AMC LIMITED

R

A shore characterised bv solid stable substrates.


Βραχώδης ακτή : Μια ακτή που χαρακτηρίζεται από σταθερά στέρεα υποστρώματα.

praia rochosa: Uma costa caracterizada por substratos sólidos estáveis.

klippstrand: En strand karakteriserad av fast, stabilt substrat.

Was this helpful?
That part of precipitation (rainfall) that is not held in the soil but drains freely away.


ΑΠΟΡΡΟΗ: Το μέρος της βροχόπτωσης που δεν συγκρατείται στο έδαφος αλλά ρέει επιφανειακά.

escoamento : A parte da precipitação (chuva) que não é retida pelo solo e escorre livremente.

avrinning: Den del av nederbörden som ej tas upp av jorden utan rinner iväg.

Was this helpful?
Ribonucleic acid; a polynucleotide formed by the polymerisation of the ribonucleotides adenosine triphosphate, guanosine triphosphate, cytosine triphosphate and uracyl triphosphate. RNA usually occurs as single stranded molecules, although extensive intramolecular base pairing causes it to assume complex secondary structures. It serves as genome in certain viruses but in other cells it accomplishes a number of vital roles in the passage of information from DNA to proteins. DNA-based genetic inf


RNA: Ριβονουκλεϊκό όξύ. Πολυνουκλεοτίδιο που σχηματίζεται από τον πολυμερισμό των ριβονουκλεοτιδίων τριφωσφορική αδενοσίνη, τριφωσφορική γουανοσίνη, τριφωσφορική κυτοσίνη και τριφωσφορική oυριδίνη. Το RNA συνήθως απαντά ως μονόκλωνο μόριο, αν και ο εκτεταμένος ενδομοριακός σχηματισμός δεσμών μεταξύ συμπληροματικών βάσεων δημιουργεί σύνθετες δευτεροταγείς δομές. Λειτουργεί ως γονιδίωμα σε ορισμένους ιούς αλλά στα άλλα είδη κυττάρων εκπληρώνει ενα σημαντικό αριθμό από ζωτικές δημιουργίες για την με

ARN : Ácido ribonucleico; um polinucleótido formado pela polimerização dos ribonucleótidos trifosfato de adenosina, trifosfato de guanina, trifosfato de citosina e trifosfato de uracilo. O ARN ocorre normalmente como uma cadeia molecular simples, apesar de bases intra-moleculares extensivas fazer com que assuma estruturas secundárias complexas. Serve como genoma em certos vírus mas noutras células efectua uma série de papéis vitais na passagem de informação do ADN para as proteínas. A informação genét

RNA: Ribonukleinsyra, komplicerad makromolekyl som styr proteinsyntesen i cellerna. RNA förekommer även som bärare av arvsmassan i vissa virus.

Was this helpful?
Chance or possibility of danger, loss or injury or other adverse consequences.


ΔIΑΚΥΝΔΥΝΕΥΣΗ (ΡIΣΚΟ): Μέτρο του μεγέθους ενός αναλαμβανομένου κινδύνου. Είναι ανάλογο προς την πιθανότητα του κινδύνου και την ένταση και την έκταση της αναμενόμενης ζημίας.

risco : Risco ou possibilidade de perigo, perda ou lesão ou outras consequências adversas.

risk: Sannolikheten för skada, förlust, fara eller andra negativa konsekvenser.

Was this helpful?
The probability of cancer and leukemia or hereditary damage per unit dose equivalent. Usually refers to fatal malignant diseases and serious hereditary damage; expressed as the probability per sievert.


ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΗΣ ΚΙΝΔΥΝΟΥ: Πιθανότητα καρκίνου, λευχαιμίας ή κληρονομήσιμης βλάβης ανά μονάδα ισοδύναμου δόσης. Συνήθως, αναφέρεται σε μοιραίες κακοήθεις ασθένειες και σοβαρές κληρονομικές βλάβες. Εκφράζεται ως πιθανότητα ανά sievert.

factor de risco : A probabilidade de cancro e leucemia ou danos hereditários. Normalmente refere-se a doenças malignas fatais e danos hereditários graves; expressa como a probabilidade por sievert ( q.v.) .

riskfaktor: Epidemiologisk term för en egenskap eller en exponering som innebär en ökad risk att insjukna i en viss sjukdom. Rökning är t.ex. riskfaktor för lungcancer.

Was this helpful?
Small, fairly regular ridges in the bed of a waterway or on a land surface caused by water currents or wind. As their form is approximately normal to the direction of current or wind, they indicate both the presence and the direction of currents or winds.


ΡΥΤΙΔΩΣΕΙΣ ΣΗΜΑΔΙΑ: Μικρά, σχεδόν κανονικά ζαρώματα στην κοίτη μιας υδάτινης οδού ή στην επιφάνεια μιας χέρσου που προκαλούνται από ρεύματα νερού ή αέρα. Επειδή η μορφή τους είναι σχεδόν κανονική ως προς την διεύθυνση του ρεύματος ή του αέρα, υποδεικνύουν την παρουσία καθώς και την διεύθυνση των ρευμάτων ή των ανέμων.

ripple marks : Sulcos pequenas e razoavelmente uniformes na superficie superior da camada sedimentar originados pelas correntes marinhas sobre o fundo ou pelo vento. Uma vez que a sua forma é aproximadamente correspondente à direcção da corrente ou do vento, indicam tanto a presença como a direcção das correntes ou ventos.

böljeslagsmärken : Liten ofta ganska jämn kant på botten eller marken på grund av vattenströmmar eller vind. Eftersom de oftast är vinkelräta mot strömmen är de bra för att kunna bestämma strömmriktningen med blotta ögat.

Was this helpful?
A strong surface current of short duration flowing seaward from the shore. It usually appears as a visible band of agitated water and is the return movement of water piled up on the shore by incoming waves and wind. With the seaward movement concentrated in a limited band its velocity is somewhat accentuated. A rip consists of three parts: the feeder current flowing parallel to the shore inside the breakers; the neck, where the feeder current converge and flow through the breakers in a narrow ba


ΡΕΥΜΑ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗΣ: Ισχυρό επιφανειακό ρεύμα μικρής διάρκειας που ρέει από την ακτή προς τη θάλασσα. Συνήθως εμφανίζεται ως ορατή ζώνη αναταραγμένου νερού και οφείλεται στην κίνηση επιστροφής του νερού που είχε ωθηθεί προς την ακτή από τα κύματα και τον άνεμο. Οταν το ρεύμα επιστροφής δημιουργείται σε περιορισμένη ζώνη, η ταχύτητά του αυξάνει. Το ρεύμα επιστροφής αποτελείται από τρία μέρη: το τροφοδοτικό ρεύμα που ρέει παράλληλα προς την ακτή εντός των κυμάτων, τον λαιμό όπου συμβάλλουν τα τροφοδοτικά ρεύματα κ

Correntes de retorno : Uma corrente de superfície forte e de curta duração que flui na direcção do mar. Normalmente surge como uma faixa de água agitada e é o movimento de retorno da água retida na costa pelo fluxo das ondas e do vento. Devido ao movimento de retorno se encontrar concentrado numa faixa limitada a sua velocidade acentua-se.

ytström: En stark ytström av kort längd som flyter utåt från stranden. Syns ofta som oroligheter på vattenytan.

Was this helpful?
A directed movement response of a motile organism to a water or air current, either in to the current (positive reotaxis) or with the current (negative reotaxis).


ΡΟΟΤΑΞΙΑ: Κινητική απόκριση οργανισμών στην κίνηση ενός ρεύματος (στο νερό ή στον αέρα) είτε κατά την φορά του (αρνητική ροοταξία) είτε αντίθετα (θετική ροοταξία).

reotaxia : O movimento de resposta directa de um organismo dotado de mobilidade dirigido a uma corrente de água ou de ar, quer seja para o interior da corrente (reotaxia positiva) quer com a corrente (reotaxia negativa).

rheotaxis: En organims rörelse till följd av luft- eller vattenström.

Was this helpful?
Dimensionless parameter which indicates transition from laminar to turbulent flow.


Αριθμός Reynolds : Αδιάστατη παράμετρος η οποία προσδιορίζει την μετάβαση από laminar σε ροή δίνης

número de reynolds: Parâmetro sem dimensão que indica a transição de corrente laminar para turbulenta.

reynolds nummer: Dimensionslös storhet inom hydromekaniken för uppskattning av inverkan av inre friktion på en gas eller vätska i rörelse. Anger ofta om strömmningar är laminära eller turbulenta.

Was this helpful?
In chromatography, it is the duration of time for a test substance contained within the mobile phase to pass through and be eluted from the stationary phase.


ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΤΑΚΡΑΤΗΣΗΣ: Στην χρωματογραφία, ο χρόνος που απαιτείται ώστε η ουσία που περιέχεται στην κινητή φάση να διέλθει και να εκλουσθεί από την στατική φάση.

tempo de retenção : Em cromatografia, é o tempo que uma substância teste contida na fase móvel demora a passar e a ser extraida da fase estacionária.

uppehållstid: Inom kromatografin, den tid det tar för en testsubstans i den rörliga fasen att passera genom och lösas upp från den fasta fasen.

Was this helpful?
Releasing cultured or wild caught aquatic species (usually juveniles) into the wild environment. This technique is an integral element of stock enhancement.


ΑΥΞΗΣΗ ΑΠΟΘΕΜΑΤΟΣ: Απελευθέρωση καλλιεργούμενων ή άγριων υδρόβιων ζώων (συνήθως νεαρών) στο περιβάλλον. Η τεχνική αυτή είναι αναπόσπαστο μέρος της ΕΝIΣΧΥΣΗΣ ΑΠΟΘΕΜΑΤΟΣ.

repovoamento : A libertação de espécies aquáticas (normalmente juvenis) no ambiente natural. Esta técnica é um elemento importante de programas de melhoramento.

utsättning: Att sätta ut odlade eller vildfångade akvatiska arter i det vilda.

Was this helpful?
(1) Cellular respiration: the metabolic process in plants and animals whereby organic substances are broken down to simpler products with the generation of energy. (2) Physical respiration: gas exchange across a respiratory surface (e.g. gills)


ΑΝΑΠΝΟΗ: (1) κυτταρική αναπνοή: η μεταβολική διεργασία σε φυτά και ζώα κατά την οποία οι οργανικές ουσίες διασπώνται σε απλούστερα παράγωγα απελευθερώνοντας ενέργεια. (2) φυσική αναπνοή: ανταλλαγή αερίων δια μέσου μιας αναπνευστικής επιφάνειας (π.χ. βράγχια).

respiração : (1) Respiração celular: o processo metabólico nas plantas e animais em que substâncias orgânicas são degradadas em produtos mais simples com a produção de energia. (2) Respiração física : troca de gases através de uma superfície respiratória (e.g. guelras).

andning: (1) Sker i organismers celler och utgörs av de livsprocesser vilka producerar biologiskt användbar energi genom spjälkning av organiska molekyler under upptagande av syre och bildning av koldioxid. (2) Luft eller vatten passerar genom andningsorgan.

Was this helpful?
Ratio of the amount of carbon dioxide expired and the amount of oxygen consumed during the same time period.


ΑΝΑΠΝΕΥΣΤIΚΟΣ ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΗΣ: Λόγος της ποσότητας διοξειδίου του άνθρακα που εκπνέεται προς την ποσότητα οξυγόνου που καταναλώνεται στον ίδιο χρόνο.

quociente respiratório : Razão entre a quantidade de dióxido de carbono expirado e a quantidade de oxigénio consumido no mesmo período de tempo.

respirations kvotient: Förhållandet mellan mängden utsläppt koldioxid och mängden konsumerat syre under samma tidsperiod.

Was this helpful?
The natural ability of an organism to withstand the effects of various physical, chemical, and biological agents which might otherwise act to debilitate the organism.


ΑΝΤΟΧΗ: Η φυσική ικανότητα ενός οργανισμού να αντέχει τις επιδράσεις διαφόρων φυσικών, χημικών και βιολογικών παραγόντων , χωρίς να εξασθενεί.

resistência : A capacidade natural de um organismo de se opôr aos efeitos potencialmente debilitadores de vários agentes físicos, químicos e biológicos.

motstånd: En organisms naturliga förmåga att motstå fysiska, keniska och biologiska faktorer som annars skulle försvaga dess hälsa.

Was this helpful?
A resource which can be regenerated.


Ανανεώσιμη πηγή : Μια πηγή η οποία μπορεί να επαναλειτουργήσει.

recurso renovável: Um recurso que pode ser regenerado.

förnyelsebar resurs: En resurs som kan återskapas.

Was this helpful?
The length of time that water or substance remains within an organism or ecosystem.


Χρόνος διαμονής : Η χρονική διάρκεια κατά την οποία το νερό ή η ουσία παραμένει μέσα σε έναν οργανισμό ή σε ένα οικοσύστημα.

tempo de residência: A duração de tempo que a água ou matéria fica dentro de um organismo ou ecosistema.

uppehållstid: Tidslängden som vatten eller en annan substans finns kvar i en organism eller ett ekosystem.

Was this helpful?
(1) Something that is left over; making up a residual quantity of material. (2) In aquaculture: commonly used to refer to residual quantities of various chemicals or antibiotics in the tissues.


ΚΑΤΑΛΟΙΠΟ: (1) Παραμένοντα υπολλείματα ενός υλικού. (2) Στην υδατοκαλλιέργεια, συχνά χρησιμοποιείται αναφορικά με ποσότητες διαφόρων χημικών ή αντιβιοτικών που παραμένουν στους ιστούς.

resíduo : (1) Algo que é abandonado; dando origem a uma quantidade de matéria residual. (2) Em aquacultura: vulgarmente utilizado para referir quantidades residuais de vários químicos ou antibióticos nos tecidos.

rest: (1) Någonting som lämnats kvar, blivit över. (2) Inom akvakulturer: hänvisar till den mängd kemikalier eller antibiotika som påträffas i vävnader.

Was this helpful?
The gathering and analysis of data from the study area or organism that is physically removed from the sensing equipment; e.g sub water surface detection instruments.


ΤΗΛΕΠΙΣΚΟΠΗΣΗ: Η συλλογή και ανάλυση δεδομένων από μιά μελετώμενη περιοχή ή έναν οργανισμό από ειδικούς αισθητήρες π.χ. υποβρύχιους ανιχνευτές.

detecção remota : A captura e análise de dados de uma área ou organismo em estudo que é fisicamente retirado do equipamento de captura de dados; e.g. instrumentos de detecção submersos.

fjärranalys: Insamlandet och analyserandet av data från ett studieområde eller organism som ej befinner sig i närheten av mätutrustningen.

Was this helpful?
The ratio of the number of individuals of a particular group to the total number of individuals, within a certain area, volume or community over a certain period of time.


Σχετική εγκατάλειψη : Ο λόγος του αριθμού των ατόμων μιας συγκεκριμένης ομάδας προς τον συνολικό αριθμό των ατόμων, σε μια δεδομένη περιοχή, όγκο ή κοινωνία και για δεδομένη χρονική περίοδο.

abundância relativa : O rácio do número de indivíduos de um grupo específico para o número total de indivíduos, dentro de uma certa área, volume ou comunidade sobre um certo período de tempo.

relativ abundans: Förhållandet mellan antalet individer i en speciell grupp och det totala antalet individer, inomett speciellt område, volym eller samhälle under en viss tidsperiod.

Was this helpful?
(1) Reactivation of older evolutionary behaviour patterns under reduction of higher levels of development. (2) Falling back to earlier, immature levels of instinct. (3) Reduction in geographic distribution of a species or strain. (4) A relapse following an improvement in the diseased state. (5) An expression of the relationship between two (or more) variables usually given as a regression line (curve) with an associated equation. This shows the manner in which the dependent variable changes as a


ΠΑΛΙΝΔΡΟΜΗΣΗ: (1) Επαν-ενεργοποίηση εξελικτικά παλαιότερων προτύπων συμπεριφοράς, με έκπτωση (εξασθένιση) ανώτερων επιπέδων ανάπτυξης. (2) Μετάπτωση σε προγενέστερα ανώριμα επίπεδα ενστίκτου (3) Περιορισμός της γεωγραφικής εξάπλωσης ενός είδους ή στελέχους (4) Υποτροπή, μετά από μια βελτίωση, της κατάστασης μιας ασθένειας. (5) Σχέση μεταξύ δύο (ή περισσότερων) μεταβλητών, η οποία εκφράζεται με έναν μαθηματικό τύπο και απεικονίζεται γραφικά με την ευθεία (καμπύλη) παλινδρομησης, που δείχνει πώς μεταβάλλεται η

regressão : (1) Reactivação de antigos padrões comportamentais evolutivos pela retorno a níveis de desenvolvimento anteriores. (2) Retroceder para níveis de instinto mais primitivos e imaturos. (3) Redução da distribuição geográfica de uma espécie ou raça. (4) Uma recaída a seguir a uma melhoria num estado de doença. (5) Uma expressão do relacionamento entre duas (ou mais) variáveis dada normalmente por uma linha de regressão (curva) com uma equação associada. Mostra o modo como a variável dependente muda

regression: (1) Återvändande till ett tidigare och oftast mer primitivt tillstånd (stadium) eller en tidigare utvecklingsfas. (2) Återvändande till känslor och beteenden som karakteriserar ett tidigare, mer infantilt stadium. (3) Reducerad utbredning hos en art eller stam. (4) Statistisk term för ett samband mellan en (respons)variabel och en eller flera förklarande variabler.

Was this helpful?
(1) The process by which the direction of a wave moving in shallow water at an angle to the contours is changed. The part of the wave advancing in shallower water moves more slowly than that part still advancing in deeper water, causing the wave crest to bend toward alignment with the underwater contours. (2) The bending of wave crests by currents.


ΔIΑΘΛΑΣΗ ΤΩΝ ΚΥΜΑΤΩΝ: (1) Η διαδικασία βάσει της οποίας αλλάζει η διεύθυνση ενός κύματος που κινείται σε ρηχά νερά με γωνία ως προς τις ισοβαθείς. Το τμήμα του κύματος που προχωράει στα ρηχότερα νερά, κινείται πιο αργά από το τμήμα που εξακολουθεί να προχωράει σε βαθύτερα νερά, έτσι ώστε η κορυφή του κύματος καμπτεται ώστε να τείνει να ευθυγραμμισθεί με τις υποθαλάσσιες ισοβαθείς. (2) Η κάμψη της κορυφής των κυμάτων από τα ρεύματα.

refracção das ondas: (1) O processo pelo qual a direcção de uma onda que se move em águas pouco profundas sofre uma mudança de ângulo. A parte da onda que avança em águas menos profundas move-se mais lentamente do que a parte que ainda se desloca em águas mais profundas, fazendo com que a crista da onda se incline em direcção ao contorno do fundo. (2) A curvatura da crista de uma onda causada pela corrente.

brytning av vateen vågor: (1) Den process som ändrar riktningen på vågor som rör sig över grunt vatten i vinkel mot bottenkonturen. Den del av vågen som befinner sig på grundare vatten rör sig långsammare än den del som befinner fig på djupare vatten vilket leder till att vågen böjer sig och följer bottenkonturen. (2) När strömmar får vågorna att böja sig.

Was this helpful?
The wave that is returned seaward when a wave impinges upon a very steep beach, barrier, or other reflecting surface.


ΑΝΑΚΛΩΜΕΝΟ ΚΥΜΑ: Κύμα που επιστρέφει προς τα ανοιχτά της θάλασσας όταν προσκρούει σε μια πολύ απότομη ακτή, ένα φράγμα ή σε μια άλλη ανακλαστική επιφάνεια.

onda reflectida : A onda que é reenviada em direcção ao mar após chocar com um praia escarpada, barreira ou outra superfície reflectora.

reflekterad våg: Den våg som reflekteras ut mot havet när en våg träffar på ne brant strand, barriär eller annan reflekterande yta.

Was this helpful?
This potential of a solution is a measure of the proportion of oxidized to reduced substances. In practice, the redox potential is measured in respect of a platinum electrode and is called the Eh. If electrons flow from the solution to the electrode, reducing conditions are said to exist in the solution and the potential (measured in volts) existing between the electrode and the solution. Oxidizing conditions are said to exist in the solution when electrons flow from the electrode to the soluti


ΟΞΕΙΔΟΑΝΑΓΩΓΙΚΟ ΔΥΝΑΜΙΚΟ: Μέτρο της αναλογίας των οξειδωμένων προς τις ανηγμένες ουσίες σε ένα διάλυμα. Στην πράξη, το οξειδοαναγωγικό δυναμικό Eh, μετράται χρησιμοποιώντας ένα ηλεκτρόδιο λευκοχρύσου. Οταν παρατηρείται ροή ηλεκτρονίων από το διάλυμα προς το ηλεκτρόδιο θεωρείται ότι επικρατούν αναγωγικές συνθήκες και το δυναμικό (μετρούμενο σε volt) μεταξύ ηλεκτροδίου και διαλύματος έχει αρνητικό πρόσημο. Οξειδωτικές συνθήκες θεωρείται ότι επικρατούν στο διάλυμα όταν τα ηλεκτρόνια ρέουν από το ηλεκτρόδιο προς το διάλυμ

potencial redox : Ver POTENCIAL DE OXIDAÇÃO-REDUÇÃO. (Este potencial de uma solução é uma medição da proporção de substâncias oxidadas para reduzidas. Na prática, o potencial rédox é medido em relação a um eléctrodo de platina e chama-se Eh. Se os electrões passam de uma solução para o eléctrodo, diz-se existirem condições de redução na solução e, existe um potencial (medido em volts) entre o eléctrodo e a solução. Diz-se existirem condições de oxidação na solução quando os electrões passam do eléctrodo para a s

redox potential: Ett mått på förhållandet mellan oxiderade och reducerade substanser. I verkligheten mäts redoxpotentialen som elektrodpotential mellan en inert elektrod (vanligen av platina) och är en normalvätgaselektrod.

Was this helpful?
A zone where conditions change from aerobic to anaerobic in marine sediments.


Στρώμα ασυνέχειας δυναμικού οξειδοαναγωγής : Η ζώνη στην οποία οι συνθήκες αλλάζουν από αερόβιες σε αναερόβιες σε θαλάσσια ιζήματα.

camada redox descontínua: Zona de sedimentos marinhos onde as condições mudam de aerobicas para anaerobicas.

Redox lager: Zon i marina sediment där förhållandena ändras från aeroba till anaeroba.

Was this helpful?
Rapid and localized increase of one or more planktonic species, often in spring or autumn, causes large temporary concentrations of these organisms to dominate the community which can result in discoloured waters. This phenomenon is known as a red tide.


ΕΡΥΘΡΑ ΠΑΛIΡΡΟIΑ: Ταχεία και εντοπισμένη αύξηση ενός ή περισσοτέρων πλαγκτονικών ειδών. Η αύξηση αυτή παρατηρείται συνήθως την ανοιξη ή το φθινόπωρο και προκαλεί μεγάλες εποχιακές συγκεντρώσεις αυτών των οργανισμών, οι οποίοι κυριαρχούν στην βιοκοινότητα. Μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα τον χρωματισμό του νερού. Η άνθιση του φυτοπλαγκτού μπορεί να συνοδεύεται από απελευθέρωση τοξινών (π.χ. άνθιση των δινομαστιγωτών Gymnodinium.)

maré vermelha : Aumento rápido e localizado de uma ou mais espécies planctónicas, frequentemente na Primavera ou Outono, originando grandes concentrações temporárias destes organismos que passam a dominar a comunidade; pode resultar em águas descoloradas (marés vermelhas). Os blooms de fitoplâncton (algas) podem estar associados à libertação de toxinas (e.g. blooms de dinoflagelados Gymnodinium).

red tide: Snabb, lokal ökning av en eller flera planktonarter, ofta under våren eller hösten, leder tidvis till hög koncentration och total dominering av dessa organismer vilket kan resultera i färgförändring av vattnet (där av namnet).

Was this helpful?
Process of converting material (especially waste) to a previous state so that it is a reusable material.


ΦΙΛΤΡΟ: Πορώδες μέσο γαι την απομάκρυνση προσμίξεων ή σωματιδιακής ύλης από ένα υγρό.

reciclagem : Processo de conversão de matérias (especialmente lixo) a um estado anterior de forma a poder ser reutilizados.

återvinning: Återföring av använt material eller flytande restprodukter i tillverkningsprocesser (materialåtervinning) eller i odling.

Was this helpful?
(1) A terrigenous sediment, red in colour, due to the presence of ferric oxide. (2) Wastes dumped at sea from the industrial extraction of alumina and the production of titanium dioxide.


Κόκκινη λάσπη : (1) Υπόστρωμα της ξηράς, κόκκινου χρώματος εξαιτίας της παρουσίας οξειδίων του σιδήρου. (2) Απόβλητα που απορρίπτονται στη θάλασσα από την βιομηχανική εξαγωγή οξειδίου του αργιλίου και την παραγωγή διοξειδίου του τιτανίου.

vasa vermelha: (1) Sedimento terroso, de cor vermelha, devido à presença de óxido de ferro. (2) Desperdícios da extracção indústrial de alumínio e da produção de dióxido de titânio descarregados no mar.

rött sediment: Ett rödfärgat jordsediment. Färgen beror på järnoxider.

Was this helpful?
Term used in shellfish farming referring to the degree that successful juvenile settlement has occurred over a given time period.


ΣΤΡΑΤΟΛΟΓΗΣΗ: Ο όρος χρησιμοποιείται (μεταξύ άλλων) στην καλλιέργεια των ασπονδύλων και αναφέρεται στον βαθμό επιτυχίας στην εγκατάσταση νεαρών ατόμων σε ένα δεδομένο υπόστρωμα εντός δεδομένου χρονικού διαστήματος.

recrutamento : Termo utilizado no cultivo de bivalves para referir o grau de sucesso da fixação de juvenis num dado período de tempo.

rekrytering: Mängden larver som genomgått metamorfos och slagit sig ner per tidsenhet, används bl.a. om fastsittande nässeldjur och blötdjur.

Was this helpful?
A response to a stimulus.


ΑΝΤIΔΡΑΣΗ: Η απόκριση σε ένα ερέθισμα.

reacção: A resposta a um estímulo.

reaktion: En respons på ett stimuli.

Was this helpful?
A gene, and the corresponding trait, that is manifest only in the homozygous condition.


ΥΠΟΛΕΙΠΟΜΕΝΟ ΓΟΝΙΔΙΟ: Γονίδιο, το οποίο εκφράζεται στον φαινότυπο μόνο σε ομόζυγη (βλ.λ.) κατάσταση.

gene recessivo : Um gene, e a característica externa correspondente, que se manifesta apenas no estado homozigoso (q.v.) .

recessiv gen: En gen som bara får utslag då den finns i dubbel uppsättning, dvs. har ärvts från båda föräldrarna, visar sig dess egenskap hos bäraren.

Was this helpful?
In statistical analysis, the degree of association between two random variables, whose values have been replaced by ranks within their respective samples.


Συσχέτιση/συνάρτηση σειράς : Στη στατιστική ανάλυση, αναφέρεται στον βαθμό συσχέτισης δυο τυχαίων μεταβλητών, των οποίων οι τιμές έχουν αντικατασταθεί από σειρές μέσα στα αντίστοιχα δείγματα.

correlação de classes : Na análise estatística, o grau de associação entre duas variáveis aleatórias, cujos valores foram substituIdos por classes dentro das suas respectivas amostras.

rank korrelation: Inom statistiskanalys graden av sammhörighet mellan två slumpvis valda variabler, vilkas värde ersatts av rankingplacering inom varje stickprov.

Was this helpful?
Refers to the limits of the geographical distribution of an animal or group of animals


Γεωγραφική εξάπλωση : Αναφέρεται στα όρια της γεωγραφικής κατανομής ενός ζώου ή μιας ομάδας ζώων.

habitat: Refere-se aos limites da distribuição geográfica de um animal ou grupo de animais.

utbredning: Syftar på en arts eller grupp av djurs begränsning i geografisk utbredning.

Was this helpful?
A sample determined in such a way that all the individuals in a selected population have an equal chance of being selected.


ΤΥΧΑΙΟ ΔΕΙΓΜΑ: Δείγμα η λήψη του οποίου είναι καθορισμένη κατά τρόπο ώστε όλα τα άτομα του πληθυσμού να έχουν την ίδια πιθανότητα να συλλεγούν στο δείγμα.

amostra aleatória : Uma amostra efectuada de forma que todos os indivíduos numa população seleccionada tem igual oportunidade de serem seleccionados.

slumpmässigt urval: En provtagnings metod som innebär att alla individer i en population har lika stor chans att bli valda.

Was this helpful?
An unstable nuclide that emits ionizing radiation.


ΡΑΔΙΟΙΣΟΤΟΠΟ: Ενα ασταθές ισότοπο το οποίο εκπέμπει ιονίζουσα ακτινοβολία.

radionuclídeos : Um nuclídeo instável que emite radiação ionizada.

radionukleotid: En instabil atomkärna som sänder ut joniserande strålning.

Was this helpful?
Radioactive substances, such as those in cooling water and other solid and liquid wastes from nuclear reactors and nuclear power stations.


Ραδιενεργά απόβλητα : Ραδιενεργές ουσίες, όπως αυτές που βρίσκονται σε νερό ψύξης,, υγρά και στερεά απόβλητα από πυρηνικούς αντιδραστήρες και πυρηνικούς σταθμούς.

lixos radioactivos : Substâncias radioactivas, tais como a água de arrefecimento e outros desperdícios sólidos e líquidos dos reactores nucleares e centrais nucleares.

radioaktivt avfall: Radioaktiva substanser som t.ex. kylvatten eller andra fasta eller flytande avfallsprodukter från kärnkrafts reaktorer eller kärnkraftsverk.

Was this helpful?
The property of radionuclides of spontaneously emitting ionizing radiation.


ΡΑΔΙΕΝΕΡΓΕΙΑ: Η ιδιότητα των ραδιοϊσοτόπων να εκπέμπουν αυθόρμητα ιονίζουσα ακτινοβολία.

radioactividade : A propriedade dos radionuclídeos de espontaneamente emitirem radiação ionizada.

radioaktivitet: Egenskap hos vissa atomkärnor som spontant omvandlas till dotterkärnor under utsändning av joniserande strålning

Was this helpful?
Energy, emitted from radioactive nuclei, propagated through space or a material medium as waves or particles.


ΑΚΤIΝΟΒΟΛIΑ: Ενέργεια που εκπέμπεται και που διαδίδεται στο χώρο ή σ ένα υλικό μέσον υπό μορφή ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων ή σωματιδίων. Η ακτινοβολία προέρχεται ορισμένες φορές από ραδιενεργές πηγές.

Radiação : Energia emitida de um núcleo radioactivo, propagada através do espaço ou de um meio material como as ondas ou partículas.

strålning: Överföring av energi utan medverkan av något medium. Man kan beskriva strålningen som en vågrörelse eller som en partikelström.

Was this helpful?
The unit of absorbed dose of radiation. The absorbed dose is one rad when one kg absorbs 102 joules of energy. In 1956 the rad replaced the roentgen (unit of radiation exposure) for clinical work involving X-rays or radioactive sources. In practice the rad and the roentgen both represent about the same amount of energy since 1,000 rads equal 1100 ± 50 roentgen but unlike the roentgen the rad is applicable to all types of radiation.


RAD: Η μονάδα της απορροφούμενης δόσης ακτινοβολίας. Η απορροφούμενη δόση είναι ένα rad όταν ένα kg ενός σώματος απορροφά ακτινοβολία ενέργειας 0.01 joule. Το 1956, το rad αντικατέστησε το roentgen (μονάδα έκθεσης σε ακτινοβολία) στις κλινικές εφαρμογές, όπου υπεισέρχονται οι ακτίνες Χ ή άλλες ραδιενεργές πηγές ακτινοβολίας. Στην πράξη, το rad και το roentgen αντιπροσωπεύουν και τα δύο το ίδιο ποσό ενέργειας, αφού 1000 rads ισοδυναμούν με 1000 ± 50 roentgen, όμως σε αντίθεση με το roentgen, το r

rad : A unidade de radiação absorvida. A dose absorvida é de 1 rad quando 1 kg absorve 10-2 joules de energia. Em 1956 o rad substituiu o roentgen (unidade de exposição à radiação) em trabalhos clínicos envolvendo Raios X ou fontes radioactivas. Na prática o rad e o roentgen representam ambos cerca da mesma quantidade de energia dado que 1000 rads são iguais a 1100 +/- 50 roentgen, mas ao contrário do roentgen o rad é aplicável a todos os tipos de radiação.

rad: Namn och beteckning för äldre enhet för absorberad dos strålning. 1 rad=0,01 gray (Gy).

Was this helpful?
R-selected species evolved to take advantage of fluctuating, randomly-changing, unpredictable environmental features and so characterised by a high reproductive rate.


r-επιλογή: Έπιλεγμένα είδη που εξελίχθηκαν σε ένα ασταθές, μεταβλητό και απρόβλεπτο περιβάλλον και τα οποία χαρακτηρίζονται από υψηλό αναπαραγωγικό ρυθμό.

selecção r. : Espécies r-seleccionadas desenvolveram-se de modo a beneficiar das flutuações, mudanças aleatórias, características ambientais imprevisíveis e, portanto, são caracterizadas por uma taxa de reprodução elevada.

r-selected species: To be done

Was this helpful?

Contact us

Please contact AMC Limited for any queries:

  • Hot line: +353 1 874 7088
You are here: Home Resources & Services Multilingual glossaries GLOSSARIES