AMC LIMITED

S

An isolated submarine mountain, usually conical, occurring on the continental rises, abyssal plains and in the oceanic trenches presumed to be of volcanic origin, and rising at least 1000 metres above the sea floor.


Υποθαλάσσιο όρος : Ένας απομονωμένος υποθαλάσσιος ορεινός όγκος, συνήθως κωνικός που εμφανίζεται στα όρια των ηπείρων, στις αβύσσους και στις ωκεάνιες τάφρους. Θωρούνται ηφαιστειακής προέλευσης και υψώνονται σε ύψος 1000m από τον πυθμένα της θάλασσας.

elevações submarina : Uma montanha submarina isolada, normalmente cónica, que aparece nas plataformas continentais, planícies abissais e nos fossos oceânicos que se presume serem de origem vulcânica e elevando-se pelo menos 1000 metros acima do fundo do mar.

undervattensberg: Fristående undervattensberg, ofta koniskt, på djuphavsbottnar eller i djuphavsgravar av troligtvis vulkaniskt ursprung. Reser sig minst 1000 meter över omgivande havsbotten.

Was this helpful?
The average height of the surface of the sea.


Επίπεδο της θάλασσας : Ο μέσος όρος του ύψους της θαλάσσιας επιφάνειας.

nível do mar: A altura média da superfície do mar.

havsytan: Medelhöjden på havsytan.

Was this helpful?
Angiosperms adapted to life in the marine environment.


Θαλάσσιο φίκος : Αγγειόσπερμα προσαρμοσμένα να ζουν στο θαλάσσιο περιβάλλον.

sargaço: Angiospérmicas adaptadas à vida no ambiente marinho.

sjögräs: Blomväxter som anpassats för ett liv i marin miljö.

Was this helpful?
General term for the culture of plants and animals in the marine environment by a managed system of husbandry. See AQUACULTURE.


ΘΑΛΑΣΣΟΚΑΛΛIΕΡΓΕIΑ: Γενικός όρος για την καλλιέργεια φυτών και ζώων στο θαλάσσιο περιβάλλον με ένα διαχειριστικό σύστημα εκτροφής. Βλ. Υδατοκαλλιεργεια.

aquacultura marinha : Termo geral para a cultura de plantas e animais no ambiente marinho, através de um sistema de estabulação controlado. Ver AQUACULTURA.

havsodling: Generell term för odlandet av växter eller djur i en marin miljö. Se AQUACULTURE.

Was this helpful?
A coastal local wind that blows from sea to land, caused by the temperature difference when the sea surface is colder than the adjacent land. As a result, tt usually blows on relatively calm, sunny, summer days; and alternates with the opposingly directed and usually weaker, night-time land breeze. As the sea breeze regime progresses, the wind develops a component parallel to the coast, caused by the Coriolis deflection.


ΘΑΛΑΣΣIΑ ΑΥΡΑ: Παράκτιος, τοπικός άνεμος ο οποίος πνέει από τη θάλασσα προς την ακτή, και οφείλεται στην διαφορά θερμοκρασίας που δημιουργείται όταν η επιφάνεια της θάλασσας είναι ψυχρότερη από την παρακείμενη ακτή. Ως εκ τούτου, συνήθως πνέει κατά τη διάρκεια σχετικά ήρεμων, ηλιόλουστων, καλοκαιρινών ημερών. Εναλλάσσεται με την απόγειο αύρα που είναι συνήθως ασθενέστερη και πνέει προς την αντίθετη κατεύθυνση, κατά τη διάρκεια της νύχτας. Καθώς ενισχύεται η θαλάσσισ αύρα, ο άνεμος αναπτύσσει μια συνιστώσα πα

brisa marítima : Vento local costeiro que sopra do mar para terra, originado pela diferença de temperatura quando a superfície do mar é mais fria do que a superfície de terra adjacente. Como consequência, normalmente sopra em dias de verão relativamente calmos e soalheiros; e alterna à noite com a brisa terrestre de direcção oposta e habitualmente mais fraca. À medida que o regime da brisa marítima progride, o vento desenvolve uma componente pararela à costa, originada pela deflexão de Coriolis.

sjöbris: En lokal kustvind som blåser från vattnet mot land, beror på skillnaden i temperatur mellan vattenytan och omgivande land.

Was this helpful?
An organism that feeds on dead or decomposing organic matter.


ΝΕΚΡΟΦΑΓΟΣ (=πτωματοφάγος): Οργανισμός που τρέφεται με νεκρή ή αποσυντιθέμενη οργανική ύλη.

necrófago : Um organismo que se alimenta de matéria orgânica morta ou em decomposição.

asätare: En organism som lever av redan dött material.

Was this helpful?
A shore characterised by mobile coarse sediments.


Αμμώδης ακτή : Μια ακτή που χαρακτηρίζεται από κινούμενα ιζήματα.

praia de areia: Uma costa caracterizada por sedimentos móveis grosseiros.

sandstrand: En strand karakteriserad av rörligt grovt sediment.

Was this helpful?
Lethal toxin produced by the dinoflagellate Gonyaulax catenella .


Σαξιτοξίνη : Φονική τοξίνη η οποία παράγεται από το δινομαστιγωτό Gonyaulax catenella .

saxitocina: Toxina letal produzida pelo dinoflagelado Gonyaulax catenella .

saxitoxin: Dödligt gift producerat av dinoflagellaten Gonyaulax catenella.

Was this helpful?
Loose detrital material consisting of small but easily distinguishable separate grains ranging between 0.0625 and 2.0000 mm ( 0.0025 and 0.0787 inch) in diameter.


ΑΜΜΟΣ: Χαλαρό υλικό που αποτελείται από μικρούς αλλά εύκολα διακριτούς κόκκους διαμέτρου που ποικίλλει από 0.0625 έως 2.0000 mm.

areia : Matéria detrítica solta que consiste de pequenos grãos facilmente separáveis variando em diâmetro entre 0.0625 e 2.0000 mm (0.0025 e 0.0787 polegadas).

sand: Kornfraktion som består av partiklar med en diameter mellan 0,06 till 2 mm ( 0.0025 till 0.0787 tum).

Was this helpful?
The process consisting of choosing elements of a population in order to form a subset of that population known as a sample.


ΔΕIΓΜΑΤΟΛΗΨIΑ: Διαδικασία επιλογής στοιχείων ενός πληθυσμού με σκοπό την δημιουργία ενός υποσυνόλου αυτού του πληθυσμού, γνωστού ως δείγμα.

amostragem : Um processo que consiste na escolha de elementos de uma população de modo a formar um subconjunto dessa população conhecido como uma amostra.

provtagning: Uttagning av en mindre del av ett objekt (kroppsvävnad, varuparti etc.), vars kvalitet eller kvantitativa egenskaper man vill bestämma:

Was this helpful?
This term denotes a specific protocol for sampling.


ΔΕIΓΜΑΤΟΛΗΨIΑΣ ΜΕΘΟΔΟΣ: Συνώνυμος με τον όρο "πρωτόκολλο δειγματοληψίας" που περιλαμβάνει μια σειρά προδιαγραφών που πρέπει να τηρούνται κατά την απόληψη δειγμάτων.

método de amostragem : Este termo indica um protocolo específico de amostragem (q.v.) .

provtagnings metod: Avser en specifik metod vid provtagningen.

Was this helpful?
A representative part of a larger unit used to study the properties of the entire unit. For example, a portion or quantity of a population, individual, organ, tissue or liquid.


ΔΕIΓΜΑ : Αντιπροσωπευτικό τμήμα μιας μεγαλύτερης μονάδας, χρησιμοποιούμενο για την μελέτη των ιδιοτήτων της. Για παράδειγμα τμήμα ή μέρος ενός πληθυσμού, ατόμου, οργάνου, ιστού, ή υγρού. Πρβλ. επίσης Δείγμα νερού, τυχαίο δείγμα.

amostra : Parte representativa de uma unidade maior utilizada para estudar as proprieades da unidade total. Por exemplo, uma parte ou quantidade de uma população, indivíduo, órgão, tecido ou líquido; cf. amostra aleatória, amostra de água.

prov: En representativ del av en större enhet som används för att studera den stora enheten.

Was this helpful?
Flat littoral marsh area, at or above the high-water mark, that is flooded by spring tides or during storm surges.


ΑΛΜΥΡΟ ΕΛΟΣ: Επίπεδη παράκτια ελώδης περιοχή, επάνω από το όριο της πλήμμης που πλημμυρίζει μόνο κατά την διάρκεια των συζυγιακών παλιρροιών ή κατά την διάρκεια θυελλών.

sapal(2) : Área litoral plana, alagadiça, junto ou acima da marca de preia-mar, que é alagada pelas marés vivas ou durante tempestades.

träsk: Platt fuktig strandmark ovanför högvattenmärket som översvämmas vid springflod och stormar.

Was this helpful?
This term, which describes the quantity of inorganic salts in a solution or water sample, is the subject of much confusion and extensive learned discourse. Traditionally, salt was defined as the weight in grams of the dissolved inorganic matter in one kg of water after all Br- and I- had been replaced by the equivalent quantity of Cl- and all HCO3 and CO3= converted to oxide. In this way, salinity scales were defined on a mass fraction basis (in theory, dimensionless in


ΑΛΑΤΟΤΗΤΑ: Τo βάρος σε γραμμάρια των διαλελυμένων αλάτων σε 1 kg νερού, μετά την υποκατάσταση των Β2- και I- από ισοδύναμη ποσότητα Cl- και όλων των ΝCΟ3- και CΟ3= από οξείδια. Η αλατότητα δίνεται και ως (αδιάσπαστο) ποσοστό επί τοις χιλίοις (ο/οο). Τα τελευταία χρόνια έχουν αναζητηθεί αυστηρότεροι ορισμοί της αλατότητας. Η απόλυτη αλατότητα ορίζεται ως ο λόγος της μάζας των διαλελυμένων υλικών στο θαλάσσιο νερό προς την μάζα του θαλάσσιου νερού. Στην πράξη, το μέγεθος αυτό δεν εί

salinidade : Este termo, o qual descreve a quantidade de sais inorgânicos numa solução ou amostra de água, dá origem a muita confusão e a um discurso extensivo. Tradicionalmente, o sal foi definido como o peso em gramas da matéria inorgânica dissolvida em um kg de água após todo o Br- e I- terem sido substituídos pela quantidade equivalente de Cl- e todo o HCO3 e CO3= convertidos para óxido. Deste modo, as escalas de salinidade foram definidas na base de uma fracção de massas (em teoria

salinitet: Runt denna term som beskriver mängden oorganiskt salt i en lösning eller vattenprov råder en del förvirring. Traditionellt sett har mängden salt definierats som vikten i gram av det i ett kg vatten lösta oorganiska ämnena, efter det att alla Br- och I- blivit utbytta mot motsvarande mängd Cl- och all HCO3 och CO3= gjorts om till oxider. Salinitetskalor var genom detta sätt att räkna baserade på förhållandet mellan massorna (i teorin dimensionslöst, enligt SI systemet) och u

Was this helpful?
Refers to a condition wherein two agents produce a greater effect than might be predicted from the sum of their individual effects.


ΣΥΝΕΡΓΕΙΑ: Αναφέρεται σε μια κατάσταση όπου δύο παράγοντες παράγουν μεγαλύτερο αποτέλεσμα από αυτό που θα αναμενόταν από το σύνολο των ατομικών τους αποτελεσμάτων.

sinergismo : Refere-se a uma condição em que dois agentes produzem um efeito maior do que seria previsto da soma dos seus efeitos individuais.

synergism: Samverkan mellan två eller flera faktorer som, positivt eller negativt, påverkar en process på ett sådant sätt att den sammanlagda verkan av faktorerna blir större än summan av verkningarna av faktorerna var för sig.

Was this helpful?
(1) Used of populations, species or taxa occurring together in the same geographical area; the populations may occupy the same habitat (biotic sympatry) or different habitats (neighbouring sympatry) within the same geographical area. (2) Sympatric hybridization: the occasional production of hybrids between two well-defined sympatric species.


ΣΥΜΠΑΤΡΙΟΣ: (1) Χρησιμοποιείται γιά πληθυσμούς, είδη ή ταξινομικές μονάδες που συναντώνται στην ίδια γεωγραφική περιοχή. Οι πληθυσμοί είτε καταλαμβάνουν το ίδιο ενδιαίτημα (βιοτική συμπατρία) είτε διαφορετικά ενδιαιτήματα (γειτονική συμπατρία) στην ίδια γεωγραφική περιοχή. (2) συμπάτριος υβριδισμός: η περιστασιακή παραγωγή υβριδίων μεταξύ δύο καλά ορισμένων συμπάτριων ειδών.

simpatria : (1) Utilizado para populações, espécies ou táxons que ocorrem juntos na mesma área geográfica; as populações podem ocupar o mesmo habitat (simpatria biótica) ou habitats diferentes (simpatria limítrofe) na mesma área geográfica. (2) Hibridação simpátrica: a produção ocasional de híbridos entre duas espécies simpátricas bem definidas.

sympatrisk: (1) Förhållandet att två skilda arter eller andra organismgrupper förekommer inom samma geografiska område (samma eller olika habitat). Motsatsen är allopatri. (2) Sympatriskhybridisering: hybridiering mellan två väl definierade sympatriska arter.

Was this helpful?
The more or less intimate and continuous association between individuals of two or more species. If the relationship is mutually beneficial, it is called mutualism. If it is beneficial to one of the individuals (symbiont) with little effect (beneficial or harmful) on the other (host), it is termed commens- alism. If it is beneficial to the symbiont and harmful in various degrees, including fatal, to the host, it is termed parasitism.


ΣΥΜΒΙΩΣΗ: Η κοινή διαβίωση, με περισσότερο ή λιγότερο στενό και συνεχή τρόπο, δύο ειδών οργανισμών, του ξενιστή και του συμβιώτη. Αν η σχέση είναι αμοιβαία ευεργετική, ονομάζεται αμοιβαιότητα. Αν είναι ευεργετική για τον συμβιώτη και με μικρές επιπτώσεις (επωφελείς ή επιβλαβείς) για τον (ξενιστή ονομάζεται ομοσιτισμός. Αν είναι ευεργετική για τον συμβιώτη και επιβλαβής σε διαφορετικούς βαθμούς, συμπεριλαμβανομένου του θανάτου του ξενιστή, θεωρείται παρασιτισμός.

simbiose : A associação contínua entre indivíduos de duas ou mais espécies. Se o relacionamento é mutuamente benéfico, chama-se mutualismo. Se é benéfico para um dos indivíduos (simbionte) com pouco efeito (benéfico ou prejudicial) sobre o outro (hospedeiro), diz-se comensalismo. Se é benéfico para o simbionte e prejudicial em vários graus, incluindo o fatal para o hospedeiro, diz-se parasitismo.

symbios: Mer eller mindre intim och varaktig samlevnad mellan olika typer av organismer. Vanligen avses bara sådan samlevnad som är väsentlig för båda parter. Mer vittomfattande är mutualism, som utöver verklig symbios kan innefatta också mer tillfälliga eller för endera parten oväsentliga men dock positiva relationer.

Was this helpful?
Large regular waves with long periods.


Φουσκοκύματα : Μεγάλοι τακτικοί κυματισμοί με μεγάλες περιόδους.

ondulação : Ondas regulares com período longo.

dyning: Stora regelbundna vågor med lång period i mellan.

Was this helpful?
The zone at the shore line where there is a rush of water after a wave has broken.


Περιοχή Κυματικής Θραύσης: Η ζώνη της ακτογραμμής η οποία επηρεάζεται από την θραύση του κύματος

zona de chapinhar : A zona da linha de costa onde ocorrem movimentos rápidos de água após a rebentação de uma onda.

vågbrytzon: Strandzonen där vatten strömmar efter det att en våg har brutit.

Was this helpful?
The management and conservation of the natural resource base and the orientation of technological and institutional change in such a manner as to ensure the attainment and continued satisfaction of human needs for present and future generations. Such sustainable development (in the agriculture, forestry and fisheries sectors) conserves land, water, plant and animal genetic resources, is environmentally non-degrading, technically appropriate, economically viable and socially acceptable.


ΑΕΙΦΟΡΟΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗ: Η διαχείριση και διατήρηση των φυσικών πόρων καθώς και ο τεχνολογικός και ιδρυματικός προσανατολισμός με τρόπο ώστε να είναι η δυνατή η ικανοποίηση των ανθρώπινων αναγκών για τις τωρινές και τις μελλοντικές γενιές. Αυτή η αειφόρος ανάπτυξη (στον τομέα της γεωργίας, της δασοπονίας και της αλιείας) έχει σαν αποτέλεσμα την διατήρηση του φυσικού πλούτου (γης, υδάτων, φυτών και ζώων) καθώς και την αποφυγή της υποβάθμισης αυτού του πλούτου με τρόπο ο οποίος είναι τεχνικά, οικονομικά και κοινωνικά αποδ

desenvolvimento sustentável: A gestão e conservação dos recursos naturais e a orientação das mudanças ambientais e tecnológicas de modo a assegurar a obtenção e continua satisfação das necessidades humanas para as gerações presentes e futuras. Tal desenvolvimento sustentável (nos sectores da agricultura, silvicultura e pescas) conserva a terra, água, recursos genéticos das plantas e animais, é ambientalmente não degradante, tecnicamente apropriado, economicamente viável e socialmente satisfatório

uthållig utveckling: Skötandet och bevarandet av naturens resurser på ett sätt som tillfredsställer dagens behov utan att äventyra kommande generationers möjligheter att tillfredsställa sina behov. Hållbar utveckling (inom jord-, skogsbruk, och fiske) bevarar land, vatten, växter och djurs genetiska resurser, är ej miljöförstörande, ekonomiskt stabilt och socialt accepterat.

Was this helpful?
Animal that feeds by filtering minute particles from the water in which it lives. Many reared bivalve molluscs are filter feeders (mussels, oysters, etc.) as are certain larval stages of cultured crustaceans.


ΑIΩΡΗΜΑΤΟΦΑΓΟΣ: Ζώο που τρέφεται με πολύ μικρά τεμαχίδια που φιλτράρει από το νερό μέσα στο οποίο ζει. Πολλά απο τα καλλιεργούμενα δίθυρα (μύδια, στρείδια) είναι διηθηματοφάγα, καθώς επίσης και ορισμένα προνυμφικά στάδια των καρκινοειδών.

suspensívoro : Animal que se alimenta pela filtração de partículas minúsculas da água em que vive. Muitos moluscos bivalves são filtradores (mexilhões, ostras, etc.) assim como certos estados larvares de crustáceos cultivados.

filtrerare: Djur som lever av att filtrera småpartiklar från vattnet de lever i. Många odlade mollusker är filtrerare (musslor, ostron, etc.) liksom vissa larvstadier hos odlade skaldjur.

Was this helpful?
The spray zone at the shoreline located above the highest high tide mark.


Ζώνη υπερπαραλιακή : Η διασκορπισμένη ζώνη στην ακτογραμμή που βρίσκεται πάνω από το υψηλότερο σημείο της παλίρροιας.

zona supralitoral: Zona de espuma da linha de costa localizada acima do ponto mais alto da maré.

supralittoral zon: Den zon ovanför högsta tidvatten märket där vågvatten kan skvätta.

Was this helpful?
A condition in which a medium, such as a solvent, contains concentrations of a substance higher than it normally holds at a given temperature and pressure. Nitrogen supersaturation in water can lead to gas bubble formation in the blood of fish or invertebrates, often causing death. Supersaturation may be caused by pumping water and air bubbles together under pressure or by raising water temperature.


ΥΠΕΡΚΟΡΕΣΜΟΣ : Κατάσταση στην οποία ένα μέσον, όπως ένα διαλυτικό, περιέχει συγκέντρωση μιας ουσίας μεγαλύτερη από την μέγιστη συγκέντρωση της διαλυμένης ουσίας (συγκέντρωση κορεσμού) που αντιστοιχεί σε μια δεδομένη θερμοκρασία και πίεση. Υπερκορεσμός του νερού σε άζωτο οδηγεί σε δημιουργία φυσαλίδων αερίου στο αίμα των ψαριών ή ασπονδύλων, που προκαλεί συχνά θάνατο. Υπερκορεσμός προκαλείται από άντληση νερού και φυσαλίδων αέρα μαζί υπό πίεση, ή ανυψώνοντας την θερμοκρασία του νερού.

sobresaturação : Um situação em que um meio, tal como um solvente, contém concentrações de uma substância mais elevadas do que o normal para uma dada temperatura e pressão. Uma sobresaturação de azoto na água pode conduzir à formação de bolhas de gás no sangue dos peixes ou invertebrados, causando frequentemente a morte. A sobresaturação pode ser causada pelo bombear de água e bolhas de ar juntos sob pressão ou pelo aumento da temperatura da água.

övermättnad: Ett tillstånd hos ett medium när lösning innehåller högre koncentration av ett ämne än det normalt skulle göra vid en given temperatur och givet tryck.

Was this helpful?
An integrated group of items which are affected by the production of a toxic gas, hydrogen sulphide, resulting from the decomposition of organic matter under anoxic conditions.


Θειικό σύστημα : Ένα ολοκληρωμένο σύνολο αντικειμένων που επηρεάζονται από την παραγωγή ενός τοξικού αερίου, το υδρόθειο (hydrogen sulphide), σαν αποτέλεσμα της αποσύνθεσης οργανικής ύλης κάτω από ανοξικές συνθήκες.

sistema de gás sulfídrico: Um grupo integrado que é afectadas pela produção de um gás tóxico, gas sulfídrico, que resulta da decomposição de matéria orgânica em condições de anoxia.

sulfid system: En integrerad grupp av enheter(organismer) som påverkas av producerandet av svavelväte från nerbrytandet av organisktmaterial under syrefattiga förhållanden.

Was this helpful?
Area between the tropics and temperate zone with a climate intermediate between the two.


ΥΠΟΤΡΟΠΙΚΗ ΖΩΝΗ: Περιοχή μεταξύ της τροπικής και της εύκρατης ζώνης με κλίμα ενδιάμεσο μεταξύ των δύο.

zona subtropical : Área entre os trópicos e a zona temperada com um clima intermédio entre os dois.

subtropisk zon: Område mellan den tropiska och tempererade zonen med ett klimat som är en blandning av de båda.

Was this helpful?
Progressive nonlinear change in the composition of a community of organisms.


Αρχή της διαδοχής : Προοδευτική μη-γραμμική μεταβολή στην σύνθεση μιας κοινωνίας οργανισμών.

princípio da sucessão : Alteração progressiva não linear na composição de uma comunidade de organismos.

successions princip: Progressiv, ej linjär föränding av sammansättningen i ett organism samhälle.

Was this helpful?
(1) Material (e.g. sand, mud) that covers the bottom of an aquatic environment. (2) It may also be used to describe nutrients used in metabolic processes, also identified as chemical substrate, or as a medium for bacterial growth, or as an attachment for bacteria in biofilters.


ΥΠΟΣΤΡΩΜΑ: (1) Υλικό (άμμος, ιλύς κλπ) που καλύπτει τον βυθό ενός υδάτινου περιβάλλοντος. (2) O όρος χρησιμοποιείται επίσης για τα θρεπτικά που χρησιμοποιούνται σε μια μεταβολική διαδικασία (χημικό υπόστρωμα), ως μέσο γιά την καλλιέργεια βακτηρίων, ή ως υλικό για τη συγκράτηση των βακτηρίων στα βιοφίλτρα.

substracto : (1) Material (e.g. areia, lama) que cobre o fundo de um ambiente aquático. (2) Pode também ser utilizado para descrever nutrientes utilizados nos processos metabólicos, também identificados como substracto químico, ou como um meio para o crescimento bacteriano, ou como uma ligação para as bactérias nos biofiltros.

substrat: (1) Det underlag eller material som växter, svampar, lavar, bakterier och vissa ryggradslösa djur växer eller lever på eller i. (2) Näringsmedium vid odling av t.ex. bakterier eller svampar.

Was this helpful?
Any adverse stimulus, causing stress, that tends to disrupt the normal stability of an animal.


ΚΑΤΑΠΟΝΗΤΗΣ: Κάθε δυσμενές ερέθισμα που οδηγεί σε καταπόνηση και που τείνει να διασπάσει την φυσιολογική σταθερότητα ενός ζώου.

stressante : Qualquer estímulo adverso, causador de stress ou tensão, que tende a quebrar a estabilidade normal de um animal.

stressfaktor: Ett ogynnsamt stimuli som orsakar stress och tendera att störa ett djurs normala stabilitet.

Was this helpful?
A general term used to describe processes (e.g. effects of toxins) which cause damage but not fatalities.


ΥΠΟΘΑΝΑΤΗΦΟΡΟΣ: Γενικός όρος που χρησιμοποιείται για πχ. επίδραση τοξινών ή διαδικασιών που μπορεί να προκαλέσουν φθορά αλλά όχι θάνατο.

subletal : Termo geral utilizado para descrever os processos (e.g. efeito das toxinas) que são prejudiciais mas não fatais.

subletal: En generell term som beskriver processer som skadar men ej dödar.

Was this helpful?
Shallow, pertaining to a water zone down to about 200 m in depth.


ΥΠΟΠΑΡΑΛΙΑΚΗ: Ρηχή ζώνη, χρησιμοποιείται γιά την ζώνη του νερού μέχρι βάθος περίπου 200 m.

sublitoral : Zona marinha pouco profunda, até uma profundiade de cerca de 200 m.

sublittoral: Den zon av havsstranden och kustzonen som sträcker sig från lågvattennivån på stranden ut till kanten av kontinentalsockeln (vanligen ca 200 m djup)

Was this helpful?
The formation of horizontal layers of water due to different physical properties.


Στρωμάτωση : Ο σχηματισμός οριζόντιων επιπέδων νερού εξ αιτίας των διαφορετικών φυσικών ιδιοτήτων.

estratificação: A formação de camadas horizontais de água devido a diferentes propriedades fisicas.

stratifiera: Bildandet av horizontella lager av vatten på grund av skillnad i fysiska egenskaper.

Was this helpful?
A state produced by any environmental factor which extends the normal adaptive response of an animal, or which disturbs the normal functioning to such an extent that the chances of survival are significantly reduced. Stress can be acute or chronic. An acute stress is one of short duration, minutes or hours, in which the time course of the response of the first outlasts that of the stress. Chronic environmental stresses are continuous forms of stress, from which, under aquaculture conditions, the


ΕΝΤΑΣΗ: Κατάσταση προκαλούμενη από έναν περιβαλλοντικό παράγοντα που υπερβαίνει τα φυσιολογικά όρια προσαρμοστικής απόκρισης ενός οργανισμού, ή που διαταράσσει την κανονική λειτουργία σε τέτοιο βαθμό ώστε οι πιθανότητες επιβίωσης μειώνονται σημαντικά. Η ένταση ενδέχεται να είναι οξεία ή χρονία. Η οξεία ένταση είναι μικρής διάρκειας, (από λεπτά έως ώρες) κατά την οποία ο χρόνος απόκρισης διαρκεί περισσότερο από την διάρκεια της έντασης. Η χρόνια περιβαλλοντική ένταση είναι συνεχής μορφή έντασης, από τη

stress : Um estado produzido por um factor ambiental que amplia a resposta de adaptação normal de um animal, ou que perturba o funcionamento normal ao ponto da probabilidades de sobrevivência ser significativamente reduzida. O stress pode ser agudo ou crónico. Um stress agudo é de curta duração, minutos ou horas, no qual o tempo de resposta do organismo ultrapassa o de stress. O stress ambiental crónico é uma forma contínua de stress, no qual, no caso da aquacultura pode não haver fuga. A sobrelotação, a

stress: Inom psykologisk, medicinsk och zoologisk vetenskap de anpassningsreaktioner i kroppens organsystem som utlöses av fysiska och mentala påfrestningar, "stressorer". De krav som ställs på människor i ett modernt samhälle framkallar samma stressreaktioner som hjälpte våra förfäder att överleva genom att stärka deras beredskap för kamp eller flykt. Kroppens egna anpassningsreaktioner var ändamålsenliga i en tillvaro där muskelstyrka spelade en avgörande roll.

Was this helpful?
(1) A specific breed or stock of organisms of the same species possessing distinctive hereditary characteristics that distinguish them from other such breeds or stocks. (2) In mechanics: a relative change in the dimensions of a body in response to an applied force, e.g. the deformation of a material under stress.


ΣΤΕΛΕΧΟΣ: (1) Ειδική ποικιλία ή απόθεμα οργανισμών του ιδίου είδους που διαθέτει διακριτά κληρονομικά χαρακτηριστικά που το διαφορο- ποιούν από άλλα ανάλογα αποθέματα. (2) ΠΑΡΑΜΟΡΦΩΣΗ: στην μηχανική η σχετική μεταβολή των διαστάσεων ενός σώματος εξαιτίας της εφαρμογής μιάς δύναμης π.χ. η παραμόρφωση ενός υλικού που υποβάλλεται σε τάση.

estirpe : (1) Uma geração ou manancial de organismos específicos pertencentes à mesma espécie que possuem características hereditárias distintas que os distinguem de outras gerações ou mananciais. (2) Em mecânica: uma alteração relativa nas dimensões de um corpo em resposta a uma força aplicada, e.g. a deformação de um material sob tensão.

linje: (1) En specifik sort eller ras av av individer av samma art som innehar distinkta ärftliga karaktärer som skiljer dem från andra. (2) Inom mekaniken: en relativ förändring av en kropps dimensioner som svar på den kraft den utsätts för, deformationen av material under stress.

Was this helpful?
Common term for anabolic steroids. They are a group of biologically active organic compounds secreted by the adrenal cortex, testis, ovary and placenta and are characterized by the presence of a cyclopentanoperhydrophenanthrene ring. They include the oestrogens, androgens and mineralocorticoids.


ΣΤΕΡΟΕΙΔΗΣ: Κοινός όρος γιά τα αναβολικά στεροειδή. Ομάδα βιολογικά ενεργών οργανικών ενώσεων που εκκρίνονται από τον φλοιό των επινεφριδίων, τους όρχεις, τις ωοθήκες και τον πλακούντα. Χαρακτηρίζονται από την παρουσία ενός δακτυλίου cyclopentanoperhydrophenanthrene και περιλαμβάνουν τα οιστρογόνα, ανδρογόνα και τα μεταλλοκορτικοειδή.

esteróide : Termo comum para esteróides anabolizantes. São um grupo de compostos orgânicos biologicamente activos secretados pelo córtex supra-renal, testículo, ovário e placenta e são caracterizados pela presença de um anel de ciclopentanoperhidrofenantereno. Incluem os estrógenios, androgénios e corticóides minerais.

steroid: En grupp fettsubstanser (lipider) vilkas grundstruktur är ringsystemet cyklopentanoperhydrofenantren (gonan). Gruppen har stor biologisk och medicinsk betydelse.

Was this helpful?
Mathematical model of a system that includes the effect of random events.


Στοχαστικό μοντέλο : Μαθηματικό μοντέλο ενός συστήματος που περιλαμβάνει τα αποτελέσματα τυχαίων γεγονότων.

estocástico: Exemplo matemático de um sistema que inclui o efeito dos casos aleatórios.

stokastisk model: Mattematisk modell av ett system där upprepat skeende eller fenomen tillåts ske slumpartat.

Was this helpful?
Organisms that can exist only within a narrow range of salinity.


ΣΤΕΝΟΑΛΟΣ: Οργανισμός ικανός να ζήσει μόνο μέσα σε μικρό εύρος αλατότητας. Πρβλ. Ολιγόαλος, Ευρύαλος.

estenohalina/ estenossalina: Organismos que podem existir apenas numa estreita amplitude de salinidade; cf. oligohalina, eurihalina.

stenohalin: Organismer som bara kan leva i ett smalt salthaltsintervall. Jmf oligohaline, euryhaline.

Was this helpful?
Having a narrow tolerance range for a given factor such as temperature; i.e. stenothermal.


ΣΤΕΝΟΤΥΠΙΚΟΣ: Ο έχων στενό εύρος ανοχής για ένα συγκεκριμένο παράγοντα όπως η θερμοκρασία, τουτέστιν στενόθερμος.

estenótipico : Que tem um estreita margem de tolerância para um dado factor tal como a temperatura; i.e. estenotérmico.

stenotypisk: Att ha ett smalt tolerans intervall för en given faktor som t.ex. temperatur.

Was this helpful?
Any quantitative estimate of the total mass of organisms comprising all or part of a population or any other specified unit, or within a given area at a given time; measured as volume, mass (live, dead, dry or ash-free weight) or energy (Joules, calories).


ΣΤΑΘΜΕΥΟΝ ΑΠΟΘΕΜΑ: Ποσοτική εκτίμηση της ολικής μάζας των οργανισμών που συναποτελούν έναν πληθυσμό ή τμήμα ενός πληθυσμού ή οποιαδήποτε άλλη καθορισμένη βιολογική ενότητα σε μια δεδομένη περιοχή και σε μία συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Μετρείται ως όγκος, μάζα (ζωντανή, νεκρή, ξηρό ή οργανικό βάρος) ή ενέργεια (Joules, calories).

carga instantanea do manancial : Qualquer estimação quantitativa da massa total dos organismos compreendendo a totalidade ou parte de uma população ou qualquer outra unidade especificada, ou dentro de uma dada área num dado período; calculada como o volume, peso (vivo, morto, seco ou livre de cinzas) ou energia (Joules, calorias).

stående biomassa: Kvantitativ uppskattning av den totala massan organismer som utgör alla delar av en godtycklig enhet (t.ex. en population), eller lever inom ett område en viss tidpunkt; mätt som volym, massa (levande,död,torr eller askfri vikt) eller energi (joule, kalorier).

Was this helpful?
Tolerant of a narrow range of depth.


Στενοβαθικό : Ανεκτικό σε μικρό εύρος βάθους.

estenobático : Tolerância de uma estreita amplitude de profundidade.

stenobatiskt: Tollererar ett snävt djupintervall.

Was this helpful?
Any quantitative estimate of the total mass of organisms comprising all or part of a population or any other specified unit, or within a given area at a given time; measured as volume, mass (live, dead, dry or ash-free weight) or energy (Joules, calories).


ΣΤΑΘΜΕΥΟΥΣΑ ΣΥΓΚΟΜΙΔΗ: Ποσοτική εκτίμηση της ολικής μάζας των οργανισμών που συναποτελούν έναν πληθυσμό ή τμήμα ενός πληθυσμού ή οποιαδήποτε άλλη καθορισμένη βιολογική ενότητα σε μια δεδομένη περιοχή και σε μία συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Μετρείται ως όγκος, μάζα (ζωντανή, νεκρή, ξηρό ή οργανικό βάρος) ή ενέργεια (Joules, calories).

carga instantanea : Qualquer estimação quantitativa da massa total dos organismos compreendendo a totalidade ou parte de uma população ou qualquer outra unidade especificada, ou dentro de uma dada área num dado período; calculada como o volume, peso (vivo, morto, seco ou livre de cinzas) ou energia (Joules, calorias).

stående gröda: Kvantitativ uppskattning av den totala massan organismer som utgör alla delar av en godtycklig enhet (t.ex. en population), eller lever inom ett område en viss tidpunkt; mätt som volym, massa (levande,död,torr eller askfri vikt) eller energi (joule, kalorier).

Was this helpful?
The standard deviation is a measure of the dispersion around the mean of an interval-level variable. It is the square root of the variance. The advantage of using the standard deviation is that it has an intuitive interpretation, being based on the same units as the original variable.


ΤΥΠΙΚΗ ΑΠΟΚΛΙΣΗ: Η τυπική απόκλιση είναι μέτρο της διασποράς γύρω από τον μέσο όρο μιας συνεχούς μεταβλητής. Είναι ίση με την τετραγωνική ρίζα της διασποράς (βλ.λ) και έχει το πλεονέκτημα ότι η σημασία της είναι εύκολα κατανοητή, επειδή μετράται στις ίδιες μονάδες με την εξεταζόμενη μεταβλητή. Βλ. και ΚANONIKH KATANOMH.

desvio padrão : O desvio padrão é uma medida da dispersão em torno da média de uma variável de nível de intervalo. É a raiz quadrada da variância (q.v.). A vantagem da utilização do desvio padrão reside na sua interpretação intuitiva, sendo baseado nas mesmas unidades da variável original. Ver DISTRIBUIÇÃO NORMAL.

standard avvikelse: Statistiskt mått på utspridningen hos data eller en fördelning. För observerade data definieras standardavvikelsen som kvadratroten ur medelvärdet av den kvadratiska avvikelsen från medelvärdet. Se NORMAL DISTRIBUTION.

Was this helpful?
The standard error is a measure of the potential degree of discrepancy between the sample mean and the (usually) unknown population mean. It requires interval-level measurement and is used in certain tests of statistical significance and for creating confidence intervals. Standard error cannot be computed exactly, but it can be estimated by dividing the standard deviation by the square root of the number of cases.


ΤΥΠΙΚΟ ΣΦΑΛΜΑ: Μέτρο του δυνητικού βαθμού διαφοράς μεταξύ της μέσης τιμής του δείγματος και της (συνήθως) άγνωστης μέσης τιμής του πληθυσμού. Απαιτεί βαθμωτές μετρήσεις και χρησιμοποιείται σε ορισμένους ελέγχους και στατιστικής σημαντικότητας και για την εκτίμηση των διαστημάτων εμπιστοσύνης. Το τυπικό σφάλμα δεν είναι δυνατόν να υπολογισθεί ακριβώς, εκτιμάται όμως διαιρώντας την τυπική απόκλιση (βλ.λ) με την τετραγωνική ρίζα του αριθμού των μετρήσεων.

erro padrão : O erro padrão é a medida do potencial grau de discrepância entre a média da amostra e a (normalmente) desconhecida média da população. Requer a medição de níveis de intervalo e é usado em certos testes de significância estatística e para a criação de intervalos de confiança. O erro padrão não pode ser calculado com exactidão, mas pode ser estimado pela divisão do desvio padrão (q.v.) pela raiz quadrada do número de casos.

standard fel: Ett statistikt mått på graden av olikhet mellan stickprovens medelvärde och populationens medelvärde (som man ofta inte vet)

Was this helpful?
The tide of maximum range occurring at the 2nd and 4th quarters of the moon, when the gravitational attraction of the sun and moon both act together.


ΠΑΛΙΡΡΟΙΑ ΣΥΖΥΓΙΩΝ: Παλίρροια μέγιστου εύρους παρατηρούμενη κατά το 2ο και 4ο τέταρτο της σελήνης, όταν η έλξη βαρύτητας του ηλίου και της σελήνης συνεπιδρούν.

maré viva : A maré de amplitude máxima que ocorre nos segundo e quarto quartos da lua, quando a atracção gravitacional do sol e da lua actuam em conjunto.

högvatten: Tidvatten med stor amplitud, vilket inträffar nära tiden för fullmåne och nymåne, då månens och solens tidvattenbildande krafter samverkar.

Was this helpful?
The region of the shore immediately above the highest water level, subject to wetting by splashes from breaking waves.


Ζώνη ψεκασμού : Η περιοχή μιας ακτής που βρίσκεται αμέσως μετά το υψηλότερο επίπεδο νερού, και το οποίο βρέχεται από τους κυματισμούς που δημιουργούνται.

zona de rebentação : A zona da costa imediatamente acima do nível mais alto das águas, sujeita a ser molhada pelos salpicos da rebentação das ondas.

stänkzon: Området av stranden precis ovanför högsta vattennivån som blöts av vattenskvätt från brytande vågor.

Was this helpful?
The accidental release of a substance (e.g. oil) into the sea.


Κηλίδα : Η τυχαία απελευθέρωση μιας ουσίας (π.χ. πετρέλαιο) στη θάλασσα.

derrame : A libertação acidental de uma substância (e.g. óleo) no mar.

utsläpp: Utsläppandet av en substans (t.ex. olja) i havet.

Was this helpful?
The number of species in a given sample, assemblage biomass or habitat.


Πλούτος ειδών : Ο αριθμός των ειδών σε ένα δεδομένο δείγμα,σε μια βιομάζα συνεύρεσης ή σε ένα βιότοπο

riqueza especifica : O número de espécies numa dada amostra, biomassa ou habitat.

artrikedom: Antalet arter i ett givet prov, habitat, etc.

Was this helpful?
Specific taxonomic name given to a certain species. A Latin name (of Latin or Greek origin) is ascribed to each species and this is used as a common reference term by the international scientific community.


ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΕΙΔΟΥΣ : Tαξινομικό όνομα που δίδεται σε ένα συγκεκριμένο είδος. Σε κάθε είδος αντιστοιχεί λατινικό όνομα (με λατινική ή ελληνική προέλευση), το οποίο χρησιμοποιείται ως κοινή ονομασία από την επιστημονική κοινότητα.

nome específico : Nome taxonómico específico dado a uma certa espécie. Um nome em latim (de origem latina ou grega) é atribuído a cada espécie e é usado como um termo de referência comum pela comunidade científica internacional.

artnamn: Vetenskapligt namn på en organismart på latin, bestående av två led, släktnamn och artepitet.

Was this helpful?
The formation of new species


Ειδογένεση : Ο σχηματισμός νέων ειδών.

especiação: A formação de novas espécies.

artbildning: Bildandet av nya arter.

Was this helpful?
In systematics, a group of organisms of common ancestry that are able to reproduce only among themselves and which are usually geographically distinct. It constitutes the fundamental rank in the taxonomic hierarchy.


ΕIΔΟΣ: Στην συστηματική, ομάδα οργανισμών κοινής καταγωγής ικανών να ανταλλάξουν γενετικό υλικό. Συνήθως, η εξάπλωση ενός είδους περιορίζεται σε μια ορισμένη γεωγραφική περιοχή. Αποτελεί την θεμελιώδη βαθμίδα στην ταξινομική ιεραρχία.

espécies : Em sistemática, um grupo de organismos de ascendência comum que são capazes de se reproduzir entre si. Constitui a categoria sistemática basilar na hierarquia taxonómica.

art: Inom systematiken, grupp individer vilka under naturliga förhållanden kan reproducera sig med varandra och som samtidigt är reproduktivt isolerade från andra sådana grupper av individer. Den mest fundamentala enheten i organismvärlden.

Was this helpful?
The movement of fishes from the feeding or overwintering grounds to the spawning grounds.


ΓΑΜΕΤΟΤΟΚIΑΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ: Η μετακίνηση των ψαριών από τα πεδία διατροφής ή διαχείμασης στα πεδία ωοτοκίας.

migração para postura : A deslocação dos peixes das zonas de alimentação ou de passagem do inverno para as zonas de desova.

kläcknings migration: Förflyttning hos fiskar från födosöksplats eller övervintringslokal till lekområde.

Was this helpful?
The release of male and female gametes (sperm and ova) resulting in fertilized eggs.


ΓΑΜΕΤΟΤΟΚIΑ: Η απελευθέρωση αρσενικών ή θηλυκών γαμετών (σπέρμα και ωάρια) που έχει ως αποτέλεσμα γονιμοποιημένα αυγά.

desova : A libertação de gâmetas masculinos e femininos (esperma e óvulos) resultando em ovos fertilizados.

lek: Processen när hanliga och honliga könsceller släpps ut vilket resulterar i ett befruktat ägg.

Was this helpful?
Any physiological or behavioural processes that arise in either sex during the process of spawning.


ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ ΓΑΜΕΤΟΤΟΚΙΑΣ: Διαδικασίες της φυσιολογίας ή της συμπεριφοράς που εμφανίζονται σε ένα τουλάχιστον από τα δύο φύλα κατά την διαδικασία της ωοτοκίας. Bλ. ΕΡΩΤΟΤΡΟΠIΑ.

comportamento de postura : Qualquer processo fisiológico ou comportamental que surge em ambos os sexos durante o processo de desova.

lekbeteende: Den fysiologiska eller beteende process som uppstår i de båda könen vid lek processen.

Was this helpful?
The settling or attachment of young bivalve molluscs which have completed their larval stages.


ΒΡΟΧΗ ΓΟΝΟΥ: Η εγκατάσταση ή προσκόλληση των νεαρών στρειδιών που έχουν ολοκληρώσει τα νυμφικά τους στάδια.

fixação de juvenis de bivalves : A fixação ou ligação de moluscos bivalves jovens após completarem os seus estado larvares.

settling: Processen när unga musslor sätter sig fast på hårt underlag efter passerat larvstadie.

Was this helpful?
Young bivalve molluscs (e.g. oysters) just past the veliger stage, which have settled and become attached to some hard object.


ΓΟΝΟΣ (ΜΑΛΑΚIΩΝ): Νεαρά δίθυρα (πχ στρείδια) που μόλις πέρασαν το στάδιο της πεπλοφόρου, τα οποία έχουν εγκατασταθεί σε κάποιο σκληρό αντικείμενο.

juvenis de bivalves : Moluscos bivalves jovens (e.g. ostras) logo após o estado velígera, que se estabeleceram e fixaram a um objecto duro.

musselyngel: Ung mussla som precis satt sig fast på ett hårt substrat.

Was this helpful?
A warm surface ocean current that flows east in the equatorial Pacific.


Βόρεια ισημερινό αντί-ρεύμα : Ένα ζεστό, επιφανειακό, ωκεάνιο ρεύμα το οποίο κινείται ανατολικά στην Ισημερινή ζώνη του Ειρηνικού ωκεανού.

Contracorrente Equatorial Sul : Uma corrente quente de superfície que corre para Este no Pacífico equatorial.

sydekvatoriala kustströmmen: En varm, ytlig havsström som flyter österut längs ekvatorn i stillahavet.

Was this helpful?
The ability of gaseous oxygen to dissolve in water.


Διαλυτότητα του οξυγόνου: Η ικανότητα του αέριου οξυγόνου να διαλυθεί στο νερό.

solubilidade do oxigénio: A capacidade do oxigénio gasoso se dissolver na água.

löslighet av syre: Förmågan hos gasen syre att lösa sig i vatten.

Was this helpful?
The property of a gas CO2 being dissolved and going into solution in water.


Διαλυτότητα του διοξειδίου του άνθρακα : Η ικανότητα του αέριου διοξειδίου του άνθρακα να διαλυθεί και να εισαχθεί σαν διάλυμα στο νερό.

solubilidade do dióxido de carbono: A propriedade de um gás CO2se dissolver e ir em solução na água.

löslighet av koldioxid: Förmågan hos gasen koldioxid att lösa sig i vatten.

Was this helpful?
The solid/semi-solid component of domestic waste water in sewage treatment plants.


Λάσπη (αστικά απόβλητα) : Το στερεό/ημιστερεό συστατικό των αστικών υγρών αποβλήτων σε σταθμούς επεξεργασίας λυμάτων.

lamas/esgoto: Componente sólido/semi-sólido das águas domésticas nas centrais de tratamento de esgotos.

slam: Den fasta/halvfasta delen av hushållsavloppsvatten i vattenreningsverk.

Was this helpful?
In statistics, skewness indicates the asymmetry of (frequency) distributions. The measure of skewness is sometimes called the third moment and will take on a value of zero when the distribution is a completely symmetric bell-shape curve. A positive value indicates that the cases are clustered more to the left of the mean with most of the extreme values to the right. A negative value indicates clustering to the right.


ΛΟΞΟΤΗΤΑ: Στην στατιστική ή λοξότητα εκφράζει την ασυμμετρία μιας κατανομής συχνοτήτων. Μέτρο της λοξότητας είναι ο συντελεστής λοξότητας (α3) ο οποίος όταν η κατανομή είναι μια απολύτως συμμετρική κωδωνοειδής καμπύλη μηδενίζεται. Θετική τιμή δηλώνει ότι οι περιπτώσεις ομαδοποιούνται περισσότερο στα αριστερά του μέσου, με τις περισσότερες από τις ακραίες τιμές στα δεξιά. Αρνητική τιμή δηλώνει ομαδοποίηση στα δεξιά.

assimetria : Em estatística, indica a assimetria das distribuições (de frequência). O cálculo da assimetria é chamado algumas vezes o terceiro momento e tomará o valor de zero quando a distribuição é uma curva completamente simétrica. Um valor positivo indica que os casos estão agrupados mais para a esquerda da média com a maioria dos valores extremos para a direita. Um valor negativo indica uma aglomeração para a direita.

snedhet: Inom statistiken ett uttryck för hur sned, eller osymmetrisk, en sannolikhetsfördelning för en stokastisk variabel X är. Positiv skevhet betyder att fördelningen har långt utdrragen svnas åt höger, negativ tvärt om.

Was this helpful?
Sediment deposited by water in a channel, harbour or river.


ΙΛΥΣ (Λάσπη): Iζημα (βλ.λ) αποτιθέμενο από το νερό σε διαύλους, λιμένες ή ποτάμια.

lama : Sedimento depositado pela água num canal, porto ou rio.

silt: Sediment som avsatts i kanaler, hamnar eller floder.

Was this helpful?
An index often used in environmental impact studies. A measure of the similarity in composition between samples comparing both the numbers of individuals and species. There are several indices of this kind such as Euclidian distance, Bray-Curtis, Canberra.


ΔΕIΚΤΗΣ ΟΜΟIΟΤΗΤΑΣ: Δείκτης που χρησιμοποιείται συχνά στις μελέτες της επιδρασης του περιβάλλοντος. Αποτελεί μέτρο της ομοιότητας μεταξύ δειγμάτων λαμβάνοντας υπόψιν τόσο τον αριθμό ειδών όσο και των ατόμων. Υπάρχουν διάφοροι δείκτες αυτού του τύπου όπως: Ευκλείδεια απόσταση, Bray-Curtis, Canberra etc.

índice de similaridade : Um índice utilizado muitas vezes em estudos de impacto ambiental. Uma medição da similaridade de composição entre amostras comparando o número de indivíduos como as espécies. Existem vários índices deste tipo tais como a distância euclidiana, Bray-Curtis, Camberra.

likhetsindex: Index som ofta används i studier som rör mijöpåverkan. Ett mått på likheten i art och abundans sammansättningen mellan prov.

Was this helpful?
(1) Mineral element (Si) used to make glass ceramics and concrete, and also used in pharmaceuticals, cosmetics and insecticides. (2) Biologically, an important constituent in the thecae of diatoms and therefore it becomes a limiting factor for phytoplankton production.


ΠΥΡΙΤΙΟ: (1) Ανόργανο στοιχείο (Si) χρησιμο- ποιούμενο στη κατασκευή υαλικών, κεραμικών και τσιμέντου, φαρμακευτικών ουσιών, καλλυντικών και εντομοκτόνων. (2) Βιολογικά είναι σημαντικό συστατικό των θηκών των διατόμων και αποτελεί περιοριστικό παράγοντα της παραγωγής φυτοπλαγκτού.

sílica : (1) Elemento mineral (Si) utilizado para fazer vidro e betão, também utilizada em produtos farmacêuticos, cosméticos e insecticidas. (2) Biologicamente, um constituinte importante na teca das diatomáceas, tornando-se por conseguinte um factor limitante na produção do fitoplâncton.

Kisel: Kisel (Si) grundämne, används i keramiska material, betong, läkenedel, kosmetika, insektisider, m.m. Biologiskt viktig bl.a. i skelettmaterial hos t.ex. kiselalger, radiolarier och många svampdjur (glas-, horn- och kiselsvampar), men är i mindre mängder nödvändigt också för många andra organismer, sannolikt också för människan.

Was this helpful?
Used in statistics when hypothesis testing: it is the probability of rejecting a hypothesis that is correct.


ΕΠIΠΕΔΟ ΣΗΜΑΝΤIΚΟΤΗΤΑΣ: Χρησιμοποιείται στη στατιστική κατά τον έλεγχο υποθέσεων: είναι η μέγιστη πιθανότητα σφάλματος τύπου I (απόρριψη υπόθεσης που στην πραγματικότητα αληθεύει).

nível de significância : Utilizado em estatística nos testes de hipótese: é a probabilidade de rejeitar uma hipótese que está correcta.

signifikansnivå: Används inom statestiken när man testar hypoteser: sannolikheten att avvisa en hypotes som är korrekt.

Was this helpful?
International System of Units.


SI: Διεθνές σύστημα μονάδων.

unidades SI : Sistema Internacional de Unidades .

SI enheter: Système International dUnités, det internationella enhetssystemet.

Was this helpful?
The density of sea water at atmospheric pressure.


Σίγμα-Τ : Η πυκνότητα του νερού σε ατμοσφαιρική πίεση.

Sigma-t: A densidade da água do mar à pressão atmosférica.

sigma-t: Densiteten hos havsvatten vid normalt tryck.

Was this helpful?
A quantitative description of the physical properties of the shore, i.e. the sea coast, from the lowest low water line to the highest high water line.


ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΤΗΣ: Ποσοτική περιγραφή των φυσικών ιδιοτήτων μιας ακτής δηλ. της παραλίας από την γραμμή της κατώτατης ρηχίας έως την γραμμή της ανώτατης πλήμμης.

perfil da costa: Um descrição quantitativa das propriedades físicas da costa, i.e. a costa maritima, desde a linha mais baixa da maré vazia até à linha mais alta da maré cheia.

kustprofil: Beskrivning av de fysiska egenskaperna hos en strand, d.v.s. Kusten från lägsta lågvatten till högsta högvatten.

Was this helpful?
(1) A submerged sand bank or sand bar that is often a navigational hazard. (2) A school of fish.


Σωρός: (1) Μια υπερυψωμένη μάζα άμμου που συχνά αποτελεί ναυτικό κίνδυνο. (2) Ένα κοπάδι ψαριών.

baixio : (1) Um banco de areia submerso ou língua de areia que é muitas vezes um risco para a navegação. (2) . (2) Cardume.

sandbank : (1) A submerged sand bank or sand bar that is often a navigational hazard. (2) A large school of fish.

Was this helpful?
Toxins found in shellfish as a result of bioaccumulation of algal toxins and heavy metals. These toxins can produce DSP (diarrhoetic shellfish poisoning ) and PSP (Paralytic shellfish poisoning).


ΤΟΞΙΝΕΣ ΘΑΛΑΣΣΙΝΩΝ: Τοξίνες που απαντούν στα θαλασσινά ως αποτέλεσμα της βιοσυσσώρ- ευσης τοξινών από φύκη και βαρέα μέταλλα. Οι τοξίνες αυτές προκαλούν σε ορισμένες περιπτώσεις Διαρροιακή Δηλητηρίαση ή Παραλυτική Δηλητηρίαση.

toxinas de bivalves : Toxinas encontradas em bivalves como resultado da bioacumulação de toxinas de algas e metais pesados. Estas toxinas podem produzir DSP (diarrhoetic shellfish poisoning ) e PSP (paralytic shellfish poisoning).

skaldjurs gifter: Gift som påträffas i skaldjur till följd av bioackumulering av alggifter eller tungmetaller.

Was this helpful?
(1) In the strict sense, beach gravel composed of smooth, well-rounded pebbles of roughly the same size. The spaces between pebbles are not filled with finer materials as they are in ordinary gravel. (2) Any beach gravel which is coarser than ordinary gravel, especially if consisting of flat or flattish pebbles.


ΚΡΟΚΑΛΗ: (1) Ο αγγλικός όρος αναφέρεται σε παραλίες με , στρογγυλεμένα βότσαλα, χονδρικά του ίδιου μεγέθους. Τα μεσοδιαστήματα ανάμεσα στις κροκάλες δεν γεμίζονται με λεπτότερα υλικά. (2) Τα πεπλατυσμένα βότσαλα των παραλιών τα οποία είναι μεγαλύτερα από τα συνηθισμένα.

Seixos : (1) No sentido rigoroso da palavra, praia de cascalho composta de seixos lisos, bem arredondados e, aproximadamente, todos do mesmo tamanho. Os espaços entre os seixos não estão preenchidos com materiais mais finos como acontece com a areia normal. (2) Qualquer areia da praia mais grosseira que a normal, especialmente se consistir de seixos chatos ou achatados.

singel: (1) I snäv bemärkelse, strandsten bestående av släta, runda stenar av ungefär samma storlek, klappersten. Utrymmet mellan stenarna är ej fyllt av annat material. (2) Vilken strandsten som helst som är större än vanligt grus, speciellt om stenarna är lite tillplattade.

Was this helpful?
A thick ice formation with level surface extension seaward from the land but attached thereto.


SHELF ICE: Σχηματισμός χοντρού στρώματος πάγου του οποίου η επιφάνεια επεκτείνεται στη θάλασσα αλλά είναι προσαρτημένη στην ξηρά.

plataforma glaciar: Uma formação gelada fina que causa o prolongamento do nível da superfície terrestre na direcção do mar.

shelf is: En tjock isformation som sträcker sig från land (där den sitter fast) ut mot havet.

Was this helpful?
Aquatic invertebrates possessing a shell or exoskeleton, usually molluscs and/or crustaceans.


ΘΑΛΑΣΣIΝΑ: Υδρόβια ασπόνδυλα που φέρουν όστρακο ή εξωσκελετό, συνήθως μαλάκια και/ή καρκινοειδή.

bivalves : Invertebrados aquáticos que possuem uma concha ou exoesqueleto, normalmente os moluscos e/ou crustáceos.

skaldjur: Vattenlevande ryggradslösa djur som har skal eller exoskelett, ofta mollusk och/eller kräftdjur.

Was this helpful?
Term used to describe poisoning as a result of eating contaminated shellfish. Shellfish poisoning can be due to a variety of causes: algal, viral bacterial and heavy metal pollutants.


ΔΗΛΗΤΗΡIΑΣΗ ΑΠΟ ΟΣΤΡΑΚΟΕIΔΗ: Ορος που χρησιμοποιείται γιά την περιγραφή δηλητηρίασης που οφείλεται στην κατανάλωση μολυσμένων ασπονδύλων. Οι δηλητηριάσεις από οστρακοειδή οφείλονται σε ποικιλία αιτίων όπως τοξίνες φυκών, μόλυνση από ιούς ή βακτήρια ή ρύπανση από βαρέα μέταλλα.

envenenamento por bivalves : Termo utilizado para descrever o envenenamento em resultado da ingestão de bivalves contaminados. Este envenenamento pode dever-se a várias causas: algas, bactérias, virus e poluição por metais pesados.

skaldjurs förgiftning: Förgiftning till följd av förtäring av dåliga/smittade eller förorenade skaldjur. Kan bero på ett flertal orsaker: alger, virulenta bakterier eller tungmetaller.

Was this helpful?
A line along which there is a marked increase of slope at the outer margin of a continental shelf or insular shelf. Conventionally the shelf edge has been taken at 150 to 200 metres.


ΚΡΗΠΙΔΙΚΟ ΟΡΙΟ : Το ακραίο όριο της ηπειρωτικής ή της νησιωτικής υφαλοκρηπίδας, μετά την κλίση του βυθού αυξάνεται αισθητά. Κατά σύμβαση, το κρηπιδικό όριο τοποθετείται από 150 έως 200 μέτρα.

margem da plataforma : Uma linha ao longo da qual há um aumento acentuado do declive na margem exterior de uma plataforma continental ou insular. Convencionalmente o limite da plataforma tem sido assumido entre os 150 a 200 metros.

shelf kant: En linje i utkanten på kontinentalhyllan vid vilken lutningen på botten ökar kraftigt.

Was this helpful?
Process mediated by gonadotrophic hormones from the pituitary in which an organism undergoes development of gonadal and sexual characteristics to such a degree that it is then capable of reproduction.


ΓΕΝΕΤIΚΗ ΩΡIΜΑΝΣΗ: Διεργασία που προκαλείται από τις γοναδοτροπικές ορμόνες της υπόφυσης, η οποία συνίσταται στην ανάπτυξη των γενετικών και γοναδικών χαρακτηριστικών ενός οργανισμού, ο οποίος αποκτά ικανότητα αναπαραγωγής.

maturidade sexual : Processo mediado por hormonas gonadotróficas da pituitária em que um organismo sofre um desenvolvimento de características gonadais e sexuais a ponto de ser capaz de reproduzir.

könsmognad: Process som innebär att en organism utvecklar gonader och könskaraktärer med hjälp av hormoner, vilket möjliggör reproduktion.

Was this helpful?
Uniting of haploid gametes as a result of meiotic division (male or female, micro- or macro-) to form a diploid zygote that, by subsequent fission, will yield multiple offspring.


ΦΥΛΕΤΙΚΗ ΑΝΑΠΑΡΑΓΩΓΗ: Ενωση ενός θυληκού (μακρο) γαμέτη με έναν αρσενικό (μικρό) γαμέτη και , μικρο- ή μακρο-) προς σχηματισμό διπλοειδούς ζυγώτη, ο οποίος, με διαδοχικές διαιρέσεις, παράγει πολλαπλά κύτταρα- απογόνους.

reprodução sexual : União de gâmetas haplóides em resultado de uma divisão meiótica (masculino ou feminino, micro ou macro) para formar um zigoto diplóide que, por subsequente fissão, produzirá multiplos descendentes.

sexuell förökning: Sammansmältandet av haploida könsceller som är ett resultat av meios, till en diploid zygot, vilket leder till avkomma.

Was this helpful?
The ratio between males and females in a given population.


ΦΥΛΟΥ ΑΝΑΛΟΓΙΑ: Η αναλογία μεταξύ αρσενικών και θηλυκών σένα πληθυσμό.

rácio sexual : O rácio entre machos e fêmeas numa dada população.

könskvot: Förhållandet mellan hanar och honor i en given population.

Was this helpful?
Process by which the sexual characteristics of fish are changed, usually through sex hormones. This produces fish which are phenotypically of one sex yet genetically of the other.


ΑΝΤIΣΤΡΟΦΗ ΦΥΛΟΥ: Διεργασία με την οποία τα φυλετικά χαρακτηριστικά του ψαριού αλλάζουν. Συνήθως η αλλαγή αυτή προκαλείται με την βοήθεια ορμονών. Τα παραγόμενα ψάρια που είναι φαινοτυπικά ενός φύλου αλλά γενετικά του αντιθέτου φύλου.

reversão sexual: Processo pelo qual as características sexuais dos peixes são alteradas, normalmente através de hormonas sexuais. Este fenómeno produz peixes que são fenotipicamente de um sexo, embora geneticamente sejam de outro.

könsändring: Process som innebär förändring av sexuella karaktärer hos t.ex. fiskar, vanligen genom tillsättning av hormoner. Resultatet blir en individ med en fenotyp av ett kön och en genotyp av det andra könet.

Was this helpful?
Benthic community of microscopic organisms which develop in fresh water environments that are heavily polluted by sewage effluents. It appears as an attached macroscopic growth which forms a white or light brown slime. It is usually the bacteria Sphaerotilus natans, not a fungus, that dominate in the sewage fungus community.


ΜΥΚΗΤΑΣ ΛΥΜΑΤΩΝ: Βενθική κοινωνία μικροσκοπικών οργανισμών που αναπτυσσονται σε περιβάλλοντα γλυκού νερού βαρέως ρυπασμένου από λύματα. Εμφανίζεται ως μακροσκοπική διάπλαση που έχει μορφή λευκής ή ανοιχτοκίτρινης βλέννας. Η κοινωνία του μύκητα των λυμάτων συνήθως κυριαρχείται όχι από μύκητες αλλά από το βακτήριο Sphaerotilus natans .

fungos de esgostos : Comunidade bentónicas de organismos microscópicos que se desenvolvem em ambientes de água doce fortemente poluídos pelos efluentes dos esgotos. Aparece como um crescimento macroscópico agregado que forma uma lama branca ou castanha clara. Normalmente é a bactéria Sphaerotilus natans, e não um fungo, que domina na comunidade de fungos de esgotos.

avloppssvamp: Bottensamhälle av mikroskopiska organimer som utvecklas i, av avloppsutsläpp kraftigt förorenade sötvattenmiljöer. Syns som ett vitt eller ljusbrunt slemlager på botten, och domineras vanligen av bakterien Sphaerotilus natans.

Was this helpful?
Change of sex occurring naturally or after sex steroid hormone application, e.g. sea bream. Often referred to as sex reversal.


ΦΥΛΟΥ ΑΝΑΣΤΡΟΦΗ: Αλλαγή φύλου που συμβαίνει με φυσικό τρόπο ή μετά από παροχή φυλετικής στεροειδούς ορμόνης (π.χ. στην τσιπούρα). Συχνά, αναφέρεται ως αντιστροφή του φύλου.

inversão sexual : Mudança de sexo que ocorre naturalmente ou após a aplicação de hormonas sexuais esteroides, e.g. dourada. Muitas vezes referida como reversão sexual.

könsbyte: Könsbyte som sker naturligt eller efter tillsatts av könshormoner.

Was this helpful?
Liquid or solid waste matter collected through sewers.


Αποχετευτικά απόβλητα : Υγρά ή στέρεα απόβλητα που συλλέγονται από τους αποχετευτικούς αγωγούς.

esgotos: Matéria líquida ou sólida captada através das sarjetas.

avloppsvatten: Flytande eller fast avfalls material som sammlas upp genom avlopp.

Was this helpful?
Process by which molluscan larvae undergo a cessation of their mobile stage and begin a sedentary life stage by attachment to a suitable support. Settlement is characterized by replacement of the velum by the gills and a reorganization of all organs.


ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ: Διαδικασία με την οποία οι προνύμφες των μαλακίων σταματούν την κινητική φάση της ζωής τους και αρχίζουν την εδραία φάση προσκολλώμενες σε κατάλληλο υποστήριγμα. Η εγκατάσταση χαρακτηρίζεται από την αντικατάσταση του πέπλου από βράγχια και την αναδιοργάνωση όλων των οργάνων.

colonização / fixação : Processo através do qual as larvas de moluscos interrompem o seu estado móvel, ligam-se a um suporte apropriado e iniciam um estado de vida sedentário. A colonização é caracterizada pela substituição do manto pelas guelras e a reorganização de todos os órgãos.

settling: Process vid vilken larver av blötdjur (vissa nässeldjur) genomgår en morphologisk förändring och övergår från ett fritt simmande stadie till att vara fastsittande.

Was this helpful?
Fixed or attached; not free-moving.


ΕΔΡΑIΟΣ: Εγκατεστημένος, σταθεροποιημένος, μη κινούμενος ελεύθερα.

séssil : Fixo ou ligado; que não se move livremente.

bottenlevande: Fixerad eller fastsatt; ej fritt simmande.

Was this helpful?
Collective term for the particulate material suspended within the water column. Seston includes particulate organic matter such as plankton and organic detritus as well as inorganic particles such as silt.


ΣΗΣΤΟΝ: Συλλογικός όρος γιά το σωματιδιακό υλικό που αιωρείται στη στήλη του νερού. Περιλαμβάνει την σωματιδιακή οργανική ύλη όπως πλαγκτόν και οργανικό τριπτόν καθώς και ανόργανα σωματίδια όπως η ιλύς.

séston : Termo colectivo para as partículas de matéria em suspensão dentro de uma coluna de água. O séston inclui matéria orgânica particulada, tal como o plâncton e detritos orgânicos, e partículas inorgânicas, tal como o sedimento.

seston: Sammlingsnamn för partiklar som simmar eller svävar i vatten eller luft. Inkluderar både organiskt material som t.ex. plankton men också oorganiska partiklar.

Was this helpful?
Tide having two high and two low waters each lunar day.


Παλίρροια μισής ημέρας : Παλίρροια που εμφανίζει δυο πλημμυρίδες και δυο άμπωτες κάθε σεληνιακή ημέρα.

Maré semidiurna : Com duas marés altas e duas baixas em cada dia lunar.

dubbel-dagligt tidvatten: Tidvatten som har två hög och två lågvatten varje dag.

Was this helpful?
A periodic oscillation of a body of water whose period is determined by the resonant characteristics of the containing basin as controlled by the physical dimensions; usually attributed to strong winds or changes in barometric pressure; found both in enclosed bodies of water (such as the Baltic) and superimposed upon the tide waves of the open ocean.


ΚΥΜΑΤΑ ΙΔΙΟΤΑΛΑΝΤΩΣΗΣ: Περιοδική ταλάντωση ενός σώματος νερού της οποίας η περίοδος καθορίζεται από χαρακτηριστικά της λεκάνης που εξαρτώνται από τις φυσικές της διαστάσεις. Συνήθως αποδίδεται σε ισχυρούς ανέμους ή αλλαγές της βαρομετρικής πίεσης. Παρατηρείται τόσο στα κλειστά υδάτινα συστήματα (όπως η Βαλτική) όσο και στις ανοικτές θάλασσες όπου προστίθεται στα παλιρροιακά κύματα.

seiche: Uma oscilação periódica de uma massa de água cujo período é determinado pelas características ressonantes do reservatório e é controlada pelas suas dimensões físicas; usualmente atribuída aos ventos fortes ou alterações da pressão barométrica; encontram-se tanto em massas de água fechadas (tal como o Báltico) como sobre as ondas do oceano aberto.

seiche: Stående våg i en sjö eller en havsvik. En seiche är en egensvängning lik den man kan få i en balja med vatten genom att vicka på den. Svängningens period är bestämd av vattenområdets längd och djup. Kan uppkomma t.ex. då en vind som snedställt vattenytan i en sjö upphör och ytan skall återgå till sitt horisontella jämviktsläge. Den visar sig genom att vattenståndet varierar periodiskt i sjöns ändar. Sker variationer i vinden i nära takt med ett områdes seiche-period kan resonans uppstå, varvid a

Was this helpful?
Attached to the substrate.


Επιστρωματικό : Προσκολλημένο στο υπόστρωμα.

sedentário : Agregado ao substrato.

fastsittande: Sitter fast på substratet.

Was this helpful?
Solid particulate material, both mineral and organic, that has settled from suspension in the water column (sedimentation) when hydrographic conditions favour this phenomenon.


ΙΖΗΜΑ: Στερεά σωματιδιακή ύλη, ανόργανη ή οργανική που καθιζάνει όταν οι υδρογραφικές συνθήκες το επιτρέπουν.

sedimento : Matéria sólida particulada, quer de origem mineral quer orgânica, que se encontrava em suspensão na coluna de água e que, com condições hidrográficas favoráveis, se depositou (sedimentação).

sediment: En lös avlagring som bildats på jordytan eller havs- eller sjöbottnen och som innan den avsatts transporterats i vatten, luft eller is.

Was this helpful?
Removal of dissolved organic matter and reduction of suspended solids in waste water treatment plants.


Δευτερογενής επεξεργασία : Απομάκρυνση της διαλυμένης οργανικής ύλης και της μείωσης των στερεών αποβλήτων σε νερά αποχετεύσεων.

tratamento secundário: Remoção de matéria orgânica dissolvida e redução dos sólidos em suspensão nas estações de tratamento de águas.

andra steget: Borttagandet av löst organiskt material och minskandet av löst fastmaterial (solids) i vattenreningsverk.

Was this helpful?
Marine multicellular algae.


Φύκη: Θαλάσσια πολύκυτταρική Άλγη

algas marinhas : Alga marinha multicelulares.

sjögräs: Marina flercelliga alger.

Was this helpful?
All the known elements are probably dissolved in the oceans. Thus natural seawater contains elements known to be essential to marine organisms in addition to many others that do not serve any known biological function. These elements can be classified into two groups according to concentration: (a) major and (b) trace.


ΘΑΛΑΣΣIΝΟ ΝΕΡΟ, ΦΥΣIΚΟ: Ολα τα γνωστά στοιχεία είναι πιθανώς διαλυμένα στους ωκεανούς. Ετσι, το φυσικό θαλασσινό νερό περιέχει στοιχεία γνωστά ως απαραίτητα για τους θαλάσσιους οργανισμούς και ακόμα, πολλά άλλα που δεν εξυπηρετούν κάποια γνωστή βιολογική λειτουργία. Τα στοιχεία αυτά κατατάσσονται σε δύο ομάδες ανάλογα με την συγκέντρωσή τους: μείζονα στοιχεία και ιχνοστοιχεία.

água do mar, natural : Todos os elementos conhecidos estão provavelmente dissolvidos nos oceanos. Assim a água do mar contém elementos essenciais aos organismos marinhos além de muitos outros que não exercem qualquer função biológica conhecida. Estes elementos podem ser classificados em dois grupos de acordo com a concentração: (a) principais e (b) vestigiais

navsvatten, naturligt: Alla grundämnen är till någon grad lösliga i vatten och bör därför förekomma i varierande halt i havsvatten. Endel är viktiga för havets organismer, andra fyller ingen känd biologisk funktion.

Was this helpful?

Contact us

Please contact AMC Limited for any queries:

  • Hot line: +353 1 874 7088
You are here: Home Resources & Services Multilingual glossaries GLOSSARIES