AMC LIMITED

W

The effect of the wind in causing excessive cold penetration especially into plants.


ΑΝΕΜΟΓΕΝΗΣ ΨΥΞΗ: Η επίδραση του ανέμου να δημιουργεί υπερβολική διείσδυση ψύχους ιδίως στα φυτά.

windchill: O efeito do vento ao causar uma excessiva penetração do frio especialmente nas plantas.

vindkylning: Genomträngande kyla till följd av vind, speciellt för växter.

Was this helpful?
The loss of animals in a lake, pond, or other water body as a result of heavy ice cover, which restricts photosynthesis and leads to oxygen depletion. Can also refer to a condition in which oysters are frozen and die when exposed to cold temperatures at low tide in intertidal beds.


ΧΕΙΜΕΡΙΝΑΠΩΛΕΙΕΣ: Απώλειες των οργανισμών σε μια λίμνη, υδατοσυλλογή ή άλλο υδατικό σύστημα οφειλόμενες στον σχηματισμό πάγου, ο οποίος εμποδίζει την φωτοσύνθεση και οδηγεί σε εξάντληση του οξυγόνου. Επίσης, απώλειες των στρειδιών που παγώνουν όταν εκτίθενται σε χαμηλές θερμοκρασίες κατά την ρηχία στην διαπαλιρροιακή ζώνη.

morte invernal: A perda de animais num lago, tanque ou outra massa de água em resultado de uma espessa cobertura de gelo, que restringe a fotossíntese e conduz à deplecção do oxigénio. Pode também referir-se a uma situação em que as ostras, no leito intertidal, gelam e morrem quando expostas a temperaturas frias durante a maré baixa.

vinterdöd: Förlusten av djur i en damm eller annan vattenkropp till följd av kraftigt is, vilket leder till minskad fotosyntes och syrebrist i vattnet. Kan också syfta på t.ex.ostron i tidvattenzonen som dör av kyla under låvatten.

Was this helpful?
A non-parametric method in which sample counts are ranked in a common sequence, used to determine whether two independent random samples are drawn from populations having the same distribution.


ΕΛΕΓΧΟΣ ΔΥΟ ΔΕIΓΜΑΤΩΝ κατά WILCOXON: Μη-παραμετρική μέθοδος στην οποία οι μετρήσεις των δειγμάτων κατατάσσονται σε μια κοινή ακολουθία, που χρησιμοποιείται για να προσδιοριστεί αν δύο ανεξάρτητα, τυχαία δείγματα προέρχονται από πληθυσμούς που έχουν την ίδια κατανομή.

teste de amostra dupla de Wilcoxon : Um método não paramétrico em que as contagens da amostra são escalonados numa sequência geral, utilizada para determinar se duas amostras aleatórias independentes são retiradas de populações com a mesma distribuição.

wilcoxon två-provs test: Ett icke-parametriskt statistiskt test för att avgöra om det är en statistiskt säkerställd skillnad mellan två observationssituationer. Testet baseras på summan av den ena observationsseriens ranger i den samlade serien av alla observationerna.

Was this helpful?
An area of low lying land submerged, or inundated periodically, by fresh or saline water.


ΥΓΡΟΤΟΠΟΣ: Χαμηλή έκταση, που κατά διαστήματα αποκαλύπτεται ή καλύπτεται από γλυκό ή θαλασσινό νερό.

zona húmida : Uma área de terra baixa submersa ou inundada periodicamente por água doce ou salgada.

våtmark: Ett område av lågt liggande land nedsänkt eller periodvis översvämmat av söt- eller saltvatten.

Was this helpful?
A marine sediment type derived from coral reef debris.


Λευκή άμμος: Τύπος θαλάσσιου υποστρώματος που προέρχεται από τα θρύματα των κοραλλιογενών υφάλων.

vasa branca : Um tipo de sedimento marinho derivado dos fragmentos dos recifes de coral.

vitlera: En marine sedimenttyp bestående av delar som ursprungligen kommer från koraller.

Was this helpful?
An eastflowing southern hemisphere current (see circumglobal antarctic current) caused by the prevailing winds coming from the west.


Ρεύμα δυτικού ανέμου : Ένα –ανατολικά κινούμενο- ρεύμα του Νότιου ημισφαιρίου που προκαλείται από τους επικρατώντες δυτικούς ανέμους.

deriva do vento de ocidente : Uma corrente do hemisfério deslocando-se para Este (ver corrente círculo polar antártico) provocada pelos ventos predominantes que vêm de Oeste.

west vinds drift: En östflytande ström på södra halvklotet (se circumglobal antarctic current) orsakad av västvindar.

Was this helpful?
Physical, chemical and biological changes resulting from exposure to the atmosphere, that accompany soil formation from parent rock; e.g. biological weathering, chemical weathering, mechanical weathering.


ΑΠΟΣΑΘΡΩΣΗ: Φυσικές, χημικές και βιολογικές αλλαγές που οφείλονται στην έκθεση στην ατμόσφαιρα και που συνοδεύουν τον σχηματισμό του εδάφους από τον γονικό βράχο, π.χ. βιολογική, χημική ή μηχανική αποσάθρωση.

intemperismo : Alterações físicas, químicas e biológicas que resultam da exposição à atmosfera, que acompanha a formação do solo a partir da rocha mãe; e.g. desgaste biológico, desgaste químico, desgaste mecânico.

vittring: Nedbrytning och sönderfall av bergarter i jordskorpan p.g.a. mekanisk och kemisk påverkan från atmosfären.

Was this helpful?
Saturation deficit.


Έλλειμμα υδρατμών (WSD) : Έλλειμμα κορεσμού.

deficit de vapor de água (WSD) : Deficit de saturação.

Ångmättnadsunderskott: Mättnadsunderskott.

Was this helpful?
(1) The length of a periodic wave in an isotropic medium is the perpendicular distance between two wave fronts in which the displacements have a difference in phase of one complete period. (2) The horizontal distance travelled by a wave during the time interval of one complete cycle. It is equal to the velocity divided by the frequency.


ΚΥΜΑΤΟΣ ΜΗΚΟΣ : (1) Η οριζόντια απόσταση που διανύεται από το κύμα κατά την διάρκεια μιας περιόδου. Ισούται με την ταχύτητα δια της συχνότητας. (2) H οριζόντια απόσταση που έχει διανυθεί από ένα κύμα κατά τη διάρκεια του χρονικού διαστήματος ενός πλήρους κύκλου. Iσούται με την ταχύτητα δια της συχνότητας.

comprimento de onda: (1) O comprimento de uma onda periódica num meio isotrópico é a distância perpendicular entre duas frentes da onda em que os deslocamentos têm uma diferença na fase de um período completo. (2) A distância horizontal percorrida por uma onda durante o intervalo de tempo de um ciclo completo. É igual à velocidade dividida pela frequência.

våglängd: (1) Avståndet mätt i vågens utbredningsriktning mellan två näraliggande punkter med lika stor fas, t.ex. två maxima. (2) Det horisontella avståndet en våg färdas under en hel cykel. Likamed hastigheten delat med frekevensen.

Was this helpful?
The upper surface of ground water.


Υδάτινος ορίζοντας : Η ανώτερη επιφάνεια του επιπέδου του νερού.

superfície da água : A parte superior da superfície da água.

grundvattennivå: Den övre ytan av grundvattnet.

Was this helpful?
This term denotes a portion of the water of interest when it has been transferred from a sampling point in a water-body to another position where either analysis is started or one or more "samples for analysis" are prepared.


ΔΕIΓΜΑ ΝΕΡΟΥ: Ποσότητα νερού που λαμβάνεται από ένα σημείο δειγματοληψίας. Το δείγμα νερού αναλύεται απ ευθείας ή χρησιμεύει για την παρασκευή περισσοτέρων "δειγμάτων προς ανάλυση".

amostra de água : Este termo designa uma parte da água com interesse após ter sido transferida de um ponto de amostragem numa massa de água para outra posição onde ou a análise será iniciada ou uma ou mais "amostras para análise" (q.v.) são preparadas.

vattenprov: Ett vattenprov som tagits i ett vattenoråde för undersökning och analys på ett annat ställe.

Was this helpful?
The concentration of a water constituent (pollutant) or degree of intensity of some other adverse condition which is permitted in a body of water. Standards are developed from a judgment of the criteria involved.


ΠΡΟΤΥΠΑ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΝΕΡΟΥ: Τα ανώτατα επιτρεπτόμενα όρια για ορισμένες ουσίες (ρύπους) ή για ορισμένα φυσικά χαρακτηριστικά.

normas da qualidade da água : A concentração de um componente da água (poluente) ou o grau de intensidade de algumas outras condições adversas que são aceitáveis numa massa de água. Os padrões são desenvolvidas a partir de uma análise dos critérios em causa.

vattenkvalitetsmål: Koncentrationen av en vattenförorening eller intensiteten av en ogynnsam faktor som är tillåten i ett vatten.

Was this helpful?
(1)Any impairment of the suitability of water for any beneficial use, actual or potential, by any organism, including man, by any foreign matter added thereto. (2) Intensive aquaculture can, if not properly controlled, contribute to water pollution through excessive release of nutrients (ammonia excretion through gills, faeces and lost food), leading to hypernutrification of the receiving water and/or benthic sediment enrichment with organic solids (in the case of fish farming). In most countrie


ΝΕΡΟΥ ΡΥΠΑΝΣΗ: (1) Κάθε ελάττωση της καταλληλότητας του νερού για οποιαδήποτε ωφέλιμη χρήση, πραγματική ή δυνητική, από οποιοδήποτε οργανισμό, συμπεριλαμβανομένου του ανθρώπου, εξαιτίας προσθήκης οποιασδήποτε ξένης ύλης. (2) Η εντατική υδατοκαλλιέργεια είναι δυνατόν, αν δεν ελέγχεται κατάλληλα, να συμβάλει στη ρύπανση του νερού μέσω της υπερβολικής απελευθέρωσης θρεπτικών (έκκριση αμμωνίας από τα βράγχια. περιττώματα και αχρησιμοποίητη τροφή), οδηγώντας στην υπερλίπανση του υδάτινου αποδέκτη και/η τον εμπλουτι

poluição da água : (1) Qualquer diminuição da aptidão da água para qualquer uso benéfico, actual ou potencial, por qualquer organismo, incluindo o homem, por meio da adição à água de qualquer matéria estranha. (2) A aquacultura intensiva pode, quando não devidamente controlada, contribuir para a poluição da água através da libertação excessiva de nutrientes (excreção de amónia pelas guelras, fezes e excedentes aliemtares), conduzindo à hipernutrificação das águas receptoras e/ou enriquecimento do sedimento bentóni

vattenförorening: En inskränkning i möjligheten för en organism att utnyttja vattnets goda egenskaper, verkliga eller potentiella, p.g.a tillsättandet av främande ämnen i vattnet.

Was this helpful?
The global biogeochemical cycle of water involving exchanges between the hydrosphere, atmosphere, lithosphere and living organisms.


Κύκλος νερού : Ο παγκόσμιος βιογεωχημικός κύκλος του νερού που περιλαμβάνει την ανταλλαγή μεταξύ της υδρόσφαιρας, της ατμόσφαιρας και των ζωντανών οργανισμών.

ciclo da água: O ciclo biogeoquímico global da água que envolve trocas entre a hidroesfera, atmosfera, litosfera e organismos vivos.

vattnets kretslopp: Det globala biogeokemiska vattenkretslopp som innefattar utbyte mellan hydrosfär, atmosfär, litosfär och levande organismer.

Was this helpful?
The management of land and natural water resources in such a manner that the combined use of the water provides maximum benefits for all concerned.


ΝΕΡΟΥ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ: Η διαχείριση της γης και των πηγών φυσικού νερού κατά τρόπο ώστε η συνδυασμένη χρήση του νερού να παρέχει μέγιστη ωφέλεια για όλους τους χρήστες.

gestão dos recursos hídricos : A gestão dos recursos hídricos de tal forma que o uso combinado da água fornece o máximo benefício para todos.

vatten förvaltning: Skötsel och administration av mark- och vattenresurser på ett sätt som ger maximal fördel för alla inblandade med hänseende på vattenanvändning.

Was this helpful?
This term is used to describe any type of discarded material. In aquaculture, it usually refers to the effluent water that emanates from a farm unit.


ΑΠΟΒΛΗΤΑ: Ορος χρησιμοποιούμενος για κάθε τύπο αποβαλλόμενου υλικού. Στην υδατο- καλλιέργεια συχνά αναφέρεται στο νερό που εκρέει από μιά μονάδα.

desperdícios : Este termo é utilizado para descrever qualquer tipo de material rejeitado. Em aquacultura refere-se à água de efluente das instalações.

avfall: Allmän term för förkastat eller kasserat material. Inom jordbruket menas ofta det utsläppsvatten som härrör från odlingar och gård.

Was this helpful?

Contact us

Please contact AMC Limited for any queries:

  • Hot line: +353 1 874 7088
You are here: Home Resources & Services Multilingual glossaries GLOSSARIES