AMC LIMITED

Α

H μηχανική μείξη αέρα και νερού. Γενικά αναφέρεται στη διεργασία με την οποία τα αέρια που περιέχονται στον ατμοσφαιρικό αέρα, μεταφέρονται μέσω της διεπιφάνειας αέρα-υγρού στο υγρό. (σε αντιδιαστολή με την αποκλειστική μεταφορά οξυγόνου γιά την οποία βλ.λ. Oξυγόνωση).


aeration: The mechanical mixing of air and water; this generally refers to a process by which gases contained in air are transferred across the air-liquid interface (in contrast to the transfer of oxygen alone).

arejamento : A mistura mecânica de ar e água, geralmente refere-se a um processo através do qual os gases contidos no ar são transferidos através da interface ar-liquído (em contraste com a transferência apenas de oxigénio); cf. Oxigenação.

luftning: Mekanisk omblandning av luft och vatten; det benämner generellt den process där luftens gaser transporteras över från luft till vätska (till skillnad från trasport av enbart syre); se vidare syresättning.

Was this helpful?
(1) H κατάσταση ή η διεργασία κατά την οποία το αέριο οξυγόνο είναι παρόν ή απαιτούμενο (πρβλ. μεταβολισμός). 2) Στην μικροβιολογία όρος του Pasteur, για τους μικροοργανισμούς οι οποίοι αναπτύσσονται μόνο παρουσία αερίου οξυγόνου. Eκείνοι που αναπτύσσονται χωρίς αυτό ονομάζονται αναερόβιοι.


aerobic: (1) A condition or process where gaseous oxygen is present or required. (2) In microbiology: Pasteurs term for micro-organisms which grow only in the presence of gaseous oxygen; those which grow without it are anaerobic.

aeróbico : (1) Uma condição ou processo em que o oxigénio está presente ou é necessário; cf. Metabolismo. (2) Em microbiologia: termo utilizado por Pasteur para um micro-organismo que crescem apenas na presença de oxigénio; os que crescem na ausência de oxigénio são anaeróbicos.

aerob: (1) Ett tillstånd eller process där syrgas finns närvarande eller krävs; se vidare metabolism. (2) I mikrobiologi: Pasteurs benämning på mikroorganismer som växer enbart i närvaro av syrgas; de som växer utan är anaeroba.

Was this helpful?
Eναποθέσεις υλικού από τον αέρα, όπως θίνες (αμμόλοφοι) και εναποθέσεις λαµς (ασβεστιτικός πηλός).


aeolian depostis: Wind-deposited material such as dune sands and loess deposits.

depósitos eólicos: Materiais depositados pelo vento tais como areias dunares e depósitos de loess (periglaciais).

eolisk avlagring: Avlagring vilken transporterats med vindens hjälp till den plats där den nu finns.

Was this helpful?
Ζώο που τρέφεται με πολύ μικρά τεμαχίδια που φιλτράρει από το νερό μέσα στο οποίο ζει. Πολλά απο τα καλλιεργούμενα δίθυρα (μύδια, στρείδια) είναι διηθηματοφάγα, καθώς επίσης και ορισμένα προνυμφικά στάδια των καρκινοειδών.


suspension feeder: Animal that feeds by filtering minute particles from the water in which it lives. Many reared bivalve molluscs are filter feeders (mussels, oysters, etc.) as are certain larval stages of cultured crustaceans.

suspensívoro : Animal que se alimenta pela filtração de partículas minúsculas da água em que vive. Muitos moluscos bivalves são filtradores (mexilhões, ostras, etc.) assim como certos estados larvares de crustáceos cultivados.

filtrerare: Djur som lever av att filtrera småpartiklar från vattnet de lever i. Många odlade mollusker är filtrerare (musslor, ostron, etc.) liksom vissa larvstadier hos odlade skaldjur.

Was this helpful?
Αναφέρεται σε μή ζώντα περιβάλλοντα, ουσίες, παράγοντες.


abiotic : Refers to non-living substances, factors, environments.

abiótico : Refere-se a substâncias, factores e ambientes não vivos.

abiotisk: Syftar på icke-levande substanser, faktorer och miljöer

Was this helpful?
Μια επίπεδη περιοχή του βυθού των ωκεανών μεγάλου βάθους πέρα από την ηπειρωτική κατωφέρεια και την ηπειρωτική ανύψωση


abyssal plain: A flat area of the deep ocean floor beyond the continental slope and continental rise.

planicie abissal: Área plana do fundo oceânico para além do talude e elevações continentais.

djuphavsslätt: Djuphavsslätten. Plan område som sträcker sig vidare från kontinentaranden och kontinentalsluttningen.

Was this helpful?
Οργανισμοί που ζουν πάνω ή μέσα στα ιζήματα της αβύσσου.


abyssobenthic: A flat area of the deep ocean floor beyond the continental slope and continental rise.

abissobentónicos: Organismos que vivem sobre ou nos sedimentos do fundo abissal.

djuphavsbotten: Djuphavsslätten. Plan område som sträcker sig vidare från kontinentaranden och kontinentalsluttningen.

Was this helpful?
Πελαγικοί οργανισμοί οι οποίοι ζουν σε βάθη μεγαλύτερα των 3000 μέτρων.


abyssopelagic: Pelagic organisms living at water depths greater than 3000 metres.

abissopelágicos: Organismos pelágicos que vivem a profundidades superiores a 3000 metros.

djuphavspelagial: Pelagiska organismer som lever under 3000 meters djup.

Was this helpful?
Ο βυθός των βαθειών θαλασσών, όπου το βάθος είναι μεγαλύτερο από 2.000 μέτρα. Αντιπροσωπεύει έναν από τους σταθερότερους θαλάσσιους βιοχώρους, με θερμοκρασία μεταξύ 00 και 20 C.


abyss : The bottom of the deep oceans, with a depth greater than 2000 metres, representing one of the most constant marine biomes, with temperature between 02 and 22 C.

abissal : O fundo do oceano profundo, com um profundidade superior a 2000 metros, representa um dos biomas marinhos mais constantes, com uma temperatura entre 00 e 20 C

djuphav: Djuphavens botten, på djup över 2000 meter, representerar ett av de mest konstanta marina biomen, med temperaturer mellan 00 och 20 C.

Was this helpful?
H κοινωνική αλληλεπίδραση μεταξύ μελών ενός είδους, η οποία εμπεριέχει επίθεση ή απειλή και συμβιβασμό ή υποχώρηση.


agonistic behaviour: The social interaction between members of a species, involving aggression, or threat and conciliation, or retreat.

comportamento agonístico : A interacção social entre membros de uma espécie, envolvendo agressão ou ameaça e conciliação ou retirada.

agonistikt beteende: Den sociala interaktion mellan artfränder som involverar aggression, eller hot och försoning, eller flykt.

Was this helpful?
Iδιότητα ενός ηλεκτρικού αγωγού (π.χ. ενός μέσου). Η αγωγιμότητα ορίζεται ως το πηλίκον του ηλεκτρικού ρεύματος ανά μονάδα επιφάνειας προς την μείωση της διαφοράς δυναμικού ανά μονάδα μήκους. Η αγωγιμότητα του ύδατος παρουσιάζει σημαντικές διακυμάνσεις ανάλογα με την συγκέντρωση ιόντων. Η ιδιότητα αυτή καθορίζει την αποτελεσματικότητα της αλιείας με ηλεκτρισμό, η οποία καθίσταται αδύνατη σε πολύ χαμηλή αγωγιμότητα.


conductivity: A property of an electrical conductor (e.g. a medium) defined as the electrical current per unit area divided by the voltage drop per unit length. The conductivity of water can vary considerably depending on ion concentration. This property determines the effectiveness of electrofishing which may not be possible at very low conductivity.

condutibilidade : Uma propriedade de um condutor eléctrico (e.g. um meio) definida como a corrente eléctrica por unidade de área dividida pela queda de tensão por unidade de comprimento. A condutividade da água pode variar consideravelmente dependendo da concentração de iões. Esta propriedade determina a eficácia da pesca eléctrica a qual pode não ser possível com muito baixa condutividade.

ledningsförmåga: Egenskap hos en elektrisk ledare (t. ex ett medium) som definieras som elektriska strömmen per ytenhet delad genom spänningsfallet per längdenhet. Ledningsförmågan hos vatten kan variera avsevärt beroende på jonkoncentrationen. Denna egenskap bestämmer effektiviteteten av elektrofiske, ett metod som kanske inte kan användas vid låg ledningsförmåga.

Was this helpful?
Το βάθος των ωκεανών το οποίο είναι μικρότερο από 6000 m.


hadal zone: The ocean depths below 6000 m.

zona hadal: Profundidades oceânicas abaixo dos 6000 m.

hadala regionen: Havsdjup under 6000m.

Was this helpful?
Η διαχείριση και διατήρηση των φυσικών πόρων καθώς και ο τεχνολογικός και ιδρυματικός προσανατολισμός με τρόπο ώστε να είναι η δυνατή η ικανοποίηση των ανθρώπινων αναγκών για τις τωρινές και τις μελλοντικές γενιές. Αυτή η αειφόρος ανάπτυξη (στον τομέα της γεωργίας, της δασοπονίας και της αλιείας) έχει σαν αποτέλεσμα την διατήρηση του φυσικού πλούτου (γης, υδάτων, φυτών και ζώων) καθώς και την αποφυγή της υποβάθμισης αυτού του πλούτου με τρόπο ο οποίος είναι τεχνικά, οικονομικά και κοινωνικά αποδ


sustainable development: The management and conservation of the natural resource base and the orientation of technological and institutional change in such a manner as to ensure the attainment and continued satisfaction of human needs for present and future generations. Such sustainable development (in the agriculture, forestry and fisheries sectors) conserves land, water, plant and animal genetic resources, is environmentally non-degrading, technically appropriate, economically viable and socially acceptable.

desenvolvimento sustentável: A gestão e conservação dos recursos naturais e a orientação das mudanças ambientais e tecnológicas de modo a assegurar a obtenção e continua satisfação das necessidades humanas para as gerações presentes e futuras. Tal desenvolvimento sustentável (nos sectores da agricultura, silvicultura e pescas) conserva a terra, água, recursos genéticos das plantas e animais, é ambientalmente não degradante, tecnicamente apropriado, economicamente viável e socialmente satisfatório

uthållig utveckling: Skötandet och bevarandet av naturens resurser på ett sätt som tillfredsställer dagens behov utan att äventyra kommande generationers möjligheter att tillfredsställa sina behov. Hållbar utveckling (inom jord-, skogsbruk, och fiske) bevarar land, vatten, växter och djurs genetiska resurser, är ej miljöförstörande, ekonomiskt stabilt och socialt accepterat.

Was this helpful?
Μείγμα των αερίων που περιβάλλουν την γη: περίπου 78% άζωτο, 21% οξυγόνο, 0.9% αργόν, 0.03% διοξείδιο του άνθρακα και ίχνη ηλίου, κρυπτού, νέου και ξένου, καθώς επίσης και υδρατμοί.


air: A mixture of gases around the earth: about 78% nitrogen, 21% oxygen, 0.9% argon, 0.03% carbon dioxide and traces of helium, krypton, neon and xenon, plus water vapour.

ar : Uma mistura de gases à volta da terra: cerca de 78% de azoto, 21% de oxigénio, 0,9 % de árgon, 0,03% de dióxido de carbono e vestígios de hélio, crípton, néon e xénon, mais vapor de água.

luft: En blandning av gaser runt jorden; ungefär 78% kväve, 21% syre, 0.9% argon, 0.03% koldioxid och spår av helium, krypton, neon and xenon, samt vattenånga.

Was this helpful?
Συγκεντρωτικός όρος που χρησιμοποιείται για να περιγράψει τα αέρια (διοξείδιο του άνθρακα, μεθάνιο, κ.τ.λ.) που ευθύνονται για το φαινόμενο του Θερμοκηπίου.


greenhouse gases: Collective term used when referring to gases (e.g. carbon dioxide, methane, etc.) that are responsible for the green house effect.

gases de estufa: Termo colectivo utilizado quando se refere a gases ( e.g. dióxido de carbono, metano, etc.) que são responsáveis pelo efeito de estufa.

växthusgaser: Kollektiv benämning på gaser (koldioxid, metan) som orsakar växthuseffekten.

Was this helpful?
Βακτηρίδια που ζουν παρουσία αέριου οξυγόνου.


aerobic bacteria: Bacteria living in the presence of gaseous oxygen.

bactéria aeróbica: Bactéria que vive na presença de oxigénio.

aeroba bakterier: Bakterier som lever i närvaro till syre i gastillstånd.

Was this helpful?
Χωρίς ζωή.


azoic: Without life.

azoico: Sem vida.

azoisk: Utan liv

Was this helpful?
Η μετατροπή του ατμοσφαιρικού αζώτου (Ν2 ) σε ανόργανες μορφές που είναι δυνατόν να προσλαμβάνονται από τα φυτά. Η δέσμευση αζώτου δεν είναι αποκλειστικά βιολογική. Τα βιολογικά αζωτο-δεσμευτικά συστήματα περιλαμβάνουν: (α) ελεύθερα βακτήρια και κυανοφύκη (αρκετά υποχρεωτικά αερόβια, προαιρετικά και υποχρεωτικά αναερόβια, φωτοσυνθετικά βακτήρια και είδη κυανοφυκών των κλάσεων Nostocales, Stigonemetales, Chroococcales και Oscillatoriales, (β) κοινωνίες φυτών και συμβιωτικών συστημάτω


nitrogen fixation: The conversion of atmospheric nitrogen (N2 ) to inorganic forms which are available to plants. Nitrogen fixation is not exclusively biological. Biological nitrogen-fixing systems include: (a) free-living bacteria and blue-green algae (several obligate aerobes, facultative and obligate anaerobes, photosynthetic bacteria and species of blue-greens of the orders nostocales, stigone metales, chroococcales, and oscillatoria; (b) plant associations and symbiotic systems (i.e. lichens: f

fixação do Azoto : A conversão do azoto atmosférico (N2) em formas inorgânicas que estão disponíveis para as plantas. A fixação de azoto não é exclusivamente biológica. Os sistemas biológicos de fixação de azoto incluem: (a) bactérias vivas livres e algas azuis-verdes (alguns aeróbios obrigatórios, anaeróbios facultativos e obrigatórios, bactérias fotossintéticas e espécies de algas azul-verdes da ordem das nostocales, stigone, metales, chroococcales e oscillatoria; (b) associações de plantas e sistema

kvävefixering: Naturlig eller industriell process som omvandlar luftens kväve till mer reaktiva föreningar, t.ex. ammoniak eller kväveoxider. Huvuddelen av den naturliga kvävefixeringen sker i marken med hjälp av kvävebindande bakterier. Vid den bakteriella kvävefixeringen omvandlas luftens kväve till ammoniak, som assimileras i form av aminosyrorna glutamin och glutamat. Dessa utnyttjas som kvävekälla vid syntes av andra kväveinnehållande föreningar. De kvävebindande bakterier som lever i symbios med växter b

Was this helpful?
Έλαια ή πετρέλαιο στην φυσική του μορφή, πριν υποστεί οποιαδήποτε επεξεργασία.


crude oil: Oil or petroleum in its natural state before undergoing refining.

crude: Óleo ou petróleo no seu estado natural antes de passar pela refinação.

råolja: Olja eller petroleum innan förädling har skett.

Was this helpful?
Ενέργεια που εκπέμπεται και που διαδίδεται στο χώρο ή σ ένα υλικό μέσον υπό μορφή ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων ή σωματιδίων. Η ακτινοβολία προέρχεται ορισμένες φορές από ραδιενεργές πηγές.


radiation: Energy, emitted from radioactive nuclei, propagated through space or a material medium as waves or particles.

Radiação : Energia emitida de um núcleo radioactivo, propagada através do espaço ou de um meio material como as ondas ou partículas.

strålning: Överföring av energi utan medverkan av något medium. Man kan beskriva strålningen som en vågrörelse eller som en partikelström.

Was this helpful?
Μια ιζηματογενής ακτή που αποτελείται από σωματίδια μεγέθους 4 έως 64 mm (χαλίκι μεσαίου μεγέθους).


pebble beach: A sedimentary shore consisting of particles between 4 – 64 mm (medium gravel).

praia de Seixos: Uma praia sedimentária formada por partículas entre 4 – 64 mm (grão médio).

stenstrand: En strand bestående av partiklar i storleken 4 - 64 mm.

Was this helpful?
Αυθόρμητη αποσύνθεση του πυρήνα, στοιχείων που σχετίζονται με την εκπομπή ιονισμένων σωματιδίων Άλφα μικρής διεισδυτικής δύναμης. Η ακτινοβολία που εκπέμπεται από ένα πυρήνα Ηλίου-4 και η οποία μπορεί να διεισδύσει μερικά εκατοστά αέρα, ωστόσο μπορεί να εμποδιστεί από ένα φύλλο χαρτιού. Αυτή η ακτινοβολία Άλφα είναι συνήθως ακίνδυνη για τον άνθρωπο εκτός και αν απορροφηθεί άμεσα από το σώμα.


alpha-radiation: A form of radiation with little penetrative capabilities.This alpha radiation is normally not hazardous to humans unless ingested directly into the body.

radiação alfa: Uma forma de radiação com pouca força penetrante. Esta radiação alfa não é por norma perigosa para o homem, a não ser quando introduzida directamente no corpo.

alfastrålning: En typ av radioaktiv strålning som består av en heliumkärna. Heliumkärnan är dock lättstoppad, det räcker med en bit papper, så det är ovanligt att människor skadas av denna typ av strålning (såtillvida man inte äter något som strålar alfapartiklar).

Was this helpful?
Μια μορφή ακτινοβολίας υψηλής διεισδυτικότητας.


gamma-radiation: A form of radiation with high penetrative capabilities.

radiação gama: Uma forma de radiação com capacidades altamente penetrantes.

gammastrålning: Typ av strålning som har hög penetrerande förmåga.

Was this helpful?
Τo βάρος σε γραμμάρια των διαλελυμένων αλάτων σε 1 kg νερού, μετά την υποκατάσταση των Β2- και I- από ισοδύναμη ποσότητα Cl- και όλων των ΝCΟ3- και CΟ3= από οξείδια. Η αλατότητα δίνεται και ως (αδιάσπαστο) ποσοστό επί τοις χιλίοις (ο/οο). Τα τελευταία χρόνια έχουν αναζητηθεί αυστηρότεροι ορισμοί της αλατότητας. Η απόλυτη αλατότητα ορίζεται ως ο λόγος της μάζας των διαλελυμένων υλικών στο θαλάσσιο νερό προς την μάζα του θαλάσσιου νερού. Στην πράξη, το μέγεθος αυτό δεν εί


salinity: This term, which describes the quantity of inorganic salts in a solution or water sample, is the subject of much confusion and extensive learned discourse. Traditionally, salt was defined as the weight in grams of the dissolved inorganic matter in one kg of water after all Br- and I- had been replaced by the equivalent quantity of Cl- and all HCO3 and CO3= converted to oxide. In this way, salinity scales were defined on a mass fraction basis (in theory, dimensionless in

salinidade : Este termo, o qual descreve a quantidade de sais inorgânicos numa solução ou amostra de água, dá origem a muita confusão e a um discurso extensivo. Tradicionalmente, o sal foi definido como o peso em gramas da matéria inorgânica dissolvida em um kg de água após todo o Br- e I- terem sido substituídos pela quantidade equivalente de Cl- e todo o HCO3 e CO3= convertidos para óxido. Deste modo, as escalas de salinidade foram definidas na base de uma fracção de massas (em teoria

salinitet: Runt denna term som beskriver mängden oorganiskt salt i en lösning eller vattenprov råder en del förvirring. Traditionellt sett har mängden salt definierats som vikten i gram av det i ett kg vatten lösta oorganiska ämnena, efter det att alla Br- och I- blivit utbytta mot motsvarande mängd Cl- och all HCO3 och CO3= gjorts om till oxider. Salinitetskalor var genom detta sätt att räkna baserade på förhållandet mellan massorna (i teorin dimensionslöst, enligt SI systemet) och u

Was this helpful?
Μεγάλη κατηγορία χημικών ενώσεων που προέρχονται από τις πρωτοταγείς αλκοόλες με οξείδωση και που περιέχουν την ομάδα -CHO.


aldehydes: Large class of chemical compounds derived from the primary alcohols by oxidation and containing the -CHO group.

aldeídos : Grande classe de compostos químicos derivados da oxidação dos alcoóis primários e contendo o grupo - CHO.

aldehyder: Stor grupp av kemiska föreningar som innehåller en -CHO grupp, och produceras av primära alkoholer genom oxidering.

Was this helpful?
Μέτρο της οξύτητας (του pΗ) του νερού, το οποίο υπολογίζεται ως ο αριθμός των χιλιοστο-ισοδυνάμων των υδρογονοκατιόντων που εξουδετερώνονται από ένα λίτρο δείγματος στους 200C. Αυτή η εξουδετέρωση οφείλεται στην συνδυασμένη επίδραση των διαλυμένων ανόργανων ουσιών (κυρίως CO2 και ΗCΟ3).Συνήθως εκφράζεται σε ισοδύναμες συγκεντώσεις ανθρακικού ασβεστίου.


alkalinity: A measure of the pH of water calculated as the number of milliequivalents of hydrogen ions that is neutralized by one litre at 200C. This neutralization is due to the combined effect of dissolved mineral (mainly CO2 and the anions of bicarbonates) and is usually expressed in equivalents concentration of calcium carbonate.

alcalinidade : Uma medição do pH da água calculada como o número de miliequivalentes de iões de hidrogénio que são neutralizados por um litro a 200 C. Esta neutralização dá-se pelo efeito combinado do mineral dissolvido (principalmente CO2 e os aniões de bicabornatos) e é normalmente expressa em equivalentes de concentração de carbonato de cálcio.

alkalinitet: Mått på vattens pH beräknad som antal milliekvivalenter vätejoner som neutraliseras av en liter vid 200C. Denna neutralisering sker av den kombinerade effekten av lösta mineral (huvudsakligen CO2 och bikarbonats anjoner) och uttrycks vanligen som motsvarande koncentration av kalciumkarbonat.

Was this helpful?
Ο όρος "ολική αλκαλι- κότητα" αναφέρεται στην ολική συγκέντρωση των βάσεων στο νερό και εκφράζεται σε χιλιοστόγραμμα ανά λίτρο ισοδυνάμου ανθρακικού ασβεστίου. Ο προσδιορισμός της αλκαλικότητας γίνεται με τιτλο- δότηση σε δύο τελικά σημεία. Το πρώτο τιτλο- δοτείται με ένα τυπικό οξύ σε ένα τελικό σημείο φαινολοφθαλεïνης και το δεύτερο τιτλοδοτείται σε ένα τελικό σημείο πορτοκαλόχροος του μεθυλ- αινίου. Η ολική ποσότητα του οξέος που χρησι- μοποιείται στην τιτλοδότηση, εκφρασμένη σε ισοδύναμο ανθ


alkalinity, total: The term "total alkalinity" refers to the total concentration of bases in water expressed in milligrams per litre of equivalent calcium carbonate. Determination of alkalinity is carried out by titration to two end points; first, by titrating with standard acid to a phenolphthalein endpoint, and second by titration to a methyl orange endpoint. The total amount of acid used in the titration, expressed as equivalent calcium carbonate, represents the total alkalinity. The amount of acid require

alcalinidade, total : A expressão "alcalinidade total" refere-se à concentração total de bases na água expressa em miligramas por litro de carbonato de cálcio. A determinação da alcalinidade é levada a cabo pela titulação de dois pontos limite: primeiro, titulando com um ácido padrão até um limite de fenoftaleína, e segundo pela titulação até um limite de alaranjado de metilo. A quantidade total de ácido utilizado na titulação, expressa em carbonato de cálcio equivalente, representa a alcalinidade total. A quantidade

alkalinitet, total: Termen "total alkanitet" refererar till den totala koncentrationen av baser i vattnet uttryckt i milligram per liter av motsvarande kalciumkarbonat. Bestämning av alkanitet utförs genom två titreringar; först titreras med en standard syra till fenolftalein, och sedan titreras till metyl orange. Den totala mängd syra som behövs för att titrera till fenolftalein (pH 8,3), uttryckt som motsvarande kalciumkarbonat, är fenolftalein alkaniteten.

Was this helpful?
Mια από τις δύο ή περισσότερες εναλλακτικές μορφές ενός γονιδίου. Kαθέ μία έχει μια μοναδική νουκλεοτιδική αλληλουχία.


allele: One of two or more alternative forms of a gene, each possessing a unique nucleotide sequence.

alelo : Uma de duas ou mais formas alternativas de um gene, cada uma possuindo uma sequência nucleótida única.

allel: En av två eller fler alternativa gener, som var och en består av en unik nukleotidsekvens.

Was this helpful?
Tο ποσοστό ενός αλληλομόρφου ως προς τον ολικό αριθμό όλων των αλληλομόρφων, στον ίδιο γενετικό τόπο, μιας γονιδιακής δεξαμενής


allelic frequency: The proportion of one allele to the total number of all alleles at the same locus in the gene pool.

frequência alélica : A proporção de um alelo sobre o total de todos os alelos num mesmo local do mapa genético.

allelfrekvens: En allels proportion av totala antalet alleler vid samma locus i genpoolen.

Was this helpful?
Mη αυτόχθον. Eίδος που υπάρχει σε μια περιοχή στην οποία δεν είναι αυτόχθον (γηγενές). Mη ιθαγενές είδος.


alien: Non-native; a species occurring in an area to which it is not native; non-indigenous.

alienígena : Não nativo; uma espécie que aparece numa área da qual não é oriunda; não indígena.

främmande art: Inte inhemsk; en art som förekommer i ett område där den inte är inhemsk; inte ursprunglig.

Was this helpful?
O όρος χρησιμοποιείται για πληθυσμούς, είδη ή τάξα που βρίσκονται σε διαχωρισμένες γεωγραφικές περιοχές


allopatric: Used of populations, species or taxa occurring in separate geographical areas.

alopátrico : Termo referente a populações, espécies ou taxa que ocorre em áreas geográficas diferentes.

allopatrisk: Används för populationer, arter eller taxa som förekommer i geografiskt skilda områden.

Was this helpful?
Επίπεδη παράκτια ελώδης περιοχή, επάνω από το όριο της πλήμμης που πλημμυρίζει μόνο κατά την διάρκεια των συζυγιακών παλιρροιών ή κατά την διάρκεια θυελλών.


salt marsh: Flat littoral marsh area, at or above the high-water mark, that is flooded by spring tides or during storm surges.

sapal(2) : Área litoral plana, alagadiça, junto ou acima da marca de preia-mar, que é alagada pelas marés vivas ou durante tempestades.

träsk: Platt fuktig strandmark ovanför högvattenmärket som översvämmas vid springflod och stormar.

Was this helpful?
Συστατικά των οργανικών υδρογονανθράκων τα οποία βρίσκονται στο περιβάλλον, όπως το φθόριο, το χλώριο, το βρώμιο και το ιώδιο.


halogens: Organic hydrocarbon compounds that are persistent in the environment, such as fluorine, chlorine, bromine, and iodine.

halogéneos: Compostos de hidrocarbonetos orgânicos que são persistentes no meio ambiente, tais como o flúor, cloro, bromo e iodo.

halogener: Kolhydrater som är beständiga i miljön, t.ex ädelgaserna.

Was this helpful?
Στρώμα που χαρακτηρίζεται από απότομη αύξηση της αλατότητας σε συνάρτηση με το βάθος.


halocline: A layer characterized by a sharp increase in salinity with depth.

haloclina: Uma camada caracterizada por um aumento rápido da salinidade com a profundidade.

haloklin: Vertikal zon i havet där salthalten förändras snabbt med djupet.

Was this helpful?
Ένα φυτό που αναπτύσσεται σε έδαφος που περιέχει μεγάλη συγκέντρωση άλατος.


halophyte: A plant that grows in soil containing a high concentration of salt.

halófita : Planta que cresce em solos contendo uma elevada concentração de sal.

halofyt: Växt som växer i salthaltig jord med.

Was this helpful?
Η προστασία και αρωγή σε συντρόφους που βρίσκονται σε κίνδυνο.


altruistic behaviour: The protection of and assistance given to endangered companions.

comportamento altruísta : A protecção e assistência dada a companheiros em perigo.

altruistiskt beteende: Skydd och hjälp som ges till utsatta artfränder

Was this helpful?
Μέθοδος με την οποία πολλαπλασιάζονται εκθετικά συγκεκριμένες περιοχές DNA, χρησιμοποιώντας κατάλληλους πριμοδότες (βλ.λ.) μαζί με μια ανθεκτική στη θερμοκρασία DNA πολυμεράση. Η τεχνική αυτή μπορεί να χρησιμοποιηθεί μαζί με την ανάστροφη μεταγραφή (βλ.λ) ενός συγκεκριμένου RNA (RT-PCR), παράγοντας ένα ενισχυμένο, δίκλωνο DNA, το οποίο είναι συμπληρωματικό στο RNA στόχος. Σε ορισμένες περιπτώσεις είναι δυνατόν να προσδιοριστεί με την τεχνική αυτή ακόμα και ένα μοναδικό μόριο DNA.


PCR: Polymerase Chain Reaction. Method to exponentially amplify specific regions of DNA using primers and a heat-stable DNA polymerase. This technique may be coupled to the reverse transcription of a specific RNA (RT-PCR) producing an amplified double-stranded DNA that is complementary to the target RNA. In some cases it is possible to detect and identify a single target DNA molecule with this technique.

PCR: Método para amplificar exponencialmente regiões específicas do ADN utilizando primers (q.v.) e uma polimerase de ADN estável aquecida. Esta técnica pode ser ligada à transcrição inversa (q.v.) de um ARN específico (RT-PCR) produzindo uma dupla hélice de ADN amplificado que é complementar ao ARN alvo. Nalguns casos é possível detectar e identificar uma única molécula de ADN com esta técnica.

PCR: Polymerase chain reaction, genetisk metod (utvecklad av Kary B. Mullis) som gör det möjligt att inom några timmar göra ett stort antal kopior av ett önskat DNA-segment.

Was this helpful?
Aπουσία ή ανεπάρκεια χρωστικών στα ζώα.


albinism: The absence or deficiency of pigmentation in animals.

albinismo : A ausência ou deficiência de pigmentação nos animais; cf. Despigmentação.

albinism: Frånvaro eller brist på pigmentering hos djur; se vidare felpigmentering.

Was this helpful?
Κατηγορία οργανικών ενώσεων που περιέχουν τουλάχιστον μια καρβοξυλική ομάδα και μια αμινοομάδα: τα άλφα-αμινοξέα RCΗ ΝΗ2 CΟΟΗ, είναι θεμελιώδη συστατικά της ζώσας ύλης, και συνδυάζονται για να σχηματίσουν πρωτεϊνικά μόρια. Εικοσιδύο αμινοξέα κωδικοποιούνται από το DNA και ένας αριθμός άλλων είναι μετασχημ- ατισμοί αυτών. Τα μη βασικά αμινοξέα συνθέτονται από τον οργανισμό, ενώ τα βασικά αμινοξέα πρέπει να περιέχονται στη δίαιτα.


amino acid: Class of organic compounds containing at least one carboxyl group and one amino group: the alpha-amino acids RCH NH2 COOH are fundamental constituents of living matter which combine together to make protein molecules. Twenty amino acids are coded for in DNA and several others are modifications of these. Non-essential amino acids are synthesized by the organism, whereas essential amino acids must be present in the diet.

aminoácido : Classe de componentes orgânicos que contem pelo menos um grupo carboxilo e um grupo amina: os aminoácidos alfa RCH NH2 COOH são constituintes fundamentais da matéria viva que se associam para produzir moléculas de proteína. No DNA estão codificados 20 aminoácidos e vários outros são modificações destes. Os aminoácidos não essenciais são sintetizados pelo organismo, ao passo que os aminoácidos essenciais têm de estar presentes na dieta.

aminosyra: Klass av organiska föreningar som innehåller åtminstone en karboxylgrupp och en aminogrupp: alfa-aminosyrorna RCH NH2 COOH är fundamentala beståndsdelar i levande organismer som kan kombineras och bilda proteinmolekyler.Tjugo aminosyror finns kodade i DNA och flera andra är modifikationer av dessa. Icke-essentiella aminosyror syntetiseras av en organism medan de essentiella aminosyrorna måste finnas representerade i dess diet.

Was this helpful?
Χαλαρό υλικό που αποτελείται από μικρούς αλλά εύκολα διακριτούς κόκκους διαμέτρου που ποικίλλει από 0.0625 έως 2.0000 mm.


sand: Loose detrital material consisting of small but easily distinguishable separate grains ranging between 0.0625 and 2.0000 mm ( 0.0025 and 0.0787 inch) in diameter.

areia : Matéria detrítica solta que consiste de pequenos grãos facilmente separáveis variando em diâmetro entre 0.0625 e 2.0000 mm (0.0025 e 0.0787 polegadas).

sand: Kornfraktion som består av partiklar med en diameter mellan 0,06 till 2 mm ( 0.0025 till 0.0787 tum).

Was this helpful?
Ιζηματογενές πέτρωμα το οποίο δημιουργήθηκε από κόκκους άμμου διαμέτρου 0.006-2 mm.


arenaceous: A sedimentary rock made up of grains of sand 0.006-2 millimetres in diameter.

arenoso: Rocha sedimentar formada por grãos de areia com diâmetro de 0.006-2 milimetros.

arenit: Sedimentär bergart som är uppgjord av små (0.006-2 milimter i diameter) sandkorn.

Was this helpful?
Μια ακτή που χαρακτηρίζεται από κινούμενα ιζήματα.


sand beach: A shore characterised by mobile coarse sediments.

praia de areia: Uma costa caracterizada por sedimentos móveis grosseiros.

sandstrand: En strand karakteriserad av rörligt grovt sediment.

Was this helpful?
Ολική Αμμωνία είναι γενικός όρος που αναφέρεται στο συνδυασμό ΝΗ4+ και ΝΗ3. Στην παλαιότερη βιβλιογραφία, ο όρος "αμμωνία" έχει συχνά χρησιμοποιηθεί από πολλούς συγγραφείς, αλλά δεν συνιστάται για μελλοντική χρήση χωρίς τον προσδιορισμό του τύπου των ιόντων. Αμμώνιο: είναι ειδικός όρος για το ιόν ΝΗ4+, το οποίο είναι η ιονισμένη μορφή της αμμωνίας. Μοριακή Αμμωνία ή Αέριος Αμμωνία: είναι ειδικός όρος για το διαλυμένο αέριο ΝΗ3. Α


ammonia: Total Ammonia is a general term referring to NH4+ and NH3 combined. In the earlier literature the term "ammonia" is frequently used by many authors, but its use is not recommended for future application without the identification of its ionic speciation.

amónia : A amónia total é um termo genérico que se refere à combinação do NH4+ e NH3. Na bibliografia anterior o termo "amónia" é utilizado frequentemente por muitos autores, mas o seu uso não é recomendado no futuro, sem a identificação da sua especificação iónica.

ammoniak: Total ammoniak är en generell benämning för kombinationen av NH4+ och NH3. I tidigare litteratur användes benämningen "ammoniak" flitigt av många författare, men dess användning är inte rekommenderad för framtida bruk utan att ha fastställt den joniska specificeringen.

Was this helpful?
Παραγωγή αμμωνίας με βακτηριακή αποσύνθεση του αζωτούχου οργανικού υλικού.


ammonification: The production of ammonia through the bacterial decomposition of nitrogenous organic material.

amonificação : Produção de amónia através da decomposição bacteriana de matéria orgânica azotada.

ammonifikation: Produktionen av ammoniak genom bakteriell nedbrytning av kväveinnehållande organiskt material.

Was this helpful?
Τοξική δηλητηρίαση οφειλόμενη στην κατανάλωση μολυσμένων οστρακοδέρμων. Στα συμπτώματα περιλαμβάνονται απώλεια της μνήμης και της δυνατότητας προσανατολισμού. Προκαλείται από το νευροτοξικό δομοϊκό οξύ, το οποίο παράγεται από διάτομα, που αποτελούν τροφή για τα μύδια. Γαλάζια μύδια που καταναλώ- θηκαν στην νήσο Prince Edward (Καναδάς) προσέβαλαν 129 άτομα και ήταν η αιτία δύο θανάτ- ων. Κατάσταση που συναντάται σε ανθρώπους που καταναλώνουν μολυσμένα οστρακόδερμα. Αυτά καθ αυτά τα οστρακόδερ


amnesic shellfish poisoning (ASP): Condition found in humans that have consumed contaminated shellfish; symptoms include memory loss and disorientation which are caused by neurotoxin domoic acid, apparently produced by a diatom eaten by the mussels. Blue mussels eaten in Prince Edward Island (Canada) affected 129 people, causing two deaths.

ASP(amnesic shellfish poisoning): Estado encontrado nos humanos que ingeriram marisco contaminado; os sintomas incluem perda de memória e desorientação, causadas pela neurotoxina do ácido domoico, aparentemente produzida por uma diatomácea ingerida pelos mexilhões. Uma espécie de mexilhões ingeridos na ilha Prince Edward (Canadá) afectaram 129 pessoas, causando duas mortes.

amnesisk skaldjursförgiftning: Tillstånd hos människor som har ätit kontaminerade skaldjur; symtomen innefattar minnesförlust och desorientering och orsakas av neurotoxinet "domoic" syra, vilken troligen produceras av en diatom som musslorna livnär sig på. Blåmusslor som konsumerades på Prince Edward Island (Kanada) gav symtom hos 129 människor och orsakade två dödsfall.

Was this helpful?
Χωρίς σχήμα, μη κρυσταλλικός.


amorphous: Without shape; non-crystalline.

amorfo : Sem forma; não cristalino.

amorf: Utan form; icke kristallin.

Was this helpful?
Μη τεχνικός όρος που αναφέρεται στο χρονικό διάστημα μεταξύ μιας πλήμμης και της επόμενης ρηχίας. Φθίνουσα παλίρροια.


ebb tide: A non-technical term referring to that period of the tide between a high water and the succeeding low water; falling tide. The term is also used to describe the low water level.

baixa-mar : Termo não técnico utilizado para descrever o nível da maré baixa.

lågvatten: Icke fackmässig term som hänvisar till tidvattensperioden mellan högvatten och det påföljande lågvattnet; avtagande tidvatten. Termen används också för att beskriva lågvattennivån.

Was this helpful?
(1) Οργανισμός που έχει υδρόβια νυμφικά στάδια και χερσαία ενήλικα άτομα. ΑΜΦIΒIΟΤIΚΟΣ: (2) Χρησιμοποιείται και για έναν μικροοργανισμό που συμμετέχει σε μια συμβιωτική σχέση με ένα συγκεκριμένο ξενιστή ο οποίος μπορεί να δρα είτε παρασιτικά είτε αμοιβιωτικά.


amphibiotic: (1) Having aquatic larval stages and terrestrial adults. (2) Used of a microorganism participating in a symbiotic relationship with a given host that can act either parasitically or mutualistically.

anfibiótico : (1) Que tem fases larvares aquáticas e adultos terrestres. (2) Referente a microorganismos que participam numa relação simbiótica, parasitariamente quer mutualisticamente, com um dado hospedeiro.

amfibiotisk: (1) Med akvatiska larvstadier och terrestra adulter. (2) Used of a microorganism participating in a symbiotic relationship with a given host that can act either parasitically or mutualistically.

Was this helpful?
Ψάρια που μεταναστεύουν απο το γλυκό νερό, στην θάλασσα και αντίθετα, όχι για αναπαραγωγή, αλλά για λόγους που σχετίζονται με άλλα στάδια του κύκλου ζωής τους. Στα αμφίδρομα ψάρια, η χρονική περίοδος που βρίσκονται στα γλυκά ή θαλάσσια νερά ποικίλλει ευρέως. Το κύριο χαρακτηριστικό αυτού του είδους μετανάστευσης είναι ότι αυτή δεν συμβαίνει για λόγους αναπαραγωγής, αλλά χαρακτηρίζεται από μετακίνηση καλά ανεπτυγμένων νεαρών ψαριών, τα οποία συνεχίζουν να τρέφονται και να αυξάνονται επί μήνες ή


amphidromous: Used to describe those fishes whose migration from fresh water to the sea or vice-versa is not for the purpose of breeding but occurs regularly at other stages of the life cycle. In amphidromous species occupation of fresh and marine waters varies widely, and the key point is that the migration is not for the purpose of breeding, but is typified by a return migration of well-grown juveniles, which continue to feed and grow for months or even years prior to maturation and breeding.

anfidrómicas : Termo utilizado para descrever os peixes cuja migração da água doce para o mar ou vice-versa não tem por finalidade a reprodução, mas ocorre regularmente noutras fases do ciclo de vida. Nas espécies anfidrómicas a ocupação das águas doces e salgadas varia grandemente e o ponto chave é que a migração não tem por finalidade a reprodução, mas é tipificada por um retorno de juvenis bem desenvolvidos, que continuam a alimentar-se e crescer durante meses ou mesmo anos antes da maturação ou reprodução.

amfidrom: Används för att beskriva de fiskar där migrationen från sötvatten till havet (eller vice-versa) inte sker med fortplantning som syfte utan sker istället regelbundet vid flera livsstadier.

Was this helpful?
Εμφανίζεται και στις δύο ακτές του Ατλαντικού Ωκεανού.


amphiatlantic: Occurring on both sides of the Atlantic ocean.

AmbiAtlântico: Ocorre em ambos os lados do Oceano Atlântico.

amfiatlantisk: Något som sker på båda sidor om atlanten.

Was this helpful?
Διαδικασία κατά την οποία υδάτινες μάζες μεταφέρονται από μεγαλύτερα βάθη στην επιφάνεια. Το φαινόμενο αυτό οφείλεται συνήθως στην απόκλιση θαλασσιων ρευμάτων . Τα ανερχόμενα νερά είναι συνήθως ψυχρότερα και πιο πλούσια σε θρεπτικά από τα επιφανειακά νερά που εντοπίζουν και ως εκ τούτου έχουν υψηλότερη παραγωγικότητα. Αυτό πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την εγκατάσταση πχ. μονάδων καλλιέργειας μαλακίων. Βλ. και Μεταφορά Ekman.


upwelling: The process by which deep water masses rise, usually as a result of divergence and offshore currents. Upwelling water is usually colder and more nutrient-rich than the replaced surface water and results in higher productivity. This can have an influence on the siting of, for example, mollusc farms.

upwelling: O processo pelo qual massas de água profunda sobem, normalmente em resultado de correntes de divergência e do alto. As águas de upwelling são normalmente mais frias e mais ricas em nutrientes do que a água à superfície e resulta numa maior productividade. Este fenómeno pode ter influência na instalação, por exemple, de viveiros de moluscos; cf. transporte de Eckman.

upwellning: Uppström som för med sig vatten från större djup till ytan. Vattnet är ofta kallare och mer näringsrikt än ytvattnet vilket leder till en hög produktivitet i dess områden. Har betydelse vid placering av olika odlingar, exempelvis musselodlingar. Jmf. Ekman transport.

Was this helpful?
Η συνεχής τροποποίηση ή ο έλεγχος ενός συστήματος ή ενός ομοιοστατικού μηχανισμού, μέσω των προϊόντων ή των επιπτώσεών τους. Η ανάδραση διακρίνεται σε αρνητική, όταν το προίόν επιδρά ανασταλτικά στην περαιτέρω παραγωγή του, οπότε διατηρείται η σταθερότητα του συστήματος (ομοιόσταση) και σε θετική, όταν το προϊόν επιδρά ενισχυτικά στην περαιτέρω παραγωγή του ( καταστροφική εξέλιξη). Ως παράδειγμα αναφέρουμε τη μέθοδο ελέγχου μιας βιοχημικής οδού, που περιλαμβάνει μια σειρά ενζύμων και που καταλ


feedback: Those elements of a control system or homeostatic mechanism linked by reciprocal influences, so that the source or input is continuously modified by a product of the process in order to maintain the necessary degree of constancy; a feedback loop may be of negative or positive effect, for example, as a method of biochemical pathway control, where a pathway of successive enzymes leads to the formation of an important metabolite. The amount of the metabolite present may control the activity of one

reacção/retorno : Os elementos de um sistema de controlo ou mecanismo homeoestático ligados por influências recíprocas, de modo a que a fonte ou entrada é continuamente modificada por um produto do processo a fim de manter o necessário grau de constância; um ciclo de retorno pode ser de efeito negativo ou positivo, por exemplo, como um método de controlo do percurso bioquímico, onde um percurso de sucessivas enzimas conduz à formação de um metabolito importante. A quantidade de matabolito presente pode controlar

feedback: Reglertekniskt begrepp som innebär att information om det styrda systemets beteende återförs till den styrande mekanismen. Därigenom kan systemet styras mot det önskade målet trots förändringar eller störningar i omgivningen. Det finns både negativ feedback och positiv feedback. Feedback kan fungera som en metod att kontrollera kemiska reaktionssekvenser, där en reaktionssekvens som innefattar flera enzymer leder till bildningen av en viktig metabolit. Metaboliten kan kontrollera aktiviteten hos

Was this helpful?
Ο όρος αναφέρεται σε υδρόβια ζώα όπως τα περισσότερα σολομοειδή, μουρούνες, και ορισμένα μέλη της οικογένειας Clupeidae, τα οποία ζουν το μεγαλύτερο τμήμα της ζωής τους και ωριμάζουν στην θάλασσα, αλλά επιστρέφουν στα γλυκά νερά για να ζευγαρώσουν και να γεννήσουν τα αυγά τους (πρβλ. κατάδρομος και διάδρομος).


anadromous: Describing aquatic animals such as most salmonids, sturgeons and certain members of the family Clupeidae which mature and live most of their lives in the sea, but return to freshwater to breed and spawn.

anádromo : Descreve os animais aquáticos tal como os salmonídeos, esturjões e certos membros da família dos clupeideos que se desenvolvem e vivem a maior parte das suas vidas no mar, mas regressam à água doce para procriar e desovar; cf. Catádromo, diadromo.

anadroma: Beskriver akvatiska djur som de flesta laxfiskar, störar och vissa medlemmar ur familjen Clupeidae, som utvecklas och lever en stor del av sitt liv i havet men återvänder till sötvattensmiljöer för att fortplanta sig.

Was this helpful?
Αναφέρεται σε κατάσταση ή διεργασία κατά την οποία δεν υπάρχει ή δεν απαιτείται αέριο οξυγόνο.


anaerobic: Referring to a condition or process where gaseous oxygen is not present or not necessary.

anaeróbico : Que se refere a uma condição ou processo em que o oxigénio gasoso não está presente ou não é necessário.

anaerob: Refererar till ett tillstånd eller en process där gasformigt syre inte finns närvarande eller är nödvändigt.

Was this helpful?
Αναπνοή υπό αναερόβιες συνθήκες, όταν ο τελικός αποδέκτης ηλεκτρονίων δεν είναι το αέριο οξυγόνο (ανάλογα με το είδος και/ή το περιβάλλον). Σχετίζεται επίσης με την ανομοιωτική αναγωγή θειϊκών, την αναπνοή φουμαρικών, την μεθανογένεση, την αναπνοή νιτρικών και την αναπνοή θείου.


anaerobic respiration: Respiration under anaerobic conditions, when the terminal electron acceptor is not gaseous oxygen (according to species and/or environment). Also involved in dissimilatory sulphate reduction, fumarate respiration, methano- genesis, nitrate respiration, sulphur respiration.

respiração anaeróbica : Respiração sob condições anaeróbicas, quando o electrão receptor terminal não é oxigénio gasoso (de acordo com as espécies e/ou ambiente). Também envolvida na redução de sulfato, na genese do metano, respiração nitrica e sulfidrica

anaerob respiration: Respiration, under anaeroba förhållanden, som inte fordrar tillgång till fritt syre (beroende på art och miljö). Denna anaeroba process sker också i samband med metanbildning, dissimilatorisk sulfatreduktion, fumaratrespiration och nitratrespiration.

Was this helpful?
Η αναερόβιος αποικοδόμηση σύνθετων οργανικών υλικών σε απλούστερες ενώσεις, μεγάλο μέρος από τις οποίες είναι αέριες ή διαλυτές. Στην διάσπαση συμμετέχει ένα ευρύ φάσμα βακτηρηδίων με στενά διαπλεκόμενες διεργασίες μεταβολισμού. Τα βακτηρίδια αυτά απαντούν στην βενθική ιλύ, στο στομάχι διαφόρων μυρηκαστικών, σε ορισμένους τύπους σταθμών επεξεργασίας λυμάτων. Η αναερόβιος "χώνευση" οδηγεί σε σημαντική μείωση του όγκου των βιο-αποκοδομήσιμων στερεών. Η μετατροπή, κατά την διαδικασία αυτή του οργ


anaerobic digestion: The anaerobic break- down of complex organic materials to simple sub- stances which include a high proportion of gaseous and soluble products; it involves a diverse range of bacteria whose metabolic pathways are closely interrelated, and it occurs in benthic muds, in the rumen, in certain types of sewage treatment plant, etc. The process of anaer- obic digestion results in an appreciable reduction in the bulk of biodegradable solids, with the conversion of organic carbon to methane forming an i

digestão anaeróbica : Degradação anaeróbica de matéria orgânica complexa em substâncias simples que incluem uma elevada proporção de produtos gasosos e solúveis; envolve uma quantidade variada de bactérias cujas vias metabólicas estão interligadas e ocorre em fundos bentónicos ludosos, no rúmen, em certos tipos de instalações de tratamento de esgotos, etc. O processo de digestão anaeróbica resulta numa considerável redução do volume de sólidos biodegradáveis, com a transformação do carbono orgânico em metano constitu

anaerob matsmältning: Den anaeroba nedbrytningen av komplexa organiska substanser till enkla substanser som innefattar en hög andel gasformiga och fasta produkter; processen innefattar många olika bakterier som har liknande metaboliska system, och sker i bentisk lera, i rumen hos idisslare, vissa typer av reningsverk osv. Anaerobiska processer (jäsning) resulterar i en stor reduktion av nedbrytningsbara fasta ämnen, där omvandlingen av organiskt kol till metan utgör en viktig del av kolcykeln. I avfallshantering (och

Was this helpful?
Βακτηρίδια προσαρμοσμένα να ζουν σε ένα αναερόβιο περιβάλλον και ικανά να χρησιμοποιούν την αποθηκευμένη ενέργεια διαφόρων χημικών συστατικών όπως τα διάφορα σουλφίδια.


anaerobic bacteria: Bacteria adapted to live in an anoxic environment, capable of utilising the potential energy of several reduced chemical compounds, such as various sulphides.

bactéria anaeróbica: Bactéria adaptada a viver num ambiente anóxico, capaz de utilizar a energia potencial de vários compostos químicos reduzidos, tais como vários sulfuretos.

anaeroba bakterier: Baterier som är anpassade till att leva i en syrefri miljö. De utnytjar the potentiella energi i flertalet reducerade kemiska ämnen, som till exempel sulfider.

Was this helpful?
Κύμα που επιστρέφει προς τα ανοιχτά της θάλασσας όταν προσκρούει σε μια πολύ απότομη ακτή, ένα φράγμα ή σε μια άλλη ανακλαστική επιφάνεια.


reflected wave: The wave that is returned seaward when a wave impinges upon a very steep beach, barrier, or other reflecting surface.

onda reflectida : A onda que é reenviada em direcção ao mar após chocar com um praia escarpada, barreira ou outra superfície reflectora.

reflekterad våg: Den våg som reflekteras ut mot havet när en våg träffar på ne brant strand, barriär eller annan reflekterande yta.

Was this helpful?
Η αναλογία αζώτου προς φώσφορο που βρίσκεται σε θαλάσσια περιβάλλοντα. Μια τυπική αναλογία 10:1 απαιτείται για την ανάπτυξη των κυττάρων του φυτοπλαγκτόν.


N/P ratios: The ratio of nitrogen to phosphorus found in marine environments. A typical 10:1 proportion is required for phytoplankton cells to grow.

rácio Azoto/Fósforo: O rácio de azoto para fósforo encontrado no meio ambiente marinho. Uma proporção típica de 10:1 é necessária para que as células de fitoplancton cresçam.

N/P kvot: Förhållandet mellankväve och fosfor. För att fytoplanktonceller ska växa krävs ett 10:1 förhållande.

Was this helpful?
Στατιστική μέθοδος για την σύγκριση ενός μεγάλου αριθμού δειγμάτων μεταξύ τους. Η μέθοδος χρησιμοποιείται για να διαπιστωθεί η ισότητα των μέσων όρων ομάδων δειγμάτων, εκτιμώντας την συμβολή διαφόρων πηγών διασποράς στην ολική διασπορά (F-test). Η μέθοδος ελέγχει αν τα δείγματα έχουν ληφθεί από πληθυσμούς που έχουν την ίδια κατανομή. Οι εκτιμήσεις αυτές βασίζονται στην ολική διασπορά εντός και μεταξύ των ομάδων δειγμάτων (μέθοδος ANOVA).


analysis of variance: A statistical analysis in which multisample comparisons are performed through partitioning of sources of the total variation. This procedure is used for evaluating the equality of means of a series of samples by testing if they are drawn from populations having the same distribution, through comparing the ratio (F-tests) of components of the total variation. These estimates are derived from the overall variance between and within all subsamples. Commonly referred to as ANOVA.

análise de variância : Análise estatística em que comparações de várias amostras são efectuadas através da separação de fontes da variação total. Este procedimento é utilizado para avaliar a igualdade de médias de uma série de amostras testando se foram retiradas de populações com a mesma distribuição, através da comparação da relação (Testes F) de componentes da variação total. Estas estimações derivam da variação total entre e dentro de todas as sub amostras. De modo geral chamada ANOVA .

variansanalys: A statistical analysis in which multisample comparisons are performed through partitioning of sources of the total variation. This procedure is used for evaluating the equality of means of a series of samples by testing if they are drawn from populations having the same distribution, through comparing the ratio (F-tests) of components of the total variation. These estimates are derived from the overall variance between and within all subsamples. Commonly referred to as ANOVA.

Was this helpful?
Μια τεχνική που χρησιμοποιείται για την αξιολόγηση και διαφοροποίηση μεταξύ των διαφόρων επενδυτικών προτάσεων.


cost-benefit analysis: A technique used to evaluate and distinguish between alternative investment proposals.

análise custo-benefício: Uma técnica utilizada para avaliar e distinguir entre propostas alternativas de investimento.

kostnads-nyttoanalys : Metod som används för att beräkna kostanden och skilja mellan olika investeringsförslag.

Was this helpful?
Ομάδα τεχνικών στην στατιστική γιά την ταυτόχρονη ανάλυση περισσοτέρων της μίας ανεξάρτητων μεταβλητών. Περιλαμβάνει την ανάλυση διακυμά- νσεων και συνδιακυμάνσεων, την παλινδρομική ανάλυση και την συσχέτιση.


multivariate analysis: In statistics a group of techniques for the simultaneous analysis of more than one independent variable, including analysis of variance and of covariance, regression and correlation methods.

análise multivariada : Em estatística um conjunto de técnicas para a análise simultânea de mais do que uma variável independente, incluindo a análise de variância (q.v.) e covariância, métodos de regressão e correlação.

multivariataanalys: Statistiska metoder för beskrivning, inte sällan grafisk, och analys av mångdimensionella datamängder. Inkluderar bl a ANOVA, regressinons- och korrelationsanalyser.

Was this helpful?
Μια μέθοδος στατιστικής ανάλυσης για τον καθορισμό των μεταβλητών που επεξηγούν την παρατηρούμενη διαφοροποίηση. Σε αυτή τη μέθοδο οι άξονες του πολυδιάστατου χώρου μετασχηματίζονται, ώστε ο πρώτος άξονας να εκφράζει τη μέγιστη ποσότητα διαφοροποίησης, ο δεύτερος άξονας εκφράζει τη μέγιστη υπολειπόμενη διαφοροποίηση κ.ο.κ.


principal component analysis: A statistical analysis method for determining the variables that explain the observed variation. In this method, the axes of multi-dimensional space are transformed so that the first axis explains the maximum amount of variance, the second axis explains the maximum remaining variance, and so forth.

análise dos componentes principais : Um método estatístico de análise para determinar as variáveis que explicam a variação observada. Neste método, os eixos do espaço multi-dimensional são transformados de modo a que o primeiro eixo mostre o valor máximo da variação, o segundo eixo mostre a variação máxima restante e assim por diante.

Principal Component Analysis: En statistisk analysmetod för att bestämma vilken variabel som är ansvarig för en observerad variation.

Was this helpful?
Μια πηγή η οποία μπορεί να επαναλειτουργήσει.


renewable resource: A resource which can be regenerated.

recurso renovável: Um recurso que pode ser regenerado.

förnyelsebar resurs: En resurs som kan återskapas.

Was this helpful?
Η περίοδος ανάμεσα στην εκκόλαψη και την πρώτη ωοτοκία μιας δεδομένης γενεάς ενός είδους.


breeding cycle: A period between hatching and the first spawning of a given generation.

ciclo de reprodução : O período entre a incobação e a primeira desova de uma dada geração.

fortplantningsomgång : Tid mellan födsel och fecunditet hos en kohort.

Was this helpful?
Λόγος της ποσότητας διοξειδίου του άνθρακα που εκπνέεται προς την ποσότητα οξυγόνου που καταναλώνεται στον ίδιο χρόνο.


respiratory quotient: Ratio of the amount of carbon dioxide expired and the amount of oxygen consumed during the same time period.

quociente respiratório : Razão entre a quantidade de dióxido de carbono expirado e a quantidade de oxigénio consumido no mesmo período de tempo.

respirations kvotient: Förhållandet mellan mängden utsläppt koldioxid och mängden konsumerat syre under samma tidsperiod.

Was this helpful?
(1) κυτταρική αναπνοή: η μεταβολική διεργασία σε φυτά και ζώα κατά την οποία οι οργανικές ουσίες διασπώνται σε απλούστερα παράγωγα απελευθερώνοντας ενέργεια. (2) φυσική αναπνοή: ανταλλαγή αερίων δια μέσου μιας αναπνευστικής επιφάνειας (π.χ. βράγχια).


respiration: (1) Cellular respiration: the metabolic process in plants and animals whereby organic substances are broken down to simpler products with the generation of energy. (2) Physical respiration: gas exchange across a respiratory surface (e.g. gills)

respiração : (1) Respiração celular: o processo metabólico nas plantas e animais em que substâncias orgânicas são degradadas em produtos mais simples com a produção de energia. (2) Respiração física : troca de gases através de uma superfície respiratória (e.g. guelras).

andning: (1) Sker i organismers celler och utgörs av de livsprocesser vilka producerar biologiskt användbar energi genom spjälkning av organiska molekyler under upptagande av syre och bildning av koldioxid. (2) Luft eller vatten passerar genom andningsorgan.

Was this helpful?
(1) Μεταβατική φάση στον κύκλο ζωής χαρακτηριζόμενη από την παρουσία ή εμφάνιση ειδικών μορφολογικών στοιχείων ή δομών. (2) Ενα στάδιο σε μία ανοδική σειρά κλίμακα. (3) Στάδιο κατά τη μετάβαση από μια κατώτερη σε μια ανώτερη μορφή οργάνωσης.


developmental stage: (1) An intermediate form in the life cycle characterized by the presence or appearance of specific morphological elements or structures. (2) A ranking within an ascending line. (3) A stage in the transition from lower to higher organisational structures.

estádio de desenvolvimento : (1) Um fase intermédia no ciclo de vida caracterizada pela presença ou aparecimento de elementos ou estruturas morfológicas específicas. (2) Uma posição numa linha ascendente. (3) Uma etapa na transição de uma estrutura organizacional inferior para uma superior.

utvecklingsstadie: (1) En intermediär form i livscykeln som karakteriseras genom närvaron eller företeelsen av specifika morfologiska beståndsdel eller strukturer. (2) Rangorning inom ett stigande line. (3) Ett stadie i övergången från lägre till högre organisationsnivåer.

Was this helpful?
Αρσενικές φυλετικές (σεξουαλικές) ορμόνες των σπονδυλωτών. Πρόκειται για στεροειδείς ορμόνες, οι οποίες προάγουν τα αρσενικά δευτερογενή χαρακτηριστικά. Σημαντικά παραδείγματα αποτελούν οι τεστοστερόνες και οι λιγότερο ενεργές ανδροστερόνες.


androgens: Male sex hormones in vertebrates; hormones of steroid nature, which promote male secondary sexual characteristics; important examples are testosterones and the less active androsterones.

androgénos : Hormonas sexuais masculinas nos vertebrados; hormonas de natureza esteróide, que estimulam características sexuais secundárias masculinas; exemplos importantes são as testosteronas e as menos activas androesteronas.

androgener: Manliga könshormoner hos vertebrater; hormoner som har steroid egenskaper, som bidrar till utvecklingen av sekundära manliga könsegenskaper; viktiga exempel är testosteroner och de mindre aktiva androsteroner

Was this helpful?
Η επίδραση του ανέμου να δημιουργεί υπερβολική διείσδυση ψύχους ιδίως στα φυτά.


windchill: The effect of the wind in causing excessive cold penetration especially into plants.

windchill: O efeito do vento ao causar uma excessiva penetração do frio especialmente nas plantas.

vindkylning: Genomträngande kyla till följd av vind, speciellt för växter.

Was this helpful?
Ταχεία και εντοπισμένη αύξηση ενός ή περισσοτέρων πλαγκτονικών ειδών. Η αύξηση αυτή παρατηρείται συνήθως την ανοιξη ή το φθινόπωρο και προκαλεί μεγάλες εποχιακές συγκεντρώσεις αυτών των οργανισμών, οι οποίοι κυριαρχούν στην βιοκοινότητα. Μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα τον χρωματισμό του νερού. Η άνθιση του φυτοπλαγκτού μπορεί να συνοδεύεται από απελευθέρωση τοξινών (π.χ. άνθιση των δινομαστιγωτών Gymnodinium).


bloom: Rapid and localized increase of one or more planktonic species, often in spring or autumn, causing large temporary concentrations of these organisms to dominate the community; can result in discoloured waters (red tides). Phytoplankton (algal) blooms may be associated with the release of toxins (e.g. blooms of the dinoflagellate Gymnodinium).

bloom : Aumento rápido e localizado de uma ou mais espécies planctónicas, frequentemente na Primavera ou Outono, originando grandes concentrações temporárias destes organismos que passam a dominar a comunidade; pode resultar em águas descoloradas (marés vermelhas). Os blooms de fitoplâncton (algas) podem estar associados à libertação de toxinas (e.g. blooms de dinoflagelados Gymnodinium).

blomning: En snabb, lokal ökning av en eller flera planktoniska arter, oftast under våren och hösten, som orsakar tillfälligt höga koncentrationer av dessa organismer och påföljande dominans av planktonsamhället. Detta kan resultera i missfärgat vatten (ex. röd blomning). Algblomningar kan leda till frisättande av toxiner (som i t.ex. fallet med dinoflagellaten Gymnodinium)

Was this helpful?
Ταχεία και εντοπισμένη αύξηση ενός ή περισσοτέρων πλαγκτονικών ειδών. Η αύξηση αυτή παρατηρείται συνήθως την ανοιξη ή το φθινόπωρο και προκαλεί μεγάλες εποχιακές συγκεντρώσεις αυτών των οργανισμών, οι οποίοι κυριαρχούν στην βιοκοινότητα. Μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα τον χρωματισμό του νερού. Η άνθιση του φυτοπλαγκτού μπορεί να συνοδεύεται από απελευθέρωση τοξινών (π.χ. άνθιση των δινομαστιγωτών Gymnodinium)


dinoflagellate bloom: Rapid and localized increase of planktonic species, often in spring or autumn, can cause large temporary concentrations of these organisms to dominate the community and result in discoloured waters (red tides). Phytoplankton (algal) blooms may be associated with the release of toxins (e.g. blooms of the dinoflagellate Gymnodinium).

bloom dinoflagelados : Aumento rápido e localizado de uma ou mais espécies planctónicas, frequentemente na Primavera ou Outono, originando grandes concentrações temporárias destes organismos que passam a dominar a comunidade; pode resultar em águas descoloradas (marés vermelhas). Os blooms de fitoplâncton (algas) podem estar associados à libertação de toxinas (e.g. blooms de dinoflagelados Gymnodinium).

dinoflaggelatblomning: Hastig och lokal ökning av mängden planktonalger eller bakterier i hav, sjöar och andra vattensamlingar. Sker vanligtvis på hösten eller våren och kan orsaka i stora blomningar där dessa organismer dominerar samhället. Algblomningar kan förknippas med frigörandet av toxiska substanser (när dinoflaggelaten Gymnodioum blommar).

Was this helpful?
(CaCΟ3) Ορυκτό που βρίσκεται κυρίως σε δύο τύπους, ως ασβεστίτης και αραγωνίτης. Σχηματίζονται από ανόργανα ιζήματα ή βιολογικές εκκρίσεις που σχηματίζουν τα ασβεστούχα μέρη οργανισμών. Ο αραγωνίτης είναι περισσότερο ανθεκτικός στις πιέσεις και για το λόγο αυτό αποτελεί συστατικό των οστράκων πολλών οργανισμών.


calcium carbonate: (CaCO3). A mineral found in two main forms, calcite and aragonite; they can form as inorganic precipitates or as biological secretions in the calcified parts of organisms. Aragonite is capable of withstanding greater degrees of pressure than calcite and hence the shells of many organisms are made of this compound.

Carbonato de cálcio : (CaCo3) Um mineral encontrado em duas formas principais, calcite e aragonite; podem formar-se como precipitados inorgânicos ou como secreções biológicas nas partes calcificadas dos organismos. A aragonite pode suportar maiores pressões do que a calcite e por isso as conchas de muitos organismos são feitas deste composto.

kalciumkarbonat: (CaCO3) Mineral som finns i två huvudformer, kalkspat och aragonit; de kan bildas som inorganiska fällningar eller som biologiska utsöndringar i kalcifierade delar av organismer. Aragonit har förmågan att tåla mer tryck än kalkspat och följaktligen så är skalen hos många organismer gjorda av denna förening.

Was this helpful?
Αποτέλεσμα των ανθρώπινων δραστηριοτήτων.


anthropogenic: Caused as a result of human activities.

antropogénico: Com origem na actividade humana.

antropogen: Av människan eller mänskliga handlingar framställd eller förorsakad

Was this helpful?
Στην παραλιακή ορολογία η σχετικά επίπεδη ζώνη μεταβλητού πλάτους, εκτεινόμενη από την ζώνη θραύσης των κυμάτων έως το όριο της υφαλοκρηπίδας. (2) H κατεύθυνση από την ακτή προς την θάλασσα.


offshore: (1) In beach terminology, the comparatively flat zone of variable width, extending from the breaker zone to the seaward edge of the continental shelf. (2.) The seaward direction from the shore.

largo / mar alto : (1) Em terminologia de praia, a zona relativamente plana de largura variável, que se estende da zona de rebentação para o lado do mar até à margem da plataforma continental. (2) A direcção para o mar a partir da costa.

utanför kusten: (1) Den jämförelsevis platta zonen av varierande bredd som sträcker sig från vågbrytarzonen till kontinentalbranten. (2) Riktningnen från stranden ut mot havet.

Was this helpful?
Ανεπάρκεια οξυγόνου στα κύτταρα του αίματος ή στους ιστούς του σώματος, σε βαθμό ώστε να προκαλεί φυσιολογικές και ψυχολογικές διαταραχές. Η ανοξία οφείλεται είτε σε έλλειψη οξυγόνου στο μέσον είτε σε αδυναμία του σωματικού ιστού να απορροφήσει οξυγόνο όταν η μερική του πίεση είναι χαμηλή. Βλ. υποξία.


anoxia: Oxygen deficiency in the blood cells or tissues of the body in such degree as to cause psychological and physiological disturbances. Anoxia may result from a scarcity of oxygen in the medium or from an inability of the body tissue to absorb oxygen under conditions of low ambient pressure.

anoxia : Falta de oxigénio nas células sanguíneas ou tecidos do corpo em tal grau que causa distúrbios psicológicos e fisiológicos. A anoxia pode resultar de uma escassez de oxigénio no meio ou de uma incapacidade do tecido do corpo de absorver oxigénio sob condições de baixa pressão ambiente; cf. hipoxia.

anoxi: Syrebrist i blodcellerna eller kroppsvävnad på en nivå som kan skapa psykologiska och fysiologiska störningar. Anoxia kan resultera genom brist på syre i omgivningen eller från en oförmåga av kroppsvävnaden att absorbera syre när det omgivande lufttrycket är lågt.

Was this helpful?
Χωρίς οξυγόνο.


anoxic: Devoid of oxygen.

anóxico : Livre de oxigénio

anoxisk: Syrefri.

Was this helpful?
Περιοχή με έλλειψη οξυγόνου.


anoxic zone: Area devoid of oxygen.

zona anóxica: Área livre de oxigénio.

anoxisk zon: Syrefrit område.

Was this helpful?
Μαλακό υπόστρωμα που χαρακτηρίζεται από έλλειψη μοριακού οξυγόνου.


anoxic substratum: A sedimentary habitat devoid of molecular oxygen.

substracto anóxico: Habitat sedimentar livre de oxigénio molecular.

anoxiskt substrat: Syrefri sedimentärt habitat.

Was this helpful?
Χημικές ενώσεις που δεν περιέχουν άνθρακα με εξαίρεση τις ανθρακικές, κυανιούχες και κυανικές ουσίες.


inorganic: Chemical compounds not containing carbon as the principal element, with the exception of carbonates, cyanides and cyanates.

inorgânico : Compostos químicos que não contêm carbono como elemento principal, com excepção dos carbonatos, cianidos e cianatos.

oorganisk: Kemisk förening som inte innehåller kol, med undantag för karbider, karbonater, cyanider, cyanater.

Was this helpful?
Ορος χρησιμοποιούμενος σε μονάδες ανακύκλωσης και ενυδρεία για την περιγραφή της διάσπασης της οργανικής ύλης στα ανόργανα συστατικά της, π.χ. αμμωνιοποίηση όπου η οργανική ύλη αποσυντίθεται σε αμμωνία.


mineralization: Term used in recirculation units and aquaria to describe the breakdown of organic matter to its inorganic constituents, e.g. ammonification where the organic matter decomposes to ammonia.

mineralização : Termo usado nas unidades de recirculação e aquários para descrever a decomposição da matéria orgância nos seus constituintes inorgânicos, e.g. amonificação onde a matéria orgânica se decompõe em amónia.

mineralisering: Process i naturen där organiskt material, främst döda växter, svampar, alger och djur, omvandlas till framför allt oorganiska molekyler.

Was this helpful?
Η ικανότητα ενός οργανισμού τα αντέχει μεγάλες ή αυξανόμενες δόσεις ενός φαρμάκου.


tolerance: The power of enduring large or increasing doses of a drug.

tolerância : A capacidade de suportar grandes ou acrescidas doses de uma droga.

tolerans: Förmågan att uthärda stora eller ökande doser av en drog.

Was this helpful?
(1) Σύμφωνα με τον αρχικό ορισμό κάθε μικροβιακό παράγωγο, το οποίο σε χαμηλές συγκεντρώσεις (της τάξεως μg/ml), αναστέλλει ή σκοτώνει (ευάλωτους) μικροοργανισμούς. (2) Σήμερα, ο όρος "αντιβιοτικό" χρησιμοποιείται γενικά για ημι-συνθετικές ή πλήρως συνθετικές αντιμικροβιακές ενώσεις, οι οποίες είναι αποτελεσματικες σε χαμηλές συγκεντρώσεις. Στην ιχθυοκαλλιέργεια τα αντιβιοτικά χρησιμοποιούνται ως χημειοθεραπευτικοί παράγοντες. Περιστασιακά, ορισμένα αντιβιοτικά χρησιμοποιούνται για μη-θεραπευτ


antibiotic: (1) Originally, any microbial product which, in low concentrations (of the order of µg/ml), can inhibit or kill (susceptible) microorganisms. (2) Currently, antibiotic is generally used to refer to natural semi-synthetic and wholly synthetic anti- microbial compounds which are effective at low concentrations. In aquaculture antibiotics are usually administered as chemotherapeutic agents; in nature many or all antibiotics may have important ecological roles. Within the microorganism a gi

antibiótico : (1) Originalmente, qualquer produto microbiótico que, em baixas concentrações (à ordem das µg/ml), podem inibir ou matar (é susceptível de) microorganismos. (2) Presentemente, o termo "antibiótico" é geralmente utilizado para referir componentes anti-microbianos naturais semi-sintéticos e totalmente sintéticos que são eficientes a baixas concentrações. Em aquacultura os antibióticos são normalmente administrados como agentes quimioterapêuticos; na natureza muitos ou todos os antibióticos p

antibiotika: Generell benämning som används för att beskriva en grupp föreningar (beläggningar eller målarfärger), som ofta innehåller metaller, som aplliceras på föremål och utrustning för att hindra djur, t.ex. havstulpaner, och alger att växa på dem; tributylten TBT är en vanlig förening som används på båtbottnar med denna syfte. Fast dessa föreningar har använts vid många situationer i akvatiska miljöer, så har man börjat reglera deras användning inom akvakultur på grund av skadliga effekter på mollusk

Was this helpful?
Ελλάσσονες μεταβλητές στην ειδίκευση των αντιγόνων ενός στελέχους ή τύπου μικροοργανισμών, οι οποίες εμφανίζονται κατά την διάρκεια μιας μακράς χρονικής περιόδου.


antigenic drift: In a given species, strain or type of microorganism, minor changes in antigenic specificity in a strain or types of microorganisms which occur over an extended period of time (i.e. years). Other terms often used include immunological drift, shift in antigens, variation of antigens.

detritos antigénicos : Pequenas alterações na especificidade antigénica que ocorrem, numa determinada espécie, raça ou tipo de microorganismo, ao longo de um período de tempo prolongado (i.e. anos). Outros termos utilizados com frequência incluem detritos imunológicos, mudança nos antigénes, variação dos antigénes.

antigenskifte: Små förändringar på antigenspecificitet som sker under en läng tidsperiod inom en art, grupp eller mikroorganismstam. Andra benämningar inkluderar immunologisk drift.

Was this helpful?
Η απόκριση σε ένα ερέθισμα.


reaction: A response to a stimulus.

reacção: A resposta a um estímulo.

reaktion: En respons på ett stimuli.

Was this helpful?
Ενα επιλεγμένο δείγμα ή άτομο (ολότυπος, λεκτότυπος, νεότυπος) ή ένα δείγμα από μία σειρά δειγμάτων (σύντυπος) που θεωρείται αντιπροσωπευτικός τύπος ενός είδους ή υποείδους.


type specimen: A designated specimen or individual (holotype, lectotype, neotype) or one of a series of specimens (syntype) that is the type of a species or subspecies.

espécime tipo : Um dado espécime ou indivíduo (holótipo, neótipo) ou um de uma série de espécimes (síntipo) que é o tipo de uma espécie ou subespécie.

typexemplar: Det eller de exemplar som beskrivningen av en för vetenskapen ny organismart baseras på och som tjänar som referens för arten.

Was this helpful?
Η ένταση του φωτός στο βάθος αντιστάθμισης.


compensation light intensity: The light intensity at compensation depth.

intensidade luminosa de compensação : A intensidade da luz à profundidade de compensação.

kompensations ljusintensitet: Ljusintensiteten vid kompensationsdjupet.

Was this helpful?
Διεργασία με την οποία τα φυλετικά χαρακτηριστικά του ψαριού αλλάζουν. Συνήθως η αλλαγή αυτή προκαλείται με την βοήθεια ορμονών. Τα παραγόμενα ψάρια που είναι φαινοτυπικά ενός φύλου αλλά γενετικά του αντιθέτου φύλου.


sex reversal: Process by which the sexual characteristics of fish are changed, usually through sex hormones. This produces fish which are phenotypically of one sex yet genetically of the other.

reversão sexual: Processo pelo qual as características sexuais dos peixes são alteradas, normalmente através de hormonas sexuais. Este fenómeno produz peixes que são fenotipicamente de um sexo, embora geneticamente sejam de outro.

könsändring: Process som innebär förändring av sexuella karaktärer hos t.ex. fiskar, vanligen genom tillsättning av hormoner. Resultatet blir en individ med en fenotyp av ett kön och en genotyp av det andra könet.

Was this helpful?
Η ταυτόχρονη διεκδίκηση από δύο ή περισσότερα άτομα ή είδη, ενός κοινού βασικ- ού πόρου, ο οποίος είναι πράγματι ή εν δυνάμει περιορισμένος (Ανταγωνιστική νομή), ή η επιβλαβής αλληλεπίδραση μεταξύ δύο ή περισσοτέρων οργαν- ισμών ή ειδών που αναζητούν ένα κοινό πόρο ο οποίος δεν είναι περιορισμένος (Ανταγωνιστική παρενόχληση).


competition: The simultaneous demand by two or more organisms or species for an essential common resource that is actually or potentially in limited supply (exploitation competition), or the detrimental interaction between two or more organisms or species seeking a common resource that is not limited (interference competition).

competição : A reivindicação simultânea, por parte de dois ou mais organismos ou espécies, de um recurso comum essencial que está efectivamente ou potencialmente em abastecimento limitado (competição pela utilização), ou a interacção prejudicial entre dois ou mais organismos ou espécies que procuram um recurso comum que não está limitado (competição de intervenção).

konkurrens: Samtidig krav av två eller fler organismer (eller arter) för en viktig gemensam resurs som är i själva verket (eller möjligtvis) i begränsad tillgång (exploativ konkurrens). Eller så är det den skadliga interaktionen mellan två eller fler organismer (eller arter) som söker efter en gemensam resurs vars tillgång inte är begränsad.

Was this helpful?
Αναφέρεται σε μια κατάσταση όπου δύο ή περισσότεροι παράγοντες παράγουν μικρότερο αποτέλεσμα, απ ότι προβλέπεται από το άθροισμα των αποτελεσμάτων τους (το αντίθετο του συνεργατισμού).


antagonism: Refers to a condition wherein two or more agents produce a lesser effect than would be predicted from the sum of the individual effects. Ant. synergism.

antagonismo : Refere-se a uma condição em que dois ou mais agentes produzem menos efeito do que estaria previsto da soma dos efeitos individuais. Ant. sinergismo.

antagonism: Syftar på ett tillstånd vari två eller fler ämnen producerar en mindre effekt än det som förväntas utifrån summan av deras individuella effekter. Ant. synergism.

Was this helpful?
Η διεύρυνση του εύρους του ενδιαιτήματος και των τροφικών προτιμήσεων, που οφείλεται στην μείωση της έντασης του διαειδικού ανταγωνισμού.


competitive release: Expansion of the habitat range and food preferences caused by a reduction in intensity of interspecific competition.

liberdade competitiva : Expansão da amplitude do habitat e preferências alimentares provocada por uma redução na intensidade da competição interespecífica.

konkurensfri: Utbredningen av habitat och födopreferenser som orsakas av en minskad intensitet i interspecifikt konkurrens.

Was this helpful?
Συνυπάρχουσες ομάδες ειδών, τα όρια κατανομής των οποίων προσδιορίζονται από τον ανταγωνισμό για τον χώρο ή τους φυσικούς πόρους.


competitive association: Coexisting groups of species, the distributional boundaries of which are determined by competition for space or resources.

associação competitiva : Coexistência de grupos de espécies, em que os limites de distribuição são determinados pela competição pelo espaço ou recursos.

konkurerande samhälle: Samexisterande arter, vars utbredning bestäms av konkurrensen för utrymme eller resurser.

Was this helpful?
Ο αποκλεισμός ενός είδους από ένα άλλο όταν ανταγωνίζονται για έναν κοινό πόρο, η προσφορά του οποίου είναι περιορισμένη.


competitive exclusion: The exclusion of one species by another when they compete for a common resource that is in limited supply.

exclusão competitiva : A exclusão de uma espécie por outra quando ambas competem por um recurso comum que é limitado.

utkonkurens: Uteslutning av en art när den konkurrerar med en annan art för en gemensam resurs vars tillgång är begränsad.

Was this helpful?
Η περιοχή σημαντικών αναβλύσεων κοντά στην Ανταρκτική όπου επιφανειακά νερά κινούμενα ΒΑ γύρω από το Νότιο Πόλο αντικαθίστανται από νερά από ενδιάμεσα βάθη.


Antarctic divergence: The area of massive upwelling near Antarctica where surface water drifting NE in the Antarctic Circumpolar current is replaced by water from intermediate depths.

Divergência Antártica : A área de upwelling perto da Antártida onde a água superfícial que se dirige para NE através da corrente Circumpolar Antártica é substituída por água de profundidades intermédias.

Antarktiska divergensen: Område nära Antarktis där massivt uppvällning sker.

Was this helpful?
Η περιοχή των Ωκεανών στην οποία κρύα επιφανειακά ρεύματα νερού τα οποία κινούνται ΒΑ συναντούν θερμά ρεύματα που κινούνται ΝΑ (συνήθως, Β500– 600 Ν) με αποτέλεσμα την βύθιση των πρώτων κάτω από τα θερμά ρεύματα.


Antarctic convergence: That region of the oceans of the southern hemisphere (N500 – 600 S) where cold Antarctic surface water moving NE meets and sinks below warmer water moving south-east.

Convergência Antártica: Área dos oceanos onde a água fria Antártica de superfície que se move para NE encontra e se afunda por baixo da água quente que se move para sudeste (normalmente, N500 - 600 S).

Antarktiska konvergensen: Region i den södra hemisfären där kall, nordgående Antarktiskt ytvatten sjunker under varmare, södergående vattenmassor.

Was this helpful?
Ένα μεγάλο, κρύο, επιφανειακό ρεύμα το οποίο κινείται ανατολικά στον Νότιο Ωκεανό , γύρω από το Νότιο Πόλο.


Antarctic cirumpolar current: A major cold surface current that flows eastwards through the Southern Ocean around the Antarctic pole.

Corrente Antártica Circumpolar : Importante corrente fria de superfície que circula para Este no hemisfério sul em redor do circulo polar Antártico.

Antarktiska cirkumpolarströmmen: Kall, östgående ytström som strömmar runt Antarktis.

Was this helpful?
Αναφερόμενη σε ιδιαίτερα κρύες ή ψυχρές περιοχές του νοτίου ημισφαιρίου.


antiboreal: Pertaining to cool or cold temperate regions of the southern hemisphere; austral; notalian.

antiboreal: Pertencente às regiões frias ou temperadas do hemisfério sul; austral.

antiboreal: Hänför sig till de tempererade regioner på södra hemisfären.

Was this helpful?
Η φυσική ικανότητα ενός οργανισμού να αντέχει τις επιδράσεις διαφόρων φυσικών, χημικών και βιολογικών παραγόντων , χωρίς να εξασθενεί.


resistance: The natural ability of an organism to withstand the effects of various physical, chemical, and biological agents which might otherwise act to debilitate the organism.

resistência : A capacidade natural de um organismo de se opôr aos efeitos potencialmente debilitadores de vários agentes físicos, químicos e biológicos.

motstånd: En organisms naturliga förmåga att motstå fysiska, keniska och biologiska faktorer som annars skulle försvaga dess hälsa.

Was this helpful?
Iκανότητα επιβίωσης ενός οργανισμού που εκτίθεται σε θερμοκρασίες κάτω από 00C.


cold resistance: The ability to survive exposure to temperatures below 00C.

resistência ao frio : A capacidade de sobrevivência a exposição de temperaturas inferiores a 00 C

köldtålig: Förmågan att överleva exponering till temperaturer under 0 grader.

Was this helpful?
Αναφέρεται στα αναπτυξιακά στάδια ενός οργανισμού πριν από την γεννητική ωριμότητα.


immature: The developmental stages of an organism preceding the attainment of sexual maturity.

imaturo : O estado de desenvolvimento de um organismo antes de atingir a maturidade sexual.

omogen: Utvecklingsstadium hos organismer som föregår könsmognaden.

Was this helpful?
Η καθαρή προς τα άνω δύναμη που ασκείται σε ένα αντικείμενο ή τμήμα υγρού και η οποία οφείλεται στην διαφορά πυκνότητας του αντικειμένου και του υγρού. Ποσοτικά είναι ίση με το βάρος του υγρού που εκτοπίζει το αντικείμενο.


buoyancy: The net upward force exerted on an object or parcel of fluid due to the difference in density between it and the surrounding fluid; quantitatively equal to the weight of the water displaced by the object.

flutuabilidade : A força ascendente exercida sobre um objecto ou parte de um fluido devido à diferença de densidade entre este e o fluido envolvente; quantitativamente é igual ao peso da água deslocada pelo objecto.

flytförmåga: Uppåtriktad kraft som utövas på ett föremål eller vattenmassa på grund av skillnaden i densitet mellan den och den omgivande vätskan; kvantitativt lika med vikten på vattenmassan som trängs undan av föremålet.

Was this helpful?
Η ποσότητα διαλελυμένου στο νερό οξυγόνου που είναι απαραί- τητη γιά την επιβιώνει και γιά την άριστη ανάπτυξη ενός οργανισμού.


oxygen requirements: The amount of oxygen which is necessary for life and for the optimal development of an organism.

necessidades de oxigénio: O volume de oxigénio que é necessário para a vida e desenvolvimento óptimo de um organismo.

syre behov: Den mängd syre som behövs för att en organsim ska kunna leva och utvecklas optimalt.

Was this helpful?
Η απομάκρυνση των ασβεστού- χων αλάτων. (1) Χρησιμοποιείται κατά τη διαδικα- σία παραγωγής ιστολογικών παρασκευασμάτων. (2) Εφαρμόζεται στην παροχή νερού στις εγκατα- στάσεις υδατοκαλλιέργειας.


decalcify: To remove calcium salts. (1) Used in the processing of histological preparations. (2) Applied to the intake water of aquaculture facilities.

descalcificar : Remoção dos sais de cálcio. (1) Utilizado no processamento de preparações histológicas. (2) Aplicada à entrada de água de instalações aquícolas.

avkalka: Att avlägsna kalciumsalter (1) Används när man fixerar vävnadsmaterial (2) Process som appliceras på intagsvattnet hos akvakultursfaciliteter.

Was this helpful?
Είδος που απειλείται με εξαφάνιση.


endangered species: A species threatened with extinction.

espécie em perigo : Uma espécie ameaçada de extinção.

hotade arter: Art som hotas av utrotning.

Was this helpful?
Η αποβολή αποβλήτων υλικών.


excretion: The process of discharging waste matter.

excreção: O processo de descarga de desperdícios.

exkretion: Utsöndring av avfallsprodukter (exkret).

Was this helpful?
Αφόδευση


egestion: Defaecation

evacuação: Defecação.

egestion: Defekering

Was this helpful?
Η μεταβολική αποδόμηση της οργανικής ύλης σε απλές οργανικές και ανόργανες ενώσεις. Συνοδεύεται από έκλυση ενέργειας.


decomposition: The degradation of organic matter into simple organic and inorganic compounds, with consequent liberation of energy.

decomposição : A degradação de matéria orgânica em compostos orgânicos e inorgânicos simples, com a consequente libertação de energia.

nedbrytning: Omvandlingen av organisk material till enkla organiska och inorganiska föreningar, med frigörelsen av energi som följd.

Was this helpful?
Οργανισμός που τρέφεται διασπώντας οργανική ύλη.


decomposer: Any organism that feeds by degrading organic matter.

decompositor : Qualquer organismo que se alimenta degradando matéria orgânica.

nedbrytare: Varje organism som livnär sig genom nedbrytning av organiskt material.

Was this helpful?
Ορος χρησιμοποιούμενος για κάθε τύπο αποβαλλόμενου υλικού. Στην υδατο- καλλιέργεια συχνά αναφέρεται στο νερό που εκρέει από μιά μονάδα.


waste: This term is used to describe any type of discarded material. In aquaculture, it usually refers to the effluent water that emanates from a farm unit.

desperdícios : Este termo é utilizado para descrever qualquer tipo de material rejeitado. Em aquacultura refere-se à água de efluente das instalações.

avfall: Allmän term för förkastat eller kasserat material. Inom jordbruket menas ofta det utsläppsvatten som härrör från odlingar och gård.

Was this helpful?
Μικρά ψήγματα άμμου και άνθρακα με μεγάλη περιεκτικότητα σε μέταλλα και τα οποία είναι τα κατάλοιπα των διαδικασιών εξόρυξης άνθρακα.


colliery waste: Small fragments of shale, sandstone and coal having a high metal content from coal mining operations, dumped as wastes.

desperdícios de minas de carvão: Pequenos fragmentos de argila xistosa, grés e carvão contendem elevado teor de metal resultante da actividade das minas de carvão, eliminados como desperdícios.

gruvavfall: Små fragment av skiffer, sandsten och kol som innehåller höga metalhalter, och bildas vid olika gruvverksamheter.

Was this helpful?
Απόβλητα που προέρχονται από σταθμούς καύσης άνθρακα και αποτελούνται από καμένο άνθρακα και ψιλή σκόνη.


fly ash: Waste material from coal-fired power stations consisting of lumps of partly-burnt coal and very fine powder.

cinza volante : Desperdício das centrais de carvão consistindo em pedaços de carvão parcialmente queimados e de pó muito fino.

flygaska: Avfall från koldrivna kraftverk, bestående av delvis eldade kolklumpar och väldigt finkornig puder.

Was this helpful?
(1) Κάθε ρεύμα στα ανοιχτά. 2) Κάθε ρεύμα που ρέει προς τα ανοιχτά.


offshore current: (1) Any offshore current. (2) Any current flowing away from the shore.

corrente offshore : (1) Qualquer corrente de largo. (2) Qualquer corrente que se afasta da costa.

frånlands ström: (1) En ström utanför stranden (2) En ström som flyter från stranden.

Was this helpful?
Ανεμος ο οποίος πνέει από την ξηρά προς την θάλασσα στην παράκτια περιοχή.


offshore wind: A wind blowing seaward from the land in the coastal area.

vento offshore : Nas áreas costeiras o vento que sopra, a partir de terra, no sentido do mar.

frånlands vind: En vind som blåser från land ut mot havet i ett kustområde.

Was this helpful?
Παλίρροιες ελλατούμενης έντασης οι οποίες εμφανίζονται κατά την περίοδο στην οποία η Σελήνη βρίσκεται στο μέγιστο της απόστασης της από την Γη.


Apogean tides: The tides of decreasing amplitude occurring at the time the moon is furthest from the earth.

marés mortas: Marés de amplitude reduzida que ocorrem na altura em que a Lua se encontra mais afastada da Terra.

apogeiskt tidvatten: Tidvatten med minskad amplitud som sker då månen är som längst från jorden.

Was this helpful?
Η μετακίνηση ενός ατόμου ή ομάδας έξω από μια περιοχή ή πληθυσμό.


emigration: (1) The movement of an individual or group out of an area or population. (2) Active movement of cells in response to a stimulus, e.g., macrophages.

emigração : (1) O movimento de um indivíduo ou grupo para fora de uma área ou população. (2) Movimento activo das células em resposta a um estímulo, e.g., macrófagos (q.v.).

emigration: (1) Förtflyttning av en individ eller grupp ur ett område eller en population (2) Aktiv rörelse av celler i respons till en stimuli, t.ex makrofager (q.v.).

Was this helpful?
Ωκεάνιος κυματισμός με μεγάλο μήκος και πλατος κύματος. Το ύψος των κυμάτων σε ρηχά νερά είναι σημαντικό, χωρίς ωστόσο να φθάνει το ύψος ( και την επικινδυνότητα) των blind rollers. Ωκεάνεια φουσκοθαλασσιά. καθώς υψώνεται σε σημαντικό ύψος στα ρηχά νερά, χωρίς ωστόσο να φθάνει στο ύψος ή να είναι τόσο επικίνδυνη, όσο τα περιστρεφόμενα διογκούμενα κύματα (blind rollers).


ground swell: A long, high ocean swell; also used to describe a swell as it rises to a discernible height in shallow water (not usually as high or as dangerous as blind rollers).

vaga: Vaga oceânica alta e larga; termo também utilizado para descrever uma onda à medida que sobe até uma altura perceptível em águas baixas (normalmente não tão altas ou perigosas como as ondas que formam um tubo).

grunddyning: Lång och hög dyning; används också för att beskriva en dyning medan den stiger till en urskiljbar höjd i grund vatten.

Was this helpful?
Η διαδικασία κατά την οποία μια χημική ουσία ή ένα στοιχείο εναποτίθεται στο περιβάλλον ή στον ιστό ενός οργανισμού


accumulation: A process whereby a chemical or element is concentrated in the environment or the tissue of an organism.

acumulação: Processo em que um químico ou elemento está concentrado no ambiente ou no tecido de um organismo.

ackumulering: Process varigenom en kemikalie eller ämne koncentreras i miljön eller vävnaden hos en organism.

Was this helpful?
(1) Η εμφάνιση ανόμοιων χαρακτήρων ή γνωρισμάτων σε συγγενείς οργανισμούς. Απο- κλίνουσα εξέλιξη. (2) Ζώνη ωκεάνιας ανάβλυσης (up-welling), όπου νερό ανέρχεται από βαθειά στρώματα και απλώνεται στην επιφάνεια, όπως π.χ. στην απόκλιση της Ανταρκτικής (πρβ. σύγκλιση).


divergence: (1) The acquisition of dissimilar characters or traits by related organisms; divergent evolution. (2) A zone of oceanic upwelling where deep water rises and spreads out over the surface, as in the Antarctic divergence.

divergência : (1) A aquisição de caracteres ou características diferentes por organismos relacionados; evolução divergente. (2) uma zona de upwelling oceânico onde a água do fundo sobe e se propaga à superfície, como na divergência Antártica; cf. convergência.

divergens: (1) Utvecklingen av olika karaktärer eller egenskaper hos närbesläktade organismer; divergerande evolution. (2) Oceaniska uppvällningszoner där djupt vatten stiger och sprider ut sig på ytan, as in the Antarctic divergence; jfr. konvergens.

Was this helpful?
Η βιοχημική αναγωγή των νιτρικών, μέσω νιτρωδών, προς μοριακό (αέριο) άζωτο και διοξείδιο του άνθρακα. Η διεργασία αυτή είναι αποτελεσματικότερη σε περιβάλλοντα με μειωμένο οξυγόνο (π.χ. κάτω από 0.5 mg/L). Τα βακτήρια που συμμετέχουν σ αυτή τη διεργασία ονομάζονται γενικά απονιτροποιά. Στην υδατο- καλλιέργεια η απονίτρωση αποτελεί απαραίτητη διαδικασία για την διαχείριση ανακυκλωνομένων συστημάτων με μικρή ή μηδενική ανανέωση του νερού, οφειλόμενη στην ταχεία συσσώρευση νιτρι- κών από τη


denitrification: The biochemical reduction of nitrate via the intermediate nitrite to molecular (gaseous) nitrogen and carbon dioxide through microbiological activity. This process occurs most efficiently in oxygen-deficient environments (e.g. below 0.5 mg/L). The bacterial groups involved are generally called denitrifiers. In aquaculture, denitrification becomes a necessary treatment process in recycling systems with little or no water exchange because of the rapid nitrate accumultion derived from effective bio

desnitrificação : A redução bioquímica de nitratos via nitritos para azoto molecular (gasoso) e dióxido de carbono através de actividade microbiológica. Este processo ocorre mais eficientemente em ambientes pobres em oxigénio (e.g. abaixo de 0,5 mg/l). Os grupos de bactérias envolvidas são geralmente chamadas desnitrificadoras. Em aquacultura, a desnitrificação torna-se um processo de tratamento necessário em sistemas onde a água é reciclada devido à rápida acumulação de nitratos derivada da efectiva nitrificaçã

denitrifikation: Sönderfall av oxiderade kväveföreningar (nitrat, NO-3r, eller nitrit, NO-2q) under bildande av kvävgas (N2), kväveoxid (NO) eller dikväveoxid (N2O). Denna process är mest effektiv i syrefria miljöer (t.ex under 0.5 mg/L). Bakterierna som är inblandade i processen kallas för denitrifierare. Denitrifiering kan användas inom akvakultur för att In aquaculture, denitrification becomes a necessary treatment process in recycling systems with little or no water exchange because of

Was this helpful?
Αναφέρεται σε περιβάλλον στερούμενο ελεύθερου οξυγόνου (βλ. αναερόβιος).


deoxygenated: Used of an environment depleted of free oxygen.

desoxigenado : ambiente sem oxigénio; cf. anaeróbico.

syrefri: Används för att beskriva en miljö som är syrefri.

Was this helpful?
Μείωση του πληθυσμού.


depopulation: Decrease in the population.

despovoamento : Diminuição na população.

avfolkning: Minskning av populationen

Was this helpful?
Το μέρος της βροχόπτωσης που δεν συγκρατείται στο έδαφος αλλά ρέει επιφανειακά.


runoff: That part of precipitation (rainfall) that is not held in the soil but drains freely away.

escoamento : A parte da precipitação (chuva) que não é retida pelo solo e escorre livremente.

avrinning: Den del av nederbörden som ej tas upp av jorden utan rinner iväg.

Was this helpful?
(1) Η πρόσληψη και αφομοίωση αερίων, υγρών και άλλων υλικών από το δέρμα, τις βλεννογόνους μεμβράνες και τα αιμοφόρα αγγεία. (2) Η μεταφορά θρεπτικών δια μέσου των κυτταρικών μεμβρανών κατά την πέψη.


absorption: (1) The uptake and assimilation of gases, liquids, and other matter by the skin, mucous membranes, and blood vessels. (2) The transfer of nutrients across cell membranes following digestion.

absorção : (1) Captação e assimilação através da pele, membranas mucosas e vasos sanguíneos de gases, liquidos e outra matéria. (2) A transferência de nutrientes através das membranas celulares após a digestão.

absorption: (1) Upptag och assimilering av gaser, vätskor och annan materia av hud, membran och blodkroppar. (2) Transport av föda över cell membran efter nedbrytning.

Was this helpful?
Τασιενεργή χημική ένωση που μειώνει την επιφανειακή τάση του νερού. Αποτελείται από μία μη πολική, υδρόφοβη αλυσίδα υδρογονάνθρακα, με ένα πολικό άκρο. Τα απορρυπαντικά περιέχονται συχνά σε διαλύματα καθαρισμού, επειδή γαλακτοματοποιούν τους ρύπους και τα έλαια. Η παρουσία τους στα οικιακά και βιομηχανικά απόβλητα μπορεί να έχει δυσμενή επίδραση στην ποιότητα του νερού των μονάδων ιχθυοκαλλιέργειας. Ο όρος συχνά χρησιμοποιείται εσφαλμένα για οποιοδήποτε καθαριστικό, των σαπουνιών συμπεριλαμβανο


detergent: Tensio-active surfactant compound that features a non-polar, hydrophobic hydrocarbon chain with a polar end. Detergents are often included in cleaning solutions as they emulsify dirt and oil. As waste products of industrial and domestic processes they may have a detrimental effect on the water quality of aquaculture units. In English the term detergent is often used loosely, to describe any cleaning agent, including soaps.

detergente: Composto surfactante tensio-activo característico de cadeias hidrofóbicas de hidrocarbonetos, não polares, com uma terminação polar. Os detergentes são muitas vezes incluindos em soluções para lavagem devido a emulsionarem a sujidade e o óleo. Como produtos de desperdicio industrial e doméstico podem ter um efeito nocivo na qualidade da água das unidades de aquacultura. Em Inglês o termo detergente é muitas vezes utilizado livremente para descrever qualquer agente de limpeza, incluindo sabões.

rengöringsmedel: Ytaktivt ämne som innehåller en opolär, hydrofobisk kolhydrat med en polär ända. I en snäv bemärkelse avses en detergent som ett ytaktivt ämne som kan användas för rengörande ändamål eftersom de kan emulgera oljor och fettämnen. Som avfallsprodukter inom industriella verksamheter och hushålls processer kan de ha en negativ effekt på vattenkvaliteten inom akvakulturen.

Was this helpful?
Φυσικές, χημικές και βιολογικές αλλαγές που οφείλονται στην έκθεση στην ατμόσφαιρα και που συνοδεύουν τον σχηματισμό του εδάφους από τον γονικό βράχο, π.χ. βιολογική, χημική ή μηχανική αποσάθρωση.


weathering: Physical, chemical and biological changes resulting from exposure to the atmosphere, that accompany soil formation from parent rock; e.g. biological weathering, chemical weathering, mechanical weathering.

intemperismo : Alterações físicas, químicas e biológicas que resultam da exposição à atmosfera, que acompanha a formação do solo a partir da rocha mãe; e.g. desgaste biológico, desgaste químico, desgaste mecânico.

vittring: Nedbrytning och sönderfall av bergarter i jordskorpan p.g.a. mekanisk och kemisk påverkan från atmosfären.

Was this helpful?
Η χημική μετατροπή μιας ξενοβιοτικής ουσίας η οποία την καθιστά ακίνδυνη.


detoxification: The chemical modification of a xenobiotic substance that renders it harmless.

detoxificação: A modificação química de uma substância xenobiotica que a torna inofensiva

detoxifiering: Kemisk modifikation som oskadliggör en xenobiotisk substans.

Was this helpful?
Αντίδραση (-σεις) ενός οργανισμού που του επιτρέπει να αποφεύγει συγκεντρώσεις επιβλαβών ουσιών ή άλλες δυσμενείς συνθήκες. Η αντίδραση αυτή συνίσταται στην ενεργητική ή παθητική μετακίνηση του οργανισμού εκτός της περιοχής των δυσμενών συνθηκών.


avoidance response: The action(s) of organisms to avoid concentrations of materials or other conditions which cause active or passive movements out of a zone of unfavourable conditions.

resposta de fuga : A acção (ou acções) dos organismos de modo a evitar concentrações de materiais ou outras condições que conduzem a movimentações activas ou passivas para fora de uma zona de condições desfavoráveis.

undvikande beteende: Ett beteende hos organismer som innebär aktiv eller passiv förflyttning från ett område, detta för att undvika höga koncentrationer av skadliga ämnen eller andra ogynnsamma förhållanden.

Was this helpful?
Υγρά ή στέρεα απόβλητα που συλλέγονται από τους αποχετευτικούς αγωγούς.


sewage: Liquid or solid waste matter collected through sewers.

esgotos: Matéria líquida ou sólida captada através das sarjetas.

avloppsvatten: Flytande eller fast avfalls material som sammlas upp genom avlopp.

Was this helpful?
Ο μόνιμος καθαρισμός μιας δασικής έκτασης και η μετατροπή της σε μη-δασική περιοχή.


deforestation: The permanent clearing of forest land and its conversion to non-forest uses.

desflorestação: Limpeza permanente de terrenos florestais e sua conversão para usos não florestais.

skogsskövling: Permanent hygge av skogsområde och dess omvandling för annat bruk.

Was this helpful?
Συστατικό του εδάφους αποτελούμενο από πολύ λεπτούς (κολλοειδείς) κόκκους. Οταν η άργιλος υγρανθεί, διογκώνεται και αποκτά πλαστικές ιδιότητες, ενώ όταν ξηρανθεί στον αέρα συρρικνώνεται και αποκτά μεγάλη ανθεκτικότητα. Με βάση τις μηχανικές της ιδιότητες η άργιλος χαρακτηρίζεται ως πολύ μαλακή (0-10 psi), ενδιάμεση (10-20 psi), σκληρή (20-40 psi), πολύ σκληρή (πάνω από 40 psi). Η υφή της αργίλου περιγράφεται ψαμμώδης ως λεία, πλαστική, κολλώδης. Οι πολιτικοί μηχανικοί χρησιμοποιούν τον όρο γι


clay(clay soil): Very fine-grained soil of colloid size; a plastic (putty-like cohesive soil which shrinks on drying, expands on wetting and when compressed gives up water, exhibiting considerable strength when air-dry. Clays are described for engineering purposes by their consistency limits. A clay may be defined as very soft (less than 5 psi), soft (5 - 10 psi), medium or firm (10 - 20 psi), stiff (20 - 40 psi), hard or very stiff (over 40 psi). The texture of a clay soil is described as being neither grit

argila (solo argiloso) : solo de grão muito fino de tamanho coloidal; um solo de coesão do tipo plástico que encolhe quando seco, expande-se quando molhado e quando comprimido larga água, exibindo uma considerável resistência quando seco ao ar. As argilas são aplicadas na engenharia devido à sua consistência. A argila pode ser considerada muito mole (menos de 5 psi), mole (5 - 10 psi), média ou firme (10 - 20 psi) , dura (20 - 40 psi), sólida ou muito dura (acima de 40 psi). A textura de um solo argiloso é definida como

lera: Mycket finkornig jord av kolloid storlek; plastiskt (degartad) sammanhållande jord som krymper vid torka, expanderar vid väta, avger vatten när den komprimeras och uppvisar en betydlig styrka när den är lufttorkad. Leror beskrivs inom ingenjörssammanhang genom deras fasthet. En lera kan beskrivas som väldigt mjuk (mindre än 5 psi), mjuk (5-10 psi), medelhård eller fast (10-20 psi), hård (20-40 psi), mycket hård (över 40 psi). Strukturen hos en lerig jord beskrivs som varken grynig eller slät, el

Was this helpful?
Πλούσιο σε αργιλώδη υλικά.


argillaceous: Rich in clay materials.

argiloso : Rocha sedimentar formada por grãos de areia com diâmetro de 0.006-2 milimetros.

argillaceous: Lerig ämne.

Was this helpful?
Το άθροισμα των μεμονωμένων τιμών το οποίο διαιρείται με των αριθμό των περιπτώσεων και το οποίο συνήθως αναφέρεται ως ‘μέσος όρος’ ή ‘μέση τιμή’.


arithmetic mean: The sum of the individual values divided by the number of items, usually referred to as ‘average’ or ‘mean’.

média aritmética: A soma dos valores individuais divididos pelo número de itens, normalmente referida como média.

aritmetiskt medelvärde: Det aritmetiska medelvärdet är det vanligaste måttet på den centrala tendensen för variabler inom ett intervall. Det aritmetiska medelvärdet kallas ofta "medel" och utgörs av summan av de individuella värdena dividerat med antal fall.

Was this helpful?
Αδιάστατη παράμετρος η οποία προσδιορίζει την μετάβαση από laminar σε ροή δίνης


reynolds number: Dimensionless parameter which indicates transition from laminar to turbulent flow.

número de reynolds: Parâmetro sem dimensão que indica a transição de corrente laminar para turbulenta.

reynolds nummer: Dimensionslös storhet inom hydromekaniken för uppskattning av inverkan av inre friktion på en gas eller vätska i rörelse. Anger ofta om strömmningar är laminära eller turbulenta.

Was this helpful?
Αναφέρεται στις ψυχρές ή στις ψυχρές ώς εύκρατες περιοχές του βόρειου ημισφαιρίου, στις βόρειες ζώνες κωνοφόρων και την τάïγκα.


boreal: Pertaining to cool or cold temperate regions of the northern hemisphere.

boreal : Pertencente a regiões frias ou geladas do hemisfério norte.

boreal: Hänför sig till dom svala eller kalla temperarade regionerna i den norra hemisfären.

Was this helpful?
Μέτρο της απόκρισης των οργανισμών στη φυσική επιλογή. Η σχετική ανταγωνιστική ικανότητα ενός γονοτύπου, η οποία απορρέει από τα μορφολογικά, φυσιολογικά ή ηθολογικά του προσαρμοστικά χαρακτηριστικά. Ποσοτικά εκφράζεται συνήθως ως ο μέσος αριθμός των απογόνων ανταγωνιζόμενων γονοτύπων.


fitness: A measure of the response of a population of organisms to natural selection; the relative competitive ability of a given genotype conferred by adaptive morphological, physiological or behavioural characters; expressed and usually quantified as the average number of surviving progeny of competing genotypes.

aptidão: A medição da resposta de um população de organismos à selecção natural; a capacidade competitiva relativa de um dado genótipo conferida por caracteres morfológicos, fisiológicos ou comportamentais adaptativos; expressa e geralmente quantificada como o número médio de descendentes dos genótipos competidores que sobrevivem.

fitness: Mått på en populations respons på naturlig urval; den konkurrenskraftiga förmågan hos en genotyp beroende på de anpassade morfologiska, fysiologiska eller betteendeegenskaper; uttrycks och vanligtvis kvantifierat som medelantalet av överlevande avkomma av konkurrande genotyper.

Was this helpful?
Μια μαθηματική κατανομή η οποία χρησιμοποιείται σαν μοντέλο ενός συνολικά ή τμηματικά κατανεμημένου πληθυσμού, στον οποίο η παρουσία ενός ατόμου σε μια δεδομένη στιγμή αυξάνει την πιθανότητα εμφάνισης ενός άλλου ατόμου σε κοντινή απόσταση, με την απόκλιση να είναι μεγαλύτερη από τον μέσο όρο.


negative binomial distribution: A mathematical distribution used as a model of an aggregated or contagiously distributed population in which the presence of an individual at any given point increases the probability of another individual occurring nearby and in which the variance is greater than the mean.

distribuição binómia negativa: Distribuição matemática utilizada como modelo de uma população distribuída por agregação ou por contágio na qual a presença de um indivíduo num dado ponto aumenta a probabilidade do aparecimento de outro nas proximidades e em que a variação é maior do que a média.

negativ binomialfördelning: En matematisk distribution som används som model för populations distribution, där närvaron av en individ oavsett tidpunkt ökar sannolikheten för att en annan individ skall uppträda i närheten, och där variationen är större än medlet.

Was this helpful?
Τεχνική με την οποία προκαλείται η παραγωγή σπέρματος από γονοτυπικά θήλεα άτομα. Σε μερικά είδη ψαριών π.χ. σολομοειδή. είναι σχετικά εύκολη διαδικασία και οικονομικά αλλά και οικολογικά ωφέλιμη η παραγωγή απογόνων αποτελούμενων μόνο από θήλεα ψάρια. Η αρρενοποίηση ενός θήλεος αποθέματος επιτυγχάνεται με χορήγηση δίαιτας που περιέχει το κατάλληλο φυλετικό στεροειδές. Το αρρενοποιηθέν θήλυ παράγει σπέρμα με ομοιογαμετικά (ΧΧ) χρωμοσώματα κι έτσι από την γονιμοποίηση με το σπέρμα κανονικών αυγώ


masculinization: Technique of inducing genotypically female fish to produce sperm. In some species of fish,e.g. salmonids, it is a relatively easy procedure and economically as well as ecologically advantageous to produce offspring comprising only female fish. It is achieved by inducing masculinization in female broodstock through administering a diet containing the appropriate sex steroid. The female fish that undergo masculinization produce sperm with homogametic ( XX) chromosomes, and thus crossing with norm

masculinização : Técnica para induzir um peixe genotipicamente fêmea a produzir esperma. Nalgumas espécies de peixe, e.g. Salmonídeos, produzir descendentes apenas do sexo feminino é um processo relativamente fácil e economica e ecologicamente vantajoso. É obtida pela indução da masculinização nas fêmeas progenitoras através da administração de uma dieta contendo o esteroide sexual apropriado. O peixe fêmea que sofre o processo de masculinização produz esperma com cromossomas homogâmicos (XX) , e assim o cruzame

maskulinisering: Teknik för att inducera spermiebildande hos honfiskar. Hos vissa arter är detta relativt enkelt, exempelvis hos laxfiskar. Genom tillförsel av könshormoner i maten bildar honfiskarna spermier med homogametiska kromosomer (XX).

Was this helpful?
Μία προσέγγιση η οποία βασίζεται στην αρχή ότι η απουσία πλήρους επιστημονικής βεβαιότητας δεν εμποδίζει οποιαδήποτε ενέργεια για να αποφευχθεί η περιβαλλοντική υποβάθμιση.


precautionary principle: An approach based on the principle that lack of full scientific certainty does not impede action to prevent environmental degradation.

princípio da precaução: Um conceito baseado no príncipio de que a falta de total certeza científica não impede as acções para prevenir a degradação ambiental.

försiktighetsprincipen: Koncept som utformades under Rio de Janeiro Convention on Biological Diversity (1992), som säger att åtgärder skall vidtas för att förhindra storskalig irreversibel skada från klimatförändring eller olika typer av mänsklig påverkan.

Was this helpful?
Προοδευτική μη-γραμμική μεταβολή στην σύνθεση μιας κοινωνίας οργανισμών.


succession principle: Progressive nonlinear change in the composition of a community of organisms.

princípio da sucessão : Alteração progressiva não linear na composição de uma comunidade de organismos.

successions princip: Progressiv, ej linjär föränding av sammansättningen i ett organism samhälle.

Was this helpful?
Η Ηπειρωτική κατωφέρεια.


archibenthal zone: The continental slope.

zona arquibentical: O talude continental.

arkibentalen: Kontinentalsluttningen

Was this helpful?
Απόκλιση από την κατάσταση της πλήρους φυσικής ή κοινωνικής ευεξίας ενός οργανισμού, η οποία περιλαμβάνει μια καλά καθορισμένη ομάδα συμπτωμάτων και αιτιολογία και που οδηγεί σε διαταραχή της ομαλής του λειτουργίας. Κάθε κατάσταση που έχει ως αποτέλεσμα την βαθμιαία κατάρρευση της ομοιόστασης (βλ.λ.).


disease: A deviation from the state of complete physical or social well-being of an organism involving a well-defined set of symptoms and aetiology and leading to an impairment of its normal function; any state which results in a gradual degeneration of homeostasis.

doença : Um desvio de um organismo do estado de completo bem estar físico ou social envolvendo um conjunto de sintomas e etiologias bem definidos e que conduzem a um enfraquecimento da sua função normal; qualquer estado que resulta numa degeneração gradual da homeostasia (q.v.).

sjukdom: Avvikelse från ett tillstånd av fullständigt fysiskt eller socialt välmående hos en organism. Involverar väldefinierade symtomer och orsaker och leder till en försämrad funktion; Varje tillstånd som leder till en gradvis försämring av homeostasen (q.v.).

Was this helpful?
(1) Στρατηγική που αποσκοπεί στη διατήρηση της υγείας των καλλιεργούμενων ειδών. Επιτυγχάνεται με τακτικό έλεγχο για την ανίχνευση παθογόνων, έτσι ώστε να διαγιγνώσκεται και να αντιμετωπίζεται εγκαίρως η ύπαρξη ασθενειών. Αυτό βοηθά να διατηρείται το απόθεμα σε υγιή κατάσταση, έτσι ώστε να επιτυγχάνεται άριστη αύξηση. (2) Αντιμετώπιση μιας ασθένειας που εκδηλώθηκε σε συγκεκριμένη περιοχή και χρόνο. Μέθοδοι ή διαδικασίες που χρησιμοποιούνται για την παρεμπόδιση της εξάπλωσης παθογόνων σε περ


disease control: (1) Husbandry strategy aiming to maintain health of cultured species, achieved by frequent monitoring for pathogens so that the presence of diseases is noticed and reacted to quickly. This helps to maintain the stock in a healthy condition for optimal growth. (2) The management of an outbreak of disease in a specific area and time; methods or procedures used to limit the spread of pathogens to areas where they are not known to exist.

controlo de doenças : (1) Estratégia de cultivo com o objectivo de manter saudáveis as espécies cultivadas, conseguida pela monitorização frequente de patogénes de modo a que seja notada a presença de doenças de modo a serem atacadas imediatamente. Deste modo o stock é mantido em boas condições de saúde para um crescimento óptimo. (2) A gestão de um ataque violento de uma doença numa área e tempo específicos; métodos ou procedimentos utilizados para limitar a dispersão de patogénes para áreas onde se desconhece a su

skukdomskontroll: (1) Strategi inom jordbruk som syftar till att hålla odlade arter friska, vilket uppnås genom frekvent övervakning av förekomst av patogener för att på så sätt kunna upptäcka sjukdomar och snabbt agera mot dem. Detta hjälper att hålla beståndet friskt för att uppnå optimal tillväxt. (2) Skötseln av ett sjukdomsutbrott i ett specifikt område och tid; metoder eller procedurer som används för att begränsa spridningen av patogener till områden där de inte existerar redan.

Was this helpful?
Λύματα προερχόμενα από τις αστικές κοινωνίες.


munipical waste: Wastes deriving from urban communities.

lixo municipal: Lixos oriundos das comunidades urbanas.

kommunalt avfall: Avfall och sopor från urbana samhällen.

Was this helpful?
Η θεωρητική παλίρροια που παράγεται από τις βαρυτικές δυνάμεις του Ηλίου και της Σελήνης.


astronomic tide: The theoretical tide produced by the gravitational effects of the sun and the moon.

maré astronómica: A maré teórica produzida pelos efeitos gravitacionais do sol e da lua.

astronomiskt tidvatten: Teoretiska tidvattnet som orsakas av solens och månens gravitationskrafter.

Was this helpful?
Η έλλειψη συμμετρίας ή κανονικότητας.


asymmetry: Lacking correspondence or regularity in arrangement.

assimetria : Ausência de correspondência ou regularidade numa composição.

asymmetri: Saknar regulbundenhet i ordning och uppställandet.

Was this helpful?
Η περιοριστική μορφή μιας πιθανότητας ή κατανομής συχνότητας εξαρτώμενης από μια παράμετρο, καθώς η παράμετρος τείνει προς κάποιο όριο.


asymptomatic distribution: The limiting form of a probability or frequency distribution dependent on a parameter, as that parameter tends to a limit.

distribuição assimptótica: Forma limitante de uma probabilidade ou frequência de distribuição dependente de um parametro, quando esse parâmetro tenda para um limite.

asymptotisk fördelning: Sker då en slumpmässigt varierande storhet ungefär följer en normalfördelning.

Was this helpful?
Η αέρια ζώνη που περιβάλλει έναν πλανήτη. Η ατμόσφαιρα της Γης αποτελείται κατ΄ όγκο από άζωτο (79.1%), οξυγόνο (20.9%), διοξείδιο του άνθρακα (περίπου 0.03%) και ίχνη ευγενών αερίων (π.χ. αργόν, κρυπτόν, ξένιο, ήλιον) μαζί με υδρατμούς, ίχνη αμμωνίας, οργανικής ύλης, όζοντος, διάφορα άλατα και αιωρούμενα στερεά σωματίδια.


atmosphere: The gaseous zone surrounding a planet. The Earths atmosphere consists by volume, of nitrogen (79.1%), oxygen (20.9%), carbon dioxide (about 0.03%) and traces of the noble gases (I.e., argon, krypton, xenon, helium) plus water vapour, traces of ammonia, organic matter, ozone, various salts and suspended solid particles.

atmosfera: Zona gasosa que envolve um planeta. A atmosfera da Terra consiste em volume, de azoto (79,1 % ) , oxigénio ( 20,9 % ) , dióxido de carbono ( cerca de 0,03 % ) e vestígios de gases raros ( i.e. argon, krypton, xénon, hélio ), vapor de água, vestígios de amonía, matéria orgânica, ozono, sais vários e partículas sólidas em suspensão.

atmosfär: Gasformig zon som omger en planet. Jordens atmosfär består av kväve (79.1%), syre (20.9%), koldioxid (ungefär 0.003%) och små mängder av ädla gaser, vattenånga, organiska ämnen , ozon och diverse salter.

Was this helpful?
Ατμοσφαιρικοί ρυπαντές (π.χ. μονοξείδιο του άνθρακα, θείο, ,οξείδια του αζώτου) που προέρχονται από διάφορες πηγές.


atmospheric inputs: Air pollutants (e.g. carbon monoxide, sulphur and nitrogen oxides) derived from many sources.

entradas atmosféricas: Poluentes do Ar (e.g. monoxido de carbono, óxidos de enxofre e azoto) oriundos de origens diversas.

atmosfäriskt nedfall: Luftföroreningar (t.ex kolmonoxid, svavel) som orsakas av olika processer.

Was this helpful?
Η φυσιολογική διαδικασία της αύξησης του μεγέθους ενός ιστού, οργάνου ή οργανισμού.


growth: A normal process of increase in size of a tissue, organ or organism.

crescimento: Processo normal de aumento de tamanho de um tecido, orgão ou organismo.

tillväxt: En normal process som ökar mängden av en vävnad, organism eller ett organ.

Was this helpful?
Απελευθέρωση καλλιεργούμενων ή άγριων υδρόβιων ζώων (συνήθως νεαρών) στο περιβάλλον. Η τεχνική αυτή είναι αναπόσπαστο μέρος της ΕΝIΣΧΥΣΗΣ ΑΠΟΘΕΜΑΤΟΣ.


restocking: Releasing cultured or wild caught aquatic species (usually juveniles) into the wild environment. This technique is an integral element of stock enhancement.

repovoamento : A libertação de espécies aquáticas (normalmente juvenis) no ambiente natural. Esta técnica é um elemento importante de programas de melhoramento.

utsättning: Att sätta ut odlade eller vildfångade akvatiska arter i det vilda.

Was this helpful?
Νότιος: Αναφερόμενη σε ιδιαίτερα κρύες ή ψυχρές περιοχές του νοτίου ημισφαιρίου.


austral: Southerly: pertaining to cool or cold temperate regions of the southern hemisphere; antiboreal.

austral: Do Sul: pertencente às regiões frias ou temperadas frias do hemisfério Sul; cf, antiboreal.

austral: Sydlig: Hänför sig till svala eller kalla tempererade områden på södra hemisfären jfr. antiboreal

Was this helpful?
Η οικολογία των μεμονωμένων βλ. συνοικολογία οργανισμών ή ειδών.


autecology: The ecology of individual organisms or species.

autoecologia : A ecologia de organismos individuais ou espécies; cf. Sinecologia

autekologi: Ekologin hos enskilda organismer eller arter; jfr. synekologi

Was this helpful?
Ο οργανισμός ο οποίος παράγει την τροφή του από ανόργανα συστατικά, συνήθως δεσμεύοντας την φωτεινή ενέργεια (φωτότροφος) ή άλλες ενεργειακές πηγές (χημειότροφος).


autotroph: An organism that manufactures its own food from inorganic constituents, often through the use of energy obtained from light (phototroph) or chemical sources (chemotroph).

autótrofico : Um organismo que produz a sua própria alimentação a partir de constituintes inorgânicos, muitas vezes através da utilização de energia obtida da luz (fototrófico, q. v.) ou fontes químicas (quimiotrófico).

autotrof: En organism som producerar sin egen näring av inorganiska beståndsdelar, oftast med hjälp av energi som erhålls från ljuset (fototrof organism) eller kemiska källor (kemotrof).

Was this helpful?
(1) Iθαγενής σε ένα δεδομένο περιβάλλον. (2) Αναφέρεται σε αυτόχθονες πληθυσμούς, μικροοργανισμών του εδάφους των οποίων ο αριθμός ή η βιομάζα διατηρούνται λίγο ως πολύ σταθερος, γεγονός το οποίο αντανακλά το σταθερό (αν και κατά κανόνα χαμηλό) επίπεδο των θρεπτικών.


autochthonous: (1) Indigenous to a given environment. (2) Referring to soil microorganisms, autochthonous populations, which maintain more or less constant numbers or biomass, reflecting relatively constant (albeit typically low) levels of nutrients.

autóctone: (1) Indígena em relação a um dado ambiente.( 2) Que se refere a microorganismos do solo, populações autóctones, que mantêm um número ou biomassa mais ou menos constante, reflectindo níveis de nutrientes relativamente constantes (não obstante simbolicamente baixos).

autokton: (1) Inhemsk i en specifik miljö (2) Syftar på jordlevande mikroorganismer, autochtona populationer, som bibehåller i stort sett ett konstant antal individer eller biomassa och återspeglar en relativt konstant (om än låg) nivå av näring.

Was this helpful?
Η αποβολή περιττωμάτων.


defaecate: To discharge faeces or egesta.

defecar : Libertação de fezes.

defekera: Ha avföring eller exkrementer.

Was this helpful?
Tο μέρος της ενέργειας που καταναλώνεται από έναν οργανισμό, έναν πληθυσμό ή σε μια τροφική βαθμίδα για τον μεταβολισμό (παραγωγή) και την αναπνοή ανά μονάδα χρόνου και επιφάνειας. Η μεταβολιζόμενη ενέργεια εκφράζεται ως: Αφομοίωση (A)= Παραγωγή (P) + Αναπνοή (R) ή A= Κατανάλωση (C) - Περιττώματα (F)- Εκκρίσεις (E).


assimilation: In terms of energetics, that part of the acquired energy of an individual, population or trophic level which is incorporated into the metabolic system for production and respiration per unit time, per unit area; expressed as assimilation (A) = production (P) + respiration (R), or A = consumption (C) - faeces (F) - excretion (E).

assimilação : Em termos energéticos é a parte da energia adquirida por um indivíduo, população ou nível trófico que está incorporada no sistema metabólico para a produção e respiração por unidade de tempo, por unidade de área; expressa como assimilação (A) = produção (P) + respiração (R), ou A = consumo (C) - fezes (F) - excreção (E).

assimilering: Den del av den upptagna energin av en individ, population eller trofinivå, som deltar i metabolism för produktion och respiration per tids- och areaenhet. Uttryckt i en energibudget: assimilation (A) = produktion (P) + respiration (R), eller: A = konsumtion (C) - faeces (F) - exkretion (E).

Was this helpful?
Η ικανότητα ενός οργανισμού, πληθυσμού ή τροφικού επιπέδου να αφομοιώνει ένα μέρος της κατανάλωσης στην παραγωγή.


assimilative efficiency: The capacity of an individual, population or trophic level to incorporate that part of the consumption into production.

eficiência assimiladora : Capacidade de um indivíduo, população ou nivel trófico de incorporar uma parte de consumo em produção.

assimileringseffektivitet: Kapaciteten hos en individ, population eller trofisk nivå att tillgodogöra den del av konsumption till produktion.

Was this helpful?
Μια μέτρηση της ποσότητας των λυμάτων που μπορούν να αποτεθούν σε ένα συγκεκριμένο περιβάλλον, χωρίς να προκληθεί οικολογική ή αισθητική αλλαγή.


assimilative capacity: A measure of the amount of waste that can be deposited in a particular environment without causing it adverse ecological or aesthetic change.

capacidade assimiladora: Medida da quantidade de desperdício que pode ser depositado num determinado ambiente sem lhe causar alterações ecológicas adversas ou estéticas.

assimileringskapacitet: Mått på mängden av avfall som kan slängas i en miljö utan att orsaka ekologisk eller estetisk skada.

Was this helpful?
Η απώλεια νερού π.χ. από το σώμα ή έναν ιστό.


dehydration: The loss of water, as from the body or a tissue.

desidratação : A perda de água de um corpo ou tecido.

uttorkning: Vätskeförlust från kroppen eller från en vävnad.

Was this helpful?
Τα βαθύτερα τμήματα των θαλασσών και λιμνών στα οποία δεν φτάνει ηλιακό φως.


aphotic: The deeper parts of seas and lakes where light does not penetrate.

afótico: As partes mais profundas dos oceanos e lagos onde a luz não penetra.

afotisk: En djup zon i hav eller sjö, som saknar tillgång till solljus

Was this helpful?

Contact us

Please contact AMC Limited for any queries:

  • Hot line: +353 1 874 7088
You are here: Home Resources & Services Multilingual glossaries GLOSSARIES