AMC LIMITED

N

The sum of the processes in which an animal (or plant) takes in and utilizes food; the act or process of being nourished.


ΔIΑΤΡΟΦΗ: Το σύνολο των διεργασιών με τις οποίες ένα ζώο (ή φυτό) προσλαμβάνει και χρησιμοποιεί την τροφή.

nutrição: O conjunto dos processos pelos quais um animal (ou planta) ingere e utiliza o alimento; o acto ou processo de ser alimentado.

nutrition: Summan av de processer som innebär att ett djur eller en växt tar in och använder föda; tillförsel av näring

Was this helpful?
A substance which provides nourishment; the term is often used to refer to dietary components.


ΘΡΕΠΤIΚΗ ΟΥΣIΑ: Ουσία η οποία χρησιμεύει στην θρέψη. Ο όρος χρησιμοποιείται συχνά για τα συστατικά που περιλαμβάνονται στην τροφή.

nutriente : Uma substância que fornece alimento; o termo é utilizado muitas vezes para referir os componentes da dieta.

närsalt: Ett ämne som ger näring; termen används ofta om födoämnen.

Was this helpful?
The process of increasing or enhancing some constituent or property, particularly through the addition of certain materials. In aquaculture there are two main usages: (a) the addition of necessary vitamins and minerals to formulated fish diets, to replace those nutrients that may be lost in fishmeal processing and milling and (b) organic or nutrient enrichment, referring to the discharges of organic nutrients to water bodies from aquaculture units.


ΕΜΠΛΟΥΤIΣΜΟΣ ΜΕ ΘΡΕΠΤIΚΑ: Η αύξηση ή βελτίωση ενός συστατικού ή μιάς ιδιότητας, ιδίως με την προσθήκη ορισμένων υλικών. Στην υδατο- καλλιέργεια, ο όρος έχει δύο σημασίες: (α) προσθήκη των απαραίτητων βιταμινών και μεταλλικών στοιχείων στις βιομηχανικές τροφές, για την υποκατάσταση των θρεπτικών στοιχείων που πιθανώς χάνονται κατά την επεξεργασία των ιχθυαλεύρων, και (β) οργανικός ή θρεπτικός εμπλουτισμός που αναφέρεται στη ρίψη οργανικών θρεπτικών υλικών από μονάδες ιχθυοκαλλιέργειας σε υδατοσυλλογές.

enriquecimento por nutrientes : O processo de aumentar ou melhorar algum constituinte ou propriedade através da adição de certos materiais. Em aquacultura há dois tratamentos principais: (a) a adição às dietas de vitaminas e minerais necessários, de modo a substituir os nutrientes que possam ter sido perdidos no processamento do alimento artificial e (b) enriquecimento, orgânico ou por nutrientes, das águas, devido a descargas de nutrientes orgânicos provenientes das unidades de aquacultura.

närsalts berikad: Process som innebär att man ökar eller förstärker vissa egenskaper eller delar, vanligen genom tilsätting av vissa ämnen. Inomakvakulturer finns det två huvudsakliga innebörder: (a) tillsättandet av viktiga vitaminer och mineraler i fiskmaten för att ersätta viktiga ämnen som kan gå förlorade under fiskmjölsframställningne, och (b) den näringsberikning som sker i omgivande vatten genom utsläpp från akvakulturenheter.

Was this helpful?
(1) In wild molluscs, crustaceans and fish: refers to the site occupied by juveniles between the larval and adult stages. (2) In aquaculture: a farming system intermediate between the hatchery and grow-out stages.


ΝΗΠΙΟΤΡΟΦΕΙΟ: (1) Η περιοχή που συγκεντρώνονται τα νεαρά άτομα άγριων πληθυσμών μαλακίων, καρκινοειδών ή ψαριών μετά την προνυμφική και πριν την ενήλικη φάση. (2) Στη υδατοκαλλιέργεια (προπάχυνση): ενδιάμεσο σύστημα καλλιέργειας μεταξύ του εκκολαπτηρίου και της πάχυνσης

pré-engorda : (1) Nos moluscos, crustáceos e peixes selvagens: refere-se ao local ocupado pelos juvenis entre os estados larvar e adulto. (2) Em aquacultura: um sistema de cultura intermédio entre a maternidade e engorda.

barnkammare : (1) Bland vilda blötdjur, kräftdjur och fiskar hänvisar den här termen till den plats där dessa organismer lever mellan larv- och adultstadiet. (2) Inom akvakulturer: ett odlingssystem somligger mellan kläckningen och uttagssteget.

Was this helpful?
The southern part of the North Pacific gyre, the warm surface ocean current flowing west in the North.


Βόρειο Ισημερινό ρεύμα : Το νότιο τμήμα του Β. Ειρηνικού, το ζεστό επιφανειακό ωκεάνιο ρεύμα που κινείται δυτικά στο Βορρά.

Corrente Equatorial Norte : A parte sul do Pacífico Norte, a corrente quente à superfície do oceano que corre para Oeste a Norte.

Nord ekvatoriala strömmen: Den södra delen av den nordliga stillahavsvirveln, den varma ythavsström som flyter mot väst i norr.

Was this helpful?
A north-easterly continuation of the Gulf Stream current into the eastern North Atlantic.


Βόρειο Ατλαντικό ρεύμα : Μια νοτιοανατολική συνέχεια/επέκταση του ρεύματος του κόλπου του Μεξικού στα ανατολικά του Β.Ατλαντικού.

Corrente do Atlântico Norte : Continuação nordeste da corrente do Golfo para Este do Atlântico Norte.

Nordatlantiska strömmen: En nordöstlig förlängning av golfströmmen som flyter in i östra nordatlanten.

Was this helpful?
Used of a habitat having the normal atmospheric level of oxygen.


ΚΑΝΟΝΙΚΟΞΕΙΚΟΣ: Χρησιμοποιείται γιά ένα ενδιαίτημα που έχει κανονικά επίπεδα ατμοσφαιρικού οξυγόνου.

normóxico : Termo utilizado para um habitat que tem o nível atmosférico de oxigénio normal.

normal syre koncentration: Används om habitat och miljöer med en normal atmosfärisk halt av syre.

Was this helpful?
A random variable X is said to be normally distributed if its density function is given by: f(x)= 1 e-½ [(x-μ)/σ]^2 (-Ξ

ΚΑΝΟΝΙΚΗ ΚΑΤΑΝΟΜΗ: Μια κανονική μεταβλητή Χ θεωρείται ότι ακολουθεί κανονική κατανομή εάν η συνάρτηση πυκνότητάς της δίδεται από τον τύπο: f(x)= 1 e-½ [(x-μ)/σ]^2 (-Ξ

distribuição normal : Diz-se que uma variável aleatória X tem uma distribuição normal quando a sua função de densidade é dada por: f(x)= 1 e-_ [(x-_)/_]^2 (-_

normalfördelning: sannolikhetsfördelning av händelser som följer normalfördelningen

Was this helpful?
A resource which is not able to regenerate, i.e. all non-biotic resources.


Μη-ανανεώσιμη πηγή : Μια πηγή ενέργειας η οποία δεν μπορεί να επαναλειτουργήσει, όλες οι μη-βιοτικές πηγές ενέργειας..

recursos não renováveis: Recursos incapazes de se regenerar, i.e. todos os recursos não bióticos.

icke-förnyelsebar: En resurs som ej går att regenerera, d.v.s alla icke biologiska resurser.

Was this helpful?
Not decomposable by the natural metabolic processes of organisms.


ΜΗ ΒΙΟΑΠΟΙΚΟΔΟΜΗΣΙΜΟΣ: Μη διασπώμενος μέσω των φυσικών μεταβολικών διαδικασιών των οργανισμών.

não-biodegradável : Que não se decompõe pelos processos metabólicos naturais dos organismos.

icke-nedbrytningsbar: Ej nedbrytbar av organimernas naturliga metaboliska processer.

Was this helpful?
Active during the hours of darkness.


ΝΥΚΤΟΒΙΟΣ: Ενεργός κατά τις ώρες του σκότους. Πρβ. ημερόβιος.

nocturno : Activo durante as horas de escuridão.

nattlig: Aktiv under dygnets mörka timmar, jmf. diurnal.

Was this helpful?
The conversion of atmospheric nitrogen (N2 ) to inorganic forms which are available to plants. Nitrogen fixation is not exclusively biological. Biological nitrogen-fixing systems include: (a) free-living bacteria and blue-green algae (several obligate aerobes, facultative and obligate anaerobes, photosynthetic bacteria and species of blue-greens of the orders nostocales, stigone metales, chroococcales, and oscillatoria; (b) plant associations and symbiotic systems (i.e. lichens: f


ΑΖΩΤΟΥ ΔΕΣΜΕΥΣΗ: Η μετατροπή του ατμοσφαιρικού αζώτου (Ν2 ) σε ανόργανες μορφές που είναι δυνατόν να προσλαμβάνονται από τα φυτά. Η δέσμευση αζώτου δεν είναι αποκλειστικά βιολογική. Τα βιολογικά αζωτο-δεσμευτικά συστήματα περιλαμβάνουν: (α) ελεύθερα βακτήρια και κυανοφύκη (αρκετά υποχρεωτικά αερόβια, προαιρετικά και υποχρεωτικά αναερόβια, φωτοσυνθετικά βακτήρια και είδη κυανοφυκών των κλάσεων Nostocales, Stigonemetales, Chroococcales και Oscillatoriales, (β) κοινωνίες φυτών και συμβιωτικών συστημάτω

fixação do Azoto : A conversão do azoto atmosférico (N2) em formas inorgânicas que estão disponíveis para as plantas. A fixação de azoto não é exclusivamente biológica. Os sistemas biológicos de fixação de azoto incluem: (a) bactérias vivas livres e algas azuis-verdes (alguns aeróbios obrigatórios, anaeróbios facultativos e obrigatórios, bactérias fotossintéticas e espécies de algas azul-verdes da ordem das nostocales, stigone, metales, chroococcales e oscillatoria; (b) associações de plantas e sistema

kvävefixering: Naturlig eller industriell process som omvandlar luftens kväve till mer reaktiva föreningar, t.ex. ammoniak eller kväveoxider. Huvuddelen av den naturliga kvävefixeringen sker i marken med hjälp av kvävebindande bakterier. Vid den bakteriella kvävefixeringen omvandlas luftens kväve till ammoniak, som assimileras i form av aminosyrorna glutamin och glutamat. Dessa utnyttjas som kvävekälla vid syntes av andra kväveinnehållande föreningar. De kvävebindande bakterier som lever i symbios med växter b

Was this helpful?
A compound which contains nitrogen bound to two oxygen atoms. It is the first step in the oxidation of the ammonia excreted by aquatic organisms as the endproduct of the protein metabolism. Nitrite inhibits the uptake of oxygen by haemoglobin and is thus toxic to fish. Crustaceans are affected to a lesser extent as haemocyanin is only partially inhibited. pH modulates nitrite toxicity, and the presence of monovalent ions (chlorides or bicarbonates) strongly reduces nitrite toxicity. For a given


ΝΙΤΡΩΔΗΣ ΕΝΩΣΗ: Ενωση περιέχουσα άζωτο συνδεδεμένο με δύο άτομα οξυγόνου. Είναι το πρώτο βήμα στην οξείδωση της αμμωνίας που εκκρίνεται από υδρόβιους οργανισμούς ως τελικό προϊόν του μεταβολισμού των πρωτεϊνών. Τα νιτρώδη παρεμποδίζουν την πρόσληψη οξυγόνου από την αιμοσφαιρίνη και για τον λόγο αυτό είναι τοξικά για τα ψάρια. Τα καρκινοειδή επηρεάζονται σε μικρότερο βαθμό καθώς η αιμοκυανίνη παρεμποδίζεται μόνο εν μέρει. Το pΗ επηρεάζει την τοξικότητα των νιτρωδών και η παρουσία μονο- σθενών ιόντων (χλωριούχω

nitrito : Um composto que contém azoto ligado a dois átomos de oxigénio. É o primeiro passo na oxidação da amónia expelida pelos organismos aquáticos como produto final do metabolismo proteico. O nitrito inibe a hemoglobina de recolher oxigénio tornando-se, assim, tóxico para os peixes. Os crustáceos são menos afectados porque a hemocianina é apenas parcialmente inibida. O pH actua como modelador da toxicidade do nitrito, e a presença de iões monovalentes (cloretos ou bicarbonatos) reduz fortemente a sua

nitrit: Salt av salpetersyrlighet anv. bl.a. vid framställning av vissa färgämnen och för konserveringsändamål. Består av kväve bundet till två syreatomer. Nitrit inhiberar syreupptagandet av hemoglobin i blodet och är därför giftigt för fiskar. Kräftdjur är ej lika utsatta då hemocyanin bara delvis inhiberas.

Was this helpful?
The aerobic bacterial conversion (oxidation) of ammonia and organic nitrogen to stable salts (nitrates): commonly by Nitrosomonas and Nitrobacter sp. bacteria. Ammonia is oxidized to nitrate in a two-step process: first ammonia is converted into nitrite by Nitrosomonas, and then nitrite is converted into nitrate by Nitrobacter. This second step is termed nitration.


ΝΙΤΡΟΠΟΙΗΣΗ: Αερόβια βακτηριακή μετατροπή (οξείδωση) της αμμωνίας και του οργανικού αζώτου σε σταθερά άλατα (νιτρικά): συνήθως από τα βακτήρια Nitrosomonas και >i>Nitrobacter sp. Η αμμωνία οξειδώνεται σε μιά διαδικασία δύο σταδίων: αρχικά σε νιτρώδη (βλ.λ) από το βακτήριο Nitrosomonas, και στη συνέχεια σε νιτρικά (βλ.λ) από βακτήριο Nitrobacter. Το δεύτερο αυτό βήμα ονομάζεται νίτρωση (βλ.λ).

nitrificação : A conversão bacteriana aeróbica (oxidação) da amónia e azoto orgânico em sais estáveis (nitratos): normalmente através das bactérias Nitrosomonas e Nitrobacter sp. A amónia é oxidado num processo de dois passos: primeiro é convertida em nitrito (q.v.) pelas Nitrosomonas sp., este é convertido em nitrato (q.v.) pelas Nitrobacter sp. O segundo passo é denominado nitrificação (q.v.)

nitrifikation: Energigivande bakteriell process där ammoniumjoner oxideras först till nitrit, sedan vidare till nitrat. Processen försiggår främst i mark och vatten med god syretillförsel. Inom bakteriefamiljen Nitrobactera´ceae utför de kemolitotrofa släktena Nitrosomo´nas och Nitrosoco´ccus det första steget, medan representanter för släktet Nitrobacter utför det sista. I miljöer där de kemolitotrofa bakterierna har svårt att leva, t.ex. i sura och/eller syrefattiga jordar, finns i stället nitrifierande hete

Was this helpful?
A compound which contains nitrogen bound to three oxygen atoms. The end product of the aerobic stabilization of organic nitrogen; presence in water indicates organic enrichment or agricultural or industrial contamination. In contrast to nitrites, nitrates are generally of low toxicity to fish. Water in rearing units can, therefore be detoxified by oxidizing nitrites to nitrates. Often used as fertilizer in pond culture.


ΝΙΤΡΙΚΟ: Ενωση περιέχουσα άζωτο ενωμένο με τρία άτομα οξυγόνου. Το τελικό προϊόν της αερόβιας σταθεροποίησης του οργανικού αζώτου. Η παρ- ουσία του στο νερό είναι ένδειξη οργανικού εμπλουτισμού ή αγροτικής ή βιομηχανικής ρύπαν- σης. Σε αντίθεση με τα νιτρώδη, τα νιτρικά είναι γενικά χαμηλής τοξικότητας για τα ψάρια. Επομένως το νερό στις μονάδες εκτροφής μπορεί να απο- τοξικοποιείται με οξείδωση των νιτρωδών προς νιτρικά. Συχνά χρησιμοποιείται ως λίπασμα σε δεξαμενές καλλιέργειας.

nitrato : Um composto que contém azoto ligado a três átomos de oxigénio. O produto final da estabilização aeróbica do azoto orgânico; a sua presença na água indica um enriquecimento orgânico ou contaminação agrícola ou industrial. Em contraste com os nitritos, os nitratos são geralmente de baixa toxicidade para os peixes. A água em unidades de produção pode, por conseguinte ser destoxificada pela oxidação dos nitiritos em nitratos. É utilizado frequentemente como fertilizante.

nitrat: Salt av salpetersyra anv. bl.a. som konstgödsel och för konserveringsändamål. Består av kväve bundet till tre syreatomer. Dess närvaro visar på organisk berikning i vattnet, jordbruks- eller industriutsläpp. Nitrater är till skillnad från nitriter inte speciellt giftiga för fiskar. Används ofta som gödning i odligar.

Was this helpful?
The conceptual space occupied by a species, which includes both the physical space as well as the functional role of the species; conceptualized as a multidimensional hypervolume, the coordinates of which are the various parameters affecting the existence of the species. These parameters include both physico-chemical factors (e.g., temperature, salinity, pH) and biological factors (e.g., competition/ predation, food availability). Sometimes erroneously used as the equivalent of microhabitat.


ΟΙΚΟΘΕΣΗ : Ο ενοιολογικός χώρος που καταλαμβάνει ένα είδος, ο οποίος περιλαμβάνει τόσο τον φυσικό χώρο, όσο και τον λειτουργικό ρόλο ενός είδους. Ο χώρος αυτός μπορεί να θεωρηθεί πολυδιάστατος με συντεταγμένες τις ποικίλες παράμετρους που επηρεάζουν την ύπαρξη του είδους. Οι παράμετροι αυτές περιλαμβάνουν φυσικοχημικούς παράγοντες (π.χ. θερμοκρασία, αλατότητα, pΗ) και βιολογικούς (π.χ. ανταγωνισμός/ θήρευση, διαθεσιμότητα τροφής). Μερικές φορές χρησιμοποιείται εσφαλμένα ως ισοδύναμο του μικροενδιαιτήμα

nicho : O espaço conceptual ocupado por uma espécie, o qual inclui quer o espaço físico quer o papel funcional da espécie; conceptualizado como um hipervolume multidimensional, cujas coordenadas são os vários parâmetros que afectam a existência da espécie. Estes parâmetros incluem quer factores físico-quimicos (e.g. temperatura, salinidade, pH) quer factores biológicos (e.g. competição/predação, disponibilidade de alimento). Por vezes utilizado erroneamente como o equivalente a microhabitat. Uma espécie

nisch: En viss arts eller populations totala omvärldsrelationer, t.ex. dess krav och toleranser gentemot klimatfaktorer, dess näringsbehov och dess roll som näring för organismer på högre trofisk nivå, dess konkurrens om resurserna och dess direkta inverkan på omvärlden med effekter för andra arter. Används ibland felaktigt som synonym till mikrohabitat. En art kan uppta flera nischer under sin utveckling/levnad.

Was this helpful?
Small to medium size organisms that live on (epineuston) or under (hyponeuston) the surface film of water bodies.


ΝΕΥΣΤΟΝ: Οργανισμοί μικρού έως μεσαίου μεγέθους που ζουν επί του (επινευστόν) ή υπό (υπονευστόν) το επιφανειακό υδαατικό στρώμα.

neúston: Organismos de tamanho pequeno a médio que vivem sobre (epineúston) ou sob (hiponeúston) o filme superficial das massas de água.

neuston: Det samhälle av mikroskopiskt små organismer som finns i anslutning till vattensamlingars ytfilmer

Was this helpful?
Pertaining to the shallow waters overlying the continental shelf.


ΝΗΡΙΤΙΚΟΣ: Σχετιζόμενος με αβαθή νερά υπερκείμενα της υφαλοκρηπίδας. πρβ. ωκεάνειος.

nerítico : Pertencentes às águas pouco profundas situadas sobre a plataforma continental; cf. Oceânico.

neritisk region: Vattenmassan som ligger ovanför kontinentalhyllan.

Was this helpful?
The production of new organic matter by autotrophs, such as photosynthetic algae. This is very often the first step in a food chain. The total amount of organic matter produced per unit time by an individual, a population, an area or a water volume, is termed the gross primary production. When simultaneous losses of organic matter by catabolism (e.g. respiration) are subtracted from the gross primary production, a measure of net primary production is obtained. For photosynthetic algae, gross and


ΚΑΘΑΡΗ ΠΡΩΤΟΓΕΝΗΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗ: Η παραγωγή νέας οργανικής ύλης από τους αυτότροφους οργανισμούς, όπως τα φωτοσυνθετικά φύκη. Πολύ συχνά αποτελεί τον πρώτο κρίκο της τροφικής αλυσίδας. Η ολική ποσότητα οργανικής ύλης που παράγεται ανά μονάδα χρόνου από ένα άτομο, έναν πληθυσμό, μια επιφάνεια ή έναν όγκο νερού ονομάζεται ολική πρωτογενής παραγωγή. Με την αφαίρεση των απωλειών οργανικής ύλης μέσω του καταβολισμού (π.χ. αναπνοή) προσδιορίζεται η καθαρή πρωτογενής παραγωγή. Για τα φωτοσυνθετικά φύκη, ή ολική και η καθαρή παραγω

produção primária líquida : A produção de nova matéria orgânica pelos autotróficos, tais como as algas fotossintéticas. Este é, muito frequentemente, o primeiro passo numa cadeia alimentar. Chama-se produção primária bruta a quantidade total de matéria orgânica produzida por unidade de tempo por um indivíduo, uma população, uma área ou um volume de água. Quando perdas simultâneas de matéria orgânica por catabolismo (e.g. respiração) são subtraídas à produção primária bruta, obtém-se uma medição da produção primária líquid

netto primär produktion: Produktionen av nytt organiskt material av autotrofer, som t.ex. fotosyntetiserande alger. Ofta första steget i näringskedjan. Den totala mängden organiskt material producerat per tidsenhet och individ, population, område eller vattenvolym kallas grossprimärproduktion. När den samtida förlusten av organiskt material genom katabolism (t.ex. respiration) dras bort får man nettoprimärproduktionen.

Was this helpful?
Those actively-swimming pelagic organisms able to move independently of water currents; typically within the size range 20 mm-20 m, divided into three categories on the basis of body size: centimetre nekton, decimetre nekton, metre nekton.


ΝΗΚΤΟΝ: Το σύνολο των πελαγικών οργανισμών που έχουν την ικανότητα να κινούνται αναξάρτητα από τα υδάτινα ρεύματα. Το μέγεθό τους κυμαί- νεται από 20mm ως 20m. Το νηκτόν υπο- διαιρείται σε τρείς κατηγορίες βάσει του σωματικού μεγέθους, νηκτόν εκατοστού, νηκτόν δεκάτου, νηκτόν μέτρου.

nécton: Conjunto de organismos marinhos, pelágicos, que nadam livremente; tipicamente dentro da escala de tamanho de 2mm a 20m, divididos em três categorias com base do tamanho do corpo: nécton centímetro, nécton decímetro, nécton metro.

nekton: De pelagiska organismer som aktivt simmar i vatten. Hit hör t.ex. fiskar och valar. Delas in i tre kategorier beroende på kroppsstorlek, centimeter nekton, decimeter nekton och meter nekton.

Was this helpful?
A mathematical distribution used as a model of an aggregated or contagiously distributed population in which the presence of an individual at any given point increases the probability of another individual occurring nearby and in which the variance is greater than the mean.


Αρνητική διωνυμική κατανομή : Μια μαθηματική κατανομή η οποία χρησιμοποιείται σαν μοντέλο ενός συνολικά ή τμηματικά κατανεμημένου πληθυσμού, στον οποίο η παρουσία ενός ατόμου σε μια δεδομένη στιγμή αυξάνει την πιθανότητα εμφάνισης ενός άλλου ατόμου σε κοντινή απόσταση, με την απόκλιση να είναι μεγαλύτερη από τον μέσο όρο.

distribuição binómia negativa: Distribuição matemática utilizada como modelo de uma população distribuída por agregação ou por contágio na qual a presença de um indivíduo num dado ponto aumenta a probabilidade do aparecimento de outro nas proximidades e em que a variação é maior do que a média.

negativ binomialfördelning: En matematisk distribution som används som model för populations distribution, där närvaron av en individ oavsett tidpunkt ökar sannolikheten för att en annan individ skall uppträda i närheten, och där variationen är större än medlet.

Was this helpful?
Feeding on dead material.


Νεκροφαγία : Βρώση νεκρής ύλης.

necrófago : Que se alimenta de matéria morta.

nekrofagi: Lever av dött material.

Was this helpful?
In beach terminology an indefinite zone extending seaward from the shore line somewhat beyond the breaker zone. It defines the area of nearshore currents.


ΠΑΡΑΚΤΙΑ ΖΩΝΗ: Μη σαφώς προσδιορισμένη ζώνη εκτεινόμενη προς την θάλασσα από την ακτογραμμή μέχρι περίπου την ζώνη θραύσης των κυμάτων. Ορίζει την περιοχή των παράκτιων ρευμάτων.

zona de rebentação: Em terminologia da praia, uma zona indefinida que se estende na direcção do mar desde a linha de costa até um pouco além da zona de rebentação. Demarca a área das correntes junto à costa.

kustnära: Zonen som sträcker sig från strandlinjen till området något utanför vågbrytarzonen.

Was this helpful?
Tides of decreased range or tidal currents of decreased velocity occurring semi-monthly as the result of the moon being in quadrature (i.e. the sun and the moon acting at right angles to each other). The range of neap tides is the average semidiurnal range occurring at the time of neap tides and is most conveniently computed from the harmonic constants. It is smaller than the mean range where the type of tide is either semidiurnal or mixed and is of no practical significance where the type of


ΠΑΛΙΡΡΟΙΕΣ ΤΕΤΡΑΓΩΝΙΣΜΟΥ Η ΠΑΛΙΡΡΟΙΑΚΑ ΡΕΥΜΑΤΑ: Παλίρροιες μειωμένου εύρους ή παλιρροιακά ρεύματα μειωμένης ταχύτητας που παρατηρούνται δύο φορές τον μήνα ως αποτέλεσμα του τετραγωνισμού της σελήνης. Το εύρος τετραγωνισμού είναι το μέσο ημιημερήσιο εύρος που παρατηρείται κατά τον χρόνο των παλιρροιών τετραγωνισμού και υπολογίζεται ευκο- λότερα μέσω των αρμονικών σταθερών. Είναι μικρότερο από το μέσο εύρος όπου η παλίρροια είναι είτε ημιημερήσια είτε μικτή και είναι ασήμαντο όταν ο τύπος της παλίρροιας είναι ημερήσιος. Το μέσο ύψος της π

marés mortas ou correntes de maré morta : Marés de amplitude reduzida ou correntes de maré de velocidade reduzida que ocorrem quinzenalmente em resultado da lua estar em quadratura (i.e. o sol e a lua formam um ângulo recto entre eles). A amplitude das marés mortas é a média da amplitude semidiurna que ocorre na altura das marés mortas e é calculada muito apropriadamente a partir das constantes harmónicas. É mais pequena do que a amplitude média das maré de tipo semidiurno ou misto e não tem significado prático se o tipo de maré é diurn

nipflod: Tidvatten med minskad amplitud eller tidvattenströmmar med minskad styrka som uppstår när månen och solen står i rät vinkel mot varandra

Was this helpful?
Theory proposed by Charles Darwin, concerning the principal causal mechanism of evolutionary change.


Φυσική επιλογή : Θεωρία που προτάθηκε από τον Δαρβίνο και η οποία αφορά τον βασικό μηχανισμό που προκαλεί την εξελικτική αλλαγή.

selecção natural: Teoria proposta por Charles Darwin, sobre o principal mecanismo causal das alterações evolucionárias.

naturlig selektion: Teori framlagd av Charles Darwin rörande de grundläggande mekanismerna bakom evolution av arter.

Was this helpful?
A unit of length equal to the average distance on the EarthΪs surface subtended by one minute of latitude. This distance is variously considered to be 1852 metres in the SI system, 6080 feet by the British Hydrographic Office or 6082.27 feet by the US Coastal Survey.


ΝΑΥΤΙΚΟ ΜΙΛΙ (ΔΙΕΘΝΕΣ) : Μονάδα μήκους ίση προς 1852 μέτρα στο σύστημα SI. Η μέση απόσταση στην επιφάνεια της γής η οποία αντιστοιχεί σε γεωγραφικό πλάτος ενός πρώτου λεπτού.

milha náutica : Uma unidade de comprimento igual à distância média de um minuto de latitude à superfície da Terra. Esta distância é considerada como sendo de 1,852 metros no sistema SI, 6080 pés pelo Instituto Hidrográfico Britânico ou 6082,27 pés pelo Serviço Hidrográfico Norte-Americano.

nautisk mil: Sjömil eller nautisk mil, inom sjö- och luftfart vanlig längdenhet (1 852 m i SI systemet), som också kallas distansminut. Ordet användes förr om 1/15 latitudgrad, dvs. fyra nutida sjömil (7 408 m).

Was this helpful?
Radioactive energy emitted in the form of waves or particles from naturally-occurring elements.


Φυσική ακτινοβολία : Ραδιενεργή ακτινοβολία που εκπέμπεται με την μορφή κυμάτων ή σωματιδίων προερχόμενα από στοιχεία που βρίσκονται στην φύση.

radiação natural: Energia radioactiva emitida na forma de ondas ou partículas oriundas de elementos que aparecem naturalmente.

naturlig strålning: Radioaktiv energi som avges i form av vågor eller partiklar från naturligt förekommande ellement.

Was this helpful?
Areas selected as representative ecosystems to safeguard fauna, flora and habitats, using criteria such as size, diversity, rarity and fragility.


Φυσικά καταφύγια : Περιοχές οι οποίες έχουν επιλεγεί σαν αντιπροσωπευτικά οικοσυστήματα, για την διατήρηση της χλωρίδας, της πανίδας και του περιβάλλοντος, με κριτήρια όπως το μέγεθος, η ποικιλία, η σπανιότητα και η ευαισθησία.

reservas naturais: Áreas seleccionadas como ecosistemas representativos para salvaguarda da fauna, flora e habitats, utilizando critérios tais como o tamanho, diversidade, raridade e fragilidade.

naturreservat: Område valt för att representera ecosystem med syfte på att skydda flora, fauna och habitat. Väljs på kriterier som storlek, diversitet, sällsynthet och känslighet.

Was this helpful?
Naturally-occurring substances, volcanic dust, sea salt, etc., which are capable of having adverse effects on ecosystem structure and function.


Φυσικοί ρυπαντές : Ουσίες παραγόμενες με φυσικό τρόπο, όπως η ηφαιστειακή σκόνη, το αλάτι της θάλασσας, κ.τ.λ. και οι οποίες είναι ικανές να επιβαρύνουν/επηρεάσουν την δομή και την λειτουργία ενός οικοσυστήματος.

poluente natural: Substâncias que aparecem naturalmente, poeira vulcânica, sal marinho, etc., as quais são capazes de produzir efeitos adversos na estrutura e função do ecosistema.

naturlig förorening: Naturligt förekommande substanser, t.ex. vulkanisk aska, havssalt, m.m., vilka har förmåga att påverka ekosystems struktur och funktion negativt.

Was this helpful?
A land or marine area reserved primarily for conservation purposes.


Εθνικό πάρκο : Ένα κομμάτι γης ή θαλάσσιας περιοχής η οποία προστατεύεται με βασικό σκοπό την διατήρηση του οικοσυστήματος.

parque nacional: Uma área de terra ou mar reservada primeiramente para fins de conservação.

nationalpark: Ett land- eller havsområde som skyddats i framförallt bevarande syfte.

Was this helpful?
A stunting of plant growth that occurs at the limits of their ecological niche.


Νανισμός : Μειωμένη ανάπτυξη φυτού που εμφανίζεται στα όρια του οικολογικού του θώκου.

nanismo: Um impedimento do crescimento das plantas que ocorre nos limites do seu nicho ecológico.

nanism: När en växt befinner sig i utkanten av sin ekologiska nisch och för vad den fysiskt klarar av och därför växer långsamt.

Was this helpful?
Minute planktonic organisms with a body diameter of 2 to 20 micrometers, formerly used of those planktonic organisms that are not retained by a 0.03-0.04 mm mesh silk bolting cloth.


ΝΑΝΟΠΛΑΓΚΤΟΝ: Πολύ μικροί πλαγκτονικοί οργανισμοί με διάμετρο σώματος 2 έως 20 μm. Παλαιότερα ο όρος εχρησιμοποιείτο για τους πλαγκτονικούς οργανισμούς που διέρχονται από δίχτυ ανοίγματος 0.03-0,04 mm.

nanoplâncton : Organismos planctónicos minúsculos com um diâmetro de 2 a 20 micrómetros. Termo anteriormente utilizado para referir os organismos planctónicos que não eram retidos em crivos de 0.03-0.04mm.

nanoplankton: Mycket små planktonorganismer med en diameter mellan 2 och 20 mikrometer, tidigare använd för plankton som inte fastnar i ett såll med 0,03-0,04 mm hål.

Was this helpful?
Chemical symbol for nitrogen.


N: Χημικός συμβολισμός του αζώτου.

N - azoto : Símbolo químico do azoto.

N-Kväve: Kemiskbeteckning för kväve.

Was this helpful?
The ratio of nitrogen to phosphorus found in marine environments. A typical 10:1 proportion is required for phytoplankton cells to grow.


Αναλογία Αζώτου/Φωσφόρου : Η αναλογία αζώτου προς φώσφορο που βρίσκεται σε θαλάσσια περιβάλλοντα. Μια τυπική αναλογία 10:1 απαιτείται για την ανάπτυξη των κυττάρων του φυτοπλαγκτόν.

rácio Azoto/Fósforo: O rácio de azoto para fósforo encontrado no meio ambiente marinho. Uma proporção típica de 10:1 é necessária para que as células de fitoplancton cresçam.

N/P kvot: Förhållandet mellankväve och fosfor. För att fytoplanktonceller ska växa krävs ett 10:1 förhållande.

Was this helpful?

Contact us

Please contact AMC Limited for any queries:

  • Hot line: +353 1 874 7088
You are here: Home Resources & Services Multilingual glossaries GLOSSARIES