AMC LIMITED

T

RNA synthesis at a DNA matrix.


ΜΕΤΑΓΡΑΦΗ: Σύνθεση RNA σε μία μήτρα DNA.

transcrição : Síntese de ARN numa matriz de ADN.

transkription: Den process där den genetiska informationen i DNA "omskrivs" till en kedja av RNA.

Was this helpful?
Non-indigenous species. Any species intentionally or accidentally transported and released by man into an environment outside its present range.


ΜΕΤΑΦΕΡΘΕΝ ΕΙΔΟΣ: ΕΙΣΑΓΩΓΕΣ ΕΙΔΩΝ. Mη ιθαγενες ειδος. Kαθε ειδος που μεταφερεται τυχαια η σκοπιμα και απελενθερωνεται απο τον ανθρωπο σε ενα περιβαλλον εξω απο τα σημερινα ορια διασπορας του.

espécies transferidas : Espécie não indígena. Qualquer espécie intencionalmente ou acidentalmente transportada e libertada pelo homem num ambiente fora do seu alcance actual.

omlokaliserade arter: Ej inhemska arter. Arter som medvetet eller omedvetet transporterats och släppts ut av människan i miljöer utanför sitt utbredningområde.

Was this helpful?
An element essential for normal growth and development of an organism, but required only in minute quantities.


ΙΧΝΟΣΤΟΙΧΕΙΟ: Στοιχείο απαραίτητο για φυσιολογική αύξηση και ανάπτυξη ενός οργανισμού, αλλά απαιτούμενο σε ελάχιστες μόνο ποσότητες.

elementos vestígiais : Um elemento essencial ao crescimento e desenvolvimento normal de um organismo, mas necessário apenas em quantidades mínimas.

spårmetal: En ämne som är nödvändigt, om än i mycket små mängder, för normal tillväxt och utveckling hos en organism.

Was this helpful?
The concept in which an individual will attempt to maximise its share of a commonly shared resource rather than attempting to conserve it for the benefit of all.


Η τραγωδία των Κοινών : Η έννοια στην οποία το άτομο θα επιχειρήσει να μεγιστοποιήσει την μερίδα του σε μια από κοινού μοιραζόμενη πηγή αντί να προσπαθήσει να την διατηρήσει προς όφελος όλων.

A tragédia dos Comuns: O conceito de que um indivíduo tentará maximisar a sua parte de um recurso comum em vez de tentar conservar esse mesmo recurso em benifício de todos.

Tragedy of the Commons: När allmänna resurser förbrukas pga brist på stimulans och uppmuntran att nyttja dem på ett hållbart sätt.

Was this helpful?
Any poisonous (toxic) substance.


ΤΟΞΙΝΗ: Κάθε δηλητηριώδης (τοξική) ουσία.

toxina : Qualquer substância venenosa (tóxica).

gift: En giftig (toxisk) substans.

Was this helpful?
The study of poisonous substances/contaminants and their effects.


Τοξικολογία : Η μελέτη δηλητηριωδών ουσιών και των αποτελεσμάτων τους.

toxicologia : O estudo de substâncias venenosas / contaminadoras e os seus efeitos.

toxicology: Läran om giftiga substanser och deras effekter.

Was this helpful?
A relative measure of the ability of a chemical to be toxic, i.e. to kill or cause an adverse effect. High toxicity means that small amounts are capable of causing death or ill health.


ΤΟΞΙΚΟΤΗΤΑ: Σχετικό μέτρο των τοξικών ιδιοτήτων μιας χημικής ουσίας (π.χ. να προκαλεί θάνατο ή βλάβες). Υψηλή τοξικότητα σημαίνει ότι μικρές ποσότητες είναι ικανές να προκαλέσουν θάνατο ή να βλάψουν την υγεία.

toxicidade: Uma medida relativa da capacidade de um químico ser tóxico, i.e. para matar ou provocar efeitos nocivos. Uma alta toxicidade significa que pequenas quantidades são capazes de causar a morte ou doença.

giftighet: Ett relativt mått på giftigheten hos en substans. Hög toxicitet innebär att en liten mängd kan leda till död eller skada.

Was this helpful?
Organism having toxic properties


Τοξικοί οργανισμοί : Οργανισμοί με τοξικές ιδιότητες.

organismos tóxicos : Organismos que tem propriedades tóxicas.

giftiga organismer: Organismer med giftiga egenskaper.

Was this helpful?
The power of enduring large or increasing doses of a drug.


ΑΝΟΧΗ: Η ικανότητα ενός οργανισμού τα αντέχει μεγάλες ή αυξανόμενες δόσεις ενός φαρμάκου.

tolerância : A capacidade de suportar grandes ou acrescidas doses de uma droga.

tolerans: Förmågan att uthärda stora eller ökande doser av en drog.

Was this helpful?
In an Analysis of Variance, the sum of the squared deviations of all observations from their means.


ΣΥΝΟΛΙΚΟ ΑΘΡΟΙΣΜΑ ΤΕΤΡΑΓΩΝΩΝ: Στην ανάλυση διασποράς (βλ.λ), το άθροισμα των τετραγώνων των αποκλίσεων όλων των παρατηρήσεων από τους μέσους τους.

soma total dos quadrados : Na Análise de Variância, a soma dos desvios quadrados de todos as observações das suas respectivas médias.

totala kvadratsumman: Inom variansanalys: summan av kvadraten på avikelsen från medelvärdet hos alla observationer.

Was this helpful?
Chemical compounds found in paints. Extraction of titanium oxide produces large quantities of acid iron


Οξείδιο του τιτανίου : Χημικό συστατικό της μπογιάς. Η εξαγωγή του οξειδίου του τιτανίου παράγει μεγάλες ποσότητες οξέων του σιδήρου.

dióxido de titânio: Compostos químicos encontrados nas pinturas.A extracção de óxido de titânio produz grandes quantidades de ácido ferroso.

titanium doixide: Vitt färgpigment populärt för sin vithet, beständighet och ogiftighet.

Was this helpful?
The difference in height between consecutive high and low waters. The mean range is the difference in height between mean high water and mean low water. The great diurnal range or diurnal range is the difference in height between mean higher high water and mean lower low water. Where the type of tide is diurnal the mean range is the same as the diurnal range.


ΕΥΡΟΣ ΠΑΛIΡΡΟIΑΣ: Η διαφορά ύψους μεταξύ πλήμμης και ρηχίας. Το μέσο εύρος είναι η διαφορά ύψους μεταξύ μέσης πλήμμης και μέσης ρηχίας. Το ημερήσιο εύρος είναι η διαφορά ύψους μεταξύ μέσης ανωτέρας πλήμμης και μέσης κατωτέρας ρηχίας. Οπου η παλίρροια είναι ημερήσιου τύπου, το μέσο εύρος ισούται με το ημερήσιο εύρος.

amplitude da maré : A diferença, em altura, entre uma preia-mar e uma baixa-mar consecutivas. A amplitude média é a diferença de altura entre a média da maré alta e a média da maré baixa. A amplitude diurna é a diferença, em altura, entre a enchente média mais alta e a vazante média mais baixa. Quando o tipo de maré é diurna a amplitude média é a mesma da amplitude diurna.

tidvattensomfattning: Skillnaden i höjd mellan, på varandra följande, hög- och lågvatten.

Was this helpful?
The duration of a given tidal sequence, for example, a lunar month or a tidal day.


ΠΑΛΙΡΡΟΙΑΚΟΣ ΚΥΚΛΟΣ : Η διάρκεια μιας δεδομένης παλιρροιακής ακολουθίας, για παράδειγμα ένας σεληνιακός μήνας ή μια παλιρροιακή ημέρα.

ciclo de maré : A duração de uma dada sequência de marés, por exemplo, um mês lunar ou um dia de marés.

tidvattenscykel: Längden på en given tidvattencykel, t.ex. en måncykel eller tidvattendag.

Was this helpful?
A low elevation marshy coastal area formed of mud and the root mat of halophytic plants, regularly inundated during high tides.


ΠΑΛΙΡΡΟΙΑΚΟ ΕΛΟΣ: Χαμηλή ελώδης παράκτια περιοχή σχηματιζόμενη από λάσπη και τον ριζοτάπητα της αλοφυτικής βλάστησης που κατακλύζεται τακτικά κατά την πλήμμη. Πρβλ Αλμυρό έλος.

sapal(3) : Uma pequena elevação da área costeira alagadiça formada por lama e um tapete de raízes de plantas halofíticas, regularmente inundada durante as marés altas.

tidvattensträsk: Ett lågt beläget kustsumpområde bestående av gyttja och salttåliga växter, översvämmas regelbundet av högvattnet.Jmf salt marsh.

Was this helpful?
An extensive flat tract of land alternately covered and uncovered by the tide, and comprising mostly unconsolidated mud and sand.


ΠΑΛΙΡΡΟΙΑΚΗ ΖΩΝΗ: Εκτεταμένη πεδινή χερσαία έκταση που εναλλάξ καλύπτεται και αποκαλύπτεται από την παλίρροια και αποτελείται κυρίως από χαλαρή λάσπη και άμμο.

planície de maré : Uma vasta área de terra plana, constituida basicamente por lama e areia não consolidada, alternadamente coberta e descoberta pela maré.

tidvattenområde: Det platta området av stranden som täcks av tidvattnet och vid lågvatten är bart.

Was this helpful?
(1) A natural inlet maintained by tidal flows. (2) Any inlet in which the tide ebbs and flows.


ΠΑΛΙΡΡΟΙΑΚΟΣ ΔΙΑΥΛΟΣ: (1) Φυσική είσοδος νερού που διατηρείται από τη ροή της παλίρροιας. (2) Κάθε είσοδος νερού μέσω της οποίας η παλίρροια υποχωρεί και ανέρχεται.

entrada de maré - saída de maré : (1) Uma entrada natural mantida pelo fluxo das marés. (2) Qualquer enseada na qual a maré enche e vaza.

tidvattensutlopp: (1) Naturligt inlopp som sköts av tidvattnet. (2) Vilket inlopp som helst som sköts av tidvattnet.

Was this helpful?
The period between two consecutive high waters at a given place, averaging 24 h 51 min (24.84 h).


ΠΑΛΙΡΡΟΙΑΚΗ ΗΜΕΡΑ: Η χρονική περίοδος μεταξύ δύο διαδοχικών πλημμών σ έναν δεδομένο τόπο, κατά μέσον όρο 24 h 51 min (24.84 h).

dia de marés : O período entre duas preia-mares consecutivas num dado local, em média tem 24 h 51 m (24.84 h).

tidvattendag: Perioden mellan två på varandra följande högvatten på en given plats, i medel-tid 24h 51 min(24,84 h).

Was this helpful?
The period between two consecutive high waters at a given place.


Παλιρροιακή ημέρα ρεύματος : Η περίοδος μεταξύ δυο διαδοχικών πλημμυρίδων σε μια δεδομένη περιοχή.

corrente de maré diária: O período entre duas preia-mares consecutivas num dado local.

tidvattendag: Perioden mellan två på varandra följande högvatten vid ett visst ställe.

Was this helpful?
Those organisms inhabiting anaerobic sulphur-rich deposits.


Θειόβιος : Οι οργανισμοί που κατοικούν σε αναερόβιο περιβάλλον, πλούσιο σε θείο.

tiobios: Organismos que vivem em depósitos anaeróbicos ricos em enxôfre.

thiobios: De organismer som lever i anaeroba, svavelrika avlagringar.

Was this helpful?
The alternating horizontal movement of water associated with the rise and fall of the tide.


Παλιρροιακό ρεύμα : Η εναλλακτική οριζόντια κίνηση του νερού που σχετίζεται με την πλημμυρίδα και την άμπωτη.

corrente de maré : O movimento horizontal alternado da água associado à enchente e vazante da maré.

tidvattenström: Den horisontella rörelse hos vatten som hör samman med tidvattnets stigande och fallande.

Was this helpful?
The period from one high water to the next.


Παλιρροιακός κύκλος ρεύματος : Η περίοδος μεταξύ δυο διαδοχικών πλημμυρίδων.

ciclo da corrente de maré : O período que vai de uma preia-mar à seguinte.

tidvattencykel: Perioden från ett högvatten fram till nästa.

Was this helpful?
A directed response of a motile organism to a continuous contact with a solid surface; stereotaxis.


ΘIΓΜΟΤΑΚΤIΣΜΟΣ: Κατευθυνόμενη απόκριση ενός κινητού οργανισμού προς συνεχή επαφή με μια στερεά επιφάνεια. Στερεόταξη.

estereotaxia : Uma resposta directa de um organismo móvel a um contacto contínuo com uma superfície sólida.

thigmotaxis: Ett svar hos en rörlig organism på kontinuerlig kontakt med en fast yta.

Was this helpful?
The zone of rapid temperature change in a thermally-stratified body of water, the layer of water (horizontal temperature discontinuity layer) between the warm upper layer (cf. epilimnion in freshwater) and the cool bottom layer. The principal thermocline in deep lakes and oceans are either seasonal, due to heating of the surface water in summer, or permanent.


ΘΕΡΜΟΚΛIΝΕΣ: Η ζώνη απότομης αλλαγής της θερμοκρασίας σένα θερμικά στρωματοποιημένο όγκο νερού. Το στρώμα νερού (στρώμα οριζόντιας θερμοκρασιακής ασυνέχειας) μεταξύ του ανώτερου θερμού στρώματος (βλ. επιλίμνιο των γλυκών νερών) και του κατώτερου ψυχρού στρώματος (βλ. υπολίμνιο των γλυκών νερών). Τα κυριότερα θερμοκλινή στις βαθειές λίμνες και τους ωκεανούς είναι είτε εποχιακά, οφειλόμενα στην θέρμανση των επιφανειακών νερών το καλοκαίρι, είτε μόνιμα.

termoclina : A zona de mudança rápida de temperatura numa massa de água termicamente estratificada (camada de temperatura horizontal descontínua) entre a camada superior quente (cf. epilímnico na água doce) e a camada fria do fundo (cf. hipolímnico na água doce) . As termoclinas mais importantes nos lagos profundos e oceanos são ou sasonais, devido ao aquecimento da superfície da água no verão, ou permanentes.

termoklin: Temperatursprångskikt, skikt i hav eller sjö där temperaturen ändras mycket inom ett litet djupintervall. Man skiljer mellan den permanenta termoklinen i havet och säsongstermokliner i hav och sjöar.

Was this helpful?
The division of a water body into layers of different temperature and density, owing to the development of a thermocline. The transitional layer can be very narrow, especially in small freshwater lakes and deep aquacultural ponds where thermal stratification often remains stable only during summer stagnation. Alternatively, the layers can be relatively extended, as is often the case in oceanic systems.


ΘΕΡΜΟΚΡΑΣIΑΚΗ ΣΤΡΩΜΑΤΩΣΗ: Ο σχηματισμός σε ένα υδατικό σύστημα επάλληλων στρώματων διαφορετικής θερμοκρασίας και πυκνότητας (ανάπτυξη θερμοκλινικούς βλ.λ.). Το μεταβατικό στρώμα ενδέχεται να είναι πολύ λεπτό όπως σε μικρές λίμνες ή βαθειές δεξαμενές υδατοκαλλιέργειας, όπου η θερμοκρασιακή στρωμάτωση συχνά παραμένει σταθερή μόνο κατά την διάρκεια της θερινής στασιμότητας ή πολύ εκτεταμένο όπως συχνά παρατηρείται σε ωκεάνεια συστήματα.

estratificação termal : A divisão de uma massa de água em camadas de diferente temperatura e densidade, devido ao desenvolvimento de uma termoclina (q.v.). A camada de transição pode ser muito estreita, especialmente em pequenos lagos de água doce e tanques de aquacultura fundos onde a estratificação térmica se mantém, frequentemente, estável apenas durante a estagnação de verão. Em alternativa, as camadas podem ser relativamente prolongadas, como é muitas vezes o caso nos sistemas oceânicos.

temperaturskiktning: Uppdelandet av en vattenkropp i olika lager med olika temperatur och densitet p.g.a bildandet av en termoklin. Skickten kan vara väldigt tunna speciellt i små sjöar eller djupa akvakulturdammar och stratifieringen är bara stabil under sommaren. De olika lagren kan och andra sidan vara väldigt stora i t.ex. oceanerna.

Was this helpful?
The epicontinental sea separating Laurasia from Gondwanaland following the breakup of Pangaea in the Mesozoic.


Τέθυς: Η πανθάλασσα που χώριζε την Λαυρασία από την Γκοντβάνα μετά την διάσπαση της Πανγαίας την Μεσοζωική περίοδο.

Tethys: Mar epicontinental que separa a Laurasia da Gondwanaland a seguir à desintegração de Pangea no Mesozoic.

Tethys: Det hav som separerade Laurasia från Gondwanaland efter uppbrytandet av Pangaea under Mesozoikum.

Was this helpful?
The raising of temperature in ecosystems caused by water discharges higher in temperature than the recipient waters.


Θερμική ρύπανση : Η άνοδος της θερμοκρασίας στα οικοσυστήματα που προκαλείται από την έκχυση νερού με θερμοκρασία μεγαλύτερη από αυτή του περιβάλλοντος.

poluição termal: O aumento de temperatura nos ecosistemas causada por descargas de águas mais quentes do que as águas receptoras.

temperaturförorening: Den ökning i temperatur i ekosystemet som orsakas av utsläpp av vatten med högre temperatur än omgivande vatten.

Was this helpful?
Removal of dissolved inorganic nutrients such as nitrates and phosphates from waste water in sewage plants.


Τριτογενής επεξεργασία : Η απομάκρυνση διαλυμένων θρεπτικών συστατικών, όπως νιτρικά και φωσφορικά από τα νερά αποχετεύσεων.

tratamento terciário: Remoção de nutrientes inorgânicos dissolvidos tais como nitratos e fosfatos das águas das centrais de tratamento de esgotos.

tredje steget: Borttagandet av lösta oorganiska näringsämnen, som t.ex. nitrater och fosfater, från avloppsvatten i reningsverk.

Was this helpful?
The major androgenic hormone that is produced in the vertebrate testis under the control of pituitary gonadotropic hormones. The steroid hormone controls primary and secondary sexual characters and in some cases reproductive behaviour. the testosterone precursor keto-testosterone (androsterone) is administered to fish, usually by means of diet, in order to affect growth and sexual maturation rates (e.g. in Red drum Sciaenops ocellatus). Stocks of Tilapia aurea are produced by treating newly-hat


ΤΕΣΤΟΣΤΕΡΟΝΗ: Η κύρια ανδρογόνος ορμόνη που παράγεται στους όρχεις των σπονδυλωτών υπό τον έλεγχο της γοναδοτροπικών (βλ.λ) ορμονών της υπόφυσης. Η στεροειδής αυτή ορμόνη ελέγχει τα πρωτογενή και δευτερογενή φυλετικά χαρακτηριστικά και σε μερικές περιπτώσεις την αναπαραγωγική συμπεριφορά. Ο πρόδρομος της τεστοστερόνης, η κετο-τεστοστερόνη (ανδροστερόνη) χορηγείται στα ψάρια, συνήθως μέσω της τροφής, ώστε να επηρεάσει τους ρυθμούς της αύξησης και της φυλετικής ωρίμανσης (π.χ. στο Στικτομυλοκόπι Sciaenops oce

testosterona : A hormona androgénica mais importante produzida nos testículos dos vertebrados sob controlo das hormonas pituitárias gonadotrópicas. A hormona esteróide controla as características sexuais primárias e secundárias e nalguns casos o comportamento reprodutivo. O precursor da testosterona, a ceto-testosterona (androesterona) é administrado aos peixes, normalmente através da alimentação, de modo a afectar as taxas de crescimento e maturidade sexual (e.g. nos corvinão-de-pintas Sciaenops ocellatus). O

testosteron: Könshormon som bildas i testiklarna samt i mindre omfattning i binjurarna och hos kvinnan i äggstockarna. Testosteron är det viktigaste av de manliga könshormonerna (androgenerna).

Was this helpful?
Physiological stress induced by sudden or rapid changes in temperature, defined by some as any change greater than 30C per hour.


ΘΕΡΜIΚΟ ΣΟΚ (ΘΕΡΜΟΠΛΗΞIΑ): Φυσιολογική ένταση που προέρχεται από ξαφνικές ή γρήγορες αλλαγές θερμοκρασίας και που ορίζεται από ορισμένους ως αλλαγή μεγαλύτερη από 30C ανά ώρα.

choque térmico : Stress fisiológico induzido por alterações repentinas ou rápidas de temperatura, definida por alguns como qualquer alteração superior a 30C por hora.

temperaturshock: Fysiologisk stress tillföljd av kraftig temperaturökning eller sänkning.

Was this helpful?
Marine sediment comprising silt and sand derived from the land.


Χερσαία ιλύς: Θαλάσσιο υπόστρωμα το οποίο περιλαμβάνει λάσπη και άμμο που προέρχεται από την ξηρά.

vasa terrígena : Sedimento marinho que compreende lodo e areia oriundos de terra.

landsediment: Marint sediment bestående av silt och sand med ursprung från land.

Was this helpful?
Q10. The quantitative increase or decrease in metabolic rate for each 100C increase or decrease in body (environmental) temperature.


ΘΕΡΜΟΚΡΑΣIΑΣ ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΗΣ: Q10. Ποσοτική αύξηση ή μείωση του μεταβολικού ρυθμού όταν η αύξηση ή μείωση της θερμοκρασίας του σώματος (ή του περιβάλλοντος) είναι 100C.

coeficiente de temperatura : Q10. O aumento ou diminuição quantitativo da taxa metabólica por cada 100C de aumento ou diminuição na temperatura do corpo (ambiental).

temperaturkoefficient: (1) Q10. Den kvantitativa ökningen eller minskningen av den metaboliska hastigheten vid en ökning eller minskning av kropps(omgivande)temperaturen med 10 grader C. (2) Koefficient som anger relativ ändring av en egenskap med temperaturen

Was this helpful?
Region from 23.50 N and S of the equator to the respective polar region areas, having distinct seasons.


ΕΥΚΡΑΤΗ ΖΩΝΗ: Περιοχή από γεωγραφικό πλάτος 23.50 Βόρεια και Νότια του ισημερινού έως τις αντίστοιχες πολικές περιοχές. Το κλίμα στην εύκρατη ζώνη χαρακτηρίζεται από διάκριση σε εποχές.

zona temperada : Região entre os 23,50 N e S do Equador até às respectivas zonas polares, que têm estações diferentes.

tempererad zon: Område mellan den tropiska zonen (23,5 grader N och S) och polarområdena, med ett destinkt klimat.

Was this helpful?
Temperature is the quantitative statement concerning heat. The only temperature scale with an absolute basis in nature is the Thermodynamic Kelvin Temperature Scale (TKTS), which is based on functions that can be deduced directly from the first and second laws of thermodynamics. Since the lower limit of the TKTS is absolute zero, and since it is linear by definition, only one non-zero reference point is required to establish its slope. The reference point of 00C was chosen because i


ΘΕΡΜΟΚΡΑΣIΑ: Μέγεθος που εκφράζει την ένταση της θερμότητας. Η μόνη θερμοκρασιακή κλίμακα με απόλυτη φυσική βάση είναι η Θερμοδυναμική Θερμοκρασιακή Κλίμακα Kelvin (TKTS), η οποία βασίζεται σε φαινόμενα που βασίζονται απευθείας στον πρώτο και στον δεύτερο νόμο της θερμοδυναμικής. Επειδή το κατώτερο όριο της κλίμακας Κelvin είναι το απόλυτο μηδέν και επειδή η κλίμακα είναι εξ ορισμού γραμμική , απαιτείται ένα μόνο μη-μηδενικό σημείο αναφοράς ώστε να προσδιοριστθεί η κλίση της. Το σημείο αναφοράς τω

temperatura : Temperatura é a expressão quantitativa do calor. A única escala de temperatura com uma base absoluta na natureza é a Escala Termodinâmica de Temperatura de Kelvin ( ETTK ), a qual é baseada em funções que podem ser deduzidas directamente da primeira e segunda leis da termodinâmica. Dado que o limite mais baixo da ETTK é o zero absoluto e dado que é linear por definição, é apenas necessário um ponto de referência não-zero para estabelecer o seu declive. O ponto de referência de 00C foi

temperatur: Kvantitativt mått på graden av värme. Temperaturbegreppets ursprung är känselsinnets förmåga att skilja mellan varmt och kallt. Vetenskapligt och tekniskt är det angeläget att ersätta känselns vaga uppfattning med ett preciserat temperaturbegrepp och med anordningar (termometrar) som ger noggranna och pålitliga värden, mätta i en rationellt vald skala, på graden av värme dvs. på temperatur.

Was this helpful?
Tri-butyltin. A chemical compound found in certain antifouling agents. Known to cause imposex in molluscs.


TBT: ΤRI-BUTYLTIN.Χημική ένωση που βρίσκεται σε μερικές ενώσεις - μοράβια. Είναι γνωστό ότι προκαλεί δυσφυλετισμό στα μαλάκια.

TBT: TRIBUTIL-ESTANHO. Um composto químico encontrado em certos agentes anti-incrustantes. Conhecido po causar imposex nos moluscos.

TBT: Tri-butyltenn. En kemisk koponent i vissa båtbottenfärger för att förhindra påväxt. Ger könsförändringar hos mollusker.

Was this helpful?
An expression of the relationship between individuals or taxa in terms of multidimensional space, where each dimension represents a character, based on quantitative estimates of dissimilarity.


ΤΑΞΙΝΟΜΙΚΗ ΑΠΟΣΤΑΣΗ: Εκφραση της σχέσης μεταξύ ατόμων ή τάξων σε όρους πολυδιάστατου χώρου, όπου κάθε διάσταση αναπαριστά ένα χαρακτηριστικό. Η ταξινομική απόσταση προκύπτει από την ποσοτική εκτίμηση της ανομοιότητας μεταξύ των ατόμων ή των τάξεων.

distância taxonómica : Uma expressão do relacionamento entre indivíduos ou grupo taxonómico em termos de espaço multidimensional, onde cada dimensão representa uma característica, baseada em estimativas quantitativas de dissimilaridade.

taxonomiskt avstånd: Släktskap mellan olika individer eller taxon i form av avstånd i ett multidimensionellt rum, där varje dimension representerar en karaktär, baserad på kvantitativ uppskattning av olikheten.

Was this helpful?
A taxonomic group of any rank, including all the subordinate groups; any group of organisms, populations, or taxa considered to be sufficiently distinct from other such groups to be treated as a separate unit.


ΤΑΞΙΝΟΜΙΚΗ ΜΟΝΑΔΑ, ΤΑΞΟΝ: Ταξινομική ομάδα οποιασδήποτε βαθμίδας, που περιλαμβάνει όλες τις υφιστάμενες ομάδες. Κάθε ομάδα οργανισμών, πληθυσμών ή τάξων που είναι επαρκώς διακριτή από άλλες τέτοιες ομάδες ώστε να αντιμετωπίζεται ως ξεχωριστή ενότητα.

táxon: Um grupo taxonómico de qualquer classe, incluindo todos os grupos subordinados; qualquer grupo de organismos, populações ou grupo taxonómico suficientemente distinto de outros grupos semelhantes para serem tratado como uma unidade separada.

taxon: Grupp organismer med vetenskapligt namn. Uttrycket används dock främst när man vill tala om en systematisk grupp utan att ange namn eller specificera dess systematiska rang. Taxa kan vara t.ex. underarter, arter, släkten eller familjer.

Was this helpful?
A directed reaction or orientation response of a free moving organism toward (positive) or away from(negative) the source of the stimulus; tactism. (for example, Artemias positive phototaxis).


ΤΑΚΤΙΣΜΟΣ, ΤΑΞΙΑ: Κατευθυνόμενη αντίδραση ή απόκριση προσανατολισμού ενός ελεύθερα κινούμενου οργανισμού προς (θετική) ή μακρυά από (αρνητική) την πηγή του ερεθίσματος. (π.χ. θετικός φωτοτακτισμός της Artemia).

taxia : Uma reacção de orientação, de um organismo que se move livremente, na direcção de (positiva) ou a afastar-se (negativa) da fonte de estimulação; tactismo (por exemplo, fototaxia positiva de Artemia).

rörelse: Rörelse hos fritt rörliga organismer eller celler som svar på yttre retning. Med positiv taxis avses rörelse riktad mot retningskällan, med negativ taxis rörelse från källan.

Was this helpful?
Unpleasant flavour imparted to sea-food as a result of exposure to petroleum/oil or a chemical, rendering it unpalatable and consequently unmarketable.


Μόλυνση : Η δυσάρεστη γεύση στα θαλασσινά σαν αποτέλεσμα έκθεσης σε πετρέλαιο ή σε κάποια χημική ουσία, καθιστώντας την τροφή άγευστη και κατά συνέπεια ακατάλληλη προς πώληση

manchar: Sabor desagradável transmitido ao alimento de origem marinha em resultado de exposição a petróleo/óleo ou a um químico, tornando-o desagradável ao paladar e consequentemente não vendável.

bismak: Obehaglig smak hos fisk, skaldjur, och dylikt pågrund av kontakt med petrolium/olja. Produkterna blir oätlig och går ej att sälja.

Was this helpful?
Solid forms of crude petroleum present in sea water, created by physical processes.


Πίσσες : Στέρεα μορφή ακατέργαστου πετρελαίου που βρίσκεται στη θάλασσα και προέρχεται από φυσικές διεργασίες.

bolas de alcatrão : Formas sólidas de petróleo presentes no mar, criadas por processos físicos.

tjärklumpar: Fast form av råolja som påträffas i havsvatten, bildas genom fysiska processer.

Was this helpful?
More correctly designated Students T-test. A test involving the comparison of equality of standardized sample means of two normal distributions where populations variances are not known.


ΕΛΕΓΧΟΣ-Τ: Μέθοδος γνωστή και ως δοκιμή Τ του Student. Δοκιμή που επιτρέπει να διαπιστωθεί η ισότητα δύο τυποποιημένων δειγματικών μέσων που ακολουθούν κανονικές κατανομές, όταν οι διασπορές των αντίστοιχων πληθυσμών δεν είναι γνωστές.

teste t : Mais correctamente designado por teste t-student. Um teste que envolve a comparação da igualdade de médias de amostras estandardizadas de duas distribuições normais onde a variância da população não é conhecida.

t-test: Mer korrekt benämt Students T-test. Ett statistiskt test som används när man vill pröva om normalfördelade mätresultat från en grupp utan känd varians är förenliga med ett hypotetiskt förväntat värde .

Was this helpful?
A tropical cyclone originating in the western Pacific Ocean, particularly in the vicinity of the South China Sea or to the eastward of the Philippine Islands. Such a disturbance is called a Baguio in the Philippine Islands.


ΤΥΦΩΝΑΣ: Τροπικός κυκλώνας που δημιουργείται στον Δ. Ειρηνικό Ωκεανό, ειδικά κοντά στην Θάλασσα της Ν. Κίνας ή στα Ανατολικά των Φιλιππίνων. Στις Φιλιππίνες, ονομάζεται Baguio.

tufão : Ciclone tropical com origem na parte ocidental do Oceano Pacífico, particularmente na vizinhança do Mar do Sul da China ou a oriente das Filipinas. Nas Filipinas chamam Baguio a essa turbolência.

typhoon: Intensiv tropisk cyklon som uppträder i v. Stilla havet norr om ekvatorn. Vindhastigheten i en tyfon uppgår till minst 32,7 m/s (orkan).

Was this helpful?
A designated specimen or individual (holotype, lectotype, neotype) or one of a series of specimens (syntype) that is the type of a species or subspecies.


ΑΝΤIΠΡΟΣΩΠΕΥΤIΚΟΣ-ΤΥΠΟΣ: Ενα επιλεγμένο δείγμα ή άτομο (ολότυπος, λεκτότυπος, νεότυπος) ή ένα δείγμα από μία σειρά δειγμάτων (σύντυπος) που θεωρείται αντιπροσωπευτικός τύπος ενός είδους ή υποείδους.

espécime tipo : Um dado espécime ou indivíduo (holótipo, neótipo) ou um de uma série de espécimes (síntipo) que é o tipo de uma espécie ou subespécie.

typexemplar: Det eller de exemplar som beskrivningen av en för vetenskapen ny organismart baseras på och som tjänar som referens för arten.

Was this helpful?
Organisms occasionally carried into the plankton by factors such as turbulence; they are also known as accidental plankton or pseudo-plankton.


Τυχοπλαγκτόν : Οργανισμοί που μεταφέρονται μέσα στους πληθυσμούς του πλαγκτόν από παράγοντες όπως οι δίνες. Είναι οργανισμοί γνωστοί και ως τυχαίο πλαγκτόν ή ψευδό-πλαγκτόν.

ticoplancton: Organismos levados ocasionalmente para o plancton por factores tais como a turbulência; são também conhecidos como plancton acidental ou pseudo plancton.

tychoplankton: Organismer som ibland uppträder som plankton pga faktorer som till exempel turbulens; också kända som oavsiktliga plankton eller pseudoplankton.

Was this helpful?
In culture systems such as tanks, raceways, ponds and other units this term refers to the real water exchange rate defined as the residence time: Q (water quantity, m3 h-1) / V (tank volume, m3). The true rate is rarely known by practitioners and seldom properly reported in the literature. It is often simply assumed that a complete water exchange is achieved if the volume of water added to a given unit equals a full exchange in that unit. Such misuse of terms, i


ΡΥΘΜΟΣ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗΣ: Σε συστήματα καλλιέργειας, όπως οι δεξαμενές, διαδρομοδεξαμενές, λιμνοδεξαμενές κλπ ο όρος αναφέρεται στον πραγματικό ρυθμό ανταλλαγής νερού που εκφράζεται με τον χρόνο παραμονής: Q (ροή, m3 h-1) / V (όγκος δεξαμενής, m3). Ο πραγματικός ρυθμός σπανίως είναι γνωστός και σπανίως αναφέρεται ορθά στην βιβλιογραφία. Συχνά θεωρείται ότι απλώς επιτυγχάνεται πλήρης ανανέωση όταν ο όγκος νερού που προστίθεται σε μία μονάδα ισούται με τον ολικό όγκο του νερού. Τέτοιες παρ

taxa de conversão : : Em sistemas de cultura tais como tanques, raceways, reservatórios e outras unidades este termo refere-se à taxa real de troca de água definida como tempo de residência: Q (quantidade de água, m3 h-1) / V (volume do tanque, m3). A taxa real raramente é conhecida e correctamente referida na literatura. Normalmente assume-se simplesmente que uma troca completa de água é conseguida se o volume de água adicionada a uma dada unidade igualar uma troca total nessa unidade. Tal us

omloppstid(Vattenomsättningshastighet): Vattenomsättningshastighet [TURNOVER RATE]: I odlingssystem som t ex dammar och bassänger syftar denna term på den verkliga vattenombyteshastigheten, definierat enligt formeln: Q (vattenflöde, m3 h-1) / V (tank volym, m3). Den verkliga hastigheten är i praktiken ovanligt att man känner till och i litteraturen rapporteras sällan de rätta värdena. Ofta antas det för enkelhetens skull att ett fullständigt vattenutbyte skett när volymen tillfört vatten är lika med de

Was this helpful?
Motion of fluids in which local velocities and pressures fluctuate irregularly, in a non-laminar manner, as when a stream meets an obstacle, or air flows over an uneven surface. Such fluid motion is created by the agitation of liquids by currents, jetting action, winds or stirring forces (i.e., propellers). Often employed to describe the state or condition of being violently agitated or disturbed.


ΤΥΡΒΩΔΗΣ ΡΟΗ: Κίνηση των ρευστών κατά την οποία οι τοπικές ταχύτητες και πιέσεις αυξομειώνονται ακανόνιστα, όπως όταν ένα ρυάκι συναντά ένα εμπόδιο, ή όταν ο άνεμος πνέει πάνω από μιά ανώμαλη επιφάνεια (σε αντίθεση με την στρωτή ροή. Τυρβώδης ροή των ρευστών προκαλείται από την αναταραχή των υγρών από ρεύματα, πίδακες, ανέμους ή ανάδευση (π.χ. από έλικες).

turbulência : Movimento de fluidos em que as velocidades e pressões locais flutuam irregularmente, de uma forma não laminar, como quando um curso de água encontra um obstáculo, ou fluxos de ar sobre uma superfície irregular. Este movimento é criado pela agitação dos líquidos pelas correntes, acção de jactos, ventos ou qualquer força de agitação (i.e. hélices). Empregue frequentemente para descrever o estado ou condição de ser violentamente agitado ou perturbado.

turbulens: Kaotisk rörelse överlagrad medelströmningen i en vätska eller gas. Motsatsen är en laminär strömning; den vanligaste strömningen är turbulent. Turbulensen kännetecknas av oregelbundenhet i tid och rum samt stor virvelintensitet.

Was this helpful?
A rapid underwater current of relatively high density transporting suspended sediments, often in large quantities.


Ελικοειδές ρεύμα : Ένα γρήγορο υποθαλάσσιο ρεύμα με σχετικά μεγάλη πυκνότητα, το οποίο μεταφέρει ιζήματα, πολύ συχνά σε μεγάλες ποσότητες.

corrente turva : Uma forte corrente submarina com uma densidade relativamente alta transportando sedimentos em suspensão, muitas vezes em grandes quantidades.

grumlig ström: En snabb undervattensström av ganska hög densitet som transporterar lösta sedimentpartiklar, ofta i stora mängder.

Was this helpful?
Referring to the disturbance or reduction in light transmittance in water resulting from suspended, colloidal or dissolved matter or the presence of planktonic organisms.


ΘΟΛΟΤΗΤΑ: Διαταραχή ή ελάττωση της διείσδυσης του φωτός στο νερό που οφείλεται στην αιωρούμενη, κολλοειδή ή διαλελυμένη ύλη ή την παρουσία πλαγκτονικών οργανισμών. Πρβλ. Δίσκος Secchi.

turvação : Que se refere à perturbação ou redução da penetração da luz na água resultante da matéria coloidal ou dissolvida em suspensão, ou da presença de organismos planctónicos; cf. Disco de Secchi.

turbiditet: Grumlighet hos en gas eller en vätska orsakad av ljusets spridning på små svävande partiklar som t.ex. plankton organismer.

Was this helpful?
Situated in, used in, characteristic of, or related to the tropics.


ΤΡΟΠΙΚΟΣ (επίθετο): Ευρισκόμενος ή χρησιμοποιούμενος στην, ή σχετιζόμενος με την ή χαρακτηριστικός γιά την τροπική ζώνη.

tropical: Situado nos, utilizado para os, característico de, ou relacionado com os trópicos.

tropisk: Något som befinner sig i, används i, karaktäriseras av eller har med tropikerna att göra.

Was this helpful?
Waves produced by sudden, large-scale motion of a portion of the ocean floor, as by volcanic eruption or earthquake.


ΤΣΟΥΝΑΜΙ (ΣΕΙΣΜΙΚΟ ΚΥΜΑ): Κύματα που παράγονται από ξαφνικές, μεγάλης κλίμακας κινήσεις ενός τμήματος του ωκεάνειου βυθού, όπως από ηφαιστειακή έκρηξη ή σεισμό.

tsunami: Ondas formadas por movimentos repentinos, em larga escala de uma parte do fundo do oceano, devido a uma erupção vulcânica ou tremor de terra.

tsunami: Våg som skapas vid plötsliga, storskaliga rörelser av havsbotten, vid t.ex. vulkanutbrott eller jordbävningar.

Was this helpful?
(1) Either of two parallels of latitude 230 27 north and south of the equator, i.e. the Tropic of Cancer and the Tropic of Capricorn. (2) Tropics: the region bounded by these two latitudes, corresponding to the Torrid zone.


ΤΡΟΠΙΚΟΣ: (1) Ενας από τους δύο παραλλήλους σε γεωγραφικό πλάτος 230 27 Βόρεια και Νότια του Ισημερινού, δηλ. Τροπικός του Καρκίνου και Τροπικός του Αιγόκερω. (2) Η περιοχή μεταξύ των δύο αυτών παραλλήλων, που αντιστοιχεί στην διακεκαυμένη ζώνη.

trópico : (1) Um dos dois paralelos de latitude 230 27 a norte e sul do equador. i.e. o Trópico de Cancer e o Trópico de Capricórnio. (2) Tropical: a região delimitada por estas duas latitudes, correspondendo à zona Tórrida.

tropisk: (1) Vändkrets, parallellcirkel på jordytan ca 23,40 norr eller söder om ekvatorn. (2) Området mellan de båda vändkretsarna.

Was this helpful?
The position an organism occupies in the food web (e.g., herbivore, omnivore, detrivivore or carnivore).


ΤΡΟΦΙΚΟ ΕΠΙΠΕΔΟ: Η θέση που κατέχει ένας οργανισμός στο τροφικό πλέγμα (π.χ. φυτοφάγος, παμφάγος, τριπτοφάγος ή σαρκοφάγος).

nível trófico : A posição que um organismo ocupa na cadeia alimentar (e.g. , herbivoro,omnívoro, detritívoro ou carnívoro).

trofinivå: Possitionen en organism har i näringsväven (t.ex. herbivor, karnivor, omnivor).

Was this helpful?
A state in which each cell harbours three sets of homologous chromosomes. Triploidy can be experimentally induced in fish and bivalve molluscs in order to improve growth rate.


ΤΡΙΠΛΟΕΙΔΙΑ: Κατάσταση κατά την οποία κάθε κύτταρο φέρει τρεις ομάδες ομόλογων χρωμοσωμάτων (πρβλ. διπλοειδές, απλοειδές). Η τριπλοειδία επάγεται πειραματικά σε ψάρια και μαλάκια με σκοπό να αυξηθεί ο ρυθμός ανάπτυξης.

triploidia: Um estado em que cada célula alberga três conjuntos de cromossomas homólogos (cf. Diplóide, haplóide). A tripolidia pode ser induzida nos peixes e moluscos bivalves experimentalmente a fim de melhorar a taxa de crescimento.

triploiditet: Ett tillstånd hos en cell som har tre uppsättningar av homologa kromosomer (jmf. diploid, haploid). Triploida tillstånd kan på experimentell väg induceras i fiskar och mollusker för att öka deras tillväxthastighet.

Was this helpful?
Organism or cell treated by techniques to produce three sets of chromosomes per nucleus and, thereby, sterile individuals. Such sterilization permits species like grass carp to be released in nature without the danger of over-reproduction and possible harm to the ecology of an area.


ΤΡΙΠΛΟΕΙΔΗΣ: Οργανισμός ή κύτταρο που έχει υποστεί εργαστηριακή κατεργασία ώστε να παράγει τρία σύνολα χρωμοσωμάτων ανά πυρήνα και επομένως, στείρα άτομα. Η στειρότητα αυτή επιτρέπει να απελευθερώνονται στη φύση είδη όπως ο χορτοκυπρίνος χωρίς τον κίνδυνο υπερ- αναπαραγωγής που θα έβλαπτε την οικολογία μιάς περιοχής.

triplóide : Organismo ou célula tratados para produzir três conjuntos de cromossomas por núcleo e, desse modo, originar indivíduos estéreis. Essa esterilização permite que espécies como a carpa sejam libertadas no meio ambiente sem o perigo de sobre-reprodução e possíveis danos à ecologia de uma área.

triploid: Genetisk term för en cell eller organism som har tre gånger så många kromosomer som det grundtal som är kännetecknande för arten, dvs. det antal som finns i könscellerna. Rubbningen kan uppträda i tumörcellen. Triploidi är en typ av polyploidi. Leder till sterilitet.

Was this helpful?
A chemical compound found in certain antifouling agents. Known to cause imposex in molluscs.


TRIBUTYLTIN: Χημική ένωση που βρίσκεται σε μερικές ενώσεις - μοράβια. Είναι γνωστό ότι προκαλεί δυσφυλετισμό στα μαλάκια.

Tributil-estanho : Um composto químico encontrado em certos agentes anti-incrustantes. Conhecido po causar imposex nos moluscos.

tributyl tin: Kemisk substans ibland annat båtbottenfärger. Ger könsrubbningar hos blötdjur.

Was this helpful?
Synthesis of protein on a mRNA-matrix.


ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: Σύνθεση πρωτεΐνης σε μήτρα mRNA.

translação : Síntese de uma proteína numa matriz de mARN.

translation: Syntes av proteiner från en RNA-sträng.

Was this helpful?
(1) The medical management of a disease or disorder as a whole. (2) Correcting an environmental imbalance (e.g pond liming, wastewater purification).


ΘΕΡΑΠΕIΑ: (1) Iατρική αγωγή για την θεραπεία μιας ασθένειας ή μιας διαταραχής . (2) ΕΠΕΞΕΡΓΑΣIΑ : Διόρθωση μιας περιβαλλοντικής ανισορροπίας (με π.χ. ασβέστωση υδατοδεξαμενών, καθαρισμό αποβλήτων)

tratamento : (1) O trato médico de uma doença ou indisposição no seu todo. (2) Correcção de um desiquilíbrio ambiental (e.g. tratamento de reservatórios com cal, purificação de águas residuais.

behandling: (1) Medicinsk behandling av sjukdom eller störning. (2) Korrigera obalans i miljön (exempelvis kalkning av sur sjö, m.m.)

Was this helpful?
Animal or plant into which genes from another species have been deliberately introduced by genetic engineering.


ΔIΑΓΟΝIΔIΑΚΟ ΕIΔΟΣ: Ζώο ή φυτό στο οποίο έχουν εισαχθεί σκόπιμα, γονίδια από άλλο είδος μέσω γενετικής μηχανικής.

espécies transgénicas : Animal ou planta em que foram deliberadamente introduzidos genes de outras espécies pela engenharia genética

transgena arter: Ett djur eller en växt som med hjälp av genteknik fått gener från en annan art insatta i sitt genom.

Was this helpful?
The spread of the sea over a land area.


Εισβολή : Η εξάπλωση της θάλασσας πάνω από μια περιοχή ξηράς.

transgressão : O espalhar do mar sobre a terra.

transgression: Havets utbredning över ett landområde.

Was this helpful?

Contact us

Please contact AMC Limited for any queries:

  • Hot line: +353 1 874 7088
You are here: Home Resources & Services Multilingual glossaries GLOSSARIES