AMC LIMITED

Θ

Κατευθυνόμενη απόκριση ενός κινητού οργανισμού προς συνεχή επαφή με μια στερεά επιφάνεια. Στερεόταξη.


thigmotaxis: A directed response of a motile organism to a continuous contact with a solid surface; stereotaxis.

estereotaxia : Uma resposta directa de um organismo móvel a um contacto contínuo com uma superfície sólida.

thigmotaxis: Ett svar hos en rörlig organism på kontinuerlig kontakt med en fast yta.

Was this helpful?
Παράκτιος, τοπικός άνεμος ο οποίος πνέει από τη θάλασσα προς την ακτή, και οφείλεται στην διαφορά θερμοκρασίας που δημιουργείται όταν η επιφάνεια της θάλασσας είναι ψυχρότερη από την παρακείμενη ακτή. Ως εκ τούτου, συνήθως πνέει κατά τη διάρκεια σχετικά ήρεμων, ηλιόλουστων, καλοκαιρινών ημερών. Εναλλάσσεται με την απόγειο αύρα που είναι συνήθως ασθενέστερη και πνέει προς την αντίθετη κατεύθυνση, κατά τη διάρκεια της νύχτας. Καθώς ενισχύεται η θαλάσσισ αύρα, ο άνεμος αναπτύσσει μια συνιστώσα πα


sea breeze: A coastal local wind that blows from sea to land, caused by the temperature difference when the sea surface is colder than the adjacent land. As a result, tt usually blows on relatively calm, sunny, summer days; and alternates with the opposingly directed and usually weaker, night-time land breeze. As the sea breeze regime progresses, the wind develops a component parallel to the coast, caused by the Coriolis deflection.

brisa marítima : Vento local costeiro que sopra do mar para terra, originado pela diferença de temperatura quando a superfície do mar é mais fria do que a superfície de terra adjacente. Como consequência, normalmente sopra em dias de verão relativamente calmos e soalheiros; e alterna à noite com a brisa terrestre de direcção oposta e habitualmente mais fraca. À medida que o regime da brisa marítima progride, o vento desenvolve uma componente pararela à costa, originada pela deflexão de Coriolis.

sjöbris: En lokal kustvind som blåser från vattnet mot land, beror på skillnaden i temperatur mellan vattenytan och omgivande land.

Was this helpful?
Υδρόβια ασπόνδυλα που φέρουν όστρακο ή εξωσκελετό, συνήθως μαλάκια και/ή καρκινοειδή.


shellfish: Aquatic invertebrates possessing a shell or exoskeleton, usually molluscs and/or crustaceans.

bivalves : Invertebrados aquáticos que possuem uma concha ou exoesqueleto, normalmente os moluscos e/ou crustáceos.

skaldjur: Vattenlevande ryggradslösa djur som har skal eller exoskelett, ofta mollusk och/eller kräftdjur.

Was this helpful?
Ολα τα γνωστά στοιχεία είναι πιθανώς διαλυμένα στους ωκεανούς. Ετσι, το φυσικό θαλασσινό νερό περιέχει στοιχεία γνωστά ως απαραίτητα για τους θαλάσσιους οργανισμούς και ακόμα, πολλά άλλα που δεν εξυπηρετούν κάποια γνωστή βιολογική λειτουργία. Τα στοιχεία αυτά κατατάσσονται σε δύο ομάδες ανάλογα με την συγκέντρωσή τους: μείζονα στοιχεία και ιχνοστοιχεία.


seawater, natural: All the known elements are probably dissolved in the oceans. Thus natural seawater contains elements known to be essential to marine organisms in addition to many others that do not serve any known biological function. These elements can be classified into two groups according to concentration: (a) major and (b) trace.

água do mar, natural : Todos os elementos conhecidos estão provavelmente dissolvidos nos oceanos. Assim a água do mar contém elementos essenciais aos organismos marinhos além de muitos outros que não exercem qualquer função biológica conhecida. Estes elementos podem ser classificados em dois grupos de acordo com a concentração: (a) principais e (b) vestigiais

navsvatten, naturligt: Alla grundämnen är till någon grad lösliga i vatten och bör därför förekomma i varierande halt i havsvatten. Endel är viktiga för havets organismer, andra fyller ingen känd biologisk funktion.

Was this helpful?
Υδρόβιο είδος που περνά όλο ή μέρος του κύκλου ζωής του σε θαλασσινό νερό.


marine species: Any aquatic species that spends all or part of its life cycle in sea water.

espécies marinhas: Qualquer espécie aquática que passa todo ou parte do seu ciclo de vida no mar.

marin art: Vattenorganismer som lever hela eller delar av sitt liv i havsvatten.

Was this helpful?
Περιοχές που έχουν επιλεχθεί σαν αντιπροσωπευτικά δείγματα οικοσυστημάτων για την διατήρηση της χλωρίδας, της πανίδας και του περιβάλλοντος, με κριτήρια όπως το μέγεθος, η ποικιλία, η σπανιότητα και η ευαισθησία.


marine reserves: Areas selected as representative ecosystems to safeguard fauna, flora and habitats, using criteria such as size, diversity, rarity and fragility.

reservas marinhas: Àreas seleccionadas como ecosistemas típicos para salvaguarda da fauna, flora e habitats, utilizando critérios tais como tamanho, diversidade, raridade e fragilidade.

marint reservat: Område valt för att representera ecosystem med syfte på att skydda flora, fauna och habitat. Väljs på kriterier som storlek, diversitet, sällsynthet och känslighet.

Was this helpful?
Μια θαλάσσια περιοχή που βρίσκεται προστατευμένη με σκοπό την διατήρηση της.


marine park: A marine area reserved primarily for conservation purposes; marine reserve.

parque marinho: Uma área marinha reservada essencialmente para fins de conservação; reserva marinha.

marin park: Ett marint område som skyddas i framförallt bevarande syfte; marint reservat.

Was this helpful?
Αγγειόσπερμα προσαρμοσμένα να ζουν στο θαλάσσιο περιβάλλον.


sea grass: Angiosperms adapted to life in the marine environment.

sargaço: Angiospérmicas adaptadas à vida no ambiente marinho.

sjögräs: Blomväxter som anpassats för ett liv i marin miljö.

Was this helpful?
Καλλιέργεια, διαχείρ- ιση και συλλογή θαλάσσιων οργανισμών στο φυσικό τους ενδιαίτημα ή σε ειδικά κατασκευασμένους διαύλους και δεξαμενές.


mariculture: Cultivation, management and harvesting of marine organisms in their natural habitat or in specially constructed enclosures, e.g. pens, channels or tanks.

maricultura : Cultura, gestão e apanha de organismos marinhos no seu habitat natural ou em recintos fechados especialmente construídos, e.g. Jaulas, canais ou tanques.

marikultur: Odling av marina organismeri deras naturliga miljö eller i speciella inhägnader, t ex burar, kanaler.

Was this helpful?
Γενικός όρος για την καλλιέργεια φυτών και ζώων στο θαλάσσιο περιβάλλον με ένα διαχειριστικό σύστημα εκτροφής. Βλ. Υδατοκαλλιεργεια.


sea farming: General term for the culture of plants and animals in the marine environment by a managed system of husbandry. See AQUACULTURE.

aquacultura marinha : Termo geral para a cultura de plantas e animais no ambiente marinho, através de um sistema de estabulação controlado. Ver AQUACULTURA.

havsodling: Generell term för odlandet av växter eller djur i en marin miljö. Se AQUACULTURE.

Was this helpful?
(1) Στη γενετική και την εξέλιξη ο όρος αναφέρεται σε μεταλλάξη που μειώνει τη βιωσιμότητα ενός γονοτύπου. (2) Κάθε περιβαλλοντική ή φυσιολογική κατάσταση που προκαλεί θνησιμότητα.


detrimental: (1) In genetics and evolution: used of a mutation that decreases the viability of a mutant genotype. (2) Any environmental or physiological condition that causes lethal or sublethal effects.

prejudicial : (1) Em genética e evolução: relacionado com uma mutação que diminui a viabilidade do genótipo mutante. (2) Qualquer condição ambiental ou fisiológica que tem efeitos letais ou subletais.

skadlig : (1) Inom genetik och evolution: används för att beskriva en mutation som minskar livsdugligheten av en muterad genotyp (2) Varje miljöförhållande eller fysiologisk tillstånd som orsakar mortalitet eller subletala efffekter.

Was this helpful?
Η ποσότητα μιάς ουσίας που θα θανατώσει ένα δεδομένο ποσοστό ενός δείγματος πειραματοζώων σε μιά δεδομένη χρονική περίοδο, π.χ. 96 ώρες LD50 = 50% θνησιμότητα σε 96 ώρες.


lethal dose: The amount of a substance that will kill a given portion of a sample of test animals in a given amount of time, for example, 96 hours LD50 = 50% mortality in 96 hours.

dose letal : A quantidade de uma substância que matará uma dada parte de uma amostra de animais testados num dado período de tempo, por exemplo 96 horas DL50 = 50% de mortalidade em 96 horas.

letal dos: Den dos av ett ämne som dödar en viss mängd av försöksdjur under en given tid, t ex 96 timmar LD50 = 50% mortalitet inom 96 timmar.

Was this helpful?
Ορος που χρησιμοποιείται ως μέτρο για την τοξικότητα μιας ουσίας. Στην περίπτωση αυτή κριτήριο της τοξικότητας είναι ο θάνατος των πειραματικών οργανισμών. Η LC εκφράζεται ποιοτικά (π.χ. LC50, LC70), όπου ο δείκτης δηλώνει το % ποσοστό των οργανισμών που πεθαίνουν σε μια δεδομένη συγκέντρωση. Δίδεται επίσης ο χρόνος της έκθεσης στην τοξική ουσία.


lethal concentration: Term used to express quantitatively the degree of toxicity of a substance. In this case it is the death of the test organism which is the criterion of toxicity. LC is expressed numerically, e.g. LC50, LC70 indicating the percentage of organisms killed at a given concentration. The time of exposure to the toxin is also given.

concentração letal : Termo utilizado para expressar quantitativamente o grau de toxicidade de uma substância. Neste caso é a morte do organismo testado que serve de critério de toxicidade. A CL é expressa numericamente, e.g. CL50, CL70 indicam a percentagem de organismos mortos para uma determinada concentração. O tempo de exposição à toxina também é dado.

letal koncentration: Uttrycker kvantitativt giftigheten hos ett ämne. I detta fall uttrycker mortaliteten hos försöksdjuren graden av giftighet. LC uttrycks numeriskt, t ex LC50, LC70 och syftar på procentantalet försöksdjur som dör vid en given koncentration och tid.

Was this helpful?
Η ολική και μη αναστρέψιμη παύση όλων των διεργασιών της ζωής.


death: The total and irreversible cessation of all life processes.

morte: A cessação total e irreversível de todos os processos vitais.

död: Den totala och irreversibla upphävandet av alla livsprocesser.

Was this helpful?
Ένα ολοκληρωμένο σύνολο αντικειμένων που επηρεάζονται από την παραγωγή ενός τοξικού αερίου, το υδρόθειο (hydrogen sulphide), σαν αποτέλεσμα της αποσύνθεσης οργανικής ύλης κάτω από ανοξικές συνθήκες.


sulphide system: An integrated group of items which are affected by the production of a toxic gas, hydrogen sulphide, resulting from the decomposition of organic matter under anoxic conditions.

sistema de gás sulfídrico: Um grupo integrado que é afectadas pela produção de um gás tóxico, gas sulfídrico, que resulta da decomposição de matéria orgânica em condições de anoxia.

sulfid system: En integrerad grupp av enheter(organismer) som påverkas av producerandet av svavelväte från nerbrytandet av organisktmaterial under syrefattiga förhållanden.

Was this helpful?
Οι οργανισμοί που κατοικούν σε αναερόβιο περιβάλλον, πλούσιο σε θείο.


thiobios: Those organisms inhabiting anaerobic sulphur-rich deposits.

tiobios: Organismos que vivem em depósitos anaeróbicos ricos em enxôfre.

thiobios: De organismer som lever i anaeroba, svavelrika avlagringar.

Was this helpful?
Τα είδη τα οποία έχουν ισχυρή επίδραση σε ότι αφορά την παρουσία και την εγκατάλειψη άλλων ειδών καθώς και στην δομή της τροφικής αλυσίδας ή του οικοσυστήματος.


key species: A species that has a dominant effect on the presence and abundance of other species and the structure of the food-web or ecosystem.

espécies chave: Espécie que tem um efeito dominante na presença e abundância de outras espécies e na estrutura da cadeia alimentar ou ecosistema.

nyckelarter: En art som har en dominerande ställning i ekosystemets födoväv och påverkar närvaron och antalet av andra arter.

Was this helpful?
(1) Iατρική αγωγή για την θεραπεία μιας ασθένειας ή μιας διαταραχής . (2) ΕΠΕΞΕΡΓΑΣIΑ : Διόρθωση μιας περιβαλλοντικής ανισορροπίας (με π.χ. ασβέστωση υδατοδεξαμενών, καθαρισμό αποβλήτων)


treatment: (1) The medical management of a disease or disorder as a whole. (2) Correcting an environmental imbalance (e.g pond liming, wastewater purification).

tratamento : (1) O trato médico de uma doença ou indisposição no seu todo. (2) Correcção de um desiquilíbrio ambiental (e.g. tratamento de reservatórios com cal, purificação de águas residuais.

behandling: (1) Medicinsk behandling av sjukdom eller störning. (2) Korrigera obalans i miljön (exempelvis kalkning av sur sjö, m.m.)

Was this helpful?
Φυσιολογική ένταση που προέρχεται από ξαφνικές ή γρήγορες αλλαγές θερμοκρασίας και που ορίζεται από ορισμένους ως αλλαγή μεγαλύτερη από 30C ανά ώρα.


temperature shock: Physiological stress induced by sudden or rapid changes in temperature, defined by some as any change greater than 30C per hour.

choque térmico : Stress fisiológico induzido por alterações repentinas ou rápidas de temperatura, definida por alguns como qualquer alteração superior a 30C por hora.

temperaturshock: Fysiologisk stress tillföljd av kraftig temperaturökning eller sänkning.

Was this helpful?
Η άνοδος της θερμοκρασίας στα οικοσυστήματα που προκαλείται από την έκχυση νερού με θερμοκρασία μεγαλύτερη από αυτή του περιβάλλοντος.


thermal pollution: The raising of temperature in ecosystems caused by water discharges higher in temperature than the recipient waters.

poluição termal: O aumento de temperatura nos ecosistemas causada por descargas de águas mais quentes do que as águas receptoras.

temperaturförorening: Den ökning i temperatur i ekosystemet som orsakas av utsläpp av vatten med högre temperatur än omgivande vatten.

Was this helpful?
Η ζώνη απότομης αλλαγής της θερμοκρασίας σένα θερμικά στρωματοποιημένο όγκο νερού. Το στρώμα νερού (στρώμα οριζόντιας θερμοκρασιακής ασυνέχειας) μεταξύ του ανώτερου θερμού στρώματος (βλ. επιλίμνιο των γλυκών νερών) και του κατώτερου ψυχρού στρώματος (βλ. υπολίμνιο των γλυκών νερών). Τα κυριότερα θερμοκλινή στις βαθειές λίμνες και τους ωκεανούς είναι είτε εποχιακά, οφειλόμενα στην θέρμανση των επιφανειακών νερών το καλοκαίρι, είτε μόνιμα.


thermocline: The zone of rapid temperature change in a thermally-stratified body of water, the layer of water (horizontal temperature discontinuity layer) between the warm upper layer (cf. epilimnion in freshwater) and the cool bottom layer. The principal thermocline in deep lakes and oceans are either seasonal, due to heating of the surface water in summer, or permanent.

termoclina : A zona de mudança rápida de temperatura numa massa de água termicamente estratificada (camada de temperatura horizontal descontínua) entre a camada superior quente (cf. epilímnico na água doce) e a camada fria do fundo (cf. hipolímnico na água doce) . As termoclinas mais importantes nos lagos profundos e oceanos são ou sasonais, devido ao aquecimento da superfície da água no verão, ou permanentes.

termoklin: Temperatursprångskikt, skikt i hav eller sjö där temperaturen ändras mycket inom ett litet djupintervall. Man skiljer mellan den permanenta termoklinen i havet och säsongstermokliner i hav och sjöar.

Was this helpful?
Μέγεθος που εκφράζει την ένταση της θερμότητας. Η μόνη θερμοκρασιακή κλίμακα με απόλυτη φυσική βάση είναι η Θερμοδυναμική Θερμοκρασιακή Κλίμακα Kelvin (TKTS), η οποία βασίζεται σε φαινόμενα που βασίζονται απευθείας στον πρώτο και στον δεύτερο νόμο της θερμοδυναμικής. Επειδή το κατώτερο όριο της κλίμακας Κelvin είναι το απόλυτο μηδέν και επειδή η κλίμακα είναι εξ ορισμού γραμμική , απαιτείται ένα μόνο μη-μηδενικό σημείο αναφοράς ώστε να προσδιοριστθεί η κλίση της. Το σημείο αναφοράς τω


temperature: Temperature is the quantitative statement concerning heat. The only temperature scale with an absolute basis in nature is the Thermodynamic Kelvin Temperature Scale (TKTS), which is based on functions that can be deduced directly from the first and second laws of thermodynamics. Since the lower limit of the TKTS is absolute zero, and since it is linear by definition, only one non-zero reference point is required to establish its slope. The reference point of 00C was chosen because i

temperatura : Temperatura é a expressão quantitativa do calor. A única escala de temperatura com uma base absoluta na natureza é a Escala Termodinâmica de Temperatura de Kelvin ( ETTK ), a qual é baseada em funções que podem ser deduzidas directamente da primeira e segunda leis da termodinâmica. Dado que o limite mais baixo da ETTK é o zero absoluto e dado que é linear por definição, é apenas necessário um ponto de referência não-zero para estabelecer o seu declive. O ponto de referência de 00C foi

temperatur: Kvantitativt mått på graden av värme. Temperaturbegreppets ursprung är känselsinnets förmåga att skilja mellan varmt och kallt. Vetenskapligt och tekniskt är det angeläget att ersätta känselns vaga uppfattning med ett preciserat temperaturbegrepp och med anordningar (termometrar) som ger noggranna och pålitliga värden, mätta i en rationellt vald skala, på graden av värme dvs. på temperatur.

Was this helpful?
Ο σχηματισμός σε ένα υδατικό σύστημα επάλληλων στρώματων διαφορετικής θερμοκρασίας και πυκνότητας (ανάπτυξη θερμοκλινικούς βλ.λ.). Το μεταβατικό στρώμα ενδέχεται να είναι πολύ λεπτό όπως σε μικρές λίμνες ή βαθειές δεξαμενές υδατοκαλλιέργειας, όπου η θερμοκρασιακή στρωμάτωση συχνά παραμένει σταθερή μόνο κατά την διάρκεια της θερινής στασιμότητας ή πολύ εκτεταμένο όπως συχνά παρατηρείται σε ωκεάνεια συστήματα.


thermal stratification: The division of a water body into layers of different temperature and density, owing to the development of a thermocline. The transitional layer can be very narrow, especially in small freshwater lakes and deep aquacultural ponds where thermal stratification often remains stable only during summer stagnation. Alternatively, the layers can be relatively extended, as is often the case in oceanic systems.

estratificação termal : A divisão de uma massa de água em camadas de diferente temperatura e densidade, devido ao desenvolvimento de uma termoclina (q.v.). A camada de transição pode ser muito estreita, especialmente em pequenos lagos de água doce e tanques de aquacultura fundos onde a estratificação térmica se mantém, frequentemente, estável apenas durante a estagnação de verão. Em alternativa, as camadas podem ser relativamente prolongadas, como é muitas vezes o caso nos sistemas oceânicos.

temperaturskiktning: Uppdelandet av en vattenkropp i olika lager med olika temperatur och densitet p.g.a bildandet av en termoklin. Skickten kan vara väldigt tunna speciellt i små sjöar eller djupa akvakulturdammar och stratifieringen är bara stabil under sommaren. De olika lagren kan och andra sidan vara väldigt stora i t.ex. oceanerna.

Was this helpful?
Q10. Ποσοτική αύξηση ή μείωση του μεταβολικού ρυθμού όταν η αύξηση ή μείωση της θερμοκρασίας του σώματος (ή του περιβάλλοντος) είναι 100C.


temperature coefficient: Q10. The quantitative increase or decrease in metabolic rate for each 100C increase or decrease in body (environmental) temperature.

coeficiente de temperatura : Q10. O aumento ou diminuição quantitativo da taxa metabólica por cada 100C de aumento ou diminuição na temperatura do corpo (ambiental).

temperaturkoefficient: (1) Q10. Den kvantitativa ökningen eller minskningen av den metaboliska hastigheten vid en ökning eller minskning av kropps(omgivande)temperaturen med 10 grader C. (2) Koefficient som anger relativ ändring av en egenskap med temperaturen

Was this helpful?
Διαδικασία αναστροφής φύλου, κατά την οποία, με τη χορήγηση κατάλληλων στεροειδών ορμονών, νεαρά αρσενικά άτομα εξωθούνται να παραγάγουν αυγά, τα οποία είναι γενετικά αρσενικά, δηλ. ετερογαμετικά, ΧΥ. Η διαδικασία αυτή χρησιμοποιείται για τη διευκόλυνση ορισμένων στρατηγικών διαχεί- ρισης/παραγωγής.


feminization: Process of sex reversal in which young male fish are physiologically induced, by appropriate sex steroids, to produce eggs that are genetically male, i.e., heterogametic XY. This procedure is used to facilitate certain management/production strategies.

feminização : Processo de reversão sexual em que machos juvenis são fisiologicamente induzidos, por esteroides sexuais apropriados, para produzir ovos que são geneticamente masculinos, i.e., heterogamêticos XY . Este procedimento é utilizado para facilitar certas estratégias de gestão/produção.

feminisering: Könsbyte där unga fiskhanar induceras fysiologiskt, genom användningen av lämpliga könshormoner, till att producera ägg som utvecklas till hannar, dvs, heterogametisk XY. Denna process används för att främja vissa skötsel/produktions strategier.

Was this helpful?
Η πράξη ενός ζώου όταν τρώγει ένα άλλο ζώο (λεία) διαφορετικού είδους και συνήθως μικρότερου μεγέθους.


predation: Act of animal capturing or consuming another (prey) of a different and usually smaller species.

predação : Acto de captura ou consumo de um animal (presa) por outro de uma espécie diferente e normalmente maior.

predation: Förhållandet att ett djur, en predator, dödar och helt eller delvis konsumerar ett annat djur.

Was this helpful?
Ζώο που σκοτώνει και καταναλώνει άλλα ζώα ως τροφή .


predator: An animal which kills and consumes other animals for food.

predador : Um animal que mata e consome outros animais como fonte de alimento.

predator: Ett djur som dödar och konsumerar andra djur för föda.

Was this helpful?
Η ποσοστό θανάτων σε μιά ορισμένη μερίδα του πληθυσμού ή η αναλογία θανάτων σε μία ομάδα ατόμων.


mortality: The proportion of deaths in a specified portion of a population or the proportion of deaths in a group of individuals.

mortalidade : A proporção de mortes numa porção específica de uma população ou a proporção de mortes num grupo de indivíduos; cf. Morte.

mortalitet: Dödsfrekvens i en population eller i en grupp individer.

Was this helpful?
Διαταραχή ή ελάττωση της διείσδυσης του φωτός στο νερό που οφείλεται στην αιωρούμενη, κολλοειδή ή διαλελυμένη ύλη ή την παρουσία πλαγκτονικών οργανισμών. Πρβλ. Δίσκος Secchi.


turbidity: Referring to the disturbance or reduction in light transmittance in water resulting from suspended, colloidal or dissolved matter or the presence of planktonic organisms.

turvação : Que se refere à perturbação ou redução da penetração da luz na água resultante da matéria coloidal ou dissolvida em suspensão, ou da presença de organismos planctónicos; cf. Disco de Secchi.

turbiditet: Grumlighet hos en gas eller en vätska orsakad av ljusets spridning på små svävande partiklar som t.ex. plankton organismer.

Was this helpful?
Ουσία η οποία χρησιμεύει στην θρέψη. Ο όρος χρησιμοποιείται συχνά για τα συστατικά που περιλαμβάνονται στην τροφή.


nutrient: A substance which provides nourishment; the term is often used to refer to dietary components.

nutriente : Uma substância que fornece alimento; o termo é utilizado muitas vezes para referir os componentes da dieta.

närsalt: Ett ämne som ger näring; termen används ofta om födoämnen.

Was this helpful?
Ανεμος ισχύος μεγαλύτερης από μια οριακή τιμή, κατά κανόνα 50κμ την ώρα.


gale: Wind of a force exceeding a specific value, from 50 km/h.

furacão : Vento com uma força que excede um valor específico, a partir de 50 Km/h . Ver ESCALA DE BEAUFORT.

stormvind: Vind med en hastighet som överstiger 50 kilometer i timmen.

Was this helpful?
Η περιοχή του υδάτινου αποδέκτη, στην οποία είναι δυνατός ο εντοπισμός των λυμάτων μέσω μιάς ή περισσότερων χαρακτ- ηριστικών τους ιδιοτήτων.


discharge plume: A zone where effluents can be detected in the receiving waters by one or more characteristic properties.

descarga de pluma : Uma zona onde os efluentes podem ser detectados nas águas receptoras por uma ou mais propriedades características.

avfallsområde: Zon där flytande avfallsprodukter kan upptäckas i den mottagande vattenmassan genom en eller flera karakteristiska egenskaper.

Was this helpful?

Contact us

Please contact AMC Limited for any queries:

  • Hot line: +353 1 874 7088
You are here: Home Resources & Services Multilingual glossaries GLOSSARIES