conditions change from aerobic to anaerobic in marine sediments.

Στρώμα ασυνέχειας δυναμικού οξειδοαναγωγής : Η ζώνη στην οποία οι συνθήκες αλλάζουν από αερόβιες σε αναερόβιες σε θαλάσσια ιζήματα.

Redox lager: Zon i marina sediment där förhållandena ändras från aeroba till anaeroba.

Was this helpful?
Predação intra-específica


cannibalism: Intraspecific predation.

ΚΑΝΝΙΒΑΛΙΣΜΟΣ: Ενδοειδική θήρευση.

kannibalism: Intraspecifikt predation.

Was this helpful?
Medida da quantidade de desperdício que pode ser depositado num determinado ambiente sem lhe causar alterações ecológicas adversas ou estéticas.


assimilative capacity: A measure of the amount of waste that can be deposited in a particular environment without causing it adverse ecological or aesthetic change.

Αφομοιωτική χωρητικότητα: Μια μέτρηση της ποσότητας των λυμάτων που μπορούν να αποτεθούν σε ένα συγκεκριμένο περιβάλλον, χωρίς να προκληθεί οικολογική ή αισθητική αλλαγή.

assimileringskapacitet: Mått på mängden av avfall som kan slängas i en miljö utan att orsaka ekologisk eller estetisk skada.

Was this helpful?
A biomassa máxima de uma dada espécie que um habitat específico e limitado pode suportar durante um determinado intervalo de tempo. Em aquacultura, é normalmente considerada a quantidade máxima de peixe que um determinado volume de água pode suportar durante um período alargado sem efeitos negativos para os peixes e para o ambiente.


carrying capacity: The maximum biomass of a given species that a limited and specific habitat may support during a stated interval of time. In aquaculture, usually considered to be the maximum quantity of fish that any particular body of water can support over a long period without negative effects to the fish and to the environment.

ΦΕΡΟΥΣΑ ΙΚΑΝΟΤΗΤΑ: Η μέγιστη βιομάζα ενός ορισμένου είδους, την οποία είναι ικανό να δεχθεί ένα πεπερασμένο ενδιαίτημα επί ένα ορισμένο χρονικό διάστημα. Στην υδατοκαλλιέργεια, συνήθως θεωρείται ότι είναι η μέγιστη ποσότητα ψαριών που μπορεί να δεχθεί ένα ορισμένο σώμα νερού επί μεγάλη χρονική περίοδο, χωρίς αρνητικές επιδράσεις στα ψάρια και στο περιβάλλον.

bärförmåga: Maximala biomassan av en given art som ett begränsat och specifikt habitat kan uppehålla under en angiven tidsintervall. Inom akvakulturen, så är det vanligtvis ansedd att vara den maximala mängd fisk som någon vattenmassa kan uppehålla under en lång tidsperiod utan att framkalla negativa effekter mot fiskarna och miljön.

Was this helpful?
Nome dado a uma teoria que descreve a selecção evolutiva das estratégias decaptura optimizando o ganho líquido de energia por unidade de tempo de alimentação.


optimal foraging: Name given to a theory which describes the evolutionary selection of foraging strategies optimizing net energy gain per unit feeding time.

ΝΟΜΗ ΑΡΙΣΤΗ: Ονομασία που έχει δοθεί στη θεωρία που περιγράφει την εξελικτική επιλογή των στρατηγικών νομής, οι οποίες αριστοποιούν το καθαρό ενεργειακό κέρδος ανά μονάδα χρόνου διατροφής.

optimalt födosök: Teori som beskriver den evolutionära utvecklingen av födosöksstrategier med hänseende till energioptimering.

Was this helpful?
(CaCo3) Um mineral encontrado em duas formas principais, calcite e aragonite; podem formar-se como precipitados inorgânicos ou como secreções biológicas nas partes calcificadas dos organismos. A aragonite pode suportar maiores pressões do que a calcite e por isso as conchas de muitos organismos são feitas deste composto.


calcium carbonate: (CaCO3). A mineral found in two main forms, calcite and aragonite; they can form as inorganic precipitates or as biological secretions in the calcified parts of organisms. Aragonite is capable of withstanding greater degrees of pressure than calcite and hence the shells of many organisms are made of this compound.

ΑΝΘΡΑΚIΚΟ ΑΣΒΕΣΤIΟ: (CaCΟ3) Ορυκτό που βρίσκεται κυρίως σε δύο τύπους, ως ασβεστίτης και αραγωνίτης. Σχηματίζονται από ανόργανα ιζήματα ή βιολογικές εκκρίσεις που σχηματίζουν τα ασβεστούχα μέρη οργανισμών. Ο αραγωνίτης είναι περισσότερο ανθεκτικός στις πιέσεις και για το λόγο αυτό αποτελεί συστατικό των οστράκων πολλών οργανισμών.

kalciumkarbonat: (CaCO3) Mineral som finns i två huvudformer, kalkspat och aragonit; de kan bildas som inorganiska fällningar eller som biologiska utsöndringar i kalcifierade delar av organismer. Aragonit har förmågan att tåla mer tryck än kalkspat och följaktligen så är skalen hos många organismer gjorda av denna förening.

Was this helpful?
Medição da carga de carbono dissolvido num dado volume de água. Normalmente expresso em mg C I -1 .


dissolved organic carbon (DOC): A measure of the carbon load dissolved in a given volume of water. Usually expressed as mg C l-1.

ΔIΑΛΕΛΥΜΕΝΟΣ ΟΡΓΑΝIΚΟΣ ΑΝΘΡΑΚΑΣ (DOC.): Dissolved Organic Carbon. Μέτρο του ανθρακικού φορτίου που είναι διαλυμένο σε μια ορισμένη ποσότητα νερού. Συνήθως εκφράζεται σε mg Cl-1.

löst organisk kol: Mängden löst kol i en fastställd volym vatten. Vanligtvis uttryckt som mg C l-1.

Was this helpful?
Qualquer estimação quantitativa da massa total dos organismos compreendendo a totalidade ou parte de uma população ou qualquer outra unidade especificada, ou dentro de uma dada área num dado período; calculada como o volume, peso (vivo, morto, seco ou livre de cinzas) ou energia (Joules, calorias).


standing crop: Any quantitative estimate of the total mass of organisms comprising all or part of a population or any other specified unit, or within a given area at a given time; measured as volume, mass (live, dead, dry or ash-free weight) or energy (Joules, calories).

ΣΤΑΘΜΕΥΟΥΣΑ ΣΥΓΚΟΜΙΔΗ: Ποσοτική εκτίμηση της ολικής μάζας των οργανισμών που συναποτελούν έναν πληθυσμό ή τμήμα ενός πληθυσμού ή οποιαδήποτε άλλη καθορισμένη βιολογική ενότητα σε μια δεδομένη περιοχή και σε μία συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Μετρείται ως όγκος, μάζα (ζωντανή, νεκρή, ξηρό ή οργανικό βάρος) ή ενέργεια (Joules, calories).

stående gröda: Kvantitativ uppskattning av den totala massan organismer som utgör alla delar av en godtycklig enhet (t.ex. en population), eller lever inom ett område en viss tidpunkt; mätt som volym, massa (levande,död,torr eller askfri vikt) eller energi (joule, kalorier).

Was this helpful?
Qualquer estimação quantitativa da massa total dos organismos compreendendo a totalidade ou parte de uma população ou qualquer outra unidade especificada, ou dentro de uma dada área num dado período; calculada como o volume, peso (vivo, morto, seco ou livre de cinzas) ou energia (Joules, calorias).


standing stock: Any quantitative estimate of the total mass of organisms comprising all or part of a population or any other specified unit, or within a given area at a given time; measured as volume, mass (live, dead, dry or ash-free weight) or energy (Joules, calories).

ΣΤΑΘΜΕΥΟΝ ΑΠΟΘΕΜΑ: Ποσοτική εκτίμηση της ολικής μάζας των οργανισμών που συναποτελούν έναν πληθυσμό ή τμήμα ενός πληθυσμού ή οποιαδήποτε άλλη καθορισμένη βιολογική ενότητα σε μια δεδομένη περιοχή και σε μία συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Μετρείται ως όγκος, μάζα (ζωντανή, νεκρή, ξηρό ή οργανικό βάρος) ή ενέργεια (Joules, calories).

stående biomassa: Kvantitativ uppskattning av den totala massan organismer som utgör alla delar av en godtycklig enhet (t.ex. en population), eller lever inom ett område en viss tidpunkt; mätt som volym, massa (levande,död,torr eller askfri vikt) eller energi (joule, kalorier).

Was this helpful?
Que se alimenta de tecidos animais.


carnivorous: Feeding on animal tissues.

ΣΑΡΚΟΒΟΡΟΣ: Τρεφόμενος με ζωïκούς ιστούς.

köttätande: Äter djurvävnad

Was this helpful?
Rocha sedimentar carbonatada preta ou castanha formada por decomposição anaerobica de material vegetal.


coal: Brown or black carbonaceous sedimentary rock formed by the anaerobic decomposition of plant material.

Κάρβουνο : Καφέ ή μαύρο ανθρακούχο πέτρωμα που σχηματίζεται από την αναερόβια αποσύνθεση φυτικών συστατικών.

kol: Brunt eller svart lagrad organogen bergart som bildas genom anaerobt nerbrytning av växtrester.

Was this helpful?
Partículas de sedimento entre 2-256 mm de diâmetro, termo algumas vezes utilizado para uma classe de partículas mais pequenas entre 2-4 mm de diâmetro.


gravel: Sediment particles between 2-256 mm in diameter; sometimes used for a class of smaller particles between 2-4 mm in diameter.

ΧΑΛΙΚΙ : Αδρομερή συστατικά ενός ιζήματος διαμέτρου 2-256 mm. Μερικές φορές χρησιμο- ποιείται για μικρότερα σωματίδια, διαμέτρου 2-4 mm.

grus: Sedimentpartiklar som är mellan 2-256mm stora; ibland används det för att beskriva mindre partiklar som har en diameter på 2-4mm.

Was this helpful?
O processo pelo qual os químicos são degradados de modo a produzirem moléculas mais pequenas que contêm a energia necessária para o crescimento, actividade ou aquecimento; c.f. Anabolismo; metabolismo.


catabolism: The process by which chemicals are broken down to produce smaller molecules yielding energy for growth, activity or heat.

ΚΑΤΑΒΟΛΙΣΜΟΣ: Η διεργασία με την οποία τα χημικά μεγαλομόρια διασπώνται σε μικρότερα. Κατά την διάσπαση εκλύεται ενέργεια που χρησιμεύει στην αύξηση, την κίνηση και την παραγωγή θερμότητας. πρβλ αναβολισμός, μεταβολισμός.

katabolism: Processen där kemiska föreningar bryts ner för att framställa mindre molekyler frambringandes energi för tillväxt, aktivitet eller värme; jfr. anabolism; metabolism.

Was this helpful?
Refere-se a peixes que migram para desovar no mar mas que vivem uma grande parte da sua vida em água doce (e.g. Enguias) ; c.f. Diádromo e anádromo.


catadromous: Refers to fishes that migrate to spawn in the sea but live a large portion of their existence in fresh waters (e.g. eels).

ΚΑΤΑΔΡΟΜΑ: Ο όρος αναφέρεται στα ψάρια που μεταναστεύουν για να γεννήσουν στην θάλασσα, αλλά ζουν το μεγαλύτερο τμήμα της ζωής τους σε γλυκά νερά (π.χ. χέλια). Πρβλ. Διάδρομα και ανάδρομα.

katadroma: Syftar till fiskar som vandrar för att leka i havet men lever största delen av sitt liv i sötvattens miljöer (t.ex ålar); jfr. diadromous and anadromous.

Was this helpful?
Um composto que acelera uma acção química e que ele próprio não participa na reacção química.


catalyst: A compound that accelerates a chemical action and does not itself take part in the chemical reaction.

ΚΑΤΑΛΥΤΗΣ : Ενωση, η οποία επιταχύνει μία χημική αντίδραση χωρίς να λαμβάνει η ίδια μέρος σε αυτήν.

katalysator: Förening som påskyndar, men som själv inte medverkar i, en kemisk reaktion.

Was this helpful?
Filo dos invertebrados que inclui as anémonas do mar, medusas e corais.


coelenterates: Phylum of invertebrate animals that includes sea anemones, jellyfish and corals.

ΚΟΙΛΕΝΤΕΡΩΤΑ: ΚΝΙΔΟΖΩΑ.Φύλο ζώων, το οποίο περιλαμβάνει τις θαλάσσιες ανεμώνες, τις μέδουσες και τα κοράλλια. Συν. Κοιλεντερωτά.

Coelenterata: Phylum inom evertebrater som innehåller havsanemoner, maneter och koraller.

Was this helpful?
Stress fisiológico induzido por alterações repentinas ou rápidas de temperatura, definida por alguns como qualquer alteração superior a 30C por hora.


temperature shock: Physiological stress induced by sudden or rapid changes in temperature, defined by some as any change greater than 30C per hour.

ΘΕΡΜIΚΟ ΣΟΚ (ΘΕΡΜΟΠΛΗΞIΑ): Φυσιολογική ένταση που προέρχεται από ξαφνικές ή γρήγορες αλλαγές θερμοκρασίας και που ορίζεται από ορισμένους ως αλλαγή μεγαλύτερη από 30C ανά ώρα.

temperaturshock: Fysiologisk stress tillföljd av kraftig temperaturökning eller sänkning.

Was this helpful?
Precipitação atmosférica contendo gases dissolvidos considerados poluentes industriais ( e.g. SO2, NO2,H2S) e concedento um pH ácido à chuva; pode causar a degeneração das florestas, acidificação das águas afectando a fauna e flora aquáticas, principalmente as populações de peixes (reduzindo o sucesso reprodutivo). O fundir da neve provoca muitas vezes uma quebra significativa no pH numa altura em que os ovos de salmonídeos estão a eclodir e por isso vulneráveis


acid rain: Atmospheric precipitation containing dissolved gases (e.g., SO2 NO2, H2S created by industrial pollution) that has an acidic pH.

ΟΞΙΝΗ ΒΡΟΧΗ: Ατμοσφαιρική κατακρήμνιση η οποία περιέχει διαλυμένα αέρια τα οποία αποτελούν βιομηχανικούς ρύπους (π.χ. SO2, N02, H2ßS) και τα οποία προσδίδουν όξινο pH στην κατακρήμνιση (βροχή, χιόνι κτλ); μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα τον εκφυλισμό των δασών, την οξίνιση των υδάτινων μαζών η οποία μπορεί με τη σειρά της να βλάψει τη θαλάσσια χλωρίδα και πανίδα και ιδιαίτερα τους πληθυσμούς των ψαριών (μειωμένη αναπαραγωγική ικανότητα). Το λιώσιμο του χιονιού έχει πολλές φορές

surt nedfall: Atmosfäriskt nedfall som innehåller lösta gaser, klassade som industriella föroreningar (t. ex. SO2,NO2,H2S), som sänker nedfallets pH; kan orsaka skador på skog, försurning av vatten som påverkar akvatisk fauna och flora, speciellt fiskpopulationer (minskad reproduktion). Snösmältning orsakar ofta en signifikant sänkning av pH vid en tidpunkt då laxfiskars ägg kläcks och därmed är känsliga för pH (5.5). Sänkning av pH i områden som inte är väl buffrade ökar dram

Was this helpful?
Organismos microscópicos anteriormente conhecidos como algas azuis-esverdeadas as quais, do mesmo modo que as bactérias, são procariotas (Procaryotae), i.e. têm ausência de núcleo, sendo o núcleolo o seu equivalente funcional. Em contraste às algas eucariotas, o núcleolo das cianobactéria não têm membrana. Estas algas ocorrem em habitats aquáticos e terrestres e algumas vivem em simbiose com fungos ou fetos (ver azolla). As cianobactérias contribuem para a produção primária, servindo de alimento


cyanobacteria: Microscopic organisms formerly known as blue-green algae which, similar to bacteria, are prokaryotic (Procaryotae), i.e., they lack the nucleus, the nucleoid being its functional equivalent. In contrast to eukaryotic algae, the cyanobacterial nucleoid has no membrane.. The blue-greens occur both in aquatic and terrestrial habitats and some live in symbiosis with fungi or ferns (see azolla). Cyanobacteria contribute to primary production, serving as food for various aquatic organisms and some pla

ΚΥΑΝΟΒΑΚΤΗΡΙΑ: Μονοκύτταροι οργανισμοί, γνωστοί και με την ονομασία κυανοπράσινα φύκη (βλ.λ), οι οποίοι, όπως και τα βακτήρια, ανήκουν στους προκαρυωτικούς οργανισμούς (Procaryotae). Οι οργανισμοί αυτοί αντί για πυρήνα έχουν ένα πυρηνοειδές το οποίο σε αντίθεση με τα ευκαριωτικά φύκη δεν φέρει μεμβράνη. Τα κυανοβακτήρια απαντώνται σε χερσαία και σε θαλάσσια περιβάλλοντα ενώ μερικά ζουν συμβιωτικά με μύκητες ή φτέρες (βλ. azolla). Συμμετέχουν στην πρωτογενή παραγωγικότητα και αποτελούν τροφή για πολλούς θαλάσσι

cyanobakterier: Mikroskopiska organismer som tidigare kallades för blågröna alger (q.v) och, liknande bakterier, är prokaryoter (Procaryotae). De saknar en riktig cellkärna men har en nukleotid som fyller samma funktion. Till skillnad från eukaryota alger så har inte den cyanobakteriella nukleotiden ett membran. Blågröna alger förekommer både i akvatiska och terrestra habitat och vissa lever i simbios med svampar eller ormbunkar (se azolla). Cyanobakterier bidrar till primärproduktionen, och utgör föda (näring)

Was this helpful?
Circulação de componentes entre a atmosfera, geoesfera, hidroesfera e bioesfera.


biogeochemical cycle: The circulation of components between the atmosphere, geosphere, hydrosphere, and biosphere.

Βιογεωχημικός κύκλος : Η κυκλοφορία συστατικών μεταξύ της ατμόσφαιρας, της γεώσφαιρας και της βιόσφαιρας.

biogeokemisk kretslopp: Cirkulation av olika komponent mellan atmosfären, geosfären, hydrosfären och biosfären.

Was this helpful?
O ciclo biogeoquímico global da água que envolve trocas entre a hidroesfera, atmosfera, litosfera e organismos vivos.


water cycle: The global biogeochemical cycle of water involving exchanges between the hydrosphere, atmosphere, lithosphere and living organisms.

Κύκλος νερού : Ο παγκόσμιος βιογεωχημικός κύκλος του νερού που περιλαμβάνει την ανταλλαγή μεταξύ της υδρόσφαιρας, της ατμόσφαιρας και των ζωντανών οργανισμών.

vattnets kretslopp: Det globala biogeokemiska vattenkretslopp som innefattar utbyte mellan hydrosfär, atmosfär, litosfär och levande organismer.

Was this helpful?
O período que vai de uma preia-mar à seguinte.


tidal current cycle: The period from one high water to the next.

Παλιρροιακός κύκλος ρεύματος : Η περίοδος μεταξύ δυο διαδοχικών πλημμυρίδων.

tidvattencykel: Perioden från ett högvatten fram till nästa.

Was this helpful?
A duração de uma dada sequência de marés, por exemplo, um mês lunar ou um dia de marés.


tide cycle: The duration of a given tidal sequence, for example, a lunar month or a tidal day.

ΠΑΛΙΡΡΟΙΑΚΟΣ ΚΥΚΛΟΣ : Η διάρκεια μιας δεδομένης παλιρροιακής ακολουθίας, για παράδειγμα ένας σεληνιακός μήνας ή μια παλιρροιακή ημέρα.

tidvattenscykel: Längden på en given tidvattencykel, t.ex. en måncykel eller tidvattendag.

Was this helpful?
O período entre a incobação e a primeira desova de uma dada geração.


breeding cycle: A period between hatching and the first spawning of a given generation.

ΑΝΑΠΑΡΑΓΩΓIΚΟΣ ΚΥΚΛΟΣ: Η περίοδος ανάμεσα στην εκκόλαψη και την πρώτη ωοτοκία μιας δεδομένης γενεάς ενός είδους.

fortplantningsomgång : Tid mellan födsel och fecunditet hos en kohort.

Was this helpful?
A sequência de estados desde o zigoto até à morte de um indivíduo. História da vida: as características significativas (tais como estratégias de sobrevivência e reprodução) presentes no ciclo de vida de um organismo.


life cycle-life history: The sequence of stages from the zygote to the death of an individual. Life history: those significant features (such as strategies of survival and reproduction) present in an organisms life cycle.

ΒIΟΛΟΓIΚΟΣ ΚΥΚΛΟΣ: Η αλληλουχία των σταδίων της ζωής ενός ατόμου, από την γονιμοποίηση του ωαρίου ως τον θάνατό του.

livscykel - livshistoria: Sekvens av olika steg från zygot till en individs död. Life history: olika egenskaper som finns i en organisms livscykel (överlevnadsstrategi, reproduktion, m.m.).

Was this helpful?
O ciclo biogeoquímico do carbono, envolvendo a produção de compostos orgânicos pela fixação de dióxido de carbono através da fotossíntese, até ao seu retorno à atmosfera pela respiração e decomposição.


carbon cycle: The biogeochemical cycle of carbon, involving the production of organic compounds by fixation of carbon dioxide through photosynthesis, to its return in the atmosphere by respiration and decomposition.

ΚΥΚΛΟΣ ΑΝΘΡΑΚΑ: Ο βιογεωχημικός κύκλος του άνθρακα, από την παραγωγή οργανικών ενώσεων με δέσμευση του CΟ2 κατά την φωτοσυνθεση ως την επιστροφή του στον ατμοσφαιρικό αέρα με την αναπνοή και την αποσύνθεση.

kolcykeln: Biogeokemiska kolcykeln där koldioxid fixeras och organiska föreningar produceras genom fotosyntes, och kol återvänder till atmosfären genom respiration och förmultning.

Was this helpful?
O fluxo ciclico da água e vapor de água entre as diferentes partes da terra, oceanos e atmosfera.


hydrological cycle: The cyclic flow of water and water vapour between different parts of the land, oceans and atmosphere.

Υδρολογικός κύκλος : Η κυκλική ροή νερού και ατμών νερού μεταξύ των διαφόρων τμημάτων του εδάφους, των ωκεανών και της ατμόσφαιρας.

hydrologisk cykel: Det cykliska flödet av vatten och vattenånga mellan olika delar av land, hav och atmosfär.

Was this helpful?
Classe de Protozoários, cerca de 250 ciliados ( subfilo Ciliophora) estão associados aos peixes. Em muitas áreas costeiras, verificou-se que mais de 80 % das populações piscícolas locais são portadoras de ciliados que normalmente podem ser considerados ectoparasitas inofensivos que aparecem em pequeno número sobre a pele. O seu número pode aumentar consideravelmente em águas com uma elevada carga orgânica, tal como na aquacultura. Nesse caso podem tornar-se patogénes graves, cobrindo rapidamente


ciliates: Class of Protozoa, about 250 ciliates (sub phylum Ciliophora) are associated with fish. In many coastal areas, more than 80% of the local fish populations were found to carry ciliates which may usually be considered as harmless ectocommensals occurring in small numbers on the skin. Numbers may increase considerably in waters with a high organic load, as in aquaculture. They may then become serious pathogens, rapidly covering a large part of the body surface, occasionally also invading internal

ΒΛΕΦΑΡΙΔΟΦΟΡΑ: Ομάδα οργανισμών που ανήκει στα πρωτόζωα (υπόφυλο Ciliophora), εκ των οποίων 250 είδη τουλάχιστον έχουν βρεθεί να σχετίζονται με τα ψάρια. Σε πολλές παράκτιες περιοχές έχει βρεθεί πως περίπου το 80% των πληθυσμών των ψαριών φέρουν στο δέρμα τους μικρό αριθμό βλεφαριδοφόρων τα οποία χαρακτηρίζονται ως αβλαβή εκτοπαράσιτα. Οι αριθμοί αυτοί μπορεί να αυξηθούν σε ορισμένες περιπτώσεις όπως συμβαίνει για παράδειγμα στις υδατοκαλλιέργειες όπου τα νερά έχουν σημαντικό οργανικό φορτίο. Σε αυτές τις περι

ciliater: En klass inom protozoa, innehåller ungefär 250 cilitater (subfylum ciliofora) som associeras med fiskar. Vid många kustområden, har man funnit att mer än 80% av de lokala fiskpopulationerna bär på ciliater. Dessa ciliater betraktas vanligtvis som harmlösa ektocommensaler som förekommer i få antal på huden. Antalet kan öka avsevärt i vattenmassor med hög organiskt material, som i akvakulturer. Då kan de bli allvarliga patogener som snabbt täcker en stor del av kroppsytan, invaderar emellanåt int

Was this helpful?
Desperdício das centrais de carvão consistindo em pedaços de carvão parcialmente queimados e de pó muito fino.


fly ash: Waste material from coal-fired power stations consisting of lumps of partly-burnt coal and very fine powder.

Απόβλητα καυστήρα : Απόβλητα που προέρχονται από σταθμούς καύσης άνθρακα και αποτελούνται από καμένο άνθρακα και ψιλή σκόνη.

flygaska: Avfall från koldrivna kraftverk, bestående av delvis eldade kolklumpar och väldigt finkornig puder.

Was this helpful?
A fase imóvel, desidratada, resistente e inactiva no ciclo de vida de muitos organismos, geralmente considerada como tendo um papel importante quer na protecção, quer na dispersão de uma espécie; o organismo é tipicamente arredondado, envolvido por uma ou mais camadas de membranas císticas secretadas (exocisto, mesocisto, endocisto, etc.) ou paredes; nalguns casos as paredes podem ser bastante espessas, esculpidas no exterior e com ou sem um poro emergente.


cyst: The non-mobile, dehydrated, resistant, inactive, dormant stage in the life cycle of many organisms, generally considered as playing an important role in either protection or dispersal of a species; the organism is typically rounded, surrounded by one or more layers of secreted cystic membranes (exocyst, mesocyst, endocyst, etc.) or envelopes or walls; in some cases the walls may be quite thick, sculptured on the outside and with or without an emergent pore.

ΚΥΣΤΗ: Το ακίνητο, αφυδατωμένο, ανθεκτικό, αδρανές, εν ναρκοβιώσει στάδιο τού κύκλου ζωής πολλών οργανισμών, το οποίο γενικά θεωρείται ότι παίζει σημαντικό ρόλο είτε στην προστασία είτε στη διασπορά ενός είδους. Ο οργανισμός είναι κατά κανόνα αποστρογγυλευμένος, περιβάλλεται από ένα ή περισσότερα στρώματα εκκριμένων κυστικών μεμβρανών (εξωκύστη, μεσοκύστη, ενδοκύστη,κ.λ.π.) ή φακέλλων ή τοιχωμάτων. Σε μερικές περιπτώσεις τα τοιχώματα έχουν αρκετό πάχος και φέρουν και διαθέτουν ή όχι εμφανή πόρο. ποι

cysta: Den stationära, uttorkade, resistenta, inaktiva vilostadiet i livscykeln hos många organismer, som ses ha en viktig roll i skyddandet eller spridningen av en art. Organismen är vanligtvis rundad, och omgiven av en eller fler lager av utsöndrad cystisk membran (exocyst, mesocyst, endocyst osv), hölje eller väggar; i vissa fall kan väggarna vara ganska tjocka, sculptured on the outside och med eller utan en framträngande por.

Was this helpful?
O estudo de mecanismos cromossomicos, o seu comportamento e os seus efeitos sobre a hereditariedade e evolução.


cytogenetics: The study of chromosomal mechanisms, their behaviour and their effects on inheritance and evolution.

ΚΥΤΤΑΡΟΓΕΝΕΤΙΚΗ: Η μελέτη των χρωμο- σωμικών μηχανισμών, της συμπεριφοράς τους και της επίδρασής τους στην κληρονομικότητα και την εξέλιξη.

cytogenetik: Studien av kormosomernas mekanismer, deras beteende och deras effekt på ärftlighet och evolution.

Was this helpful?
CONCENTRAÇÃO LETAL. Termo utilizado para expressar quantitativamente o grau de toxicidade de uma substância. Neste caso é a morte do organismo testado que serve de critério de toxicidade. A CL é expressa numericamente, e.g. CL50, CL70 indicam a percentagem de organismos mortos para uma determinada concentração. O tempo de exposição à toxina também é dado.


LC: Lethal concentration: Term used to express quantitatively the degree of toxicity of a substance. In this case it is the death of the test organism which is the criterion of toxicity. LC is expressed numerically, e.g. LC70 indicating the percentage of organisms killed at a given concentration. The time of exposure to the toxin is also given.

LC: Βλ. Θανατηφόρος συγκέντρωση. Ορος που χρησιμοποιείται ως μέτρο για την τοξικότητα μιας ουσίας. Στην περίπτωση αυτή κριτήριο της τοξικότητας είναι ο θάνατος των πειραματικών οργανισμών. Η LC εκφράζεται ποιοτικά (π.χ. LC50, LC70), όπου ο δείκτης δηλώνει το % ποσοστό των οργανισμών που πεθαίνουν σε μια δεδομένη συγκέντρωση. Δίδεται επίσης ο χρόνος της έκθεσης στην τοξική ουσία.

LC: Lethal concentration. Term som används för att uttrycka giftigheten hos ett ämne. I detta fallet är det förmågan att döda en testorganism som är kriteriumet för giftighet. LC uttrycks numeriskt, t.e.x LC70 anger antalet organismer som dött i procent vid en given koncentration. Hur lång tid testorganismen blivit utsatt för ämnet anges också.

Was this helpful?
CONCENTRAÇÃO LETAL. Termo utilizado para expressar quantitativamente o grau de toxicidade de uma substância. Neste caso é a morte do organismo testado que serve de critério de toxicidade. A CL é expressa numericamente, e.g. CL50, CL70 indicam a percentagem de organismos mortos para uma determinada concentração. O tempo de exposição à toxina também é dado.


LC 50: Term used to express quantitatively the degree of toxicity of a substance. In this case it is the death of the test organism which is the criterion of toxicity. LC is expressed numerically, e.g. LC50, indicating the percentage of organisms killed at a given concentration. The time of exposure to the toxin is also given.

LC 50: Βλ.Θανατηφόρος συγκέντρωση. Ορος που χρησιμοποιείται ως μέτρο για την τοξικότητα μιας ουσίας. Στην περίπτωση αυτή κριτήριο της τοξικότητας είναι ο θάνατος των πειραματικών οργανισμών. Η LC εκφράζεται ποιοτικά (π.χ. LC50, LC70), όπου ο δείκτης δηλώνει το % ποσοστό των οργανισμών που πεθαίνουν σε μια δεδομένη συγκέντρωση. Δίδεται επίσης ο χρόνος της έκθεσης στην τοξική ουσία.

LC 50: Lethal concentration. Term som används för att uttrycka giftigheten hos ett ämne. I detta fallet är det förmågan att döda en testorganism som är kriteriumet för giftighet. LC uttrycks numeriskt, t.e.x LC50 anger antalet organismer som dött i procent vid en given koncentration. Hur lång tid testorganismen blivit utsatt för ämnet anges också.

Was this helpful?
Um clima característico das margens continentais e ilhas em que a escala de temperatura anual é inferior à média para essa latitude devido à proximidade de um oceano ou de um mar.


oceanic climate: A climate characteristic of continental margins and islands in which the annual temperature range is less than the average for that latitude because of the proximity of an ocean or sea.

ΩΚΕΑΝΙΟ ΚΛΙΜΑ: Το χαρακτηριστικό κλίμα που επικρατεί στις παρυφές των ηπείρων και τα νησιά όπου, χάρη στην γειτνίαση με τη θάλασσα, οι ετήσιες διακυμάνσεις της θερμοκρασίας γύρω από την μέση τιμή, είναι μικρότερες από τις συνήθεις διακυμάνσεις.

oceaniskt klimat: Ett klimat som är karakteristiskt för kontinentalkanter och öar, vilket innebär att den årliga temperaturvariationen är mindre än genomsnittet på den breddgraden p.g.a. Närheten till havet.

Was this helpful?
A fase terminal de uma sucessão ecológica de uma comunidade biótica mais ou menos estável, que está em equilíbrio com as condições ambientais existentes.


climax: The terminal stage of an ecological succession of a more or less stable biotic community which is in equilibrium with existing environmental conditions.

Καταληκτικό (στάδιο): Το τερματικό στάδιο μιας οικολογικής διαδοχής μιας σταθερής -σε γενικές γραμμές- κοινωνίας και το οποίο είναι σε ισορροπία με τις υπάρχουσες περιβαντολλογικές συνθήκες.

klimax: Slutlig fas på den ekologiska sucessionen i en mer eller mindre stabilt biotiskt samhälle som är i jämvikt med omgivningen.

Was this helpful?
Grupo de organismos de origem assexuada, criados em cultura a partir de uma única célula ou indivíduo isolado, por exemplo as macro algas.


clone: Asexually-derived population of organisms that have been established in culture from a single, initially isolated individual or cell, for example, macro-algae.

ΚΛΩΝΟΣ: Πληθυσμός οργανισμών σε μια καλλι- έργεια που έχουν προέλθει με αγενή αναπαραγωγή από ένα μοναδικό, αρχικά απομονωμένο άτομο ή κύτταρο, π.χ. μακροφύκη.

kloner: Asexuellt erhållna populationer som har bildats i kultur av en enda isolerad individ eller cell, till exempel makroalger.

Was this helpful?
O peso de cloro, em gramas, contido em 1 kg de água do mar depois dos brometos e dos iodetos terem sido substituídos pelo cloro. A clorinidade, uma maneira de confirmar a salinidade da uma amostra de água, é determinada por titulação.


chlorinity: The weight of chlorine in grams contained in 1 kg of seawater after the bromides and iodides have been replaced by chloride. Chlorinity is determined by titration as one means of ascertaining the salinity of a water sample.

ΧΛΩΡΙΟΤΗΤΑ: Το βάρος του χλωρίου σε γραμμάρια, που περιέχεται σε 1 kgr θαλασσινού νερού, μετά την αντικατάσταση του βρωμίου και ιωδίου από χλώριο. Η χλωριότητα προσδιορίζεται με τιτλοδότηση ώστε να εξακριβωθεί η αλατότητα του δείγματος του νερού.

klorinitet: Vikten av klor i gram som innehålls i 1kg havsvatten efter att bromiderna och jodiderna har ersatts av klor. Klorinitet är bestämd genom titrering som ett sätt att bestämma saliniteten av ett vattenprov.

Was this helpful?
1) Em aquacultura, a esterilização da água (em particular contendo efluentes) ou de equipamento que utilize gás de cloro. (2) Em química, qualquer reacção que envolve a introdução de cloro num composto.


chlorination: 1) In aquaculture, the sterilization of water (particularly containing effluents) or equipment using chlorine gas. (2) In chemistry, any reaction involving the introduction of chlorine into a compound.

ΧΛΩΡΙΩΣΗ: (1) Στην υδατοκαλλιέργεια, η αποστεί- ρωση του νερού (ιδίως όταν περιέχει απόβλητα) ή του εξοπλισμού γίνεται χρησιμοποιώντας αέριο χλώριο. (2) Στην χημεία κάθε αντίδραση που έχει ως αποτέλεσμα την ενσωμάτωση του χλωρίου σε μία ένωση.

klorering: (1) Inom akvakultur syftar det till sterilisering av vatten (i synnerhet vatten som innehåller avfallsprodukter) eller utrustning genom att använda klorgas (2) Inom kemi, varje reaktion som innefattar introduktionen av klor i en förening.

Was this helpful?
A porção da concentração de cloro presente como ácido hipocloroso e/ou iões de hipocloretos.


free chlorine: That portion of the chlorine concentration present as hypochlorous acid and/or hypochlorite ion.

ΕΛΕΥΘΕΡΟ ΧΛΩΡIΟ: Το κλάσμα της συγκέντρωσης του χλωρίου που βρίσκεται υπό μορφή υποχλωριώδους οξέος ή/και υποχλωριωδών ιόντων.

fritt klorin: Andelen av klorkoncentrationen som existerar som hypoklorisk syra och/eller hypokloritjoner.

Was this helpful?
Um composto tóxico orgânico contendo cloro.


organochlorine: A toxic organic compound containing chlorine.

Οργανοχλωριομένες ενώσεις : Ένα τοξικό οργανικό συστατικό που περιέχει χλώριο.

organochlorine: Ett giftigt organiskt ämne som innehåller klorin.

Was this helpful?
Pigmento verde encontrado na maior parte das algas e plantas superiores. É responsável pela transformação da energia luminosa em energia química, i.e. a fotossíntese (q.v.).


chlorophyll: Green pigment found in most algae and higher plants. It is responsible for the transformation of light energy to chemical energy, i.e., photosynthesis.

ΧΛΩΡΟΦΥΛΛΗ: Πράσινη χρωστική που συναντάται στα περισσότερα φύκη και ανώτερα φυτά. Είναι υπεύθυνη για την μετατροπή της φωτεινής ενέργειας σε χημική δηλ. φωτοσύνθεση (πρβλ).

klorofyll: Grön pigment som finns hos de flesta alger och högre växter. Den är ansvarig för omvandlingen av solenergi till kemisk energi i.e.fotosyntes. (q.v.).

Was this helpful?
Pertencente às mesmas espécies.


conspecific: Belonging to the same species.

ΣΥΝΕΙΔΙΚΟΣ ή ΟΜΟΕΙΔΙΚΟΣ: Ο ανήκων στο ίδιο είδος.

samma art: Tillhörande samma art.

Was this helpful?
A base bioquímica da hereditariedade. O código consiste de séries de três pares base de nucleótidos sucessivos (codões) nas moléculas ARN mensageiro (mARN), as quais codificam para amino-ácidos específicos na transcrição de moléculas proteícas. A sequência específica de nucleótidos de ARNm provem do ADN por transcrição.


genetic code: The biochemical basis of heredity. The code consists of series of three successive nucleotide base pairs (codons) on messenger RNA (mRNA) molecules coding for the individual amino acids in translated protein molecules. The specific sequence of mRNA nucleotides is derived from that of the DNA by the process of transcription.

ΓΕΝΕΤIΚΟΣ ΚΩΔIΚΑΣ: Η βιοχημική βάση της κληρονομικότητας. Ο κώδικας συνίσταται σε μια σειρά από τριάδες νουκλεοτιδικών ζευγών βάσεων (κωδικονιών), στα μόρια του αγγελιοφόρου RNA (mRNA). Κάθε κωδικόνιο καθορίζει ένα αμινοξύ κατά την πρωτεïνοσύνθεση (μετάφραση). Η αλληλουχία των νουκλεοτιδίων στο mRNA, προκύπτει από την αλληλουχία του DNA με τη διαδικασία της μεταγραφής.

genetisk kod: Den biokemiska basen av arvsmassan. Koden består av upprepade nukleotidtripletter (kodoner), som sitter på budbärar-RNA (mRNA), och utgör koden för aminosyror. Budbädar-RNA bildas då DNA-koden skall avläsas (transkription).

Was this helpful?
Eficiência ecológica bruta; A razão da energia assimilada num determinado nível trófico em relação à energia assimilada no nível imediatamente anterior


coefficient of ecological efficiency: Gross ecological efficiency; the ratio of energy assimilated at a given trophic level to that assimilated at the previous trophic level.

Συντελεστής οικολογικής αποτελεσματικότητας : Μεγάλη οικολογική αποτελεσματικότητα: ο λόγος της ενέργειας που αφομοιώνεται από ένα δεδομένο τροφικό επίπεδο προς την ενέργεια που αφομοιώνεται από το προηγούμενο τροφικό επίπεδο.

koefficient på ekologisk effektivitet: Total ekologisk effektivitet (Gross ecological efficiency); Förhållande mellan energin som assimileras i en viss trofinivå och energin som assimileras i den föregående trofinivån.

Was this helpful?
A medição do grau de atenuação da luz dentro de uma coluna de líquido.


extinction coefficient: A measure of the degree of attenuation of light within a liquid column.

ΕΞΑΣΘΕΝIΣΗΣ, ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΗΣ: Μέτρο του βαθμού εξασθένισης του φωτός σε μια στήλη νερού.

utdöendekoeficient: Mått av förtunningsgraden hos ljus inom en vattenkolumn.

Was this helpful?
Um coeficiente estimativo da influência dos factores hereditários em oposição à influência dos factores ambientais no fenótipo de um organismo. É obtido da medição da variação observada no fenótipo de uma única população isogénica sob uma variação ambiental limitada durante o estudo.


heritability coefficient: A coefficient estimating the influence of hereditary factors as opposed to the influence of environmental factors, on an organisms phenotype. This is taken from measuring the observed variation in phenotype of a single isogenic population under limited environmental variation during the study.

ΚΛΗΡΟΝΟΜΗΣΙΜΟΤΗΤΑΣ, ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΗΣ: Συντελεστής που εκφράζει την επίδραση στον φαινότυπο των κληρονομικών παραγόντων σε σύγκριση με τους περιβαλλοντικούς παράγοντες. Εκτιμάται από την παρατηρούμενη ποικιλότητα του φαινοτύπου σε έναν ισογονικό πληθυσμό, κάτω από περιορισμένη περιβαλλοντική ποικιλότητα.

ärftlighetskoefficient: En koefficient som uppskattar ärftliga faktorers (till skillnad från omvärldsfaktorers) inverkan på en organisms fenotyp. Ärftlighetskoefficienten uppskattas genom att mäta den observerade variationen hos fenotyper inom en isogen population, i en studie där omvärldsfaktorernas variation begränsas.

Was this helpful?
A proporção de descarga de água sob condições de escoamento laminar através de um corte transversal de um meio poroso sob um gradiente hidraulico e condições de temperatura padrão (geralmente 200 C).


coefficient of permeability: The rate of discharge of water under laminar flow conditions through a unit cross-sectional area of a porous medium under a unit hydraulic gradient and standard temperature conditions (usually 200C).

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΗΣ ΔΙΑΠΕΡΑΤΟΤΗΤΑΣ : Ο όγκος του νερού, ο οποίος, υπό την επίδραση μοναδιαίας πιεζομετρικής διαφοράς, διαπερνά ανά μονάδα χρόνου και υπό συνθήκες στρωτής ροής και σταθερής θερμοκρασίας ( συνήθως 200C), την μοναδιαία εγκάρσια επιφάνεια ενός πορώδους υλικού (ms-1).

permeabilitetskoefficient: Vattens strömningshastighet genom ett poröst medium vid standardtemperatur (vanligen 200C); jfr. permeabilitet.

Was this helpful?
Q10. O aumento ou diminuição quantitativo da taxa metabólica por cada 100C de aumento ou diminuição na temperatura do corpo (ambiental).


temperature coefficient: Q10. The quantitative increase or decrease in metabolic rate for each 100C increase or decrease in body (environmental) temperature.

ΘΕΡΜΟΚΡΑΣIΑΣ ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΗΣ: Q10. Ποσοτική αύξηση ή μείωση του μεταβολικού ρυθμού όταν η αύξηση ή μείωση της θερμοκρασίας του σώματος (ή του περιβάλλοντος) είναι 100C.

temperaturkoefficient: (1) Q10. Den kvantitativa ökningen eller minskningen av den metaboliska hastigheten vid en ökning eller minskning av kropps(omgivande)temperaturen med 10 grader C. (2) Koefficient som anger relativ ändring av en egenskap med temperaturen

Was this helpful?
Desvio padrão expresso em percentagem da média. Medida do valor da variação dentro de uma população.


coefficient of variation: The standard deviation expressed as a percentage of the mean. A measure of the amount of variation within a population.

Συντελεστής απόκλισης : Η δεδομένη απόκλιση που εκφράζεται σαν ένα ποσοστό του μέσου όρου. Μια μέτρηση του μεγέθους της απόκλισης μέσα σε έναν πληθυσμό.

variationskoefficient: Standardavvikelsen uttryckt i procent av medelvärdet. Mått på variationen inom en population.

Was this helpful?
A força de corte por unidade de área necessária para manter uma unidade de diferença em velocidade entre duas camadas paralelas de um fluido a uma unidade de distância


coefficient of viscosity: The shearing force per unit area required to maintain a unit difference in velocity between two parallel layers of a fluid a unit distance apart.

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΗΣ ΙΞΩΔΟΥΣ : Η δύναμη που απαιτείται ανά μονάδα επιφανείας για την εξουδετέρωση της εσωτερικής τριβής ενός ρευστού, ώστε να διαιρείται η διαφορά ταχυτήτων μεταξύ δύο παραλλήλων στρωμμάτων του ρευστού που απέχουν μεταξύ τους κατά μια μονάδα μηκους.

viskositetskoefficient: Skjuvspänningen per ytenhet som behövs för att bibehålla en konstant skillnad i skjuvningshastighet mellan två parallella vätskeskikt.

Was this helpful?
O aparecimento de duas ou mais espécies na mesma área ou habitat, geralmente potenciais rivais.


coexistence: The occurrence of two or more species in the same area or habitat, usually used of potential competitors.

ΣΥΝΥΠΑΡΞΗ : Υπαρξη δύο ή περισσοτέρων ειδών στην ίδια περιοχή ή στο ίδιο ενδιαίτημα. Συνήθως ο όρος χρησιμοποιείται για εν δυνάμει ανταγωνιστές.

samlevnad: Förekomsten av två eller fler arter i samma område eller habitat. Vanligen använd för att beskriva relationen mellan potentiella konkurrenter.

Was this helpful?
Bactéria coliforme encontrada nos excrementos.


faecal coliforms: Coliform bcteria found in excrement.

Κοπρανώδη κωλοβακτηρίδια: Κωλοβακτηρίδια που βρίσκονται στα κόπρανα.

fekal koliform: Koliform bakterier som hittas i exkrement.

Was this helpful?
Processo através do qual as larvas de moluscos interrompem o seu estado móvel, ligam-se a um suporte apropriado e iniciam um estado de vida sedentário. A colonização é caracterizada pela substituição do manto pelas guelras e a reorganização de todos os órgãos.


settlement: Process by which molluscan larvae undergo a cessation of their mobile stage and begin a sedentary life stage by attachment to a suitable support. Settlement is characterized by replacement of the velum by the gills and a reorganization of all organs.

ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ: Διαδικασία με την οποία οι προνύμφες των μαλακίων σταματούν την κινητική φάση της ζωής τους και αρχίζουν την εδραία φάση προσκολλώμενες σε κατάλληλο υποστήριγμα. Η εγκατάσταση χαρακτηρίζεται από την αντικατάσταση του πέπλου από βράγχια και την αναδιοργάνωση όλων των οργάνων.

settling: Process vid vilken larver av blötdjur (vissa nässeldjur) genomgår en morphologisk förändring och övergår från ett fritt simmande stadie till att vara fastsittande.

Was this helpful?
Combustível natural obtido de restos orgânicos antigos, tais como carvão, petróleo e gaz natural.


fossil fuel: A naturally-occurring fuel, such as coal, petroleum and natural gas, derived from the anaerobic decomposition of organic material.

Ορυκτά καύσιμα: Φυσικό καύσιμο που προέρχεται από αρχαία οργανικά κατάλοιπα όπως ο άνθρακας, το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο.

fossilt bränsle: Ett naturligt förekommande bränsle, som kol, petroleum och naturgas, uppkommer genom syrefri nedbrytning av organiskt material

Was this helpful?
Duas espécies que vivem juntas sem quaisquer efeitos nocivos, mas com possíveis benefícios para uma das espécies.


commensals: Two species which live together with no harmful effects but with possible benefit accruing to one of the species.

ΟΜΟΣΙΤΟΙ: Δύο είδη που ζουν μαζί χωρίς βλαβερές επιπτώσεις, αλλά με πιθανό κέρδος για το ένα είδος.

kommensaler: Två arter som lever ihop utan några skadliga effekter men där ena arten kan eventuellt dra fördel av sambandet.

Was this helpful?
Associação entre duas espécies ou organismos (conhecidos por comensais) que é claramente vantajosa para um dos membro e que não causa qualquer efeito no outro.


commensalism: Association between two species or organisms (known as commensals) that is clearly to the advantage of one member but with no effect on the other.

ΟΜΟΣΙΤΙΣΜΟΣ: Συμβίωση μεταξύ δύο ειδών η οποία συμφέρει καθαρά το ένα είδος ενώ δεν επιδρά στο άλλο.

kommensalism: En relation mellan två arter eller organismer (kommensaler) som är fördelaktig för en organism men inte för den andra.

Was this helpful?
A reivindicação simultânea, por parte de dois ou mais organismos ou espécies, de um recurso comum essencial que está efectivamente ou potencialmente em abastecimento limitado (competição pela utilização), ou a interacção prejudicial entre dois ou mais organismos ou espécies que procuram um recurso comum que não está limitado (competição de intervenção).


competition: The simultaneous demand by two or more organisms or species for an essential common resource that is actually or potentially in limited supply (exploitation competition), or the detrimental interaction between two or more organisms or species seeking a common resource that is not limited (interference competition).

ΑΝΤΑΓΩΝIΣΜΟΣ: Η ταυτόχρονη διεκδίκηση από δύο ή περισσότερα άτομα ή είδη, ενός κοινού βασικ- ού πόρου, ο οποίος είναι πράγματι ή εν δυνάμει περιορισμένος (Ανταγωνιστική νομή), ή η επιβλαβής αλληλεπίδραση μεταξύ δύο ή περισσοτέρων οργαν- ισμών ή ειδών που αναζητούν ένα κοινό πόρο ο οποίος δεν είναι περιορισμένος (Ανταγωνιστική παρενόχληση).

konkurrens: Samtidig krav av två eller fler organismer (eller arter) för en viktig gemensam resurs som är i själva verket (eller möjligtvis) i begränsad tillgång (exploativ konkurrens). Eller så är det den skadliga interaktionen mellan två eller fler organismer (eller arter) som söker efter en gemensam resurs vars tillgång inte är begränsad.

Was this helpful?
Competição pelo mesmo recurso entre membros de diferentes espécies.


interspecific competition: Competition among members of different species for the same resource.

ΔIΑΕIΔIΚΟΣ ΑΝΤΑΓΩΝIΣΜΟΣ: Ανταγωνισμός μεταξύ ατόμων διαφορετικών ειδών γιά τον ίδιο φυσικό πόρο.

mellanartkonkurrens: Kamp mellan olika arter för en och samma resurs.

Was this helpful?
Competição pelo mesmo recurso entre membros da mesma espécie.


intraspecific competition: Competition among members of the same species for the same resource.

ΕΝΔΟΕIΔIΚΟΣ ΑΝΤΑΓΩΝIΣΜΟΣ : Ανταγωνισμός μεταξύ ατόμων ενός είδους γιά τον ίδιο πόρο.

inomartskonkurrens: Kamp mellan individer av samma art för samma resurs.

Was this helpful?
A interacção social entre membros de uma espécie, envolvendo agressão ou ameaça e conciliação ou retirada.


agonistic behaviour: The social interaction between members of a species, involving aggression, or threat and conciliation, or retreat.

ΑΓΩNIΣTIKH ΣYMΠEPIΦOPA: H κοινωνική αλληλεπίδραση μεταξύ μελών ενός είδους, η οποία εμπεριέχει επίθεση ή απειλή και συμβιβασμό ή υποχώρηση.

agonistikt beteende: Den sociala interaktion mellan artfränder som involverar aggression, eller hot och försoning, eller flykt.

Was this helpful?
A protecção e assistência dada a companheiros em perigo.


altruistic behaviour: The protection of and assistance given to endangered companions.

ΑΛΤΡΟΥIΣΤIΚΗ ΣΥΜΠΕΡIΦΟΡΑ: Η προστασία και αρωγή σε συντρόφους που βρίσκονται σε κίνδυνο.

altruistiskt beteende: Skydd och hjälp som ges till utsatta artfränder

Was this helpful?
Qualquer processo fisiológico ou comportamental que surge em ambos os sexos durante o processo de desova.


spawning behaviour: Any physiological or behavioural processes that arise in either sex during the process of spawning.

ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ ΓΑΜΕΤΟΤΟΚΙΑΣ: Διαδικασίες της φυσιολογίας ή της συμπεριφοράς που εμφανίζονται σε ένα τουλάχιστον από τα δύο φύλα κατά την διαδικασία της ωοτοκίας. Bλ. ΕΡΩΤΟΤΡΟΠIΑ.

lekbeteende: Den fysiologiska eller beteende process som uppstår i de båda könen vid lek processen.

Was this helpful?
A distribuição de organismos entre as várias classes etárias presentes na população; a soma do número de indivíduos em todas as classes etárias dá o tamanho da população.


age composition: The distribution of organisms among the various age classes present in the population; the sum of the number of individuals over all age classes equals the population size.

ΛIΚIΑΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ: Η κατανομή των ατόμων ενός πληθυσμού σε ηλικιακές κλάσεις. Το άθρο- ισμα του αριθμού των ατόμων σε όλες τις ηλικιακές κλάσεις ισούται με το μέγεθος του πληθυσμού.

åldersammansättning: Fördelning av organismer mellan olika åldersklasser i en population; summan av antalet individer i alla åldersklasser är lika med populationens storlek.

Was this helpful?
(1) O comprimento de uma onda periódica num meio isotrópico é a distância perpendicular entre duas frentes da onda em que os deslocamentos têm uma diferença na fase de um período completo. (2) A distância horizontal percorrida por uma onda durante o intervalo de tempo de um ciclo completo. É igual à velocidade dividida pela frequência.


wave length: (1) The length of a periodic wave in an isotropic medium is the perpendicular distance between two wave fronts in which the displacements have a difference in phase of one complete period. (2) The horizontal distance travelled by a wave during the time interval of one complete cycle. It is equal to the velocity divided by the frequency.

ΚΥΜΑΤΟΣ ΜΗΚΟΣ : (1) Η οριζόντια απόσταση που διανύεται από το κύμα κατά την διάρκεια μιας περιόδου. Ισούται με την ταχύτητα δια της συχνότητας. (2) H οριζόντια απόσταση που έχει διανυθεί από ένα κύμα κατά τη διάρκεια του χρονικού διαστήματος ενός πλήρους κύκλου. Iσούται με την ταχύτητα δια της συχνότητας.

våglängd: (1) Avståndet mätt i vågens utbredningsriktning mellan två näraliggande punkter med lika stor fas, t.ex. två maxima. (2) Det horisontella avståndet en våg färdas under en hel cykel. Likamed hastigheten delat med frekevensen.

Was this helpful?
Termo utilizado para descrever a duração do período de luz em 24 horas: cf. fotoperíodo


day length: Term used to describe the duration of the light period in a given 24 hours.

ΔIΑΡΚΕIΑ ΗΜΕΡΑΣ (ΦΩΤΟΣ): Ορος που αναφέρεται στη διάρκεια της φωτεινής περιόδου ενός ορισμένου 24ώρου. Πρβ. φωτοπερίοδος.

daglängd: Term som används att beskriva varaktigheten av ljusperioden under 24 timmar ; jfr. photoperiod.

Was this helpful?
Respeitante à cooperação entre membros da mesma geração, que ocorre na construção do ninho mas não nos cuidados com a descendência.


communal: Pertaining to the cooperation between members of the same generation, which occurs in nest building but not in care of the brood.

ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΣ : Αναφέρεται στην συνεργασία μεταξύ των μελών της ίδιας γενιάς στην κατασκευή φωλιάς, αλλά όχι στην φροντίδα των νεογνών.

kommunal: Hänför sig till samarbete mellan individer av samma generation, som sker vid bobygge men inte under ruvning.

Was this helpful?
Qualquer grupo de organismos pertencentes a um número de diferentes espécies que ocorrem no mesmo habitat ou área e interagem através de relações tróficas e espaciais; tipicamente caracterizados com referência a uma ou mais espécies dominantes.


community: Any group of organisms belonging to a number of different species that co-occur in the same habitat or area and interact through trophic and spatial relationships; typically characterized by reference to one or more dominant species.

ΒIΟΚΟIΝΟΤΗΤΑ: Ομάδα οργανισμών οι οποίοι ανήκουν σε δισφορετικά είδη, και συνυπάρχουν στο ίδιο ενδιαίτημα ή περιοχή και αλληλεπιδρούν μέσω τροφικών και χωρικών σχέσεων. Χαρακτηρίζονται συνήθως με την αναφορά ενός ή περισσοτέρων κυρίαρχων ειδών.

samhälle: Varje grupp av organismer, som tillhör ett antal olika arter, som samexisterar i samma habitat eller område och interagerar genom trofiska och spatiala förhållanden; karakteriseras ofta genom att hänvisa till en eller fler dominanta arter.

Was this helpful?
Medição da acidez ou basicidade das soluções. Ver pH.


hydrogen ion concentration: A measure of the acidity or basicity of solutions. See pH.

ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗ ΙΟΝΤΩΝ ΥΔΡΟΓΟΝΟΥ: Μέτρο της οξύτητας ή βασικότητας των διαλυμάτων.

vätejonkoncentration: Ett mått på hur sura eller basiska lösningar är. Se pH.

Was this helpful?
A concentração total de iões numa solução dada pela fórmula I = 1/2 ∑ mi zi2; onde I: força iónica, mi: a concentração molar da espécie i e zi: a massa da espécie iónica i. Para soluções electrólito com concentrações de 1/1 de aniões a catiões a força iónica é equivalente à molaridade da solução. Para qualquer outra estequiometria de espécies iónicas a força iónica é maior do que a molaridade da solução


ionic concentration: The total concentration of ions in a solution given by the formula I = 1/2 ∑ mi zi2; where I: ionic strength, mi: the molar concentration of the ith species and zi: the charge of ionic species i. For electrolyte solutions with a 1/1 concentrations of anions to cations the ionic strength is equivalent to the molarity of the solution. For any other stoichiometry of ionic species the ionic strength is greater than the molarity of the solution.

ΙΟΝΤIΚΗ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗ: Βλ. IΟΝΤIΚΟ ΣΘΕΝΟΣ.

jonkoncentration: Ett mått på graden av elektrisk växelverkan i en saltlösning. Definitionen av jonstyrkan I tar hänsyn både till jonernas koncentrationer (ci) och laddningar (zi) enligt formeln I = 1/2 ∑ mi zi2; där index i betecknar jonslaget och summan tas över alla sådana.

Was this helpful?
Termo utilizado para expressar quantitativamente o grau de toxicidade de uma substância. Neste caso é a morte do organismo testado que serve de critério de toxicidade. A CL é expressa numericamente, e.g. CL50, CL70 indicam a percentagem de organismos mortos para uma determinada concentração. O tempo de exposição à toxina também é dado.


lethal concentration: Term used to express quantitatively the degree of toxicity of a substance. In this case it is the death of the test organism which is the criterion of toxicity. LC is expressed numerically, e.g. LC50, LC70 indicating the percentage of organisms killed at a given concentration. The time of exposure to the toxin is also given.

ΘΑΝΑΤΗΦΟΡΟΣ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗ (LC): Ορος που χρησιμοποιείται ως μέτρο για την τοξικότητα μιας ουσίας. Στην περίπτωση αυτή κριτήριο της τοξικότητας είναι ο θάνατος των πειραματικών οργανισμών. Η LC εκφράζεται ποιοτικά (π.χ. LC50, LC70), όπου ο δείκτης δηλώνει το % ποσοστό των οργανισμών που πεθαίνουν σε μια δεδομένη συγκέντρωση. Δίδεται επίσης ο χρόνος της έκθεσης στην τοξική ουσία.

letal koncentration: Uttrycker kvantitativt giftigheten hos ett ämne. I detta fall uttrycker mortaliteten hos försöksdjuren graden av giftighet. LC uttrycks numeriskt, t ex LC50, LC70 och syftar på procentantalet försöksdjur som dör vid en given koncentration och tid.

Was this helpful?
Regulamentação da emissão de tóxicos atmosféricos em referência ao limiar dos valores limite (TLVs) anteriormente conhecidos como MACs.Em ecologia marinha, é a concentração de uma substância contaminadora num organismo que é considerado (nos regulamentos) inofensivo para consumo humano.


maximum allowable concentration (MAC): Regulation of the emission of atmospheric toxicants by reference to threshold limiting values (TLVs) formerly known as MACs.In marine ecology, it is the concentration of a contaminant in an organism that is considered (in regulations) to be harmless for human consumption.

Μέγιστη επιτρεπόμενη Συγκέντρωση (MAC) : Ρύθμιση των ατμοσφαιρικών εκπομπών τοξικών με βάση το κατώφλι ορίου τιμών γνωστών και ως MAC. Στην θαλάσσια οικολογία, αναφέρεται στη συγκέντρωση μιας μολυσματικής ουσίας σε έναν οργανισμό, η οποία θεωρείται ακίνδυνη σε ότι αφορά την κατανάλωση του από τον άνθρωπο.

högsta tillåtna koncentration: Bestämmelse för utsläpp av gifter i atmosfären med hänseende till gränsvärden (eng. treshold limit values tidigare kända som MACs). Inom marinekologi menas ofta den högsta koncentration av en förorening i en organism som anses (i regelverken) ofarlig för människan vid förtäring.

Was this helpful?
A qualidade de uma determinada substância numa dada quantidade de meio através do qual está distribuída. Actualmente, várias unidades são utilizadas para descrever as concentrações de substâncias na água. Frequentemente, o peso da substância contida num litro é utilizado numa relação peso/volume (e.g. mg l-1). Tais unidades são frequentemente utilizadas alternadamente com rácios tais como partes por milhão (ppm; e.g. 1mg de uma substância num litro, i.e. 1000g de água pura = 1 ppm). Contudo, d


concentrations: The quality of a specified substance in a given amount of the medium throughout which it is distributed. Several units are currently used to describe the concentrations of substances in water. Frequently, the weight of the substance contained within 1 litre is used in a weight/volume ratio (e.g. mg l-1.). Such units are often used interchangeably with ratios such as parts per million (ppm; e.g. 1mg of a substance in 1 litre, i.e. 1000g, of pure water = 1 ppm). Care should be taken, however, as t

ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗ: Η ποσότητα μιας ουσίας η οποία κατανέμεται σε δεδομένη ποσότητα ενός μέσου. Η περιγραφή των συγκεντρώσεων αυτών γίνεται με διάφορες μονάδες. Συχνά χρησιμοποιείται το βάρος της ουσίας που περιέχεται σε 1 λίτρο διαλύτη (π.χ. mg l-1). Τέτοιες μονάδες χρησιμοποιούνται συχνά εναλλακτικά με λόγους όπως μέρη ανά εκατομμύριο (ppm, πχ. 1mg ουσίας σε 1 λίτρο δηλ. 1000g καθαρού νερού = 1 ppm). Στην περίπτωση αυτή χρειάζεται προσοχή καθώς οι μονάδες αυτές είναι όγκος/όγκος ή βάρος/βάρος. Η μονάδα ppb (μέρη

koncentration: Relativ mängd av en substans i lösning eller blandning i viss vätska elller gas. Flera enheter används för att beskriva substansmängdskoncentrationen i vatten. Vanliga måttenheten är ett mol (som är lika med Avogadros nummer - 6.02x1023).

Was this helpful?
Uma propriedade de um condutor eléctrico (e.g. um meio) definida como a corrente eléctrica por unidade de área dividida pela queda de tensão por unidade de comprimento. A condutividade da água pode variar consideravelmente dependendo da concentração de iões. Esta propriedade determina a eficácia da pesca eléctrica a qual pode não ser possível com muito baixa condutividade.


conductivity: A property of an electrical conductor (e.g. a medium) defined as the electrical current per unit area divided by the voltage drop per unit length. The conductivity of water can vary considerably depending on ion concentration. This property determines the effectiveness of electrofishing which may not be possible at very low conductivity.

ΑΓΩΓIΜΟΤΗΤΑ: Iδιότητα ενός ηλεκτρικού αγωγού (π.χ. ενός μέσου). Η αγωγιμότητα ορίζεται ως το πηλίκον του ηλεκτρικού ρεύματος ανά μονάδα επιφάνειας προς την μείωση της διαφοράς δυναμικού ανά μονάδα μήκους. Η αγωγιμότητα του ύδατος παρουσιάζει σημαντικές διακυμάνσεις ανάλογα με την συγκέντρωση ιόντων. Η ιδιότητα αυτή καθορίζει την αποτελεσματικότητα της αλιείας με ηλεκτρισμό, η οποία καθίσταται αδύνατη σε πολύ χαμηλή αγωγιμότητα.

ledningsförmåga: Egenskap hos en elektrisk ledare (t. ex ett medium) som definieras som elektriska strömmen per ytenhet delad genom spänningsfallet per längdenhet. Ledningsförmågan hos vatten kan variera avsevärt beroende på jonkoncentrationen. Denna egenskap bestämmer effektiviteteten av elektrofiske, ett metod som kanske inte kan användas vid låg ledningsförmåga.

Was this helpful?
Cruzamento de indivíduos com parentesco mais próximo do que a média dos pares na população; endogamia.


inbreeding: Mating or crossing of individuals more closely related than average pairs in the population; endogamy.

ΟΜΟΜΙΞΙΑ: Διασταύρωση ή σύζευξη ατόμων που συγγενεύουν στενότερα μεταξύ τους, από ό,τι ένα μέσο ζεύγος στον πληθυσμό, ενδογαμία.

inavel: Parandet eller korsandet av individer närmare besläktade än medel paren i en population; endogami.

Was this helpful?
(1) Gestão planeada dos recursos naturais; a preservação do equilíbrio natural, diversidade e alterações evolutivas no ambiente; cf. Preservação. (2) Procedimento taxonómico para a conservação de um nome científico que de outro modo infringiria as normas do Código e assim estaria indisponível (nome conservado).


conservation: (1) The planned management of natural resources; the preservation of natural balance, diversity and evolutionary change in the environment. (2) A taxonomic procedure to conserve a scientific name which would otherwise contravene the provisions of the Code and thus be unavailable (conserved name).

ΔIΑΤΗΡΗΣΗ (ΠΡΟΣΤΑΣIΑ): (1) Σχεδιασμένη διαχείριση των φυσικών πόρων. Η διατήρηση της φυσικής ισορροπίας, ποικιλότητας και εξελικτικών αλλαγών στο περιβάλλον. πρβλ. Διατήρηση. (2) Ταξινομική τακτική που επιτρέπει την διατήρηση ενός επιστημονικού ονόματος, μολονότι αυτό παραβιάζει τις διατάξεις του Κώδικα και κανονικά δεν θα έπρεπε να χρησιμοποιείται (Συντηρητική ονομασία).

naturvård: (1)Skötsel av naturresurser; bevarandet av den naturliga balansen, diversiteten och evolutionära processerna i miljön; jfr. bevarande. (2) Process inom taxonomi som går ut på att bevara ett vetenskaplig namn som skulle annars strida emot Kodens bestämmelser och därmed inte kunna användas. (bevarad namn).

Was this helpful?
(1) Um organismo que se alimenta de outro organismo ou da matéria orgânica existente, incluindo herbívoros, carnívoros, parasitas, organismos saprófitos e heterotróficos. (2) Utilizador/comprador final de um produto comercial.


consumer: (1) An organism that feeds on another organism or existing organic matter, including herbivores, carnivores, parasites, saprophytic and heterotrophic organisms. (2) Final user/purchaser of a commercial product.

ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΗΣ: (1) Οργανισμός που τρέφεται με άλλους οργανισμούς ή υπάρχον οργανικό υλικό. Περιλαμβάνει, φυτοφάγα, σαρκοφάγα, παράσιτα, σαπρόφυτα και ετερότροφους οργανισμούς. (2) Tελικός χρήστης/αγοραστής προϊόντων υδατο- καλλιέργειας.

konsument: (1) En organism som livnär sig på andra organismer eller organiskt material. Inkluderar herbivorer, karnivorer, parasiter, saprofyter och heterotrofa organismer 2) Slutliga användare/köpare av en kommersiell produkt.

Was this helpful?
A taxa de utilização de oxigénio (O2 mg/kg/hr) por uma cultura de organismos numa unidade de retenção. O consumo de oxigénio é determinado essencialmente pela espécie e tamanho do peixe e temperatura da água. O consumo de oxigénio aumenta com a actividade de alimentação/natação e com fraca qualidade da água (por exemplo, níveis elevados de amónia).


oxygen consumption: The rate of use of oxygen (O2 mg/kg/hr) by the culture organisms in a holding unit. The oxygen consumption is essentially determined by the fish species, size and water temperature. Oxygen consumption increases with feeding/swimming activity and poor water quality conditions (for example, high ammonia levels).

ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ ΟΞΥΓΟΝΟΥ: Ο ρυθμός με τον οποίο προσλαμβάνεται το οξυγόνο (Ο2 mg/kg/hr) από τους καλλιεργούμενους οργανισμούς σε μία μονάδα. Η κατανάλωση οξυγόνου καθορίζεται βασικά από το είδος των ψαριών, το μέγεθος και την θερμοκρασία του νερού. Η κατανάλωση οξυγόνου αυξάνεται με την διατροφική/κολυμβητική δραστηριότητα και την χειροτέρευση της ποιότητας του νερού (π.χ. υψηλά επίπεδα αμμωνίας).

syre förbrukning: Mängden syre en kultur av organismer i en behållare använder per tidsenhet (O2 mg/kg/timme). Syreförbrukningne påverkas av temperatur, organismstorlek och art. Den ökar om aktiviteten hos djuren ökar eller om vattenkvaliten försämras (exempelvis höga amonium nivåer).

Was this helpful?
Deriva da presença de elevadas concentrações de substâncias tóxicas na água, sedimentos ou organismos.


contamination: Derives from the presence of elevated concentrations of toxic substances in water, sediments, or organisms.

Μόλυνση : Προέρχεται από την παρουσία αυξημένης συγκέντρωσης μολυσματικών ουσιών στο νερό, τα υποστρώματα ή στους οργανισμούς.

kontaminering: Syftar på upphöjda koncentrationer av substanser i vatten, sediment eller organismer.

Was this helpful?
Em taxonomia, o princípio de que a continuidade de utilização de um dado nome deve ter precedência sobre a prioridade de publicação ao determinar qual de dois ou mais nomes científicos em concorrência devem ser adoptados.


continuity: In taxonomy, the principle that continuity of usage of a particular name should take precedence over the priority of publication in determining which of two or more competing scientific names should be adopted.

ΣΥΝΕΧΕΙΑ: Η αρχή της ταξινόμησης σύμφωνα με την οποία η συνεχής χρήση ενός ονόματος θα πρέπει να έχει το προβάδισμα σε σχέση με ένα άλλο που έχει δημοσιευτεί προγενέστερα, όταν καθορίζεται ποιό από τα δύο ή περισσότερα συγκρουόμενα ονόματα θα πρέπει να υιοθετηθεί.

kontinuitet: Inom taxonomi är det principen där den fortsatta användnigen av ett visst namn ska ha företräde framför prioriteringen av publikation då man ska bestämma vilken av två konkurrerande vetenskapliga namn ska användas.

Was this helpful?
Uma corrente quente de superfície que corre para Este no Pacífico equatorial.


South Equatorial Countercurrent: A warm surface ocean current that flows east in the equatorial Pacific.

Βόρεια ισημερινό αντί-ρεύμα : Ένα ζεστό, επιφανειακό, ωκεάνιο ρεύμα το οποίο κινείται ανατολικά στην Ισημερινή ζώνη του Ειρηνικού ωκεανού.

sydekvatoriala kustströmmen: En varm, ytlig havsström som flyter österut längs ekvatorn i stillahavet.

Was this helpful?
(1) Estratégia de cultivo com o objectivo de manter saudáveis as espécies cultivadas, conseguida pela monitorização frequente de patogénes de modo a que seja notada a presença de doenças de modo a serem atacadas imediatamente. Deste modo o stock é mantido em boas condições de saúde para um crescimento óptimo. (2) A gestão de um ataque violento de uma doença numa área e tempo específicos; métodos ou procedimentos utilizados para limitar a dispersão de patogénes para áreas onde se desconhece a su


disease control: (1) Husbandry strategy aiming to maintain health of cultured species, achieved by frequent monitoring for pathogens so that the presence of diseases is noticed and reacted to quickly. This helps to maintain the stock in a healthy condition for optimal growth. (2) The management of an outbreak of disease in a specific area and time; methods or procedures used to limit the spread of pathogens to areas where they are not known to exist.

ΑΣΘΕΝΕIΩΝ, ΕΛΕΓΧΟΣ: (1) Στρατηγική που αποσκοπεί στη διατήρηση της υγείας των καλλιεργούμενων ειδών. Επιτυγχάνεται με τακτικό έλεγχο για την ανίχνευση παθογόνων, έτσι ώστε να διαγιγνώσκεται και να αντιμετωπίζεται εγκαίρως η ύπαρξη ασθενειών. Αυτό βοηθά να διατηρείται το απόθεμα σε υγιή κατάσταση, έτσι ώστε να επιτυγχάνεται άριστη αύξηση. (2) Αντιμετώπιση μιας ασθένειας που εκδηλώθηκε σε συγκεκριμένη περιοχή και χρόνο. Μέθοδοι ή διαδικασίες που χρησιμοποιούνται για την παρεμπόδιση της εξάπλωσης παθογόνων σε περ

skukdomskontroll: (1) Strategi inom jordbruk som syftar till att hålla odlade arter friska, vilket uppnås genom frekvent övervakning av förekomst av patogener för att på så sätt kunna upptäcka sjukdomar och snabbt agera mot dem. Detta hjälper att hålla beståndet friskt för att uppnå optimal tillväxt. (2) Skötseln av ett sjukdomsutbrott i ett specifikt område och tid; metoder eller procedurer som används för att begränsa spridningen av patogener till områden där de inte existerar redan.

Was this helpful?
A junção de duas ou mais entidades, tais como os olhos de cefalópodes e de vertebrados. (1) Evolução no sentido de gerar uma crescente semelhança nalgumas características entre grupos de organismos inicialmente diferentes. (2) Na hidrologia e oceanografia: a junção de duas correntes de superfície opostas, que se misturam e afundam.


convergence: The coming together of two or more entities, such as cephalopods and vertebrate eyes. (1) Evolution such as to produce an increasing similarity in some characteristic between groups of organisms which were initially different. (2) In hydrology and oceanography: the coming together of two opposing surface currents, which mix and downwell.

ΣΥΓΚΛΙΣΗ : Η προσέγγιση δύο ή περισσοτέρων χαρακτηριστικών, π.χ. των ματιών των κεφαλο- πόδων και των σπονδυλωτών. (1) Εξελικτική διαδι- κασία που έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση της ομοιότητας ορισμένων χαρακτηριστικών μεταξύ οργανισμών αρχικά διαφορετικών. (2) Στην υδρο- λογία και ωκεανογραφία, η συμβολή δύο αντιθέτων επιφανειακών ρευμάτων, τα οποία αναμιγνύονται και καταβυθίζονται.

konvergens: (1) Biologisk utveckling där likartade strukturer utvecklats från skilda utgångspunkter. Sådan utveckling sker främst då strukturer hos organismer från skilda utvecklingslinjer utsätts för likartad miljöpåverkan. Typiska exempel är den konvergenta utvecklingen av pungdjur som pungvarg i Australien och placentadäggdjur som varg i Eurasien och Nordamerika. (2) Inom hydrologi och oceanografi; horisontell inströmning av vatten i ett område. Vid ytkonvergenser sjunker vatten.

Was this helpful?
Área dos oceanos onde a água fria Antártica de superfície que se move para NE encontra e se afunda por baixo da água quente que se move para sudeste (normalmente, N500 - 600 S).


Antarctic convergence: That region of the oceans of the southern hemisphere (N500 – 600 S) where cold Antarctic surface water moving NE meets and sinks below warmer water moving south-east.

Ανταρκτική σύγκλιση : Η περιοχή των Ωκεανών στην οποία κρύα επιφανειακά ρεύματα νερού τα οποία κινούνται ΒΑ συναντούν θερμά ρεύματα που κινούνται ΝΑ (συνήθως, Β500– 600 Ν) με αποτέλεσμα την βύθιση των πρώτων κάτω από τα θερμά ρεύματα.

Antarktiska konvergensen: Region i den södra hemisfären där kall, nordgående Antarktiskt ytvatten sjunker under varmare, södergående vattenmassor.

Was this helpful?
(1) Um grupo de indivíduos da mesma população nascidos no mesmo espaço de tempo. (2) Uma posição dentro de uma hierárquia de classificação taxonómica; uma categoria que compreende um grupo de famílias.


cohort: (1) A group of individuals of the same population born over the same period of time. (2) A rank within a hierarchy of taxonomic classification; a category comprising a group of families.

ΚΟΟΡΤΗ: (1) Ομάδα ατόμων ενός και του αυτού πληθυσμού που έχουν γεννηθεί την ίδια χρονική περίοδο. (2) Θέση στην ιεραρχία μιας ταξινομικής κατάταξης. Κατηγορία που περιλαμβάνει μια ομάδα οικογενειών.

kohort: (1) Grupp individer i samma population som föds under samma tidsperiod (2) Rangorning inom hierarkin av en taxonomisk klassificering; kategori som innefattar en grupp av familjer

Was this helpful?
Subclasse dos crustáceos. A maioria pequenos (poucos mm de comprimento), sem olhos compostos ou carapaça. Têm normalmente seis pares de membros natatórios no torax e não apresentam apêndices no abdómen. Algumas espécies de copépodos são conhecidas por serem parasitas dos peixes de aquicultura, enquanto outras são utilizadas como alimento para as larvas de peixe.


copepods: Subclass of Crustacea. Mostly small (a few mm long) no compound eyes or carapace. Usually six pairs of swimming limbs on thorax, no appendages on abdomen. Some copedod species are known to be parasitic to cultivated fish, e.g., sea lice, while others are used as food for fish larvae.

ΚΩΠΗΠΟΔΑ: Υποκλάση των Καρκινοειδών. Μικρά ζώα (λίγα mm μήκους) χωρίς σύνθετα μάτια ή κεφαλοθώρακα. Εχουν 6 ζεύγη θωρακικών κολυμβητικών ποδιών και κανένα κοιλιακό εξάρτημα. Μερικά κωπήποδα είναι γνωστά ως παράσιτα των καλλιεργούμενων ψαριών (π.χ. θαλάσσια ψείρα), ενώ άλλα χρησιμοποιούνται ως τροφή για τις νύμφες των ψαριών.

kopepoder: Kräftdjursklass. Vanligtvis små organismer (ett par mm långa) som har inga facettögon eller carapax. Vanligtvis har de sex par extremiteter på thorax som används för simning, och inga extremiteter på bakkroppen. Vissa kopepodarter är parasiter på odlade fiskar, t.ex havslusar, medan andra används som föda åt fisklarver.

Was this helpful?
Que se alimenta de fezes.


coprophagus: Feeding on fecal material.

Κοπροφάγος : Τρέφεται με κόπρανα.

koprofager: Livnär sig på exkrement.

Was this helpful?
Celenterados marinhos com um esqueleto de carbonato de cálcio que se encontram principalmente em águas tropicais e equatoriais, apesar de algumas espécies ocorrerem em águas frias profundas. Os corais podem existir solitários ou em colónias, tendo estes últimos a possibilidade de desenvolver formações extensivas de recife de corais.


corals: Marine coelenterates with a calcium carbonate skeleton found mainly in tropical qand equatorial waters, although some species occur in deep cold water. Corals may be solitary or colonial, the latter having the possibility to develop into extensive coral reefs formation.

Κοράλλια : Θαλάσσιοι οργανισμοί που συναντώνται στα νερά του ισημερινού και των τροπικών αλλά και σε ψυχρές θάλασσες, των οποίων ο σκελετός αποτελείται από ανθρακικό ασβέστιο. Τα κοράλλια μπορεί να βρίσκονται μεμονωμένα ή σε μορφή αποικίας, στη δεύτερη περίπτωση ευνοείται η δυνατότητα σχηματισμού κοραλλιογενών υφάλων.

koraller: Marina coelenterater som har ett kalkskelett och finns främst i tropiska hav. Koraller kan vara ensliga eller kolonibildande. Kolonibildande koraller kan bilda omfattande och vidsträckta korallrev.

Was this helpful?
Que se assemelha a um coral; contendo ou composto de coral.


coralline: Resembling a coral; containing or composed of coral.

ΚΟΡΑΛΛΙΝΟΣ: Ο ομοιάζων με κοράλλι. Αυτός που αποτελείται από ή περιέχει κοράλλι.

korallik: Liknar en korall; innehåller, eller är utgjord av, korall

Was this helpful?
A relação entre duas variáveis, de acordo com uma amplitude específica de valores.


correlation: The relation between two variables, according to a specific range of values.

Συσχέτιση : Η σχέση μεταξύ δυο μεταβλητών με βάση ένα συγκεκριμένο εύρος τιμών.

korrelation: Relationen mellan två variabler, beroende på vissa värden.

Was this helpful?
Na análise estatística, o grau de associação entre duas variáveis aleatórias, cujos valores foram substituIdos por classes dentro das suas respectivas amostras.


rank correlation: In statistical analysis, the degree of association between two random variables, whose values have been replaced by ranks within their respective samples.

Συσχέτιση/συνάρτηση σειράς : Στη στατιστική ανάλυση, αναφέρεται στον βαθμό συσχέτισης δυο τυχαίων μεταβλητών, των οποίων οι τιμές έχουν αντικατασταθεί από σειρές μέσα στα αντίστοιχα δείγματα.

rank korrelation: Inom statistiskanalys graden av sammhörighet mellan två slumpvis valda variabler, vilkas värde ersatts av rankingplacering inom varje stickprov.

Was this helpful?
(1) Um movimento horizontal e contínuo da água, não causado pelas maré. (2) Em limnologia: uma movimentação da água mais ou menos contínua em tanques, reservatórios, lagos e rios.


current: (1) A continuous, non-tidal, horizontal movement of water. (2) In limnology: a more or less continuous water motion in ponds, reservoirs, lakes and rivers.

Ρευμα: (1) Συνεχης,οριζοντια μη παλιρροιακη κινηση υδατινης μαζας. (2) Στη λιμνολογια, η λιγο ωσ πολυ συνεχης ροη νερου σε λιμνοδεξαμενες, ταμιευτηρες, λιμνες και ποταμια.

ström: (1) En storskalig, mer eller mindre permanent rörelse i havet som inte påverkas av tidvattnet (2) Inom limnologi: ett mer eller mindre permanent vattenflöde i dammar, vattenreservoarer, sjöar och floder.

Was this helpful?
A corrente que corre paralela à costa antes de convergir e formar o colo de uma corrente encrespada.


feeder current: The current which flows parallel to shore before converging and forming the neck of a rip current.

ΤΡΟΦΟΔΟΤΙΚΟ ΡΕΥΜΑ: Ρεύμα που ρέει παράλληλα προς τις ακτές πριν να συγκλίνει και να σχηματίσει τον λαιμό ενός ρεύματος επιστροφής.

feeder current: Ström som flödar parallelt med kusten innan de konvergerar och bildar en utåtriktad ripström.

Was this helpful?
Importante corrente fria de superfície que circula para Este no hemisfério sul em redor do circulo polar Antártico.


Antarctic cirumpolar current: A major cold surface current that flows eastwards through the Southern Ocean around the Antarctic pole.

Ανταρκτικό Περιπολικό ρεύμα: Ένα μεγάλο, κρύο, επιφανειακό ρεύμα το οποίο κινείται ανατολικά στον Νότιο Ωκεανό , γύρω από το Νότιο Πόλο.

Antarktiska cirkumpolarströmmen: Kall, östgående ytström som strömmar runt Antarktis.

Was this helpful?
Um nome para ventos sazonais (proveniente do Árabe mausin, uma estação) . Termo inicialmente aplicado aos ventos sob o Mar Arábico, os quais sopram durante seis meses de nordeste e seis meses de sudoeste, mas tem sido alargado a ventos similares noutras partes do mundo. As monções são mais fortes no sul e este da Ásia, a maior massa de terra, mas ocorrem também nas zonas costeiras das regiões tropicais sempre que o movimento do planeta não é suficientemente forte para as impedir. Na India o term


monsoon current: A name for seasonal winds (derived from Arabic mausim, a season). It was first applied to the winds over the Arabian Sea, which blow for six months from northeast and for six months from southwest, but it has been extended to similar winds in other parts of the world. The monsoons are strongest on the southern and eastern sides of Asia, the largest land mass, but monsoons also occur on the coasts of tropical regions wherever the planetary circulation is not strong enough to inhibit them. In

ΜΟΥΣΩΝΙΚΟ ΡΕΥΜΑ: Εποχιακό ρεύμα του Ινδικού Ωκεανού που ρέει προς τα ανατολικά και τα νοτιοανατολικά διασχίζοντας την Αραβική θάλασσα και τον κόλπο της Βεγγάλης. Κατά την διάρκεια του θέρους του βορείου ημισφαιρίου, το ρεύμα αυτό σχηματίζει το βόρειο και βορειοανατολικό τμήμα της γενικής δεξιόστροφης ωκεάνειας κυκλοφορίας του βόρειου τμήματος του Ινδικού ωκεανού. Κατά τον χειμώνα του βορείου ημισφαιρίου, το μουσωνικό ρεύμα αντικαθίσταται από ένα ρεύμα που κινείται προς δυσμάς βόρειο ισημερινό ρεύμα.

monsunströmmar: Strömmar som helt eller delvis ändrar riktning höst och vår som en följd av monsunvindarna. Indiska oceanen samt västligaste delen av Stilla havet med dess bihav, från Berings hav i norr till Australasiatiska medelhavet i söder är utsatta för dessa strömmar.

Was this helpful?
Uma corrente fria oriunda do Antártico que circula para norte através da costa do Oceano Pacífico da América do Sul.


Humboldt current: A current of cold water originating from the Antarctic and flowing north of the Pacific coast of South America.

Ρεύμα Humboldt : Ένα κρύο ρεύμα νερού που προέρχεται από την Ανταρκτική και κινείται νοτίως των ακτών του Ειρηνικού της Ν.Αμερικής.

Humboldtströmmen: Kall, nordgående ström längs den sydamerikanska västkusten

Was this helpful?
O movimento horizontal alternado da água associado à enchente e vazante da maré.


tidal current: The alternating horizontal movement of water associated with the rise and fall of the tide.

Παλιρροιακό ρεύμα : Η εναλλακτική οριζόντια κίνηση του νερού που σχετίζεται με την πλημμυρίδα και την άμπωτη.

tidvattenström: Den horisontella rörelse hos vatten som hör samman med tidvattnets stigande och fallande.

Was this helpful?
O período entre duas preia-mares consecutivas num dado local.


tidal current day: The period between two consecutive high waters at a given place.

Παλιρροιακή ημέρα ρεύματος : Η περίοδος μεταξύ δυο διαδοχικών πλημμυρίδων σε μια δεδομένη περιοχή.

tidvattendag: Perioden mellan två på varandra följande högvatten vid ett visst ställe.

Was this helpful?
Continuação nordeste da corrente do Golfo para Este do Atlântico Norte.


North Atlantic Drift: A north-easterly continuation of the Gulf Stream current into the eastern North Atlantic.

Βόρειο Ατλαντικό ρεύμα : Μια νοτιοανατολική συνέχεια/επέκταση του ρεύματος του κόλπου του Μεξικού στα ανατολικά του Β.Ατλαντικού.

Nordatlantiska strömmen: En nordöstlig förlängning av golfströmmen som flyter in i östra nordatlanten.

Was this helpful?
Corrente oceância quente e superficial derivada das correntes das Antilhas e da Florida: corre no Atlântico no sentido nordeste e forma o braço norte do giro do Atlântico Norte.


gulf stream: The warm ocean-surface current derived from the Antilles and Florida currents: it flows north-east into the Atlantic and forms the northern limb of the North Atlantic Gyre.

ΡΕΥΜΑ ΤΟΥ ΚΟΛΠΟΥ: Το θερμό επιφανειακό ωκεάνειο ρεύμα που ξεκινά από το ρεύμα των Αντιλών και της Φλόριδας, ρέει βορειοανατολικά στον Ατλαντικό και σχηματίζει τον βόρειο βραχίονα του Βορειοατλαντικού Γύρου.

golfströmmen: Den varma vattenströmmen som har sin ursprung vid Antillerna och strömmarna som omger florida: den strömmar i en nordöstlig rikning in i Atlanten och bildar den norra delen av den Nordatlantiska virveln.

Was this helpful?
Corrente fria de superfície que circula para sul ao largo da costa Este do Canadá.


Labrador current: A cold surface ocean current that flows south off the east coast of Canada.

Ρεύμα Λαμπραντόρ : Ένα κρύο επιφανειακό ωκεάνιο ρεύμα που κινείται νοτίως των ανατολικών ακτών του Καναδά.

Labradorströmmen: En kall ythavsström som flyter söderut längs Kanadas östkust.

Was this helpful?
A parte sul do Pacífico Norte, a corrente quente à superfície do oceano que corre para Oeste a Norte.


North Equatorial current: The southern part of the North Pacific gyre, the warm surface ocean current flowing west in the North.

Βόρειο Ισημερινό ρεύμα : Το νότιο τμήμα του Β. Ειρηνικού, το ζεστό επιφανειακό ωκεάνιο ρεύμα που κινείται δυτικά στο Βορρά.

Nord ekvatoriala strömmen: Den södra delen av den nordliga stillahavsvirveln, den varma ythavsström som flyter mot väst i norr.

Was this helpful?
A corrente resultante das ondas estarem a ser desviadas um certo ângulo pela costa. Neste caso a corrente corre quase paralela à linha de costa. A corrente litoral é capaz de transportar uma certa quantidade de matéria desde que a sua velocidade se mantenha relativamente constante; contudo, qualquer obstrução, tais como recifes submersos ou uma elevação de terra atravessando o caminho da corrente, causará uma diminuição de velocidade e consequente perda de poder transportador.


longshore current: (Littoral current) The resultant current produced by waves being deflected at an angle by the shore. In this case the current runs roughly parallel to the shoreline. The longshore current is capable of carrying a certain amount of material as long as its velocity remains fairly constant; however, any obstruction, such as a submarine rock ridge or a land point cutting across the path of the current will cause loss of velocity and consequent loss of carrying power.

ΠΑΡΑΚΤΙΟ ΡΕΥΜΑ: (Παραλιακό ρεύμα) Το ρεύμα που παράγεται αποτέλεσμα των κυμάτων που προσκρούουν στην ακτή υπό γωνία. Στην περίπτωση αυτή το ρεύμα ρέει σχεδόν παράλληλα προς την ακτογραμμή. Το παράκτιο ρεύμα είναι ικανό να μεταφέρει μιά ορισμένη ποσότητα υλικών εφόσον η ταχύτητά του παραμένει σχετικά σταθερή. Εν τούτοις κάθε εμπόδιο, όπως μια ύφαλος ή προεκβολή της ξηράς κάθετη στην πορεία του προκαλεί απώλεια ταχύτητας και επομένως μείωση της μεταφορικής του ικανότητας.

kustström: (Litoral ström) Ström som går parallelt med strandkanten och är resultatet av att vågor bryter mot stranden i en viss vinkel. Strömmen kan transportera material så länge dess hastighet är någorlunda konstant.

Was this helpful?
(1) Qualquer corrente de largo. (2) Qualquer corrente que se afasta da costa.


offshore current: (1) Any offshore current. (2) Any current flowing away from the shore.

ΑΠΟΓΕIΟ ΡΕΥΜΑ: (1) Κάθε ρεύμα στα ανοιχτά. 2) Κάθε ρεύμα που ρέει προς τα ανοιχτά.

frånlands ström: (1) En ström utanför stranden (2) En ström som flyter från stranden.

Was this helpful?
Uma forte corrente submarina com uma densidade relativamente alta transportando sedimentos em suspensão, muitas vezes em grandes quantidades.


turbidity current: A rapid underwater current of relatively high density transporting suspended sediments, often in large quantities.

Ελικοειδές ρεύμα : Ένα γρήγορο υποθαλάσσιο ρεύμα με σχετικά μεγάλη πυκνότητα, το οποίο μεταφέρει ιζήματα, πολύ συχνά σε μεγάλες ποσότητες.

grumlig ström: En snabb undervattensström av ganska hög densitet som transporterar lösta sedimentpartiklar, ofta i stora mängder.

Was this helpful?
Uma corrente de superfície forte e de curta duração que flui na direcção do mar. Normalmente surge como uma faixa de água agitada e é o movimento de retorno da água retida na costa pelo fluxo das ondas e do vento. Devido ao movimento de retorno se encontrar concentrado numa faixa limitada a sua velocidade acentua-se.


rip currents: A strong surface current of short duration flowing seaward from the shore. It usually appears as a visible band of agitated water and is the return movement of water piled up on the shore by incoming waves and wind. With the seaward movement concentrated in a limited band its velocity is somewhat accentuated. A rip consists of three parts: the feeder current flowing parallel to the shore inside the breakers; the neck, where the feeder current converge and flow through the breakers in a narrow ba

ΡΕΥΜΑ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗΣ: Ισχυρό επιφανειακό ρεύμα μικρής διάρκειας που ρέει από την ακτή προς τη θάλασσα. Συνήθως εμφανίζεται ως ορατή ζώνη αναταραγμένου νερού και οφείλεται στην κίνηση επιστροφής του νερού που είχε ωθηθεί προς την ακτή από τα κύματα και τον άνεμο. Οταν το ρεύμα επιστροφής δημιουργείται σε περιορισμένη ζώνη, η ταχύτητά του αυξάνει. Το ρεύμα επιστροφής αποτελείται από τρία μέρη: το τροφοδοτικό ρεύμα που ρέει παράλληλα προς την ακτή εντός των κυμάτων, τον λαιμό όπου συμβάλλουν τα τροφοδοτικά ρεύματα κ

ytström: En stark ytström av kort längd som flyter utåt från stranden. Syns ofta som oroligheter på vattenytan.

Was this helpful?
Qualquer interacção comportamental entre machos e fêmeas que facilita o acasalamento.


courtship: Any behavioural interaction between males and females that facilitates mating.

ΕΡΩΤΟΤΡΟΠIΑ: Κάθε ηθολογική αλληλεπίδραση μεταξύ αρσενικού και θηλυκού η οποία διευκολύνει το ζευγάρωμα.

uppvaktning: Varje beteende och interaktion mellan hannar och honor som främjar parning.

Was this helpful?
Que se refere a uma costa arenosa.


psammolittoral: Referring to a sandy shore.

Ψαμμοπαραλιακή : Αναφέρεται σε αμμώδεις ακτές.

psammolittoral: Syftar på en sandig strand.

Was this helpful?
A costa virada a sotavento. Lado de um navio ou embarcação oposto aquele de onde sopra o vento.


lee shore: The shore to the lee-ward side of a ship or boat.

ΠΡΟΣΗΝΕΜΟΣ ΑΚΤΗ: Η ακτή αντίκρυ στην υπήνεμο (βλ.λ) πλευρά ενός σκάφους.

lästranden: Stranden som ligger på läsidan av ett skepp eller en båt.

Was this helpful?
O valor esperado do produto dos desvios de duas variáveis aleatórias a partir das suas respectivas médias.


covariance: The expected value of the product of the deviations of two random variables from their respective means.

ΣΥΝΔΙΑΣΠΟΡΑ: Η αναμενόμενη τιμή του γινομένου των αποκλίσεων δύο τυχαίων μεταβλητών από τους αντίστοιχους μέσους όρους.

kovarians: Den förväntade värdet av produkten av avvikelserna av två slumpmässiga variabler från deras respektiva medelvärden.

Was this helpful?
Processo normal de aumento de tamanho de um tecido, orgão ou organismo.


growth: A normal process of increase in size of a tissue, organ or organism.

ΑΥΞΗΣΗ: Η φυσιολογική διαδικασία της αύξησης του μεγέθους ενός ιστού, οργάνου ή οργανισμού.

tillväxt: En normal process som ökar mängden av en vävnad, organism eller ett organ.

Was this helpful?
Faixas de manchas escuras visíveis a intervalos ao longo dos cromossomas num padrão característico para cada cromossoma; em constante alinhamento na profase durante a meiose (q.v.) .


chromomere: Darkly staining bands visible at intervals along chromosomes in a pattern characteristic for each chromosome; in constant aligned arrangement in prophase during meisosis.

ΧΡΩΜΟΜΕΡΗΣ: Σκοτεινόχροες λωρίδες, ορατές κατά διαστήματα κατά μήκος των χρωμοσωμάτων. Η διάταξη των λωρίδων αυτών είναι χαρακτηριστική για κάθε χρωμόσωμα. Η διάταξη αυτή παραμένει σταθερή κατά την πρόφαση. Τοποθετούνται σε σταθερή διαδοχή στην πρόφαση κατά την διάρκεια της μείωσης.

kromomer: Mörka band som syns vid intervaller längs kromosomer i ett karakteristisk mönster för varje kromosom; står med oförändärlig placering i rak linje under meios

Was this helpful?
Corpo basofílico em forma de fio encontrado no núcleo das células. As macromoléculas de ácido nucleico que se auto duplicam consistem num número de genes dispostos numa sequência linear. Nas células diploides, os cromossomas ocorrem aos pares, variando o número de pares por núcleo de acordo com a espécie.


chromosome: Thread-shaped basophilic body found in the nuclei of cells. The self-replicating nucleic acid macromolecule consisting of a number of genes arranged in linear sequence. In diploid cells, chromosomes occur in pairs, the number of pairs per nucleus varying according to species.

ΧΡΩΜΟΣΩΜΑ: Νηματόμορφο βασεόφιλο σώμα που βρίσκεται στον πυρήνα των κυττάρων. Το αυτοαντιγραφόμενο μακρομόριο των νουκλεϊκού οξέος που αποτελείται από αριθμό γονιδίων διατεταγμένων σε γραμμική αλληλουχία. Στα διπλοειδή κύτταρα τα χρωμοσώματα απαντούν ανά ζεύγη και ο αριθμός των ζευγών ανά πυρήνα ποικίλλει ανάλογα με το είδος.

kromosom: Trådliknande struktur som finns i cellkärnan. Den självreplikerande nukleinsyra-makrokolekylen består av ett antal gener som ligger i rak linje. I diploida celler (kromosomer förekommer i par) så varierar antalet kromosompar per cellkärna, beroende på arten.

Was this helpful?
(1) Prolongado; que se refere a um processo que ocorre durante um período de semanas, meses ou anos. (2) Uma exposição prolongada a um factor agressivo (convencionalmente tem que incluir pelo menos um décimo do tempo de vida da espécie), ou aos efeitos resultantes de tal exposição.


chronic: (1) Prolonged; referring to a process occurring over a period of weeks, months or years. (2) An extended exposure to a stressor (conventionally taken to include at least a tenth of the life span of a species), or the effects resulting from such an exposure.

ΧΡΟΝΙΟΣ: (1) Παρατεταμένος. Διεργασία που διαρκεί εβδομάδες, μήνες ή χρόνια. (2) Κάθε εκτεταμένη έκθεση σε ένα παράγοντα καταπόνησης ( κατά συμβατική παραδοχή, τουλάχιστον επί το δέκατο του χρόνου ζωής του είδους) ή τα αποτελέσματα από μια τέτοια έκθεση.

kronisk: (1) Utdragen; syftar på en process som sker under flera veckor, månader eller år. (2) An extended exposure to a stressor (conventionally taken to include at least a tenth of the life span of a species), or the effects resulting from such an exposure.

Was this helpful?
Óleo ou petróleo no seu estado natural antes de passar pela refinação.


crude oil: Oil or petroleum in its natural state before undergoing refining.

Ακατέργαστο πετρέλαιο : Έλαια ή πετρέλαιο στην φυσική του μορφή, πριν υποστεί οποιαδήποτε επεξεργασία.

råolja: Olja eller petroleum innan förädling har skett.

Was this helpful?
Principalmente artrópodes aquáticos caracterizados por um exosqueleto de quitina dividido em cabeça, tórax, e abdómen ( e.g. camarões, lagostas, copépodos). Importantes também como parasitas, por exemplo, piolhos do mar


crustaceans: Mainly aquatic arthropods characterized by an exoskeleton of chitin divided into head, thorax and abdomen (e.g., shrimps, lobsters, copepods). Also important as parasites, for example, sea lice, gill lice.

ΚΑΡΚΙΝΟΕΙΔΗ: Υδρόβια κυρίως αρθρόποδα που χαρακτηρίζονται από έναν εξωσκελετό χιτίνης, ο οποίος διαιρείται σε κεφάλι, θώρακα και κοιλία (π.χ. γαρίδες, αστακοί, κωπήποδα). Είναι επίσης σημαντικά ως παράσιτα, π.χ. θαλασσόψειρες, ψείρες των βραγχίων).

skaldjur: Främst akvatiska artropoder som kännetecknas av ett exoskelett av proteiner och kitin som är uppdelad i tre segmenter: huvud (cephalon), mellankropp (thorax) och bakkropp (abdomen) t.ex, kräftor, hummrar, kopepoder. Gruppen innehåller också viktiga parasiter, t.ex havslös.

Was this helpful?
O cultivo implica alguma forma de intervenção humana no processo de criar de modo a aumentar a produção, e deveria ter em conta estratégias tais como o estabulamento regular, alimentação, e posse individual ou em sociedade de mananciais.


cultivation: Cultivation implies some form of human intervention in the rearing process in order to enhance production, and should be taken to include strategies such as regular stocking, feeding, and individual or corporate stock ownership.

ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑ (CULTIVATION) : Η καλλιέργεια συνεπάγεται ανθρώπινη παρέμβαση στην φυτική ή την ζωϊκή παραγωγή με σκοπό την βελτίωσή της. Η παρέμβαση αυτή συνίσταται στην δημιουργία και διατήρηση αποθεμάτων, την παροχή τροφής καθώς και την ιδιωτική ή εταιρική ιδιοκτησία των αποθεμάτων.

odling: Odling innebär att det sker någon form av mänsklig ingripande i uppfödningsprocessen för att förbättra (förhöja) produktionen, och inkluderar strategier som regelmässig skötsel, utfodring och individuell eller kollektiv boskapsägande.

Was this helpful?
(1) A manutenção, crescimento e propagação de organismos sob vários níveis de cuidado e controlo. (2) Em microbiologia: a propagação de bactérias ou micro-organismos em meios artificiais. (3) Em aquacultura: cultivo de peixes, bivalves e outros organismos ao longo de estádios de desenvolvimento sob condições (largamente) controladas


culture: (1) The maintenance, growth and propagation of organisms under various levels of care and control. (2) In microbiology: the propagation of bacteria or micro-organisms in artificial media. (3) In aquaculture: to grow fish, shellfish and other organisms through stages of development under (largely) controlled conditions.

ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑ (ουσ.) : (1) Η διατήρηση, αύξηση και πολλαπλασιασμός οργανισμών, υπό ελεγχόμενες συνθήκες φροντίδας και ελέγχου. (2) Στη μικρο- βιολογία: ο πολλαπλασιασμός βακτηρίων ή μικρο- οργανισμών σε τεχνητά μέσα. (3) Στην υδατο- καλλιέργεια το μεγάλωμα ψαριών, οστρακοδέρμων ή άλλων οργανισμών σε διάφορα στάδια ανάπτυξης, υπό ελεγχόμενες σε μεγάλο βαθμό συνθήκες.

kultur: (1) Underhållandet, tillväxten och förökningen av organismer vid olika nivåer av skötsel och kontroll (2) Inom mikrobiologi: förökningen av bakteria eller mikoorganismer i en artificiell miljö. (3) Inom akvakultur: att odla fisk, skaldjur eller andra organismer under (i stort sett) kontrollerade förhållanden.

Was this helpful?
As culturas extensivas são caracterizadas por: (a) baixo grau de controlo, i.e. do ambiente, nutrição, predadores, competidores, agentes portadores de doenças; (b) baixos custos iniciais, baixo nível de tecnologia e baixa eficiência produtiva; (c) elevada dependência do clima local e da qualidade da água; utilização de massas de água naturais (tanques, baías) e de alimento natural, muitas vezes não especificado.


extensive culture: Extensive culture operations are characterized by: (a) a low degree of control, i.e., of environment, nutrition, predators, competitors, disease agents; (b) low initial costs, low-level technology and low production efficiency; (c) high dependence on local climate and water quality; use of natural water bodies (ponds, bays, embayments) and of natural, often unspecified, food organisms.

ΕΚΤΑΤIΚΗ ΚΑΛΛIΕΡΓΕIΑ: Οι εκτατικές καλλιέργειες χαρακτηρίζονται από: (α) μικρό βαθμό ελέγχου, π.χ., του περιβάλλοντος, της διατροφής, των θηρευτών, των ανταγωνιστών, των παθογόνων παραγόντων; (β) μικρό αρχικό κόστος, χαμηλού επιπέδου τεχνολογία και χαμηλή παραγωγικότητα; (γ) μεγάλη εξάρτηση από το τοπικό κλίμα και την ποιότητα του νερού, χρήση φυσικών υδατο- συλλογών (λιμνοδεξαμενών, κόλπων, όρμων) και φυσικών οργανισμών (συχνά απροσδιόριστων) ως τροφή.

intensivodling: Omfattande odlingsverksamheter karakteriseras genom: (a) dålig möjlighet till kontroll t.ex av miljön, näring, predatorer, konkurrenter, smittobärare; (b) låga initiella kostnader, enkel teknik, och låg produktionseffektivitet; (c) starkt beroende på den lokala klimaten och vattenkvaliteten; använder naturliga vattenmassor (dammar, vikar, buktar).

Was this helpful?
Cultura (em maternidade, viveiro, tanques) num ambiente altamente controlado (cobrindo por exemplo a temperatura, predadores, pragas), envolvendo uma elevada entrada de energia para optimizar o crescimento e sobrevivência, de por exemplo, salmonídeos, crustáceos.


intensive culture: Cultivation (in hatchery, nursery, ongrowing stages) in a largely controlled environment (covering for example temperature, predators, pests), involving a high input of energy to optimize growth and survival, in for example, salmonids, shellfish.

ΕΝΤΑΤIΚΗ ΚΑΛΛIΕΡΓΕIΑ: Εκτροφή (εκκόλαψη, ανάπτυξη, πάχυνση) υπό σε μεγάλο βαθμό ελεγχόμενες συνθήκες (π.χ. θερμοκρασία, θήρευση, ασθένειες), και υψηλή προσθήκη ενέργειας ώστε να βελτιστοποιηθούν η ανάπτυξη και η επιβίωση. Π.χ. σολομοειδή, ασπόνδυλα.

intensivodling: Odling i en till stort kontrollerad omgivning (temperatur, sjukdommar, rovdjur). Innebär ofta stor tillförsel av energi för att optimera tillväxt och överlevnad; laxfiskar och skaldjur.

Was this helpful?
Uma formação elevada de solo com encostas partindo algures do fundo do oceano. Estas formações são normalmente locais de actividade vulcânica.


mid-ocean ridge: A raised land formation with sloping sides stemming from the ocean floor which is usually found in the middle of the ocean. These formations are usually sites of volcanic activity.

Μεσο-ωκεάνια πτύχωση : Ανυψωμένος σχηματισμός με κατωφερικές πλευρές στο βυθό της θάλασσας, που βρίσκεται συνήθως στο μέσο του ωκεανού. Αυτοί οι σχηματισμοί είναι συνήθως περιοχές ηφαιστειακής δραστηριότητας..

mittoceanisk centralrygg: En upphöjd bottenformation med sluttande sidor som vanligen påträffas mitt i havet. Dessa platser är ofta vulkaniskt aktiva.

Was this helpful?
Representação gráfica que mostra o aumento absoluto em peso, ou outro parâmetro indicador de crescimento de um organismo, num determinado período de tempo.


growth curve: A graphical representation which shows the absolute increase in weight, or other growth indicating parameters, of an organism against a corresponding time period.

ΚΑΜΠΥΛΗ ΑΥΞΗΣΗΣ: Γραφική παράσταση που δείχνει την απόλυτη αύξηση του βάρους ή άλλης παραμέτρου ενδεικτικής της αύξησης, έναντι της αντίστοιχης χρονικής περιόδου.

tillväxtkurva: Grafisk framställning som visar den absoluta viktökningen, eller andra parametrar som indikerar tillväxt, hos en organism under en viss tid.

Was this helpful?
Parecido à curva de resposta de concentração excepto que a porção (quantidade) da substância recebida pelo organismo é conhecida e toma o lugar da concentração na determinação dos dados.


dose response curve: Similar to concentration-response curve except that the dose (the quantity) of the substance received by the organism is known and takes the place of concentration in plotting the data.

ΔΟΣΗΣ - ΑΠΟΚΡIΣΗΣ, ΚΑΜΠΥΛΗ: Παρόμοια με την καμπύλη συγκέντρωσης - απόκρισης, με τη διαφορά ότι η δόση (η ποσότητα) που προσλαμβάνεται από το ψάρι είναι γνωστή και αντικαθιστά τη συγκέντρωση στο διάγραμμα.

dos-respons kurva: Liknande en koncentrations-respons kurva, förutom att dosen (kvantiteten) av substansen som mottages av en organism är känd och ersätter koncentration när data plottas.

Was this helpful?
Representação gráfica da resposta de um organismo à variação de concentrações de uma molécula afectora (tóxica ou benéfica) no meio envolvente; cf. curva de resposta doseadora.


concentration response curve: Graphical representation of the response of an organism to varying concentrations of an effector molecule (toxic or beneficial) in the surrounding medium.

ΚΑΜΠΥΛΗ ΑΠΟΚΡΙΣΗΣ - ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗΣ: Γραφική αναπαράσταση της απόκρισης ενός οργαν- ισμού σε διάφορες συγκεντρώσεις μιας δραστικής ένωσης (τοξικής ή ωφέλιμης) στο περιβάλλον μέσο (πρβλ. καμπύλη απόκρισης - δόσης).

koncentrations-respons kurva: Grafisk framställning av en organisms respons till varierande koncentrationer av en effektor molekyl (toxiskt eller välgörande) i omgivningen; jfr. dos-respons kurva.

Was this helpful?

Contact us

Please contact AMC Limited for any queries:

  • Hot line: +353 1 874 7088
You are here: Home Resources & Services Multilingual glossaries GLOSSARIES