AMC LIMITED

Ε

Στην συστηματική, ομάδα οργανισμών κοινής καταγωγής ικανών να ανταλλάξουν γενετικό υλικό. Συνήθως, η εξάπλωση ενός είδους περιορίζεται σε μια ορισμένη γεωγραφική περιοχή. Αποτελεί την θεμελιώδη βαθμίδα στην ταξινομική ιεραρχία.


species: In systematics, a group of organisms of common ancestry that are able to reproduce only among themselves and which are usually geographically distinct. It constitutes the fundamental rank in the taxonomic hierarchy.

espécies : Em sistemática, um grupo de organismos de ascendência comum que são capazes de se reproduzir entre si. Constitui a categoria sistemática basilar na hierarquia taxonómica.

art: Inom systematiken, grupp individer vilka under naturliga förhållanden kan reproducera sig med varandra och som samtidigt är reproduktivt isolerade från andra sådana grupper av individer. Den mest fundamentala enheten i organismvärlden.

Was this helpful?
Μη ιθαγενές είδος. Κάε είδος που μεταφέρεται τυχαία ή σκόπιμα και απελευθερώνεται από τον άνθρωπο σε ένα περιβάλλον έξω από τα σημερινά όρια διασποράς του.


introduced species: Non-indigenous species. Any species intentionally or accidentally transported and released by man into an environment outside its present range.

espécie introduzida : Espécie não indígena. Qualquer espécie intencionalmente ou acidentalmente transportada e libertada pelo homem num ambiente fora do seu alcance actual.

införda arter: En art som ej är inhems. En art som medvetet eller omedvetet transporterats och släppts ut i en miljö eller område utanför dess rådande utbredning.

Was this helpful?
Ενας εισηγμένος οργανισμός που έχει μόνιμο πληθυσμό (-ούς), δηλ. πληθυσμό που είναι απίθανο να εξαλειφθεί από τον άνθρωπο ή φυσικές αιτίες.


established species: An introduced organism with a permanent population(s), i.e., one unlikely to be eliminated by man or by natural causes.

espécie confirmada : Um organismo introduzido com uma população permanente, i.e. improvável de ser eliminada pelo homem ou por causas naturais.

etablerad art: Introducerad art med bestående populationer, dvs, det är osannolikt att arten kommer att dö ut på grund av mänskliga eller naturliga orsaker.

Was this helpful?
Διαδικασία με την οποία οι προνύμφες των μαλακίων σταματούν την κινητική φάση της ζωής τους και αρχίζουν την εδραία φάση προσκολλώμενες σε κατάλληλο υποστήριγμα. Η εγκατάσταση χαρακτηρίζεται από την αντικατάσταση του πέπλου από βράγχια και την αναδιοργάνωση όλων των οργάνων.


settlement: Process by which molluscan larvae undergo a cessation of their mobile stage and begin a sedentary life stage by attachment to a suitable support. Settlement is characterized by replacement of the velum by the gills and a reorganization of all organs.

colonização / fixação : Processo através do qual as larvas de moluscos interrompem o seu estado móvel, ligam-se a um suporte apropriado e iniciam um estado de vida sedentário. A colonização é caracterizada pela substituição do manto pelas guelras e a reorganização de todos os órgãos.

settling: Process vid vilken larver av blötdjur (vissa nässeldjur) genomgår en morphologisk förändring och övergår från ett fritt simmande stadie till att vara fastsittande.

Was this helpful?
Η διεργασία κατά την οποία ένα άτομο εξοικειώνεται με νέες συνθήκες όπως είναι η τοποθέτηση σε νερό που έχει διαφορετικά χαρακτηριστικά (π.χ. διαφορετική θερμοκρασία ή αλατότητα, κ.λ.π.).


acclimation : A process in which a specimen becomes adjusted to new circumstances such as being placed in water having different characteristics, such as different temperature or salinity, etc.

aclimatação : Processo através do qual um espécime se adapta a novas condições tais como ser colocado em águas com caracteristicas diferentes, por exemplo com temperatura ou salinidade diferentes, etc.

acklimatisering: Den process där en organism anpassar sig till nya förhållanden, såsom vid placering i vatten med andra karakteristika, som annan temperatur eller salinitet etc.

Was this helpful?
Η διεργασία της προσαρμογής σε ένα νέο περιβάλλον ή σε διαφορετικές κλιματικές συνθήκες.


acclimatization : The adaptation process to a new environment or different climatic conditions.

aclimatização : Processo de adaptação a um novo ambiente ou condições climáticas diferentes.

acklimatisering: Anpassning till en ny miljö eller annat klimat.

Was this helpful?
Με την ευρεία έννοια, ο σχετικός με όλα τα είδη τού εδάφους, τη στρωμνή των δασών, και άλλους τύπους χερσαίων βιοτόπων, συμπερι- λαμβανομένων των βρυόφιλων και λειχηνόφιλων τύπων ενδιαιτημάτων, καθώς και των κορμών και των φύλλων των δέντρων.


edaphic: Referring to physical, chemical and biological properties of the soil community.

edáfico : Que se refere a propriedades físicas, químicas e biológicas de comunidades do solo.

edafisk: Hänvisar till de fysiska, kemiska och biologiska egenskaperna hos jordar.

Was this helpful?
Εγκατεστημένος, σταθεροποιημένος, μη κινούμενος ελεύθερα.


sessile: Fixed or attached; not free-moving.

séssil : Fixo ou ligado; que não se move livremente.

bottenlevande: Fixerad eller fastsatt; ej fritt simmande.

Was this helpful?
Ένα κομμάτι γης ή θαλάσσιας περιοχής η οποία προστατεύεται με βασικό σκοπό την διατήρηση του οικοσυστήματος.


national park: A land or marine area reserved primarily for conservation purposes.

parque nacional: Uma área de terra ou mar reservada primeiramente para fins de conservação.

nationalpark: Ett land- eller havsområde som skyddats i framförallt bevarande syfte.

Was this helpful?
Ο σχηματισμός νέων ειδών.


speciation: The formation of new species

especiação: A formação de novas espécies.

artbildning: Bildandet av nya arter.

Was this helpful?
Η εξάπλωση της θάλασσας πάνω από μια περιοχή ξηράς.


transgression: The spread of the sea over a land area.

transgressão : O espalhar do mar sobre a terra.

transgression: Havets utbredning över ett landområde.

Was this helpful?
Η αφαίρεση ύλης και οργανισμών από τον πυθμένα της θάλασσας.


dredging: The removal of bottom material and organisms from the sea bed.

dragagem: A remoção de material e de organismos do fundo do oceano.

muddring: Avlägsnandet av material och organismer från havsbottnet.

Was this helpful?
Περιοδική εποβολή του εξωτερικού καλύμματος, όπως ο εξωσκελετός στα Αρθρόποδα (γαρίδες, καβούρια, αστακοί κλπ). Μετά την έκδυση τα άτομα είναι ιδιαίτερα ευάλωτα στην θήρευση. Στην υδατοκαλλιέργεια αυτές οι φάσεις έκδυσης είναι ιδιαιτέρας σημασίας λόγω της αυξημένης τρωτότητας στον καννιβαλισμό.


moulting: Periodic shedding of the outer covering, such as the exoskeleton in the Arthropoda (shrimps, crabs, lobsters). After moulting specimens are particularly vulnerable to predation. In aquaculture these moulting phases are of particular importance because of the increased vulnerability to cannibalism.

muda: Muda periódica da cobertura exterior, tal como o exosqueleto nos artrópodes (camarões, caranguejos, lagostas). Após a muda os espécimes ficam particularmente vulneráveis aos predadores. Na Aquacultura estas fases de muda têm particular importância devido a uma vulnerabilidade acrescida ao canibalismo.

ömsning: Utbyte av den yttre beklädnaden, sker ofta periodvis. Vanligt hos bl a kräftdjur, Efter ömsningen är djuren ofta extra sårbara.

Was this helpful?
η διαδικασία με την οποία το έμβρυο εγκαταλείπει το κέλυφος του αυγού (η εκκόλαψη αναφέρεται στο έμβρυο και όχι στο αυγό)


hatch: A process by which an embryo leaves the egg envelope(s). (N.B., an egg cannot hatch, it is an embryo that hatches.)

eclosão : Processo através do qual um embrião deixa o ovo . (N.B. Um ovo não eclode, é o embrião que eclode)

kläckning: Processen där ett embryo lämnar det inneslutande ägget. Märk att i egentlig mening är det inte ägget som kläcks, det är embryot.

Was this helpful?
Ο συνολικός αριθμός στερεών, υγρών ή αερίων που αποβάλλονται από μια δεδομένη πηγή.


emission: The total amount of solid, liquid or gas expelled from a given source.

emissão: A quantidade total de sólidos, líquidos ou gases expelidos por uma dada fonte.

emission: Den total mängden fasta substanser, vätskor eller gaser som avges från en given källa per tidsenhet.

Was this helpful?
(1) Νερό που αδειάζει από μια δεξαμενή, λιμνοδεξαμενή ή σταθμό παραγωγής ενέργειας. (2) Εκροή ακάθαρτων. Ο αγγλικός όρος χρησιμοποιείται επίσης για τις εκροές μονάδων καθαρισμού λυμάτων, επίσης και μετά από επεξεργασία καθαρισμού.


effluent: (1) Referring to water flowing out or from a tank, pond, aquafarm or power station. (2) Discharged polluted water, including water released after purification treatment.

efluentes: (1) Referente a água que corre de um reservatório, tanque, aquacultura ou hidroeléctricas. (2) descargas de água poluída, incluindo a água eliminada após tratamento de purificação.

flytande avfall: Flytande avfallsprodukt

Was this helpful?
Ο ρυθμός ροής ενός παροχετευόμενου υγρού σε μια δεδομένη στιγμή, εκφρασμένος σε όγκο ανά μονάδα χρόνου. Σε συστήματα καλλιέργειας συνεχούς ροής ποικίλλει συνήθως ανάλογα με το στάδιο ανάπτυξης και την εποχή. Σε στάσιμα συστήματα λιμνοδεξαμενών στάσιμα νερά, ο ρυθμός εκροής αντιστοιχεί στο ποσοστό του νερού που εκκενώνεται ανά εποχή ή ανά παραγωγικό κύκλο.


discharge rate: The flow rate of a discharged fluid at a given instant expressed as volume per unit of time. In flow-through culture systems it usually varies with the growth of fish and with season. In stagnant pond systems, it relates to the percentage of the water mass released per season or per production cycle.

taxa de descarga : A taxa de descarga de um fluido num dado momento expresso como o volume por unidade de tempo. Nos sistemas de cultura normalmente varia com o crescimento de peixes e estação do ano. Em sistemas de tanques estagnados, está relacionado com a percentagem da massa de água libertada por estação do ano ou por ciclo de produção.

utlopps hastighet: Avloppsvattens strömhastighet, uttryckt som volym per tidsenhet. I odlingssystem som använder genomströmning varierar den med fiskproduktionen och säsong. I stillastående dammsystem är den relaterad till andelen vattenmassa som släpps ut per säsong eller per produktionscykel.

Was this helpful?
Διαδικασία που αποβλέπει στη βελτιστοποίηση του σχεδιασμού και του ελέγχου των μεγάλων αναπτυξιακών έργων, με την εκτίμηση των πιθανών επιπτώσεων. Στην εκτίμηση αυτή συμμετέχουν κατά κανόνα τρείς φορείς : ο κύριος του έργου, οι αρμόδιες αρχές και το ενδιαφερόμενο κοινό.


environmental impact assessment: A procedure for optimizing the planning and control of major development projects by assessing the likely impacts. This evaluation process is usually carried out by three parties, the Developer, the Public Authorities and the Planning Authorities.

avaliação de impacte ambiental: Um procedimento para optimizar o planeamento e controlo de grandes projectos de desenvolvimento através da avaliação de possíveis impactos. Este processo de avaliação é normalmente levado a cabo por três entidades, o técnico de desenvolvimento, as autoridades públicas e de planeamento.

bedömmning av miljöpåverkan: En process där man försöker optimera planneringstadiet och den framtida regleringen av stora verksamheter genom att göra en bedömning om projektets troliga effekter på miljön. Denna utvärderingsprocess upprättas i samråd med länsstyrelsen, andra myndigheter och enskilda intressenter.

Was this helpful?
Οι εκτατικές καλλιέργειες χαρακτηρίζονται από: (α) μικρό βαθμό ελέγχου, π.χ., του περιβάλλοντος, της διατροφής, των θηρευτών, των ανταγωνιστών, των παθογόνων παραγόντων; (β) μικρό αρχικό κόστος, χαμηλού επιπέδου τεχνολογία και χαμηλή παραγωγικότητα; (γ) μεγάλη εξάρτηση από το τοπικό κλίμα και την ποιότητα του νερού, χρήση φυσικών υδατο- συλλογών (λιμνοδεξαμενών, κόλπων, όρμων) και φυσικών οργανισμών (συχνά απροσδιόριστων) ως τροφή.


extensive culture: Extensive culture operations are characterized by: (a) a low degree of control, i.e., of environment, nutrition, predators, competitors, disease agents; (b) low initial costs, low-level technology and low production efficiency; (c) high dependence on local climate and water quality; use of natural water bodies (ponds, bays, embayments) and of natural, often unspecified, food organisms.

cultura extensiva : As culturas extensivas são caracterizadas por: (a) baixo grau de controlo, i.e. do ambiente, nutrição, predadores, competidores, agentes portadores de doenças; (b) baixos custos iniciais, baixo nível de tecnologia e baixa eficiência produtiva; (c) elevada dependência do clima local e da qualidade da água; utilização de massas de água naturais (tanques, baías) e de alimento natural, muitas vezes não especificado.

intensivodling: Omfattande odlingsverksamheter karakteriseras genom: (a) dålig möjlighet till kontroll t.ex av miljön, näring, predatorer, konkurrenter, smittobärare; (b) låga initiella kostnader, enkel teknik, och låg produktionseffektivitet; (c) starkt beroende på den lokala klimaten och vattenkvaliteten; använder naturliga vattenmassor (dammar, vikar, buktar).

Was this helpful?
Η φθορά λόγω τριβής της επιφάνειας ενός υλικού. ΑΠΟΞΕΣΜΑ: Δείγμα βλέννας και/ή επιθηλίου το οποίο έχει ληφθεί με ξύση της επιφανείας.


abrasion : The process of erosion by rubbing off or wearing away of surface material; attrition; often a scraped sample of mucus and/or epithelium.

abrasão : Processo de erosão por fricção ou desgaste do material de superficíe; atrito; normalmente um amostra de muco e/ou epitélio por raspagem.

abrasion : Erosionsprocess där ytmaterial skrapas eller vittrar bort

Was this helpful?
Δομική αλλαγή σε ένα όργανο, ιστό ή κύτταρο, με την οποία επηρεάζει αρνητικά την λειτουργία του. Η εκφυλιστική αλλαγή μπορεί να οδηγήσει ή να μην οδηγήσει σε νέκρωση (βλ.λ.) .


degeneration: Any structural change in an organ, tissue or cell by which its functional power is impaired. The degenerative change may, or may not, progress to necrosis.

degeneração : Qualquer alteração estrutural de um orgão, tecido ou célula através da qual o seu poder funcional é prejudicado. A alteração degenerativa pode ou não progredir para a necrose (q.v.) .

degeneration: Varje strukturell förändring i ett organ, vävnad eller cell som orsakar en försämring i dess funktionella kapacitet. Ändringarna på grund av degeneration kan leda till nekros.

Was this helpful?
Γενικός όρος γιά λιπαρές μεγάλου ιξώδους αναφλέξιμες ουσίες που είναι αδιάλυτες στο νερό. Σε θερμοκρασία δωματίου ή όταν θερμανθούν ελαφρά βρίσκονται σε υγρή μορφή. Παράγονται από ζωϊκές ή φυτικές πηγές.


oil: General term for any of a variety of greasy, viscous combustible substances that are insoluble in water. Oils are liquid at room temperature or when slightly warmed; can be derived from animal or vegetable sources.

óleo : Termo genérico para uma grande variedade de substâncias combustíveis oleosas, viscosas e insolúveis em água. Os óleos são líquidos à temperatura ambiente ou quando levemente aquecidos; podem ser oriundos de fontes animais ou vegetais.

olja: Allmän term för tjockflytande organiskt ämne med fet konsistens; kan pressas ur fettrika djur- el. växtdelar.

Was this helpful?
Απόκλιση ενός χαρακτηριστικού αντικειμένου ή μιας υπηρεσίας από το επιθυμητό (συνήθως καθορισμένο) επίπεδο, ποιότητα αρκετά σοβαρή, ώστε να μην είναι δυνατόν να επιτελεσθεί μια προβλεπόμενη λειτουργία.


defect: A departure of any quality characteristic from its intended (usually specified) level that is severe enough to cause the product or service not to fulfil its anticipated function.

defeito : O desvio de qualquer característica natural do seu suposto padrão (normalmente especificado) suficientemente grave para que o produto ou serviço não consiga cumprir a função a que se destina

defekt: En avvikelse av en egenskap från dess avsiktliga (vanligen specificerad) syfte, som är allvarlig nog att orsaka att produkten eller tjänsten inte kan fylla dess förväntade funktion.

Was this helpful?
Στατιστική μέθοδος για ην προσαρμογή στα πειραματικά δεδομένα και για την εκτίμηση των παραμέτρων της αντίστοιχης εξίσωσης κατά τρόπον, ώστε να ελαχιστοποιεί το άθροισμα των τετραγώνων των διαφορών ανάμεσα στις παρατηρούμενες τιμές και τις τιμές που προκύπτουν από την εξίσωση.


least squares, method of: In statistics, a technique of line (curve) fitting and of estimating the parameters of the corresponding equation. It involves, testing the parameters by iteration to minimize the sum of the squared differences between the observed values and their respective expected values.

mínimos quadrados, método dos: Em estatística, uma técnica de adaptação de linhas (curva) e de estimação dos parâmetros das equações correspondentes. Implica, testar os parâmetros por repetição de modo a minimizar a soma das diferenças quadradas entre os valores observados e os respectivos valores esperados.

minsta-kvadrat-metoden: Matematisk och statistisk metod att anpassa funktionssamband till data, särskilt använd för linjära regressionsmodeller.

Was this helpful?
Μη-παραμετρική μέθοδος στην οποία οι μετρήσεις των δειγμάτων κατατάσσονται σε μια κοινή ακολουθία, που χρησιμοποιείται για να προσδιοριστεί αν δύο ανεξάρτητα, τυχαία δείγματα προέρχονται από πληθυσμούς που έχουν την ίδια κατανομή.


wilcoxon two-sample test: A non-parametric method in which sample counts are ranked in a common sequence, used to determine whether two independent random samples are drawn from populations having the same distribution.

teste de amostra dupla de Wilcoxon : Um método não paramétrico em que as contagens da amostra são escalonados numa sequência geral, utilizada para determinar se duas amostras aleatórias independentes são retiradas de populações com a mesma distribuição.

wilcoxon två-provs test: Ett icke-parametriskt statistiskt test för att avgöra om det är en statistiskt säkerställd skillnad mellan två observationssituationer. Testet baseras på summan av den ena observationsseriens ranger i den samlade serien av alla observationerna.

Was this helpful?
Μέθοδος γνωστή και ως δοκιμή Τ του Student. Δοκιμή που επιτρέπει να διαπιστωθεί η ισότητα δύο τυποποιημένων δειγματικών μέσων που ακολουθούν κανονικές κατανομές, όταν οι διασπορές των αντίστοιχων πληθυσμών δεν είναι γνωστές.


t-test: More correctly designated Students T-test. A test involving the comparison of equality of standardized sample means of two normal distributions where populations variances are not known.

teste t : Mais correctamente designado por teste t-student. Um teste que envolve a comparação da igualdade de médias de amostras estandardizadas de duas distribuições normais onde a variância da população não é conhecida.

t-test: Mer korrekt benämt Students T-test. Ett statistiskt test som används när man vill pröva om normalfördelade mätresultat från en grupp utan känd varians är förenliga med ett hypotetiskt förväntat värde .

Was this helpful?
Τμήμα χημικής ένωσης ή στοιχείο, το οποίο περιέχει αδέσμευτα ηλεκτρόνια. Οι ελεύθερες ρίζες είναι πολύ δραστικές και χημικά τοξικές.


free radical: A fragment of a compound or an element that contains an unpaired electron. Free radicals are highly reactive and chemically toxic.

radical livre : Um fragmento de um composto ou elemento que contem um electrão livre. Os radicais livres são altamente reactivos e quimicamente tóxicos.

fria radikaler: Fragment av en förening eller element som innehåller en oparad elektron. Fria radikaler är väldigt reaktiva och toxiska.

Was this helpful?
Το κλάσμα της συγκέντρωσης του χλωρίου που βρίσκεται υπό μορφή υποχλωριώδους οξέος ή/και υποχλωριωδών ιόντων.


free chlorine: That portion of the chlorine concentration present as hypochlorous acid and/or hypochlorite ion.

cloro livre : A porção da concentração de cloro presente como ácido hipocloroso e/ou iões de hipocloretos.

fritt klorin: Andelen av klorkoncentrationen som existerar som hypoklorisk syra och/eller hypokloritjoner.

Was this helpful?
Ένα γρήγορο υποθαλάσσιο ρεύμα με σχετικά μεγάλη πυκνότητα, το οποίο μεταφέρει ιζήματα, πολύ συχνά σε μεγάλες ποσότητες.


turbidity current: A rapid underwater current of relatively high density transporting suspended sediments, often in large quantities.

corrente turva : Uma forte corrente submarina com uma densidade relativamente alta transportando sedimentos em suspensão, muitas vezes em grandes quantidades.

grumlig ström: En snabb undervattensström av ganska hög densitet som transporterar lösta sedimentpartiklar, ofta i stora mängder.

Was this helpful?
Έλλειμμα κορεσμού.


water vapour deficit (WSD) : Saturation deficit.

deficit de vapor de água (WSD) : Deficit de saturação.

Ångmättnadsunderskott: Mättnadsunderskott.

Was this helpful?
Οικοσύστημα του οποίου το έδαφος κατακλύζεται σχεδόν μόνιμα από το νερό και το οποίο κυριαρχείται από ποώδη ή θαμνώδη βλάστηση.


marsh: A tract of soft, wet or periodically inundated land, generally treeless and usually characterized by grasses and other low growth.

sapal(1): Uma área de terreno mole e alagado, ou periodicamente inundado, geralmente sem árvores e caracterizado normalmente pela presença de ervas e outra vegetação baixa.

sumpmark: Område som är mjukt, blött eller ofta översvämmat, ofta trädlöst med gräs eller annan låg vegitation.

Was this helpful?
Η αύξηση ή βελτίωση ενός συστατικού ή μιάς ιδιότητας, ιδίως με την προσθήκη ορισμένων υλικών. Στην υδατο- καλλιέργεια, ο όρος έχει δύο σημασίες: (α) προσθήκη των απαραίτητων βιταμινών και μεταλλικών στοιχείων στις βιομηχανικές τροφές, για την υποκατάσταση των θρεπτικών στοιχείων που πιθανώς χάνονται κατά την επεξεργασία των ιχθυαλεύρων, και (β) οργανικός ή θρεπτικός εμπλουτισμός που αναφέρεται στη ρίψη οργανικών θρεπτικών υλικών από μονάδες ιχθυοκαλλιέργειας σε υδατοσυλλογές.


enrichment: The process of increasing or enhancing some constituent or property, particularly through the addition of certain materials. In aquaculture there are two main usages: (a) the addition of necessary vitamins and minerals to formulated fish diets, to replace those nutrients that may be lost in fishmeal processing and milling and (b) organic or nutrient enrichment, referring to the discharges of organic nutrients to water bodies from aquaculture units.

enriquecimento : O processo de aumentar ou melhorar algum constituinte ou propriedade através da adição de certos materiais. Em aquacultura há dois tratamentos principais: (a) a adição às dietas de vitaminas e minerais necessários, de modo a substituir os nutrientes que possam ter sido perdidos no processamento do alimento artificial e (b) enriquecimento, orgânico ou por nutrientes, das águas, devido a descargas de nutrientes orgânicos provenientes das unidades de aquacultura.

berikning: Process där man ökar eller förhöjer en beståndsdel eller egenskap, särskild genom tillsättningen av vissa ämnen. Inom akvakulturen finns det två huvudanvändnigar: (a) tillsättning av nödvändiga vitaminer och mineraler till fiskföda, för att ersätta de ämnen som förloras i fiskmjölsproduktionen och malningsprocessen. (b) tillsättning av organisk material och näringsämnen, syftar till utsläppet av organiska näringsämen från akvakulturer till vattenmassor.

Was this helpful?
Η αύξηση ή βελτίωση ενός συστατικού ή μιάς ιδιότητας, ιδίως με την προσθήκη ορισμένων υλικών. Στην υδατο- καλλιέργεια, ο όρος έχει δύο σημασίες: (α) προσθήκη των απαραίτητων βιταμινών και μεταλλικών στοιχείων στις βιομηχανικές τροφές, για την υποκατάσταση των θρεπτικών στοιχείων που πιθανώς χάνονται κατά την επεξεργασία των ιχθυαλεύρων, και (β) οργανικός ή θρεπτικός εμπλουτισμός που αναφέρεται στη ρίψη οργανικών θρεπτικών υλικών από μονάδες ιχθυοκαλλιέργειας σε υδατοσυλλογές.


nutrient enrichment: The process of increasing or enhancing some constituent or property, particularly through the addition of certain materials. In aquaculture there are two main usages: (a) the addition of necessary vitamins and minerals to formulated fish diets, to replace those nutrients that may be lost in fishmeal processing and milling and (b) organic or nutrient enrichment, referring to the discharges of organic nutrients to water bodies from aquaculture units.

enriquecimento por nutrientes : O processo de aumentar ou melhorar algum constituinte ou propriedade através da adição de certos materiais. Em aquacultura há dois tratamentos principais: (a) a adição às dietas de vitaminas e minerais necessários, de modo a substituir os nutrientes que possam ter sido perdidos no processamento do alimento artificial e (b) enriquecimento, orgânico ou por nutrientes, das águas, devido a descargas de nutrientes orgânicos provenientes das unidades de aquacultura.

närsalts berikad: Process som innebär att man ökar eller förstärker vissa egenskaper eller delar, vanligen genom tilsätting av vissa ämnen. Inomakvakulturer finns det två huvudsakliga innebörder: (a) tillsättandet av viktiga vitaminer och mineraler i fiskmaten för att ersätta viktiga ämnen som kan gå förlorade under fiskmjölsframställningne, och (b) den näringsberikning som sker i omgivande vatten genom utsläpp från akvakulturenheter.

Was this helpful?
Αναφέρεται στην απελευθέρωση ψαριών, π.χ. σολομών, από μια μονάδα υδατοκαλλιέργειας προς τον σκοπό της ενίσχυσης του άγριου πληθυσμού. Δεν υπάρχει ιδιαίτερη σκοπιμότητα για τη σύλληψη των ατόμων σε καποιο μεταγενέστερο στάδιο. Η ενίσχυση παίρνει διάφορες μορφές που ποικίλλουν από τη ρίψη ιχθυδίων (πριν από την έναρξη της διατροφής) στις ίδιες περιοχές από όπου προέρχονται οι γονείς τους, μέχρι το ranching (βλ.λ.). Η απελευθέρωση ιχθυδίων είναι η απλούστερη τεχνική και το επίπεδο παρέμβασης είναι


enhancement: Enhancement is defined as the release of fish (e.g. salmon) from a fish culture facility for the puspose of enlarging the wild population. It is not necessarily intended that the fish should be recaptured at any later stage. Enhancement takes a range of forms, that may vary from the seeding of unfed fry into the same locations from which their parents were obtained, to ranching itself. Planting unfed fry is the simplest of enhancement techniques; the level of intervention is relatively low. Ho

intensificação/repovoamento : Definido como a libertação de peixe (e.g. salmão) de uma piscicultura com a finalidade de aumentar a população selvagem. Não se pretende necessariamente recapturar os animais numa fase posterior. O repovoamento tem uma amplitude de formas, que podem variar desde semear juvenis nos mesmos locais de onde os seus progenitores foram obtidos, até ao próprio cultivo (q.v.). Semear juvenis é a técnica mais simples; o nível de intervenção é relativamente baixo. No entanto, os padrões de reprodução sã

Utsättning: Utsättning definieras som tillförande av fisk, ex. lax, från en fiskodling för att förstärka den vilda fiskpopulationen. Syftet med detta behöver inte nödvändigtvis vara att kunna återfånga fisken vid ett senare tillfälle. Utsättning förekommer i flera former varierande från utsättning av omatade yngel till samma lokal som deras föräldrar fångades från, till odling. Att sätta ut omatade yngel är den enklaste utsättningstekniken och arbetsinsatsen är tämligen låg. Nackdelen är att parningen är på

Was this helpful?
(1) Η τοποθεσία, περιοχή και ο ιδιαίτερος τύπος του τοπικού περιβάλλοντος που καταλαμβάνεται από έναν οργανισμό. (2) Τα φυτά, ζώα και φυσικά συστατικά του περιβάλλοντος, τα οποία συνιστούν τη φυσική τροφή, τις φυσικοχημικές συνθήκες, και καλύπτουν τις απαιτήσεις των οργανισμών.


habitat: (1) The locality, site and particular type of local environment occupied by an organism. (2) Those plants, animals, and physical components of the environment which constitute the natural food, the physico- chemical conditions, and cover the requirements of organisms.

habitat: (1) uma localidade, sítio e tipo particular de ambiente local ocupado por um organismo. (2) As plantas, animais e componentes físicos do ambiente que constituem a alimentação natural, as condições físico-químicas, e que cobrem as necessidades dos organismos.

habitat: (1) Livsmiljön, platsen och den specifika lokala miljön som ockuperas av en organism. (2) Växterna, djuren och de fysikaliska förhållanden hos miljön som bestämmer vilket samhälle (arter) som kommer att finnas där.

Was this helpful?
Κύματα υπό συνθήκες όπου το σχετικό βάθος (βάθος κύματος/μήκος κύματος) κυμαίνεται από 0.5 ως 0.05.


intermediate waves: Waves under conditions where the relative depth (water depth/wave length) lies between 0.5 and 0.05.

ondas intermédias : Ondas sob condições em que a profundidade relativa (profundidade da água/comprimento da onda) está situada entre 0.5 e 0.05.

medelvåg: Vågor under förhållanden där det relativa djupet (vattendjup / våghöjd) ligger mellan o,5 och 0,05.

Was this helpful?
Χαρακτηριστικός ή ενδογενής σε μια περιοχή. Χρησιμοποιείται συνήθως προκειμένου για ασθένειες ή νοσογόνους παράγοντες.


endemic: Specific or indigenous to an area; used most often in relation to disease agents and diseases.

endémico : Específico ou indígena para uma área; frequentemente utilizado para agentes portadores de doenças e doenças.

endemisk: Specifik för, eller inhemskt i, ett område; används oftast när man syftar på sjukdomar och sjukdomsbärande vektorer.

Was this helpful?
Χρησιμοποιείται για οργανισμούς που ζουν μέσα στο ίζημα του βυθού των λιμνών ή των θαλασσών: ενδοπανίδα.


endobiontic: Used of organisms living within the sediment on the sea bed or lake floor: infauna.

endobiótico : Utilizado para organismos que vivem no sedimento marinho ou de um lago; infauna.

endobiotisk: Används för att beskriva organismer som är nedgrävda eller inborrade i sedimentet på havsbotten eller sjöbotten: infauna.

Was this helpful?
Εμφανιζόμενος ή προκύπτων στο εσωτερικό του οργανισμού ή συστήματος.


endogenous: Arising or originating from within the organism or system.

endógeno : Que provêm ou é originário do interior do organismo ou sistema

endogen: Uppstår inifrån organismen eller systemet.

Was this helpful?
Προερχόμενος ή συμβαίνων εντός ενός ατόμου, ομάδας ή συστήματος. πρβ εξωγενής.


intrinsic: Originating or occurring within an individual, group or system.

intrínseco : Que tem origem, ou que ocorre, dentro de um indivíduo, grupo ou sistema; cf. extrínseco.

inom: Har sitt ursprung eller sker inom en individ, grupp eller system. Jmf extrinsic

Was this helpful?
Αναφέρεται σε περιστατικά ή σχέσεις μεταξύ ατόμων ή πληθυσμών του ιδίου είδους.


intraspecific: Referring to events or relationships which occur between individuals or populations of the same species.

intraespecífico : Que se refer a acontecimentos ou relacionamentos que ocorrem entre indivíduos ou populações da mesma espécie.

intraspecifik: Syftar på händelser eller förhållanden som sker mellan individer eller populationer av samma art.

Was this helpful?
Ανταγωνισμός μεταξύ ατόμων ενός είδους γιά τον ίδιο πόρο.


intraspecific competition: Competition among members of the same species for the same resource.

competição intraespecífica : Competição pelo mesmo recurso entre membros da mesma espécie.

inomartskonkurrens: Kamp mellan individer av samma art för samma resurs.

Was this helpful?
Οι ζωικοί οργανισμοί που υπάρχουν σε ένα ίζημα, ενδοβένθος.


infauna: Animal life within a sediment; endobenthos.

infauna: A vida animal dentro de um sedimento; endobentos.

infauna: Allt djurliv inom sedimen; endobentos.

Was this helpful?
(1)Στη φυσική, η ικανότητα παραγωγής έργου. (2) Στην υδατοκαλλιέργεια αναφέρεται συνήθως στην διαιτητική ανάγκη των υδρόβιων οργανισμών να λαμβάνουν μια συγκεκριμένη ποσότητα joule ή θερμίδων ανά ημέρα, για την επιτέλεση των βασικών διεργασιών της ζωής, π.χ. αύξηση, αναπαραγωγή. Συνακόλουθα, το ενεργειακό περιεχόμενο των τροφών και της σάρκας των ψαριών είναι σημαντικοί παράγοντες. Βλ. επίσης και Ενεργητικη.


energy: (1) In physics, the capacity to carry out work. (2) In aquaculture, it usually refers to the dietary requirements of aquatic organisms, comprising a certain quantity of joules or calories per day to undertake essential living processes, e.g., growth, reproduction. Consequently, the energy content of diets and fish flesh is of importance.

energia : (1) En Física, a capacidade de efectuar trabalho. (2) Em aquacultura, refere-se normalmente a necessidades dietéticas de organismos aquáticos, englobando uma certa quantidade de joules ou calorias por dia de modo a realizar os processos essenciais à vida, e.g. crescimento, reprodução. Consequentemente, a energia das dietas e da carne do peixe é importante; cf. energética.

energi: (1) Inom fysiken är det kapaciteten att genomföra arbete. (2) Inom akvakulturen syftar det till kostbehoven av akvatiska organismer, som består av en viss kvantitet jouler eller kalorier per dag för att kunna genomföra livsviktiga processer t.ex tillväxt, reproduktion. Följaktligen så är energiinnehållet i kosten och fiskkött av stor betydelse jfr. energetik

Was this helpful?
Η μελέτη της χρήσης και της μεταφοράς της ενέργειας στα ζώντα συστήματα. Η μελέτη αυτή μπορεί να γίνει σε διάφορα επίπεδα βιολογικής οργάνωσης: α) μοριακό και κυτταρικό, β) οργανισμικό και γ) πληθυσμιακό. Στην υδατο- καλλιέργεια, η ενεργητική χρησιμοποιείται γενικά για τη μελέτη της ενεργειακής αποδοτικότητας κατά την αύξηση/αναπαραγωγή.


energetics: The study of energy transportation and utilization in living systems. This can be studied at various levels of biological organisation; (a) molecular and cellular ; (b) organismic ; (c) population. In aquaculture, energetics is generally used to study the energy efficiencies of growth/reproduction.

energética : O estudo do transporte e utilização de energia em sistemas vivos. Pode ser estudado em diversos níveis da organização biológica; (a) molecular e celular; (b) orgânica; (c) população. Em aquacultura, a energética é geralmente utilizada para estudar a eficiência energética de crescimento/reprodução.

energetik: Studien av energitransport och användning i levande system . Detta kan studeras på olika biologiska organisationsnivåer; (a) molekylär och cellulär nivå; (b) organismnivå ; (c) populationsnivå. Inom akvakultur används energetik för att studera energieffektiviteten i tillväxt/reproduktion.

Was this helpful?
Πρωτεiνη με καταλυτικές ιδιότητες. Τα ένζυμα υπάρχουν σε όλα τα ζωντανά κύτταρα και αυξάνουν την ταχύτητα των αντιδράσεων μειώνοντας την ενέργεια ενεργοποίησης. Τα περισσότερα ένζυμα είναι πολύ εξειδικευμένα, απαιτούν συγκεκριμένες συνθήκες (π.χ. pΗ, θερμοκρασία) για να έχουν άριστη αποδοτικότητα και μετουσιώνονται/ απενεργοποιούνται εύκολα.


enzyme: A protein with catalytic properties; enzymes are present in all living cells, they increase the rate of reactions by lowering the activation energy. Most enzymes are highly specific, require specific conditions (e.g., pH, temperature) for optimum performance and are easily denatured or inactivated.

enzima : Uma proteína com propriedades catalíticas; as enzimas estão presentes em todas as células vivas, aumentam a taxa de reacção pela diminuição da energia de activação. A maioria das enzimas são altamente específicas, requerem condições específicas (e.g. pH, temperatura) para um rendimento óptimo e são facilmente desnaturadas ou desactivadas.

enzym: Proteiner med katalytiska egenskaper; enzymer finns i alla levande celler, de ökar reaktionshastigheten genom att sänka aktiveringsenergin. De flesta enzymer är väldigt specifika, kräver specifika förhållanden (t.ex pH, temperatur) för att fungera optimalt och kan enkelt denatureras eller inaktiveras.

Was this helpful?
Κάθε ζώο το οποίο έχει φτάσει σε πλήρη αύξηση ή είναι γεννητικά (σεξουαλικά) ώριμο. Το μή πρώϊμο.


adult: Any animal that has attained full growth or is sexually mature that is not precocious.

adulto : Qualquer animal que tenha atingido o crescimento total ou seja sexualmente maduro e que não seja precoce.

adult: Alla djur som har uppnått full storlek eller är sexuellt mogen.

Was this helpful?
Κατάσταση προκαλούμενη από έναν περιβαλλοντικό παράγοντα που υπερβαίνει τα φυσιολογικά όρια προσαρμοστικής απόκρισης ενός οργανισμού, ή που διαταράσσει την κανονική λειτουργία σε τέτοιο βαθμό ώστε οι πιθανότητες επιβίωσης μειώνονται σημαντικά. Η ένταση ενδέχεται να είναι οξεία ή χρονία. Η οξεία ένταση είναι μικρής διάρκειας, (από λεπτά έως ώρες) κατά την οποία ο χρόνος απόκρισης διαρκεί περισσότερο από την διάρκεια της έντασης. Η χρόνια περιβαλλοντική ένταση είναι συνεχής μορφή έντασης, από τη


stress: A state produced by any environmental factor which extends the normal adaptive response of an animal, or which disturbs the normal functioning to such an extent that the chances of survival are significantly reduced. Stress can be acute or chronic. An acute stress is one of short duration, minutes or hours, in which the time course of the response of the first outlasts that of the stress. Chronic environmental stresses are continuous forms of stress, from which, under aquaculture conditions, the

stress : Um estado produzido por um factor ambiental que amplia a resposta de adaptação normal de um animal, ou que perturba o funcionamento normal ao ponto da probabilidades de sobrevivência ser significativamente reduzida. O stress pode ser agudo ou crónico. Um stress agudo é de curta duração, minutos ou horas, no qual o tempo de resposta do organismo ultrapassa o de stress. O stress ambiental crónico é uma forma contínua de stress, no qual, no caso da aquacultura pode não haver fuga. A sobrelotação, a

stress: Inom psykologisk, medicinsk och zoologisk vetenskap de anpassningsreaktioner i kroppens organsystem som utlöses av fysiska och mentala påfrestningar, "stressorer". De krav som ställs på människor i ett modernt samhälle framkallar samma stressreaktioner som hjälpte våra förfäder att överleva genom att stärka deras beredskap för kamp eller flykt. Kroppens egna anpassningsreaktioner var ändamålsenliga i en tillvaro där muskelstyrka spelade en avgörande roll.

Was this helpful?
Εκτροφή (εκκόλαψη, ανάπτυξη, πάχυνση) υπό σε μεγάλο βαθμό ελεγχόμενες συνθήκες (π.χ. θερμοκρασία, θήρευση, ασθένειες), και υψηλή προσθήκη ενέργειας ώστε να βελτιστοποιηθούν η ανάπτυξη και η επιβίωση. Π.χ. σολομοειδή, ασπόνδυλα.


intensive culture: Cultivation (in hatchery, nursery, ongrowing stages) in a largely controlled environment (covering for example temperature, predators, pests), involving a high input of energy to optimize growth and survival, in for example, salmonids, shellfish.

cultura intensiva : Cultura (em maternidade, viveiro, tanques) num ambiente altamente controlado (cobrindo por exemplo a temperatura, predadores, pragas), envolvendo uma elevada entrada de energia para optimizar o crescimento e sobrevivência, de por exemplo, salmonídeos, crustáceos.

intensivodling: Odling i en till stort kontrollerad omgivning (temperatur, sjukdommar, rovdjur). Innebär ofta stor tillförsel av energi för att optimera tillväxt och överlevnad; laxfiskar och skaldjur.

Was this helpful?
Φάσμα ενώσεων (συνήθως νευροτοξίνες) που είναι τοξικές γιά τα έντομα. Χρησιμοποιούνται για την προστασία της σοδειάς.


insecticide: A range of compounds (usually neurotoxins) which are toxic to insects; used to protect crops.

insecticida : Uma série de compostos (normalmente neurotoxinas) que são tóxicos para os insectos; utilizado para proteger as colheitas.

insekticid: En grupp ämnen (ofta neurotoxiner) som är giftiga för insekter; används för att skydda grödor.

Was this helpful?
(1) Στην Οικολογία, είναι μια κοινωνία οργανισμών που αναγνωρίζεται και καθορίζεται από ένα συγκεκριμένο είδος, συνήθως το επικρατέστερο. (2) Στην στατιστική, είναι ο βαθμός εξάρτησης ή ανεξαρτησίας μεταξύ δύο ή περισσοτέρων μεταβλητών.


association: (1) In ecology, a community of organisms recognised and defined by a particular species, usually dominant. (2) In statistics, the degree of dependence or independence between two or more variables.

associação : (1) Em Ecologia, é uma comunidade de organismos reconhecidos e definidos por uma espécie específica, normalmente dominante. (2) Em Estatística, é o grau de dependência ou independência entre duas ou mais variáveis.

association: (1) Inom ekologi, ett samhälle av organismer som kännetecknas och definieras av en enda (vanligtvis dominant) art. (2) Inom statistik, syftar det till hur beroende eller oberoende två variabler är mot varandra.

Was this helpful?
Απώλεια βιομάζας ή ενέργειας από έναν πληθυσμό ή τροφική μονάδα, ανά μονάδα χρόνου και επιφάνειας ή όγκου. Συμπεριλαμβάνει και τις απώλειες λόγω θνησιμότητας, θήρευσης, μετανάστευσης, απέκδυσης κ.λ.π. Η ενέργεια της εξαλειφθείσας βιομάζας είναι διαθέσιμη ή χρησιμοποιείται σε άλλα τροφικά επίπεδα στο οικοσύστημα.


elimination: In ecological energetics, any loss of biomass or energy by a population or trophic unit per unit time, per unit area or volume; including losses due to mortality, predation, emigration and moulting; the energy of eliminated biomass is available to, or utilized by, other trophic levels in the ecosystem.

eliminação : Na energética ecológica, qualquer perda de biomassa ou energia por uma população ou unidade trófica, por unidade de tempo, por unidade de área ou volume; incluindo perdas devido à mortalidade, predação, emigração e mudas; a energia da biomassa eliminada está disponível para, ou é utilizada por, outros níveis tróficos no ecossistema.

elimination: Inom ekologiska energiflöden, varje förlust i biomassa eller energi hos en population eller trofienhet per tidsenhet, ytenhet eller volym; inkluderar förluster på grund av mortalitet, predation, emigration och ömsning; energin i den eliminerade biomassan finns tillgänglig till, eller används av, andra trofinivåer i ekosystemet.

Was this helpful?
Μέτρο του βαθμού εξασθένισης του φωτός σε μια στήλη νερού.


extinction coefficient: A measure of the degree of attenuation of light within a liquid column.

coeficiente de extinção : A medição do grau de atenuação da luz dentro de uma coluna de líquido.

utdöendekoeficient: Mått av förtunningsgraden hos ljus inom en vattenkolumn.

Was this helpful?
Η μετάβαση από την υγρή στην αέρια φάση. Μείωση της υγρασίας με την μετατροπή της σε ατμό.


evaporation: The transition from a liquid to a vapour state; the process by which moisture is lost as vapour.

evaporação : A transição de um estado líquido para o estado de vapor; o processo pelo qual a humidade se perde sob a forma de vapor.

avdunstning: Överförande av fast eller flytande materia, vanligen vatten, i gasform; processen där vätska omvandlas till ånga.

Was this helpful?
(1) Η διαδικασία της εξάλειψης, όπως π.χ. εμφάνιση των λιγότερο αρμοσμένων γονο- τύπων. (2) Η εξαφάνιση ενός είδους ή τάξου από ένα ενδιαίτημα ή την πανίδα και χλωρίδα, που δεν αποκλείει μεταγενέστερη επαναποίκηση από αλλού.


extinction: (1) The process of elimination, as of less fit genotypes. (2) The disappearance of a species or taxon from a given habitat or biota, not precluding later recolonization from elsewhere.

extinção : (1) O processo de eliminação, como para o caso dos genótipos menos aptos. (2) O desaparecimento de uma espécie ou grupo taxonómico de um dado habitat ou biota, não excluindo uma posterior recolonização com individuos provenientes de outro local.

utrotning: (1) Elimeringsprocess av genotyper med sämre fitness (2) Utdöendet av en art eller taxon i en habitat eller biotop, utan att utesluta senare återkolonisering från någon annanstans.

Was this helpful?
Η απλούστερη μορφή μάθησης. Συνιστάται στην μείωση ή και απώλεια των αντιδράσεων σε ένα ερέθισμα, όταν αυτό επαναλαμβάνεται χωρίς η δράση του να ενισχύεται.


habituation: The simplest form of learning in which the reduction or loss of a response to a stimulus occurs as a result of repeated stimulation which is not followed by any kind of reinforcement.

habituação : A forma mais simples de aprendizagem em que a redução ou perda de uma resposta a um estímulo ocorre como resultado de uma estimulação repetida a qual não é seguida por qualquer espécie de reforço.

habituering: Den enklaste formen av inlärning i vilken en respons avtar eller uteblir helt till följd av upprepad stimuli som inte efterföljs av någon form av förstärkning.

Was this helpful?
Εξωτερικός ή προερχόμενος από εξωτερική πηγή ως προς έναν οργανισμό, μια ομάδα ή ένα σύστημα.


extrinsic: External to or having its origin outside of an individual, group or system.

extrínseco : Externo ou que tem a sua origem fora de um indivíduo, grupo ou sistema.

yttre: Utanför, eller har sitt ursprung utanför, en individ, grupp eller system.

Was this helpful?
Παράσιτο που ζει στην εξωτερική επιφάνεια του ξενιστή, π.χ. θαλάσσια ψείρα.


ectoparasite: A parasite that lives on the outer surface of the host, e.g. sea lice.

ectoparasita : Um parasita que vive na superfície exterior do hospedeiro, e.g. piolho do mar.

ektoparasit: Parasit som lever på ytan av sin värd, t.ex laxlus.

Was this helpful?
Ορος που χρησιμοποιείται για τα εισαγόμενα είδη.


exotic species: Term used for introduced species.

espécies exóticas : Termo utilizado para espécies introduzidas. Espécie não indígena. Qualquer espécie intencionalmente ou acidentalmente transportada e libertada pelo homem num ambiente fora do seu alcance actual.

exotisk art: Term som används för att beskriva introducerade arter.

Was this helpful?
Παράγωγα του μεταβολισμού των θαλάσσιων οργανισμών (π.χ. φυτοπλαγκτόν) και τα οποία απελευθερώνονται στο νερό και μπορούν να επηρεάσουν την κατανομή άλλων οργανισμών.


external metabolites: Products of the metabolic activity of marine organisms (i.e. phyto- plankton) which are released in the water and which may affect the distribution of other organisms.

metabolitos externas: Produtos da actividade metabólica dos organismos marinhos ( i.e. fitoplancton ) que são libertados na água e que podem afectar a distribuição de outros organismos.

externa metaboliter: Produkter av marina organsimers (t.ex fytoplankton) metaboliska aktiviteten, som släpps i vattnet och kan påverka andra arters utbredning.

Was this helpful?
Οργανισμός που ζει προσ- κολλημένος πάνω σε άλλο οργανισμό, αλλά χωρίς να του προκαλεί βλάβη ή να του παρέχει όφελος.


epibiotic: The benthic organisms living on the surface of the sea bed or lake floor.

epibiótico : Organismos bentónicos que vivem na superfície do fundo do mar ou de um lago.

epibios: Bentiska organismer som lever på ytan av havsbotten eller sjöbotten.

Was this helpful?
Η βιοκοινωνία που ζει επί της επιφανείας του πυθμένα της θάλασσας ή των λιμνών.


epibenthos: The benthic organisms living on the surface of the sea bed or lake floor.

epibentos : Organismos bentónicos que vivem na superfície do fundo do mar ou de um lago.

epibentos: Bentiska organismer som lever på ytan av havsbotten eller sjöbotten.

Was this helpful?
Ο έχων δυσμενή επίδραση. Χρησιμοποιείται για χαρακτήρα που μειώνει την επιβίωση ή για μεταλλαγή που ελαττώνει την αρμοστικότητα.


deleterious: Having an adverse effect; used of a trait which impairs survival, or of a mutation that reduces fitness.

destrutivo : Que tem um efeito adverso; característica que prejudica a sobrevivência, ou mutação que reduz a aptidão.

skadlig : Att ha en ogynnsam effekt; används för att beskriva en egenskap som försämrar överlevandet, eller en mutation som minskar fitness.

Was this helpful?
(1) Το άτομο που κατέχει την πρώτη θέση σε μια κυριαρχική ιεραρχία. (2) Οργανισμός που ασκεί σημαντική επίδραση σε μια βιοκοινότητα, λόγω μεγέθους, αφθονίας ή κάλυψης. (3) Το αλληλόμορφο που καθορίζει τον φαινότυπο του ετεροζυγώτη.


dominant: (1) The highest ranking individual in a dominance hierarchy; alpha. (2) An organism exerting considerable influence upon a community by its size, abundance or coverage. (3) An allele which determines the phenotype of a heterozygote.

dominante: (1) A posição mais elevada numa hierarquia de dominância; alfa. (2) Um organismo que exerce uma influência considerável sobre uma comunidade devido ao seu tamanho, abundância ou cobertura. (3) Um alelo que determina o fenótipo de um heterozigoto.

dominant: (1) Den högst rankade individen i en hierarki; alfa. (2) En organism som utövar ett avsevärt inflytande på ett samhälle genom sin storlek, abundans eller täckningsgrad. (3) En allell som bestämmer fenotypen hos en heterozygot.

Was this helpful?
Γονίδιο (ή το αντίστοιχο γονιδιακό προïόν) που εκφράζεται σε όλους τους ετεροζυγώτες. Το αντίθετο του υπολειπόμενου γονιδίου.


dominant gene: A gene or the corresponding gene product, that is manifest in all heterzygotes; the opposite of recessive gene.

gene dominante : Um gene ou o correspondente produto do gene, que se manifesta em todos os heterozigotos; o oposto de gene recessivo (q.v.).

dominant gen: En gen eller den korresponderande genprodukten som uttrycks i alla heterozygoter; motsatsen till recessiva gener (q.v).

Was this helpful?
(1) Ο βαθμός στον οποίο ένα συγκεκριμένο είδος κυριαρχεί σε μια βιοκοινότητα, λόγω τού μεγέθους του, της αφθονίας ή της κάλυψής του, και επηρεάζει την αρμοστ- ικότητα των άλλων ειδών. (2) Η τάση των φαινοτυπικών γνωρισμάτων που ελέγχονται από ένα αλληλόμορφο (επικρατές ή κυρίαρχο) να εκφράζονται επικαλύπτοντας γνωρίσματα που ελέγχονται από άλλα αλληλόμορφα (υπολειπόμενα) στον ίδιο γενετικό τόπο. (3) Η φυσική κυριαρχία που πηγάζει και συντηρείται από την επιθετικότητα ή άλλα πρότυπα συμπεριφορά


dominance: (1) The extent to which a given species predominates in a community because of its size, abundance or coverage, and affects the fitness of associated species. (2) The tendency of the phenotypic traits controlled by one allele (dominant) to be expressed over traits controlled by other alleles (recessive) at the same locus. (3) Physical domination initiated and sustained by aggression or other behavioural patterns of an individual.

dominância : (1) O grau de predominância de uma espécie numa comunidade devido ao seu tamanho, abundância ou cobertura, e o modo como afecta a adaptação das espécies associadas. (2) A tendência das características fenótipicas controlada por um alelo (dominante) que se expressa sobre características controladas por outros alelos (recessivos) no mesmo local. (3) Domínio físico iniciado e sustentado pela agressão ou outros padrões de comportamento de um indivíduo.

dominancs: (1) Den utsträckning i vilken en art dominerar ett samhälle på grund av sin storlek, abundans eller täckningsgrad och därigenom påverkar fitness hos andra arter i samhället. (2) Tendensen hos fenotypiska egenskaper som kontrolleras av en allell (dominant) att uttryckas över egenskaper kontrollerade av andra alleller (recessiva) på samma lokus. (3) Fysisk dominering som påbörjas och upprätthålls genom aggression eller andra beteendemönster hos en individ.

Was this helpful?
Το επίπεδο στο οποίο παρέχεται τροφή στα ψάρια στη μονάδα του χρόνου (Τ), συνήθως εκφραζόμενο ως επί τοις εκατό ποσοστό του σωματικού βάρους των ψαριών ανά μονάδα χρόνου (Τ).


feeding level: The level at which food is offered to fish over an unit time (T), usually given as the percentage of fish body weight per time T.

nível alimentar : O nível de alimento fornecido aos peixes durante uma unidade de tempo (T), normalmente dada como a percentagem do peso do corpo do peixe por tempo T.

födonivå: Mängden mat som ges till fiskar per tidenhet (T), vanligtvis uttryckt som procenten av fiskens kroppsvikt per tidsenhet (T).

Was this helpful?
Βλ. ΕΠIΠΕΔΟ ΣΗΜΑΝΤIΚΟΤΗΤΑΣ. Χρησιμοποιείται στη στατιστική κατά τον έλεγχο υποθέσεων: είναι η μέγιστη πιθανότητα σφάλματος τύπου I (απόρριψη υπόθεσης που στην πραγματικότητα αληθεύει).


probability level: See SIGNIFICANCE LEVEL. Used in statistics when hypothesis testing: it is the probability of rejecting a hypothesis that is correct.

nível de probabilidade : Ver NÍVEL DE SIGNIFICÂNCIA. (Utilizado em estatística nos testes de hipótese: é a probabilidade de rejeitar uma hipótese que está correcta.).

sannolikhets nivå: Används inom statestiken när man testar hypoteser: sannolikheten att avvisa en hypotes som är korrekt.

Was this helpful?
Χρησιμοποιείται στη στατιστική κατά τον έλεγχο υποθέσεων: είναι η μέγιστη πιθανότητα σφάλματος τύπου I (απόρριψη υπόθεσης που στην πραγματικότητα αληθεύει).


significance level: Used in statistics when hypothesis testing: it is the probability of rejecting a hypothesis that is correct.

nível de significância : Utilizado em estatística nos testes de hipótese: é a probabilidade de rejeitar uma hipótese que está correcta.

signifikansnivå: Används inom statestiken när man testar hypoteser: sannolikheten att avvisa en hypotes som är korrekt.

Was this helpful?
Ο αναφερόμενος στο θαλάσσιο στρώμα από την επιφάνεια μέχρι βάθους 200 m, μέσα στο οποίο διεισδύει αρκετό φως για φωτοσύνθεση.


epipelagic: Pertaining to that portion of the oceanic zone from the surface to about 200m depth into which enough light penetrates to allow photosynthesis.

epipelágico : Que pertence à parte da zona oceânica desde a superfície até cerca de 200m de profundidade até onde penetra luz suficiente para permitir a fotossíntese.

epipelagisk: Syftar på den del av havet, som sträcker sig från ytan till ett djup på ungefär 200m, där tillräckligt med ljus penetrerar för att tillåta fotosyntetisering.

Was this helpful?
Φυτό προσαρτημένο πάνω σε ένα άλλο απλώς και μόνο για στήριξη (π.χ. μικροφύκη πάνω σε ελασματοειδή φύκη).


epiphyte: A plant attached to another plant purely for support, for example, small algae on laminar .

epífito : Uma planta agregada a outra meramente para apoio, por exemplo, pequenas algas sobre laminarias.

epifyt: Växt som fäster sig på en annan växt enbart för stöd, till exempel, småalger på en laminarväxt.

Was this helpful?
Το % ποσοστό των γαμετών στους οποίους έχει συμβεί επιχιασμός σε ένα συγκεκριμένο γονίδιο.


crossover value (COV): The percentage of gametes that exhibit crossing over of a particular gene.

valor de recombinação (VR) : A percentagem de gâmetas que exibem a recombinação de um gene específico.

överkorsningsvärde: Andelen gameter där överkorsning av en viss gen sker.

Was this helpful?
Οργανισμοί που ζουν στην επιφάνεια αμμώδους υποστρώματος ή στην επιφάνεια των σωματιδίων της άμμου.


epipsammon: Organisms living on the surface of a sandy substratum or on the surface of the sand particles.

episammon : Organismos que vivem na superfície de um substracto arenoso ou na superfície de partículas de areia.

epipsammon: Organismer som lever på ytan av en sandig substrat eller på ytan hos sandpartiklarna.

Was this helpful?
Οποιαδήποτε ύλη που περιέχει συστατικά υψηλής τοξικότητας, όπως μεταλλικά στοιχεία συγκεκριμένου ειδικού βάρους, ακτινοβολίας κ.α.


hazardous waste: Any material which contains highly toxic compounds, e.g., metallic elements of high specific gravity, radioactivity, etc.

resíduos perigosos: Qualquer material que contem compostos altamente tóxicos, e.g., elementos metálicos de elevada gravidade específica, radioactividade, etc.

farligt avfall: Avfall som innehåller toxiska föreningar.

Was this helpful?
Ο αριθμός ζώων που κατοικούν σε μια υποστρωματική επιφάνεια.


epifauna: The animal life inhabiting a substrate surface.

epifauna: A vida animal que habita a superfície de um substracto.

epifauna: Total djurlivet djur som lever på substratytan.

Was this helpful?
Τμήμα των ακτών, η περιοχή (ενδοπαλιρροιακή περιοχή) όπου εναποτίθεται η λάσπη.


mud flats: Part of the shoreline, the intertidal area where mud accumulates.

Baixios lodosos: Parte da linha de costa, a zona intertidal onde se acumula o lodo.

lerplatå: Del av strandlinjen, mellan hög- och lågvatten där lera ansamlas.

Was this helpful?
Σύστημα υποδιαίρεσης θαλάσσιας περιοχής χρησιμοποιώντας διαφορές στα θερμικά χαρακτηριστικά της στήλης του νερού καθώς και των ιζημάτων του βυθού στα οποία υπάρχουν διαφορετικές βενθικές κοινωνίες.


etage: A situation in which differences in thermal stability correspond to different benthic communities.

estádio: Um sistema de subdivisão do ambiente marinho utilizando as diferenças nas características térmicas da coluna de água e do sedimento na superfície do oceano habitado por diferentes comunidades bentónicas.

etage: Situation varvid skillnader i värmestabilitet motsvarar olika bentiska samhällen.

Was this helpful?
Επίπεδο Μέσης παλίρροιας.


half tide level: Mean tide level.

nível de meia maré: Nível de maré média.

medeltidvattensnivå: Medelhöjd för tidvattnet.

Was this helpful?
Ο μέσος όρος του ύψους της θαλάσσιας επιφάνειας.


sea level: The average height of the surface of the sea.

nível do mar: A altura média da superfície do mar.

havsytan: Medelhöjden på havsytan.

Was this helpful?
Προσκολλημένο στο υπόστρωμα.


sedentary: Attached to the substrate.

sedentário : Agregado ao substrato.

fastsittande: Sitter fast på substratet.

Was this helpful?
Η φυτική ζωή που βρίσκεται στην επιφάνεια του πυθμένα της θάλασσας.


epiflora: The plant life living on the surface of the sea floor.

epiflora: A vida vegetal que vive na superfície do fundo do mar.

epiflora: Total växtlivet som lever på ytan av havsbottnen.

Was this helpful?
Η κίνηση ενός ατόμου ή ομάδος προς ένα νέο πληθυσμό ή γεωγραφική περιοχή. Πρβ. αποδημία. Χρησιμοποιείται επίσης για κύτταρα.


immigration: The movement of an individual or group into a new population or geographical region. Also used with reference to cells.

imigração : O movimento de um indivíduo ou grupo para uma nova população ou região geográfica; cf. Emigração. Também utilizado em referência às células.

immigration: Förflyttningen av en individ eller grupp in i en ny population eller nytt geografiskt område. Jmf emigrera. Kan användas om celler.

Was this helpful?
Ποσότητα ύδατος η οποία χρησιμοποιείται στα πλοία ως αντίβαρο κατά τη φόρτωσή τους στα λιμάνια ή κατά τον πλου. Το νερό συσκευάζεται σε κατάλληλες δεξαμενές και τοποθετείται στον πάτο του πλοίου και προς την πρύμνη. Ορισμένα πλοία φέρουν ειδικές δεξαμενές για αυτό το σκοπό οι οποίες προεξέχουν στα πλευρά του σκάφους. Υπολογίζεται πως περίπου 12 δισεκατομμύρια τόνοι νερού το οποίο χρησιμοποιείται ως έρμα, μεταφέρεται ετησίως μεταξύ των ηπείρων. Μαζί με το νερό αυτό υπολογίζεται πως μεταφέρονται ε


ballast water: The water mass taken up by ships to balance their position while being loaded in harbours or while at sea. The water is taken on board in specially designed tanks distributed along the bottom, or located at the stern and aft of a ship. Several ship types have also top-wing tanks. It is estimated that about 12 billion tonnes of ballast water are annually transported intercontinentally. About 3000 fish and shellfish pathogens, parasites, toxic algae and human pathogens, many of which affect aquac

água de lastro: O volume de água utilizado para equilibrar os navios enquanto são carregados nos portos ou quanto estão no mar. A água é colocada a bordo em tanques especialmente desenhados distribuídos ao longo do fundo, ou localizados à popa e proa do navio. Alguns tipos de navio têm também tanques nos flancos. Estima-se que cerca de 12 biliões de toneladas de água de lastro sejam transportadas anualmente em todo o mundo. Sabe-se que cerca de 3000 patogénes de peixes e moluscos, parasitas, algas tóxicas e pat

barlastvatten: Vattenmassa som används för att ge fartyg erforderlig stabilitet när de lastas vid hamnar. Vattnet tas ombord genom speciella kärl som är belägna i fartygets skrov, för eller akter. Det beräknas att ungefär 12 miljarder ton barlastvatten transporteras globalt varje år. Ungefär 3000 olika fisk och skaldjurs patogener, parasiter, toxiska alger och mänskliga patogener förflytas genom barlastvatten.

Was this helpful?
Τα υλικά που μεταφέρονται στην παράκτια ζώνη υπό την επίδραση των κυμάτων και ρευμάτων.


littoral drift: Wave and current-mediated transportation of material in the littoral zone.

deriva litoral : Transporte de matéria na zona litoral pelas ondas e correntes.

litoral transport: Transport av material i den litorala zonen med hjälp av vågor eller strömmar.

Was this helpful?
Αναφέρεται σε ένα άτομο ικανό να παράγει τόσο θηλυκούς, όσο και αρσενικούς γαμέτες. Σε έναν τύπο ερμαφροδιτισμού (=σύγχρονο ερμαφροδιτισμό) παράγονται συγχρόνως λειτουργικοί αρσενικοί και θηλυκοί γαμέτες. Σε έναν δεύτερο τύπο, τον διαδοχικό ερμαφροδιτισμό, συμβαίνει αλλαγή φύλου σε κάποιο σημείο της ζωής του ατόμου. Ο διαδοχικός ερμαφροδιτισμός ονομάζεται πρωτανδρία όταν το αρχικό φύλο είναι το αρσενικό και πρωτογυνία όταν το αρχικό φύλο είναι το θηλυκό. Η πρωτανδρία είναι συνηθέστερη της πρωτ


hermaphrodite: Refers to an individual organism which is capable of producing both male and female gametes. In one type of hermaphroditism (simultaneous), functional male and female gametes are produced at the same time; in a second type, consecutive hermaphroditism, a sex change occurs at some point in the life of the individual. Consecutive hermaphroditism is known as protandry when the initial sex is male and protogyny when the initial sex is female; the former is more common than the latter. Hermaphrodit

hermafrodita : Referente a um organismo individual capaz de produzir gâmetas masculinos e femininos. Num tipo de hermafroditismo (simultâneo), gâmetas funcionais masculinos e femininos são produzidos ao mesmo tempo; noutro tipo, hermafroditismo consecutivo, num certo ponto da vida do indivíduo ocorre uma mudança de sexo. O hermafroditismo consecutivo é conhecido como protandria quando o organismo é inicialmente masculino e protogenia quando feminino; O primeiro é mais comum que o segundo. O hermafroditismo oc

hermafrodit: En individ som kan framställa både manliga och kvinnliga gameter (könsceller). I en typ av hermafroditism (simultan) framställs manliga och kvinnliga gameter samtidigt; i en annan typ, sekventiell hermafroditism, inträffar könsbyte under individens liv. Sekventiell hermafroditism där individen föds som hane kallas protandrisk, och som hona -protogynisk. Det första är vanligare än det senare. Hermafroditism förekommer inom 18 familjer av fisk och är vanligt förekommande bland ryggradslösa djur. E

Was this helpful?
Ταχεία και εντοπισμένη αύξηση ενός ή περισσοτέρων πλαγκτονικών ειδών. Η αύξηση αυτή παρατηρείται συνήθως την ανοιξη ή το φθινόπωρο και προκαλεί μεγάλες εποχιακές συγκεντρώσεις αυτών των οργανισμών, οι οποίοι κυριαρχούν στην βιοκοινότητα. Μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα τον χρωματισμό του νερού. Η άνθιση του φυτοπλαγκτού μπορεί να συνοδεύεται από απελευθέρωση τοξινών (π.χ. άνθιση των δινομαστιγωτών Gymnodinium.)


red tide: Rapid and localized increase of one or more planktonic species, often in spring or autumn, causes large temporary concentrations of these organisms to dominate the community which can result in discoloured waters. This phenomenon is known as a red tide.

maré vermelha : Aumento rápido e localizado de uma ou mais espécies planctónicas, frequentemente na Primavera ou Outono, originando grandes concentrações temporárias destes organismos que passam a dominar a comunidade; pode resultar em águas descoloradas (marés vermelhas). Os blooms de fitoplâncton (algas) podem estar associados à libertação de toxinas (e.g. blooms de dinoflagelados Gymnodinium).

red tide: Snabb, lokal ökning av en eller flera planktonarter, ofta under våren eller hösten, leder tidvis till hög koncentration och total dominering av dessa organismer vilket kan resultera i färgförändring av vattnet (där av namnet).

Was this helpful?
Κάθε ηθολογική αλληλεπίδραση μεταξύ αρσενικού και θηλυκού η οποία διευκολύνει το ζευγάρωμα.


courtship: Any behavioural interaction between males and females that facilitates mating.

corte: Qualquer interacção comportamental entre machos e fêmeas que facilita o acasalamento.

uppvaktning: Varje beteende och interaktion mellan hannar och honor som främjar parning.

Was this helpful?
Τα εσωτερικά κύματα δημιουργούνται κάτω από την επιφάνεια, στα όρια μεταξύ στρωμάτων νερού με διαφορετικές πυκνότητες. Επειδή οι διαφορές πυκνότητας μεταξύ επάλληλων στρωμάτων νερού είναι σημαντικά μικρότερες από την διαφορά πυκνότητας θάλασσας-αέρα, τα εσωτερικά κύματα σχηματίζονται πολύ ευκολότερα από τα επιφανειακά κύματα και συχνά είναι πολύ μεγαλύτερα. Το μέγιστο ύψος των ανεμογενών κυμάτων στην επιφάνεια είναι περίπου 18 μέτρα, ενώ εσωτερικά κύματα έχουν καταγραφεί με ύψος μέχρι και 90 μέ


internal waves: Internal waves or boundary waves are created below the surface, at the boundaries between water strata of different densities. Since the density differences between adjacent water strata in the sea are considerably fewer than those between the sea and the atmosphere, internal waves are much more easily formed than surface waves, and they are often much larger. The maximum height of wind waves on the surface is about 18m, but internal wave heights as great as 90m have been encountered. I

ondas internas : Ondas internas ou ondas limítrofes são criadas abaixo da superfície, nos limites entre as camadas de água de diferentes densidades. Dado que as diferenças de densidade entre camadas de água adjacentes no mar são consideravelmente menores do que entre o mar e a atmosfera, as ondas internas formam-se muito mais facilmente do que as ondas de superfície e são geralmente muito maiores. A altura máxima das vagas de vento à superfície é de cerca de 18 metros, mas têm sido encontradas ondas internas

intern våg: Våg som bildas då en stabil densitetsskiktning, t.ex. ett språngskikt i havet, rubbas ur sitt jämviktsläge. P.g.a. de små densitetsskillnaderna i havet jämfört med de mellan vatten och luft, minskar gravitationens återförande kraft. Detta medför att interna vågor är sävliga och kan få mycket stor amplitud. De kan genereras av strömmar vilka för vattnet upp och ned utmed en sluttande botten, genom ett trångt sund eller över en rygg. Innanför Gibraltar sund förekommer interna vågor med uppemot 10

Was this helpful?
Μέτρο της γενετικής διασποράς, βασιζόμενο στη γονοτυπική απόσταση.


heterogeneity index: A measure of genetic variance based on genotypic distance.

índice de heterogeneidade : Uma medição da variação genética baseada na distância genótipica.

heterogenitetsindex: Ett mått på genetisk variation baserat på genotypiskt skillnad.

Was this helpful?
Ατομο που έχει δύο ανόμοια αλληλόμορφα σε ένα γονιδιακό τόπο.


heterozygous: The state of having a pair of dissimilar alleles at one gene locus.

heterozigoso : A condição de ter um par de alelos diferentes no mesmo locus.

heterozygot: Tillstånd när ett genlocus har ett par olika alleler.

Was this helpful?
βλ. ETEPOZYΓO. Ατομο που έχει δύο ανόμοια αλληλόμορφα σε ένα γονιδιακό τόπο.


heterozygosity: The presence of distinguishable alleles on homologous chromosomes within an individual. The frequency of occurrence of different alleles can be characteristic of different populations.

heterozigosidade : A presença, num indivíduo, de alelos distintivos em cromossomas homólogos. A frequência de ocorrência de alelos diferentes pode caracterizar populações diferentes.

heterozygoti: Närvaron av olika alleler på homologa kromosomer i en individ. Förekomstfrekvensen av olika alleler kan utmärka olika populationer.

Was this helpful?
Οργανισμοί που εξαρτώνται από το οργανικό υλικό για την τροφή τους.


heterotrophic organisms: Organisms that are dependent on organic matter for food.

organismos heterotróficos : Organismos que estão dependentes de matéria orgânica como fonte de alimento.

heterotrofa organismer: Organismer som är beroende av organiskt material som föda.

Was this helpful?
Υβριδιακό σφρίγος: το αποτέλεσμα της διασταύρωσης ατόμων που διαφέρουν πολύ γενετικά. Ορισμένες φορές η στερέωση βελτιώνει τον ρυθμό αύξησης, την αποδοτικότητα μετατροπής της τροφής, ή άλλα επιθυμητά χαρακτηριστικά.


heterosis: Hybrid vigour: the breeding distantly-related individuals may sometimes result in an increase in growth rate, food conversion efficiency, dress-out percentage, or some other desirable characteristic.

heterose : Vigor híbrido: os descendentes de indivíduos com parentesco afastado pode por vezes resultar num aumento da taxa de crescimento, eficiência da conversão alimentar, ou qualquer outra característica desejável.

heterosis: Parande av avlägset besläktade individer kan ibland ge upphov till en avkomma med förhöjd tillväxthastighet, energiupptagningsförmåga, energiinnehåll, eller annan önskvärd egenskap.

Was this helpful?
Ορος που χρησιμοποιείται στην υδατοκαλλιέργεια για να περιγράψει την ποσότητα (συνήθως εκφρασμένη σε τόννους) των οργανισμών εμπορεύσιμου μεγέθους που παράγονται από μια μονάδα ή το σύνολο του κλάδου σε ένα ημερολογιακό έτος.


annual production: Term commonly used in aquaculture to describe the quantity (usually expressed in tonnes) of market-sized organisms produced by a specific unit, or the industry, in a calendar year.

produção anual : Termo usualmente usado em aquacultura para descrever a quantidade (normalmente expressa em toneladas) de organismos de tamanho comercial produzidos por uma unidade específica, ou industria num ano.

årlig produktion: Vanlig benämning som används inom akvakultur för att beskriva kvantiteten (vanligtvis uttryckt i ton) av marknadsstora organismer producerade av en specifik enhet eller av hela industrin, inom ett kalenderår.

Was this helpful?
Οργανισμός ικανός να εκμεταλλεύεται νέα ενδιαιτήματα ή φυσικές πηγές.


opportunistic: Having the ability to exploit newly available habitats or resources.

oportunista: Que tem a capacidade de explorar habitats ou recursos recentemente disponíveis.

opportunistisk: Att ha möjligheten att exploatera nya tillgängliga habitat eller resurser.

Was this helpful?
Είδος ικανό να προσαρμόζεται σε μεταβαλλόμενες απρόβλεπτες και μεταβατικές περιβαλλοντικές συνθήκες. Κατά κανόνα οι ρυθμοί με τους οποίους αυξάνεται και εξαπλώνεται είναι μεγάλοι.


opportunistic species: A species adapted for utilising variable, unpredictable or transient environments, typically with a high dispersal ability and a rapid rate of population growth.

espécie oportunista : Uma espécie adaptada para a utilização de ambientes variáveis, imprevistos ou transitórios, tipicamente com uma elevada capacidade de dispersão e uma rápida taxa de crescimento populacional.

opportuna arter: Inom biologi en art som med avseende på t.ex. ståndort, födoval eller boplats utnyttjar vad som för stunden finns rikligen tillgängligt.

Was this helpful?
Περιοχή από γεωγραφικό πλάτος 23.50 Βόρεια και Νότια του ισημερινού έως τις αντίστοιχες πολικές περιοχές. Το κλίμα στην εύκρατη ζώνη χαρακτηρίζεται από διάκριση σε εποχές.


temperate zone: Region from 23.50 N and S of the equator to the respective polar region areas, having distinct seasons.

zona temperada : Região entre os 23,50 N e S do Equador até às respectivas zonas polares, que têm estações diferentes.

tempererad zon: Område mellan den tropiska zonen (23,5 grader N och S) och polarområdena, med ett destinkt klimat.

Was this helpful?
Η θαλάσσια ζώνη του βυθού η οποία εκτείνεται από την υποπαραλιακή ζώνη, μέχρι το σημείο που φτάνει το ηλιακό φώς.


elittoral: The zone of the sea bed extending from the sublittoral, to the limit of light penetration.

elitoral: Zona do fundo do oceano que se estende desde o sublitoral até ao limite da penetração da luz.

elitoral: Den del av havsbottnen som sträcker sig från den sublittorala zonen ner till den afotiska zonen.

Was this helpful?
Η διαφορά ύψους μεταξύ πλήμμης και ρηχίας. Το μέσο εύρος είναι η διαφορά ύψους μεταξύ μέσης πλήμμης και μέσης ρηχίας. Το ημερήσιο εύρος είναι η διαφορά ύψους μεταξύ μέσης ανωτέρας πλήμμης και μέσης κατωτέρας ρηχίας. Οπου η παλίρροια είναι ημερήσιου τύπου, το μέσο εύρος ισούται με το ημερήσιο εύρος.


tidal range: The difference in height between consecutive high and low waters. The mean range is the difference in height between mean high water and mean low water. The great diurnal range or diurnal range is the difference in height between mean higher high water and mean lower low water. Where the type of tide is diurnal the mean range is the same as the diurnal range.

amplitude da maré : A diferença, em altura, entre uma preia-mar e uma baixa-mar consecutivas. A amplitude média é a diferença de altura entre a média da maré alta e a média da maré baixa. A amplitude diurna é a diferença, em altura, entre a enchente média mais alta e a vazante média mais baixa. Quando o tipo de maré é diurna a amplitude média é a mesma da amplitude diurna.

tidvattensomfattning: Skillnaden i höjd mellan, på varandra följande, hög- och lågvatten.

Was this helpful?
Εφαρμόζεται σε εφάλμυρα νερά των οποίων η αλατότητα πλησιάζει αυτή των θαλασσών.


polyhaline: Applied to brackish water whose salinity approaches that of the sea.

polihalina: Aplica-se a água salobra, cuja salinidade se aproxima da do mar.

polyhalin: Bräckt vatten vars salthalt närmar sig havets.

Was this helpful?
Χρησιμοποιείται για οργανισμούς που έχουν την ικανότητα ωσμωρρύθμισης σε ένα σχετικά μεγάλο εύρος αλατότητας. Το χέλι (Anguilla anguilla) και ο σολομός του Ατλαντικού (Salmo salar) κατατάσσονται στα ευρύαλα είδη.


euryhaline: Used of organisms that are capable of osmoregulating in a relatively wide range of salinities. The eel (Anguilla anguilla) and Atlantic salmon (Salmo salar) are classified as euryhaline.

eurialinos: Termo utilizado em relação a organismos capazes de osmo-regulação numa escala de salinidades relativamente ampla. A enguia (Anguilla anguilla) e o salmão (Salmo salar) são classificados como eurialinos.

euryhalin: Används för att beskriva organismer som har förmågan att osmoreglera i en mängd olika salthalter. Ålen (Anguilla anguilla) och atlantiska laxen (Salmo salar) klassificeras som euryhalina.

Was this helpful?
Φυσικός ή τεχνητός εμπλουτισμός σε θρεπτικά υλικά μίας υδατοσυλλογής, που συνήθως χαρακτηρίζεται από εκρηκτική άνθιση (bloom) πλαγκτού και επακόλουθη μείωση του διαλυμένου οξυγόνου.


eutrophication: Natural or artificial nutrient enrichment in a body of water, associated with extensive plankton blooms and subsequent reduction of dissolved oxygen.

eutrofização: Enriquecimento nutricional, natural ou artificial, de uma massa de água, associado a blooms extensivos de plâncton e subsequente redução de oxigénio dissolvido.

eutrofiering: Naturlig eller artificiell näringsberikning i en vattensmassa som förknipas med omfattande planktonblomningar och den påföljande reduktionen i löst syre.

Was this helpful?
Μια κατάσταση εμπλουτισμό του υδάτινου σώματος με θρεπτικά συστατικά η οποία θα μπορούσε να οδηγήσει σε υπερβολική ανάπτυξη των οργανισμών και κατ΄ επέκταση στη μείωση της συγκέντρωσης οξυγόνου.


eutrophy: A state of nutrient enrichment of a water body that could lead to excessive growth of organisms and depletion of oxygen concentration.

eutrofia : Estado de enriquecimento de uma massa de água por nutrientes que pode conduzir a um crescimento excessivo de organismos e a um esgotamento da concentração de oxigénio.

eutrofi: Utveckling mot mera näringsrika förhållanden i en vattenmassa som kan leda till hög algtillväxt och syrebrist.

Was this helpful?
Προς διευκόλυνση των βιολογικών ερευνών είναι σκόπιμη η διάκριση τριών θαλασσίων ζωνών ανάλογα με την ένταση του διεισδύουντος φωτός, τη θάλασσα ως υποδιαιρούμενη σε τρεις ζώνες, ανάλογα με την ποσότητα φωτός. Αυτές είναι: (α) Η ευφωτική ζώνη, στην οποία υπάρχει άφθονο φως, επαρκές για τις φωτοσυνθετικές διαδικασίες των φυτών σε θαλάσσιο βάθος ως 80 m). (β) Η δυσφωτική ζώνη, η οποία φωτίζεται μόνο αμυδρά και εκτείνεται στις ανοιχτές θάλασσες από τα 80 m ως τα 200 m ή και περισσότερο. Εδώ δεν


euphotic zone: For the purpose of biological investigations, it is convenient to consider the sea as divided vertically into three zones with respect to the amount of light that is present. These are: (a) the euphotic zone, which is abundantly supplied with light sufficient for the photosynthetic processes of plants (in oceans down to 80 m); (b) the disphotic zone, which is only dimly lighted and extends in the open ocean from about 80 m to 200 or more metres. No effective plant production can take pla

zona eufótica : Para fins de investigação biológica, é conveniente considerar o mar como dividido verticalmente em três zonas com respeito à quantidade de luz presente. Existem: (a) a zona eufótica, com luz abundante e suficiente para os processo fotossintéticos das plantas (nos oceanos até aos 80m); (b) zona disfótica, apenas vagamente iluminada e que se entende, em oceano aberto, dos 80m até aos 200 ou mais metros. A produção por parte das plantas não ocorre nesta zona; (c) zona afótica, a zona sem luz abaixo

eufotiska zonen: När man utför biologiska studier är det praktiskt att dela havet i tre vertikala zoner med avseende på ljusmängden. Dessa zoner är: (a) eufotiska zonen, tar emot tillräckligt med ljus för att kunna driva fotosyntesen hos växter (ner till 80m i haven); (b) disfotiska zonen, tar emot lite ljus och sträcker sig från en djup på ungefär 80m till ungefär 200m. Ingen effektiv växtproduktion kan ske i denna zon; (c) afotiska zonen, den mörka regionen under disfotiska zonen. Storleken på den eufotiska zo

Was this helpful?
Ο διαρκών μόνο μία μέρα. Βραχύβιος ή μεταβατικός, όπως ένα στάδιο της ζωής ή ένας οργανισμός που αυξάνεται, αναπαράγεται και πεθαίνει μέσα σε λίγες ώρες ή ημέρες.


ephemeral: Lasting for only one day; short-lived or transient, as in an organism or life stage that grows, reproduces and dies within a few hours or days.

efémero : Que dura apenas um dia; de vida curta ou transitório, como para o caso de um organismo ou etapa de vida que cresce, reproduz-se e morre em poucas horas ou dias.

efemär: Något som varar endast en dag; kortlivade eller övergående, en organism eller livstadie som utvecklas, reproducerar sig och dör inom loppet av några timmar eller dagar.

Was this helpful?

Contact us

Please contact AMC Limited for any queries:

  • Hot line: +353 1 874 7088
You are here: Home Resources & Services Multilingual glossaries GLOSSARIES