AMC LIMITED

M

Extensive mussel communities that occur on several types of substrate.


Στρώματα μυδιών : Εκτεταμένες κοινωνίες μυδιών οι οποίες εμφανίζονται σε διάφορους τύπους υποστρώματος.

bancos de mexilhão: Grandes comunidades de mexilhões que aparecem em vários tipos de substrato.

musselbank: Stora musselsamhällen som kan påträffas på en mängd olika substrat.

Was this helpful?
Initiation of a gene or chromosome mutation; initiation of an increase of the spontaneous mutation rate.


ΜΕΤΑΛΛΑΞΟΓΕΝΕΣΗ : Προκαλούμενη μετάλλ- αξη ενός γονιδίου ή χρωμοσώματος ή προκαλού- μενη αύξηση του ρυμθού των αυθόρμητων μεταλλάξεων.

mutagénese: Iniciação da mutação de um gene ou cromossoma; iniciação de um aumento da taxa de mutação espontânea.

mutagenes: Påbörjandet av en gen- eller kromosommutation; påbörjandet av en ökning i den spontana mutationshastigheten.

Was this helpful?
An alteration of the base sequence of a DNA or RNA molecule. Mutations usually involve the changing of one base for another (point mutation) or to the addition or deletion of one or more nucleotides. This will often lead to the misreading of codon sequences by the ribosome during protein synthesis (leading to a defective or absent protein). Such mutations are then termed frameshift mutations. Point mutations may be silent (as each amino acid may be coded by several codons) or lead to the substit


ΜΕΤΑΛΛΑΞΗ : Αιφνίδια και κληρονομήσιμη μεταβολή του γενετικού υλικού, συχνότατα μεταβολή ενός μόνο γονιδίου μέσω διπλασιασμού, αντικατάστασης ή διαγραφής ενός αριθμού ζευγών βάσεων του DNA. Οι οργανισμοί που έχουν υποστεί μετάλαξη ονομάζονται μεταλλαγμένοι.

mutação : Uma alteração da sequência base de uma molécula de ADN ou ARN. As mutações envolvem normalmente a mudança de uma base por outra (mutação pontual) ou a adição ou eliminação de um ou mais nucleótidos. Este fenómeno conduz frequentemente a uma má interpretação das sequências de codão pelos ribossomas durante a síntese de proteínas (conduzindo a uma proteína defeituosa ou ausente). Tais mutações são chamadas mutações estruturais. As mutações pontuais podem ser silenciosas (dado que cada aminoácido

mutation: En bestående förändring i det genetiska materialet vilken kan överföras till kommande cellgenerationer. Om mutationen uppkommer i en könscell kommer förändringen att återfinnas i avkommans alla celler.

Was this helpful?
Wastes deriving from urban communities.


Αστικά απόβλητα : Λύματα προερχόμενα από τις αστικές κοινωνίες.

lixo municipal: Lixos oriundos das comunidades urbanas.

kommunalt avfall: Avfall och sopor från urbana samhällen.

Was this helpful?
In statistics a group of techniques for the simultaneous analysis of more than one independent variable, including analysis of variance and of covariance, regression and correlation methods.


ΑΝΑΛΥΣΗ ΠΟΛΥΜΕΤΑΒΛΗΤΩΝ : Ομάδα τεχνικών στην στατιστική γιά την ταυτόχρονη ανάλυση περισσοτέρων της μίας ανεξάρτητων μεταβλητών. Περιλαμβάνει την ανάλυση διακυμά- νσεων και συνδιακυμάνσεων, την παλινδρομική ανάλυση και την συσχέτιση.

análise multivariada : Em estatística um conjunto de técnicas para a análise simultânea de mais do que uma variável independente, incluindo a análise de variância (q.v.) e covariância, métodos de regressão e correlação.

multivariataanalys: Statistiska metoder för beskrivning, inte sällan grafisk, och analys av mångdimensionella datamängder. Inkluderar bl a ANOVA, regressinons- och korrelationsanalyser.

Was this helpful?
A mathematical multivariate technique which is used to detect meaningful underlying dimensions that allow the researcher to explain observed similarities or dissimilarities between the investigated objects. In addition to correlation matrices, MDS can analyse any kind of similarity/dissimilarity matrices.


Πολυδιάστατη κλίμακα : Μια ποικιλότροπη, μαθηματική τεχνική που χρησιμοποιείται για την ανίχνευση και την ανάλυση των παρατηρούμενων ομοιοτήτων ή διαφορών μεταξύ δυο ή περισσοτέρων παρατηρούμενων αντικειμένων ή δειγμάτων.

escalonamento multidimensional: Uma técnica matemática multivariada utilizada para detetar e explicar semelhanças e diferenças entre dois ou mais objectos ou amostras analisados.

multidimension skaling: En matematisk multivariata teknik som används för att spåra viktiga underliggande dimensioner som kan användas som förklaring för observerade likheter eller olikheter mellan undersökta objekt.

Was this helpful?
Part of the shoreline, the intertidal area where mud accumulates.


Επίπεδα λάσπης: Τμήμα των ακτών, η περιοχή (ενδοπαλιρροιακή περιοχή) όπου εναποτίθεται η λάσπη.

Baixios lodosos: Parte da linha de costa, a zona intertidal onde se acumula o lodo.

lerplatå: Del av strandlinjen, mellan hög- och lågvatten där lera ansamlas.

Was this helpful?
The slimy secretion of the mucous glands containing mucin.


ΒΛΕΝΝΑ: Το γλοιώδες έκκριμα των βλεννογόνων αδένων το οποίο περιέχει βλεννίνη.

muco : A secreção viscosa das glândulas mucosas que contêm mucina.

mucus: Slemmigt sekret som utsöndras av speciella körtlar och innehåller mucin.

Was this helpful?
Pelagic or terrigeneous detrital material consisting of particles smaller than sand, that is, an undifferentiated sediment made up of particles mostly within the silt-clay range smaller than 0.0025 inch (0.0625 mm).


ΙΛΥΣ: πελαγικό ή χερσογενές μέρος του τριπτού αποτελούμενο από κόκκους μικρότερους από εκείνους της άμμου, το οποίο συνιστά αδιαφοροποίητο ίζημα απαρτιζόμενο κατά κύριο λόγο από ιλυο-αργιλώδεις κόκκους διαμέτρου μικρότερης από 0.0625 χιλιοστά.

lama/vasa : Matéria detrítica pelágica ou terrigena consistindo de partículas mais pequenas do que areia, isto é, um sedimento indiferenciado constituído por partículas a maioria das quais se encontram dentro da gama dos sedimentos argilosos mais pequenas do que 0.0025 polegadas (0.0625 mm).

lera: Slammaterial som består av partiklar mindre än sand; d v s, en sedimentblandning av partiklar i silt-ler storleksklassen mindre än 0,0625mm.

Was this helpful?
Periodic shedding of the outer covering, such as the exoskeleton in the Arthropoda (shrimps, crabs, lobsters). After moulting specimens are particularly vulnerable to predation. In aquaculture these moulting phases are of particular importance because of the increased vulnerability to cannibalism.


ΕΚΔΥΣΗ: Περιοδική εποβολή του εξωτερικού καλύμματος, όπως ο εξωσκελετός στα Αρθρόποδα (γαρίδες, καβούρια, αστακοί κλπ). Μετά την έκδυση τα άτομα είναι ιδιαίτερα ευάλωτα στην θήρευση. Στην υδατοκαλλιέργεια αυτές οι φάσεις έκδυσης είναι ιδιαιτέρας σημασίας λόγω της αυξημένης τρωτότητας στον καννιβαλισμό.

muda: Muda periódica da cobertura exterior, tal como o exosqueleto nos artrópodes (camarões, caranguejos, lagostas). Após a muda os espécimes ficam particularmente vulneráveis aos predadores. Na Aquacultura estas fases de muda têm particular importância devido a uma vulnerabilidade acrescida ao canibalismo.

ömsning: Utbyte av den yttre beklädnaden, sker ofta periodvis. Vanligt hos bl a kräftdjur, Efter ömsningen är djuren ofta extra sårbara.

Was this helpful?
The number of deaths per unit of population during a specific period. Syn. death rate; fatality rate.


ΡΥΘΜΟΣ ΘΝΗΣΙΜΟΤΗΤΑΣ: Ο αριθμός θανάτων ανά μονάδα πληθυσμού κατά την διάρκεια μιάς ορισμένης περιόδου.

taxa de mortalidade : O número de mortes por unidade de população durante um período específico. Sin. taxa de fatalidade.

mortalitetshastighet: Antalet döda per populationsenhet under en specifik tid.

Was this helpful?
The proportion of deaths in a specified portion of a population or the proportion of deaths in a group of individuals.


ΘΝΗΣIΜΟΤΗΤΑ : Η ποσοστό θανάτων σε μιά ορισμένη μερίδα του πληθυσμού ή η αναλογία θανάτων σε μία ομάδα ατόμων.

mortalidade : A proporção de mortes numa porção específica de uma população ou a proporção de mortes num grupo de indivíduos; cf. Morte.

mortalitet: Dödsfrekvens i en population eller i en grupp individer.

Was this helpful?
The branch of biology dealing with form and structure.


ΜΟΡΦΟΛΟΓΙΑ: Ο κλάδος της βιολογίας που ασχολείται με την μορφή και τη δομή.

morfologia : O ramo da biologia que se ocupa da forma e da estrutura.

morfologi: Den del av biologin som handlar om form och struktur.

Was this helpful?
The measurement of external form and structure; the characterization of form for quantitative analysis.


ΜΟΡΦΟΜΕΤΡΙΑ: Η μέτρηση της εξωτερικής μορφής και δομής, ο χαρακτηρισμός της μορφής γιά ποσοτική ανάλυση.

morfometria: A medição da forma externa e da estrutura; a caracterização da forma para efeitos de análise quantitativa.

morfometri: Mätningar av utsidans form och struktur; karaktärisering av utseendet för kvantitativ analys.

Was this helpful?
A name for seasonal winds (derived from Arabic mausim, a season). It was first applied to the winds over the Arabian Sea, which blow for six months from northeast and for six months from southwest, but it has been extended to similar winds in other parts of the world. The monsoons are strongest on the southern and eastern sides of Asia, the largest land mass, but monsoons also occur on the coasts of tropical regions wherever the planetary circulation is not strong enough to inhibit them. In


ΜΟΥΣΩΝΙΚΟ ΡΕΥΜΑ: Εποχιακό ρεύμα του Ινδικού Ωκεανού που ρέει προς τα ανατολικά και τα νοτιοανατολικά διασχίζοντας την Αραβική θάλασσα και τον κόλπο της Βεγγάλης. Κατά την διάρκεια του θέρους του βορείου ημισφαιρίου, το ρεύμα αυτό σχηματίζει το βόρειο και βορειοανατολικό τμήμα της γενικής δεξιόστροφης ωκεάνειας κυκλοφορίας του βόρειου τμήματος του Ινδικού ωκεανού. Κατά τον χειμώνα του βορείου ημισφαιρίου, το μουσωνικό ρεύμα αντικαθίσταται από ένα ρεύμα που κινείται προς δυσμάς βόρειο ισημερινό ρεύμα.

corrente da monção : Um nome para ventos sazonais (proveniente do Árabe mausin, uma estação) . Termo inicialmente aplicado aos ventos sob o Mar Arábico, os quais sopram durante seis meses de nordeste e seis meses de sudoeste, mas tem sido alargado a ventos similares noutras partes do mundo. As monções são mais fortes no sul e este da Ásia, a maior massa de terra, mas ocorrem também nas zonas costeiras das regiões tropicais sempre que o movimento do planeta não é suficientemente forte para as impedir. Na India o term

monsunströmmar: Strömmar som helt eller delvis ändrar riktning höst och vår som en följd av monsunvindarna. Indiska oceanen samt västligaste delen av Stilla havet med dess bihav, från Berings hav i norr till Australasiatiska medelhavet i söder är utsatta för dessa strömmar.

Was this helpful?
Utiliing only one kind of food; feeding upon a single species or food resource. Syn. monotrophic; univorous.


ΜΟΝΟΦΑΓΟΣ: Χρησιμοποιών ένα μόνο είδος τροφής, τρεφόμενος με ένα μόνο είδος ή μια μόνο πηγή τροφής (συνων. μονοτροφικός, μονοβόρος). Πρβλ. πολυφάγος.

monófago : Que faz uso apenas de um tipo de alimentação; que se alimenta de uma única espécie ou fonte alimentar. Sin. Monotrófico; unívoro; cf. Polífago.

monofagi: Utnyttjandet av endast en födokälla; leva av en enda art eller resurs; jmf polyphagous.

Was this helpful?
A seasonal Indian Ocean current flowing eastward and southeastward across the Arabian Sea and the Bay of Bengal. During the northern hemisphere summer this current forms the northern and northeastern part of the general clockwise oceanic circulation of the northern part of the Indian Ocean. During the northern hemisphere winter the monsoon current is replaced by a westward setting north equatorial curent.


ΜΟΥΣΩΝΑΣ: Ονομα εποχιακών ανέμων (προέρχεται από την Αραβική λέξη mausim, εποχή). Αρχικά χρησιμοποιήθηκε γιά τους ανέμους της Αραβικής θάλασσας, που πνέουν επί έξι μήνες από βορειοανατολικά και επί έξι μήνες από νοτιοδυτικά, αλλά η χρήση του επεκτάθηκε σε συναφείς ανέμους σε άλλες περιοχές του κόσμου. Οι μουσώνες είναι ισχυρότεροι στην νότια και ανατολική πλευρά της Ασίας, της μεγαλύτερης χερσαίας μάζας. Μουσώνες παρατηρούνται επίσης στις ακτές των τροπικών περιοχών, όπου η πλανητική κυκλοφορία δεν εί

monção: Corrente sazonal do Oceano Índico que corre para Este e Sudeste através do Mar Arábico e Baía de Bengala. Durante o verão do hemisfério norte esta corrente forma a parte norte e nordeste da circulação oceânica no sentido dos ponteiros do relógio da parte norte do Oceano Índico. Durante o inverno do hemisfério norte a corrente da monção é substituída uma corrente equatorial norte direccionada para oeste.

monsun: Vind som orsakas av skillnader i temperatur mellan hav och kontinenter, vilka är varma på sommaren och kalla på vintern. Monsunen växlar regelbundet riktning med årstiderna.

Was this helpful?
The cultivation or culture of a single crop or species to the exclusion of others.


ΜΟΝΟΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑ: Η καλλιέργεια ή εκτροφή ενός και μόνον είδους.

monocultura -.: O cultivo ou cultura de uma única colheita ou espécie em exclusão de outras.

monokultur: Odling eller odlandet av endast en gröda eller art.

Was this helpful?
A process consisting of regular investigations and the recording of findings.


ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ: Διαδικασία η οποία συνίσταται στην συνεχή μέτρηση και την καταγραφή των αποτελεσμάτων.

monitorização : Um processo que consiste em análises regulares e registo dos resultados.

monitoring: Att regelbundet undersöka och notera vad man ser.

Was this helpful?
Animals with soft body coverings and limy shells of 1-18 parts or sections; in some species the shell is lacking or reduced in size, e.g., bivalvia, cephalopods and gastropods.


ΜΑΛΑΚΙΑ: Ζώα με μαλακά σωματικά καλύμματα και ασβεστικά όστρακα με 1-18 τμήματα. Σε μερικά είδη το όστρακο είναι υποπλασμένο ή απουσιάζει. Παραδείγματα: Δίθυρα, Κεφαλόποδα, Γαστερόποδα.

moluscos : Animais de corpo mole e conchas calcárias com 1-18 partes ou secções; nalgumas espécies a concha está ausente ou é de tamanho reduzido, e.g., bivalves, cefalópodes e gastrópodes.

mollusker: Djur med mjuk kroppsbeklädnad och kalkskal uppbyggt av 1-18 delar, hos vissa arter är skalet reducerat eller saknas helt.

Was this helpful?
A research tool that detects changes in genes and proteins as a way of identifying physiological changes within an individual or of analysing the population structure within a community or area.


Μοριακοί βιοδείκτες : Ένα ερευνητικό εργαλείο το οποίο ανιχνεύει τις αλλαγές στα γονίδια και τις πρωτεΐνες κατά αντίστοιχο τρόπο με την ανίχνευση αλλαγών στη φυσιολογία ενός ατόμου η με την ανάλυση της πληθυσμιακής δομής σε μια κοινωνία ή περιοχή.

biomarcadores moleculares: Uma ferramenta de pesquisa que detecta alterações nos genes e proteínas como forma de identificar mudanças fisiológicas num indivíduo ou analisar a estrutura populacional dentro de uma comunidade ou área.

molekylära biomarkörer: Ett verktyg som upptäcker föränringar i gener och proteiner och används för att identifiera fysiologiska förändringar inom en individ eller för att analysera populationsstrukturen i ett samhälle eller område.

Was this helpful?
The representation of a system by a mathematical analogue, obeying certain specified conditions, whose behaviour is used to simulate and interpret a physical or biological system.


ΚΑΤΑΡΤΙΣΗ ΜΟΝΤΕΛΟΥ: Η παράσταση ενός συστήματος από ένα μαθηματικό ανάλογο. Η συμπεριφορά χρησιμοποιείται για την προσομοίωση και ερμηνεία ενός φυσικού ή βιολογικού συστήματος υπό καθορισμένες συνθήκες.

modelação : A representação de um sistema por um um sistema matemático análogo, obedecendo a certas condições específicas, cujo comportamento é utilizado para simular e interpretar um sistema físico ou biológico.

modellering: Ett försök att förklara ett system med matematiska analoger.

Was this helpful?
(1) The state or quality of a stimulus or sensation. (2) In statistics, the state of having one (unimodal), two (bimodal) or more (polymodal) modes or peaks in a frequency distribution.


ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΕΡΕΘΙΣΜΑΤΟΣ: (1) Η κατάσταση ή η ποιότητα ενός ερεθίσματος ή μιάς αίσθησης. (2) ΑΡΙΘΜΟΣ ΣΗΜΕΙΩΝ ΚΑΜΠΗΣ : Στην στατιστική, η κατάσταση κατά την οποία μία κατανομή συχνοτήτων (βλ.λ) έχει μία (μονοκόρυφη), δύο (δικόρυφη) ή περισσότερες (πολυκόρυφη) κορυφές δηλ. πιθανότερες τιμές.

modalidade : (1) A condição ou tipo de um estímulo ou sensação. (2) Em estatística, a condição de ter um (unimodal), dois (bimodal) ou mais (polimodal) modos ou picos numa distribuição de frequência (q.v.).

modalitet: (1) Tillståndet eller kvaliten hos ett stimuli eller förnimmelse. (2) Inom statistiken en term som beskriver antalet toppar i en fördelning; en (unimodal), två (bimodal), flera (polymodal).

Was this helpful?
The layer in any water body mixed by wave action, wind, current, or thermocline convention.


Ζώνη ανάμειξης : Η επιστρωμάτωση σε έναν οποιοδήποτε όγκο νερού που αναμιγνύεται από τον κυματισμό, τα ρεύματα, ή την διάσπαση του θερμοκλινούς

zona de mistura: Camada de água misturada por acção das ondas, vento, corrente ou combinação térmica.

omrörningszon: Den del av en vattenmassa som rörs om av vågor, vind, strömmar, eller förändringar i termoklinen.

Was this helpful?
Term used in recirculation units and aquaria to describe the breakdown of organic matter to its inorganic constituents, e.g. ammonification where the organic matter decomposes to ammonia.


ΑΝΟΡΓΑΝΟΠΟIΗΣΗ: Ορος χρησιμοποιούμενος σε μονάδες ανακύκλωσης και ενυδρεία για την περιγραφή της διάσπασης της οργανικής ύλης στα ανόργανα συστατικά της, π.χ. αμμωνιοποίηση όπου η οργανική ύλη αποσυντίθεται σε αμμωνία.

mineralização : Termo usado nas unidades de recirculação e aquários para descrever a decomposição da matéria orgância nos seus constituintes inorgânicos, e.g. amonificação onde a matéria orgânica se decompõe em amónia.

mineralisering: Process i naturen där organiskt material, främst döda växter, svampar, alger och djur, omvandlas till framför allt oorganiska molekyler.

Was this helpful?
The characteristic surroundings of an organism or population.


ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΜΕΣΟ: Το χαρακτηριστικό περιβάλλον στο οποίο ζει ένας οργανισμός ή ένας πληθυσμός.

milieu: Ambiente característico de um organismo ou população.

miljö: En organism eller populations omgivning.

Was this helpful?
(1) ) Behavioural. Periodic movements of aquatic and other organisms for the purpose of reproduction, feeding, and / or wintering; in some cases involving a change in habitat type, e.g., migrations of anadromous fish such as salmon, catadromous fish such as eels. (2). Genetic: Movements of individuals from one population to another, resulting in genetic drift; affects gene frequency and is a major contributor to evolutionary processes and is therefore important in designing breeding programmes.


ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ : (1) Ηθολογικά. Περιοδική μετακίνηση υδρόβιων και άλλων οργανισμών με σκοπό την αναπαραγωγή, την εύρεση τροφής και / ή την διαχείμαση. Σε πολλές περιπτώσεις συμπεριλαμβάνει την αλλαγή ενδιαιτήματος, π.χ. η μετανάστευση ανάδρομων ψαριών όπως είναι ο σολομός ή κατάδρομων ψαριών όπως είναι τα χέλια. (2) Γενετική. Μετακίνηση ατόμων μεταξύ πληθυσμών με αποτέλεσμα τη γενετική παρέκκλιση η οποία αλλάζει τις γονιδιακές συχνότητες και αποτελεί σημαντική εξελικτική διεργασία. Αποτελεί για αυτό το λόγο σημα

migrações: (1) Comportamental. Movimentos periódicos de organismos aquáticos e outros organismos com a finalidade da reprodução, alimentação e/ou hibernação; nalguns casos envolvendo uma mudança do tipo de habitat, e.g. As migrações de peixes anádromos, tal como o salmão, peixes catádromos, tal como as enguias. (2) Genética: Movimentos de indivíduos de uma população para outra, resultando num desvio genético; afecta a frequência genática e é um contribuinte importante para os processos evolutivos sendo, po

migration: (1) Beteende. Periodvis förflyttning av organismer för parning, födosök eller övervintring. (2) Genetisk. Förflyttning av individer från en population till en annan, vilket resulterar i genetisk drift.

Was this helpful?
A raised land formation with sloping sides stemming from the ocean floor which is usually found in the middle of the ocean. These formations are usually sites of volcanic activity.


Μεσο-ωκεάνια πτύχωση : Ανυψωμένος σχηματισμός με κατωφερικές πλευρές στο βυθό της θάλασσας, που βρίσκεται συνήθως στο μέσο του ωκεανού. Αυτοί οι σχηματισμοί είναι συνήθως περιοχές ηφαιστειακής δραστηριότητας..

cumes oceanicos : Uma formação elevada de solo com encostas partindo algures do fundo do oceano. Estas formações são normalmente locais de actividade vulcânica.

mittoceanisk centralrygg: En upphöjd bottenformation med sluttande sidor som vanligen påträffas mitt i havet. Dessa platser är ofta vulkaniskt aktiva.

Was this helpful?
Feeding on small or minute organisms and particles; a generalized term that embraces more specific terms such as bactivorous (feeding on bacteria) and sometimes algivorous (feeding on algae).


ΜΙΚΡΟΦΑΓΟΣ: Τρεφόμενος με μικρά ή πολύ μικρά τεμάχια τροφής. Γενικευμένος όρος που χρησιμοποιείται στην περίπτωση της ολοζωϊκής διατροφής. Περιλαμβάνει ιδιαίτερα τους βακτηριοβόρους (τρεφόμενους με βακτήρια) και φυκοβόρους οργανισμούς. Πρβ. μακροφάγος.

micrófago : Que se alimenta de pequenos organismos e partículas; um termo generalizado que abrange termos mais específicos como bactívoros (que se alimenta de bactérias) e algumas vezes algívoros (que se alimenta de algas); cf. Macrófago.

mikrofagi: Lever av små organismer eller partiklar; en generell term som innefattar mer specifika termer som "bactivorous" (lever av bakterier), "algivorous" (lever av alger).

Was this helpful?
(1) Small plants not visible to the naked eye. (2 ) A localized flora. (3) The plants of a microhabitat.


ΜΙΚΡΟΠΑΝΙΔΑ: (1) Μικρά ζώα αόρατα διά γυμνού οφθαλμού. (2) Εντοπισμένη ομάδα ζώων. (3) Τα ζώα ενός μικροενδιαιτήματος, πρβ. μικροχλωρίδα.

microbentos : (1) Pequenos animais não visíveis a olho nú. (2) Um grupo localizado de animais. (3) Os animais de um microhabitat; cf. Microflora.

mikroflora: (1) Små växter ej synliga för blotta ögat. (2) En lokal grupp av växter (3) Växter i ett mikrohabitat; jmf mikrobenthos.

Was this helpful?
(1)Small animals not visible to the naked eye. (2) A localized group of anmals. (3) The animals of a microhabitat.


ΜΙΚΡΟΒΕΝΘΟΣ: Μικρού μεγέθους βενθικοί οργανισμοί (μικρότεροι από 0.062 mm). Η ομάδα αυτή αποτελείται κυρίως από πρωτόζωα και βακτήρια. Πρβλ. Μακροβένθος και Μειοβένθος

microbentos : (1) Pequenos animais não visíveis a olho nú. (2) Um grupo localizado de animais. (3) Os animais de um microhabitat; cf. Microflora.

mikrobentalen: (1) Små djur ej synliga för blotta ögat. (2) En lokal grupp av djur (3) Djuren i ett mikrohabitat; jmf mikroflora.

Was this helpful?
A gas derived from the anaerobic breakdown of organic matter.


Μεθάνιο : Αέριο το οποίο προέρχεται από την φυσική ή αναερόβια αποσύνθεση.

metano: Gas derivado de decomposição natural ou anaerobica.

metan: En gas som bildas vid anaerob nedbrytning av organiskt material.

Was this helpful?
The change of shape or structure, particularly in the transition of one developmental stage into another, as in fish, shellfish and crustacea. This is particularly marked in flatfish.


ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ: Μορφολογική ή δομική αλλαγή, ιδίως κατά την μετάβαση από ένα στάδιο ανάπτυξης σε ένα άλλο, όπως στα ψάρια, τα μαλάκια και τα καρκινοειδή. Ιδιαίτερα εμφανής στα πλατύψαρα.

metamorfose: A alteração de forma ou estrutura, particularmente na transição de um estado de desenvolvimento para outro, como nos peixes, moluscos e crustáceos. É especialmente marcada nos peixes achatados (solhas, linguados).

metamorfos: Förvandling, omvandling. den process hos djur genom vilken en larv övergår till vuxen. Särskilt märkbar är metamorfosen hos insekter, manteldjur, groddjur och marina djurgrupper med mer eller mindre långvarigt pelagiskt larvstadium.

Was this helpful?
Simple protein containing metals such as Zinc, Copper, Cadmium, etc. Can act as a store for metal contaminants.


Μεταλλοθειονίνη : Απλή πρωτεΐνη που περιέχει μέταλλα όπως ψευδάργυρο, χαλκό, κάδμιο, κ.τ.λ. Και η οποία μπορεί να λειτουργήσει σαν αποθήκη μεταλλικών προσμίξεων.

metalotionina: Proteína simples contendo metais, tais como Zinco, Cobre, Cadmio, etc. Pode servir como depósito para substâncias metais contaminadoras.

metallothionein: Enkla proteiner som inehåller metaller som t.ex. Zink, koppar, kadmium, etc. Kan fungera somlagringsplats för föroreningar.

Was this helpful?
The biochemical processes by which feed stuffs are transformed into complex matter (anabolism), complex substances are decomposed into simple ones (catabolism), and energy is made available for use by an organism.


ΜΕΤΑΒΟΛΙΣΜΟΣ : Βιοχημικές διεργασίες με τις οποίες αποθέματα τροφής μετασχηματίζονται σε σύνθετη ύλη (αναβολισμός), σύνθετες ουσίες αποσυντίθενται σε απλές (καταβολισμός), με αποτέλεσμα την απελευθέρωση χρήσιμης ενέργειας για τον οργανισμό.

metabolismo : O processo bioquímico pelo qual os alimentos são transformadas em matéria complexa (anabolismo, q.v.), substâncias complexas são decompostas em substâncias simples (catabolismo, q.v.), e a energia é disponibilizada para a utilização por um organismo.

metabolism: Alla de biokemiska reaktioner som försiggår i levande organismer. Dessa reaktioner kan grovt delas in i två typer. Med katabolism menas de reaktioner där energirika kemiska föreningar bryts ned och energin görs tillgänglig för cellernas behov. Anabolism avser reaktioner som ur enkla föreningar bygger upp de stora och komplicerade molekyler som celler och vävnader består av.

Was this helpful?
The amount of oxygen used for total metabolism, per unit of time, per unit body weight.


ΜΕΤΑΒΟΛΙΚΟΣ ΡΥΘΜΟΣ (ΤΑΧΟΣ) : Η ποσότητα οξυγόνου που χρησιμοποιείται γιά τον συνολικό μεταβολισμό, ανά μονάδα χρόνου και ανά μονάδα σωματικού βάρους.

taxa metabólica : A quantidade de oxigénio utilizado por todo o metabolismo, por unidade de tempo, por unidade de peso do corpo.

metabolisk hastighet: Mängden syre som används vid total metabolism, per tidsenhet eller per kroppsviktsenhet.

Was this helpful?
Zooplankton organisms of 500µsize.


Μεσοζωοπλαγκτόν : Οργανισμοί ζωοπλαγκτού μεγέθους 500μm.

mesozooplâncton: Organismos zooplanctónicos com tamanho de 500µ.

mesozooplankton: Zooplankton organiser med en storlek på ungefär 500 mikrometer.

Was this helpful?
(1) Thriving under intermediate or moderate environmental conditions; sometimes restricted to conditions of moderate moisture, or to moderate temperature. (2) Used of microorganisms having an optimum for growth between 20-450C.


ΜΕΣΟΦΙΛΟΣ: (1) αναπτυσσόμενος υπό μέσες περιβαλλοντικές συνθήκες. Μερικές φορές η χρήση του όρου περιορίζεται σε μέση υγρασία ή θερμοκρασία. (2) Χρησιμοποιείται γιά οργανισμούς με βέλτιστη ανάπτυξη μεταξύ 20-45°C.

mesófilo : (1) Que prospera sob condições ambientais intermédias ou moderadas; algumas vezes limitado a condições de humidade moderada, ou a temperatura moderada. (2) Utilização de microorganismos que têm um crescimento óptimo entre 20-45 º C.

mesofil: (1) Något som trivs under begränsade miljöförhållanden, t ex lite vatten eller låga temperaturer. (2) Används om mikroorganismer som har ett tillväxt optimum mellan 20-45 grader C.

Was this helpful?
Those organisms living in the interstitial spaces of a sandy sediment; psammon.


ΜΕΣΟΨΑΜΜΟΝ: Οι οργανισμοί που ζούν στα μεσοδιαστήματα (διάκενα) του αμμώδους ιζήματος. Ψαμμόν.

mesopsamófilos : Os organismos que vivem nos espaços intersticiais do sedimento arenoso; psamófilos

mesopsammon: Organismer som lever i mellanrummet mellan sandkornen.

Was this helpful?
The pelagic zone of intermediate depth, 200 -1000 m.


ΜΕΣΟΠΕΛΑΓΙΚΗ: Η πελαγική ζώνη ενδιάμεσου βάθους, 200-1000 μέτρα.

mesopelágico : A zona pelágica de profundiade intermédia, 200 - 1000 m.

mesopelagisk: Den pelagiska zon som ligger mellan 200 och 1000 meter.

Was this helpful?
Pertaining to brackish water having a salinity between 3-10 parts per thousand or sea water having a salinity between 30-34 parts per thousand.


ΜΕΣΟΑΛΜΥΡΟ: Χρησιμοποιείται γιά υφάλμυρο νερό με αλατότητα μεταξύ 3.0-10.0 ‰ ή γιά θαλασσινό νερό με αλατότητα μεταξύ 30 και 34‰. Πρβ. ολιγοαλμυρό.

mesoalina: Pertencente à água salobra que tem uma salinidade entre 3-10 partes por mil ou água do mar que tem uma salinidade entre 30-34 partes por mil; cf.oligohalina.

mesohalin: Brackvatten med en salthalt på 3 till 10 promille eller havsvatten med en salthalt på 30 till 34 promille.

Was this helpful?
Enclosed experimental facility large enough to allow natural ecosystems to be studied or exploited. For example, used for assessing the impact of pollutants on ecosystems. In aquaculture, used of large culture systems in which natural food-chain successions are employed to raise marine fish fry on natural diets.


ΜΕΣΟΚΟΣΜΟΣ: Μιά μέσης κλίμακας κλειστή πειραματική εγκατάσταση, χρησιμοποιούμενη κυρίως γιά την αξιολόγηση της επίδρασης των ρυπαντών στα φυσικά οικοσυστήματα. Ο όρος χρησιμοποιείται επίσης στην υδατοκαλλιέργεια γιά μεγάλα συστήματα καλλιέργειας που βασίζονται στην εκτροφή των γόνων βασιζόμενη σε φυσική δίαιτα που αξιοποιεί διαδοχικά στάδια της τροφικής αλυσίδας.

mesocosmo: Instalação experimental isolada suficientemente grande para permitir o estudo ou exploração de ecossistemas naturais. Por exemplo, é utilizado para avaliar o impacto dos poluentes nos ecossistemas. Em aquacultura, refere-se à utilização de grandes sistemas de cultura em que são empregues sucessivas cadeias alimentares naturais de modo a criar alevins com dietas naturais.

mesokosm: Slutet experiment system som är tillräckligt stort för att det ska gå att studera naturliga ekosystem. Används bl a för att studera gifters påverkan på ekosystem.

Was this helpful?
Temporary members of the planktonic community.


Μεροπλαγκτόν : Περιστασιακά μέλη του πλαγκτόν.

meroplâncton: Membros temporários do plancton.

meroplankton: Tillfälliga medlemmar i plankton samhället.

Was this helpful?
The small interstitial animals that pass through a 1 mm mesh but are retained by a 0.1 mm mesh.


ΜΕΙΟΠΑΝΙΔΑ: Τα μικρά μεσοδιαστηματικά ζώα που περνούν από τα ανοίγματα κόσκινου 1mm αλλά κατακρατούνται από κόσκινο με άνοιγμα 0.1 mm.

meiofauna : Pequenos animais intersticiais que passam através de uma rede de 1mm, mas são retidos por uma rede de 0,1 mm.

meiofauna: De 0,1–1 mm stora djur som lever i vattnet i mellanrummen mellan sandkornen i en sandbotten.

Was this helpful?
Large animals visible to the naked eye.


Μεγαπανίδα : Ζώα μεγάλου μεγέθους ορατά με το γυμνό μάτι.

megafauna: Grandes animais visíveis a olho nu.

megafauna: Stora djur synliga med blotta ögat.

Was this helpful?
Small benthic organisms that pass through a 1 mm mesh sieve but are retained by a 0.1 mm mesh.


ΜΕΙΟΒΕΝΘΟΣ: Μικροί βενθικοί οργανισμοί που περνούν μέσα από κόσκινο ανοίγματος 1 mm αλλά κατακρατούνται από κόσκινο ανοίγματος 0.1 mm. Πρβ. μακροβένθος, μικροβένθος.

meiobentos : Pequenos organismos bentónicos que passam através de um crivo de rede de 1mm mas são retidos por uma rede de 0,1 mm; macrobentos, microbentos.

meiobentalen: Små bentiska organismer som kan passera genom ett 1 mm såll men fastnar i ett 0,1 mm såll.

Was this helpful?
The median is the numerical value of the middle case or the case lying exactly on the 50th percentile, when all the cases have been rank-ordered from highest to lowest.


ΔIΑΜΕΣΟΣ: Η αριθμητική τιμή που καταλαμβάνει την μέση θέση σε μια σειρά τιμών που έχουν διαταχθεί σε φθίνουσα σειρά.

mediana: A mediana é o valor numérico do caso do meio ou que se encontra exactamente no percentil 50, quando todos os casos foram ordenados por ordem decrescente.

median: Det värde för ett ordnat datamaterial som delar materialet i två lika stora delar, dvs. det ligger lika många värden över medianen som under den.

Was this helpful?
The mean surface level determined by averaging the height of the water at a given place at hourly intervals over a prolonged period of time.


ΜΕΣΗ ΣΤΑΘΜΗ ΥΔΑΤΟΣ: Η μέση τιμή που υπολογίζεται από τον μέσο όρο της στάθμης του ύδατος σε ένα δεδομένο τόπο ανά ώρα επί μιά παρατεταμένη χρονική περίοδο.

nível médio das águas : O nível médio de superfície determinado pela altura média da água num dado local a intervalos de hora a hora sobre um período de tempo prolongado.

medelvattennivå: Medelvärdet på vattennivån beräknat med utgångspunkt från mätningar av vattennivån på en given plats varje timme under en längre period.

Was this helpful?
The average of the observed heights of high water and low water; ordinary tide level; half tide level.


ΜΕΣΗ ΣΤΑΘΜΗ ΠΑΛΙΡΡΟΙΑΣ : Ο μέσος όρος της παρατηρούμενης στάθμης της πλήμμης και της ρηχίας.

nível médio da maré : A média das alturas observadas nas marés altas e marés baixas; nível normal das marés; nível médio da maré.

medeltidvattennivå: Medelvärdet av de observerade hög- och lågvattennivåerna.

Was this helpful?
The average height of the surface of the sea determined from all stages of the tide over a 19-year period or a computed equivalent period of time; sea-level datum; sea level.


ΜΕΣΗ ΘΑΛΑΣΣΙΑ ΣΤΑΘΜΗ (ΜΘΣ) : Το μέσο ύψος της επιφάνειας της θάλασσας προσδιοριζόμενο από όλες τις φάσεις της παλίρροιας σε μιά περίοδο 19 ετών ή σε ισοδύναμη χρονική διάρκεια. Τιμή αναφοράς θαλάσσιας στάθμης, θαλάσσια στάθμη.

nível médio do mar : A altura média da superfície do mar calculada a partir de todas as fases de maré durante um período de 19 anos ou dum período computorizado de tempo equivalente; ponto de referência do nível do mar; nível do mar.

medelhavsnivå: Medelhöjden på havsytan beräknat utifrån alla faser i tidvattencykeln under 19 år eller motsvarande beräknad period.

Was this helpful?
The difference in height between mean high water and mean low water.


ΜΕΣΟ ΕΥΡΟΣ ΠΑΛΙΡΡΟΙΑΣ: Η διαφορά της στάθμης μεταξύ μέσης πλήμμης και μέσης ρηχίας.

amplitude média da maré : A diferença de altura entre a maré alta média e a maré baixa média.

medellågvattennivå: Skillnaden i höjd mellan medelhögvatten och medellågvatten.

Was this helpful?
Frequently abbreviated to lower low water. The average height of all lower low waters recorded at a given place over a 19-year period or a computed equivalent period of time. For shorter periods of observations, corrections are applied to eliminate known variations and reduce the result to the equivalent of a mean 19-year value.


ΜΕΣΗ ΚΑΤΩΤΑΤΗ ΡΗΧΙΑ: Συχνά συντομεύεται σε κατώτατη ρηχία. Το μέσο ύψος ρηχίας που καταγράφηκε σε ένα δεδομένο τόπο σε μιά περίοδο 19 ετών ή σε μιά ισοδύναμη περίοδο χρόνου. Γιά βραχύτερες περιόδους παρατηρήσεων, εφαρμό- ζονται διορθώσεις γιά την εξάλειψη γνωστών διακυμάνσεων και την αναγωγή των αποτελεσμάτων στο ισοδύναμο του μέσου των 19 ετών.

média da menor maré baixa : Frequentemente abreviado para menor marés baixa. A altura média de todas as menores marés baixas (q.v.) registadas num dado local durante um período de 19 anos ou de um período estimado de tempo equivalente. Para períodos de observação mais curtos, são feitas correcções para eliminar variações conhecidas e reduzir o resultado ao equivalente a um valor médio de 19 anos.

medellågvattennivå: Medelhöjden av alla låga lågvatten för en given plats under en 19-årsperiod. För kortare observationsperioder görs beräkningar för att korrigera eventuella fel och få ett tidsspann som motsvarar 19 år.

Was this helpful?
The average height of all low waters recorded at a given place during syzygy over a 19-year period or a computed equivalent period of time; frequently abbreviated to low water springs. It is usually derived by taking a plane depressed below the half-tide level by an amount equal to one-half the spring range of tide, necessary corrections being applied to reduce the result to a mean value. This plane is used to a considerable extent for hydrographic work.


ΜΕΣΗ ΡΗΧΙΑ ΠΑΛΙΡΡΟΙΑΣ ΣΥΖΥΓΙΩΝ: Το μέσο ύψος ρηχίας που έχει καταγραφεί σε έναν δεδομένο τόπο κατά την διάρκεια παλιρροιών συζυγιών σε μία περίοδο 19 ετών ή σε ισοδύναμη χρονική περίοδο. Συχνά συντομεύεται σε ρηχία συζυγιών. Συνήθως υπολογίζεται λαμβάνοντας ένα επίπεδο κάτω από την μέση στάθμη της παλίρροιας σε απόσταση ίση με το ήμισυ του εύρους της παλίρροιας συζυγιών και εφαρμόζονται οι αναγκαίες διορθώσεις ώστε να αναχθεί το αποτέλεσμα σε μιά μέση τιμή. Το επίπεδο αυτό χρησιμοποιείται ευρέως στην υδρογραφία εκτός των ΗΠΑ

média das marés baixas de águas vivas : A altura média de todas as marés baixas registadas num dado local durante o sizígia de um período de 19 anos ou período estimado de tempo equivalente; frequentemente abreviado para marés vivas baixas. É normalmente deduzida como um plano abaixo do nível médio das maré, a uma distância de cerca de metade do alcance da maré viva, as correcções necessárias são aplicadas para reduzir os resultados a um valor médio. Esta linha é amplamente utilizado em trabalhos hidrográficos.

medellågvattennivå: Medelhöjden av alla uppmätta lågvatten för en given plats, när solen, månen och jorden är på en rät linje, under en 19-årsperiod eller motsvarande beräknad period.

Was this helpful?
The average height of all low waters recorded at a given place during quadrature over a 19-year period or a computed equivalent period of time.


ΜΕΣΗ ΡΗΧΙΑ ΠΑΛΙΡΡΟΙΑΣ ΤΕΤΡΑΓΩΝΙΣΜΩΝ: Το μέσο ύψος της ρηχίας που έχει καταγραφεί σε ένα δεδομένο τόπο κατά την διάρκεια παλιρροιών τετραγωνισμού σε μιά περίοδο 19 ετών ή σε μιά ισοδύναμη περίοδο χρόνου.

média das marés baixas de águas mortas: A altura média de todas as marés baixas registadas num dado local durante a quadratura de um período de 19 anos ou período de tempo equivalente estimado por computador.

medellågvattennivå: Medelhöjden av alla uppmätta lågvatten för en given plats, när sol och måne är 90 grader ifrån varandra, under en 19-årsperiod eller motsvarande beräknad period.

Was this helpful?
The mean linear velocity of a stream (channel, tube, pipe) passing any given cross section is commonly taken to be the quantity obtained when the corresponding mean mass velocity is divided by the average density at the given cross section.


ΜΕΣΗ ΓΡΑΜΜΙΚΗ ΤΑΧΥΤΗΤΑ (V): Η μέση γραμμική ταχύτητα ενός ρεύματος (διαύλου, σωλήνα, αγωγού), που διέρχεται από μία κάθετη διατομή, είναι η ποσότητα που λαμβάνεται όταν η αντίστοιχη μέση μαζική ταχύτητα διαιρείται με την μέση πυκνότητα στη δεδομένη κάθετη διατομή.

velocidade linear média : A velocidade linear média de uma corrente (canal, tubo, cano) que passa num dado corte transversal é usualmente assumida como sendo o volume obtido quando a velocidade média da massa correspondente é dividida pela densidade média no referido corte transversal.

linjär medelhastighet: Den linjära medelhastigheten hos en ström (kanal, rör) som passerar ett givet tvärsnitt anses likvärdigt med det värde man får när man medelmasshastigheten med medeldensiteten vid det givna tvärsnittet.

Was this helpful?
The average height of the low waters over a 19-year period. For shorter periods of observations, corrections are applied to eliminate known variations and reduce the result to the equivalent of a mean 19-year value. All low water heights are included in the average where the type of tide is either semidiurnal or mixed. Only the lower low water heights are included in the average where the type of tide is diurnal. So determined, mean low water in the latter case is the same as mean lower low wat


ΜΕΣΗ ΡΗΧΙΑ: Το μέσο ύψος ρηχίας σε μιά περίοδο 19 ετών. Γιά βραχύτερες περιόδους παρατηρήσεων, εφαρμόζονται διορθώσεις γιά την εξάλειψη γνωστών διακυμάνσεων και την αναγωγή των αποτελεσμάτων στο ισοδύναμο του μέσου των 19 ετών. Στον υπολογισμό του μέσου όρου συνυπολογίζονται όλα τα ύψη ρηχίας, όπου ο τύπος παλίρροιας είναι ημιημερήσιος ή μικτός, ενώ συνυπολογίζονται μόνο οι τιμές μέγιστης πλήμμης, όταν ο τύπος παλίρροιας έιναι ημερήσιος. Στην τελευταία περίπτωση η μέση ρηχία ταυτίζεται με την μέση κατ

maré baixa média : A altura média das marés baixas durante um período de 19 anos. Para períodos de observações mais curtos, são feitas correcções para eliminar variações conhecidas e reduzir o resultado ao equivalente a um valor médio de 19 anos. Todas as alturas das marés baixas são incluídas na média quer o tipo de maré seja semidiurno ou misto. Apenas as menores alturas das marés baixas são incluídas na média quando o tipo de maré é diurna. Sendo assim, neste último caso, a maré baixa média é a mesma da média d

medellågvatten: Medelhöjden av lågvattnet för en given plats under en 19-årsperiod. För kortare observationsperioder görs beräkningar för att korrigera eventuella fel och få ett tidsspann som motsvarar 19 år.

Was this helpful?
The average height of the higher high waters over a 19-year period. For shorter periods of observations at a given location, corrections are applied to eliminate known variations and reduce the result to the equivalent of a mean 19-year value.


ΜΕΣΗ ΜΕΓΙΣΤΗ ΠΛΗΜΜΗ : Το μέσο ύψος της μέγιστης πλήμμης σε μιά περίοδο 19 ετών. Γιά βραχύτερες περιόδους παρατηρήσεων σε μιά δεδομένη τοποθεσία εφαρμόζονται διορθώσεις γιά την εξάλειψη γνωστών διακυμάνσεων και την αναγωγή των αποτελεσμάτων στο ισοδύναμο του μέσου των 19 ετών.

média da maior maré alta : A altura média das maiores marés altas num período de 19 anos. Para períodos de observação mais curtos, são feitas correcções para eliminar variações conhecidas e reduzir o resultado ao equivalente a um valor médio de 19 anos.

medelhögvattennivå: Medelhöjden av det höga högvattnet för en given plats under en 19-årsperiod. För kortare observationsperioder görs beräkningar för att korrigera eventuella fel och få ett tidsspann som motsvarar 19 år.

Was this helpful?
The average height of the high waters occurring at the time of spring tide; frequently abbreviated to High Water Springs.


ΜΕΣΗ ΠΛΗΜΜΗ ΠΑΛΙΡΡΟΙΑΣ ΣΥΖΥΓΙΩΝ: Το μέσο ύψος της πλήμμης που παρατηρείται κατά την διάρκεια παλιρροιών συζυγιών. Συχνά συντομεύεται σε Πλήμμη Συζυγιών.

média das marés altas de águas vivas : A altura média das marés altas que ocorrem durante as marés vivas; frequentemente abreviado para Marés Vivas Altas.

medelhögvatten vid springflod: Medelhöjden av springflods-högvattnet.

Was this helpful?
The average height of all high waters recorded at a given place during quadrature over a 19-year period or a computed equivalent period of time.


ΜΕΣΗ ΠΛΗΜΜΗ ΠΑΛΙΡΡΟΙΑΣ ΤΕΤΡΑ- ΓΩΝΙΣΜΩΝ: Το μέσο ύψος της πλήμμης που έχει καταγραφεί σε ένα δεδομένο τόπο κατά την διάρκεια παλιρροιών τετραγωνισμού σε μιά περίοδο 19 ετών ή σε μιά ισοδύναμη περίοδο χρόνου.

média das marés altas de águas mortas : A altura média de todas as marés altas registadas num dado local durante uma quadraturaao longo de um período de 19 anos ou um período de tempo equivalente estimado por computador.

medelhögvattennivå: Medelhöjden av alla uppmätta högvatten för en given plats, när sol och måne är 90 grader ifrån varandra, under en 19-årsperiod eller motsvarande beräknad period.

Was this helpful?
The average height of the high waters over a 19-year period. For shorter periods of observations, corrections are applied to eliminate known variations and reduce the result to the equivalent of a mean 19-year value. All high water heights are included in the average where the type of tide is either semidiurnal or mixed. Only the higher high water heights are included in the average where the type of tide is diurnal. So determined, mean high water in the latter case is the same as Mean Higher H


ΜΕΣΗ ΠΛΗΜΜΗ: Το μέσο ύψος πλήμμης επί μιά περίοδο 19 ετών. Γιά βραχύτερες περιόδους παρατηρήσεων, εφαρμόζονται διορθώσεις γιά την εξάλειψη γνωστών διακυμάνσεων και την αναγωγή των αποτελεσμάτων στο ισοδύναμο του μέσου των 19 ετών. Στον υπολογισμό του μέσου όρου συνυπολογίζονται όλα τα ύψη πλήμμης, όπου ο τύπος παλίρροιας είναι ημιημερήσιος ή μικτός, ενώ περιλαμβάνονται μόνο οι τιμές μέγιστης πλήμμης, όταν ο τύπος παλίρροιας είναι ημερήσιος. Στην τελευταία περίπτωση η μέση πλήμμη ταυτίζεται με την Μέση Μέ

maré alta média : A altura média das marés altas num período de 19 anos. Para períodos de observação mais curtos, são aplicadas correcções para eliminar variações conhecidas e reduzir o resultado ao equivalente a um valor médio de 19 anos. Todas as alturas das marés altas são incluídas na média quer o tipo de maré seja semidiurno ou misto. Apenas as alturas das maiores marés altas são incluídas na média. Sendo assim, a maré alta média é a mesma que a média da maior maré alta ( q.v. ).

medelhögvatten: Medelhöjden av högvattnet för en given plats under en 19-årsperiod. För kortare observationsperioder görs beräkningar för att korrigera eventuella fel och få ett tidsspann som motsvarar 19 år.

Was this helpful?
The average depth of a given water body between the still water level and the shoreface profile from the water-line to any chosen distance seaward.


ΜΕΣΟ ΒΑΘΟΣ: Ο μέσος όρος βάθους μιάς υδάτινης περιοχής από την στάθμη του ακίνητου ύδατος από την ακτογραμμή ως μιά δεδομένη απόσταση προς την πλευρά της θάλασσας.

profundidade média : A profundidade média de uma dada massa de água entre o nível da água sem movimento e o perfil da costa desde a linha de água até uma qualquer distância no sentido do mar.

medeldjup: Medelvattendjupet för ett givet vattenområde.

Was this helpful?
See ARITHMETIC MEAN, GEOMETRIC MEAN.


ΜΕΣΟΣ: βλ. ΑΡΙΘΜΗΤΙΚΟΣ ΜΕΣΟΣ, ΓΕΩΜΕΤΡΙΚΟΣ ΜΕΣΟΣ,

média : Ver MÉDIA ARITMÉTICA, MÉDIA GEOMÉTRICA. A média aritmética é a medida da tendência central mais comum para variáveis medidas ao nível do intervalo. Muitas vezes referida como "média", é meramente a soma dos valores individuais de cada caso dividido pelo número de casos.

medel: Se ARITHMETIC MEAN, GEOMETRIC MEAN; jmf. MEDIAN.

Was this helpful?
Multi-dimensional scaling: a mathematical multivariate technique used to detect and explain observed similarities or dissimilarities between two or more investigated objects or samples.


MDS : Πολυδιάστατη κλιμάκωση: Μαθηματική τεχνική που χρησιμοποιείται για την ανίχνευση και την ανάλυση των παρατηρούμενων ομοιοτήτων ή διαφορών μεταξύ δύο ή περισσοτέρων παρατηρούμενων αντικειμένων ή δειγμάτων.

MDS: Escalonamento multi-dimensional: uma técnica matemática multivariada utilizada para detectar e explicar semelhanças ou diferenças observadas entre dois ou mais objectos ou amostra.

MDS: Multi-dimensional scaling: en matematisk multivariata metod som används för att upptäcka och förklara observerade likheter eller olikheter mellan två eller fler undersökta objekt eller prover.

Was this helpful?
Regulation of the emission of atmospheric toxicants by reference to threshold limiting values (TLVs) formerly known as MACs.In marine ecology, it is the concentration of a contaminant in an organism that is considered (in regulations) to be harmless for human consumption.


Μέγιστη επιτρεπόμενη Συγκέντρωση (MAC) : Ρύθμιση των ατμοσφαιρικών εκπομπών τοξικών με βάση το κατώφλι ορίου τιμών γνωστών και ως MAC. Στην θαλάσσια οικολογία, αναφέρεται στη συγκέντρωση μιας μολυσματικής ουσίας σε έναν οργανισμό, η οποία θεωρείται ακίνδυνη σε ότι αφορά την κατανάλωση του από τον άνθρωπο.

concentração máxima permitida (CMP ): Regulamentação da emissão de tóxicos atmosféricos em referência ao limiar dos valores limite (TLVs) anteriormente conhecidos como MACs.Em ecologia marinha, é a concentração de uma substância contaminadora num organismo que é considerado (nos regulamentos) inofensivo para consumo humano.

högsta tillåtna koncentration: Bestämmelse för utsläpp av gifter i atmosfären med hänseende till gränsvärden (eng. treshold limit values tidigare kända som MACs). Inom marinekologi menas ofta den högsta koncentration av en förorening i en organism som anses (i regelverken) ofarlig för människan vid förtäring.

Was this helpful?
Technique of inducing genotypically female fish to produce sperm. In some species of fish,e.g. salmonids, it is a relatively easy procedure and economically as well as ecologically advantageous to produce offspring comprising only female fish. It is achieved by inducing masculinization in female broodstock through administering a diet containing the appropriate sex steroid. The female fish that undergo masculinization produce sperm with homogametic ( XX) chromosomes, and thus crossing with norm


ΑΡΡΕΝΟΠΟIΗΣΗ (ΑΝΔΡΟΓΕΝΕΣΗ): Τεχνική με την οποία προκαλείται η παραγωγή σπέρματος από γονοτυπικά θήλεα άτομα. Σε μερικά είδη ψαριών π.χ. σολομοειδή. είναι σχετικά εύκολη διαδικασία και οικονομικά αλλά και οικολογικά ωφέλιμη η παραγωγή απογόνων αποτελούμενων μόνο από θήλεα ψάρια. Η αρρενοποίηση ενός θήλεος αποθέματος επιτυγχάνεται με χορήγηση δίαιτας που περιέχει το κατάλληλο φυλετικό στεροειδές. Το αρρενοποιηθέν θήλυ παράγει σπέρμα με ομοιογαμετικά (ΧΧ) χρωμοσώματα κι έτσι από την γονιμοποίηση με το σπέρμα κανονικών αυγώ

masculinização : Técnica para induzir um peixe genotipicamente fêmea a produzir esperma. Nalgumas espécies de peixe, e.g. Salmonídeos, produzir descendentes apenas do sexo feminino é um processo relativamente fácil e economica e ecologicamente vantajoso. É obtida pela indução da masculinização nas fêmeas progenitoras através da administração de uma dieta contendo o esteroide sexual apropriado. O peixe fêmea que sofre o processo de masculinização produz esperma com cromossomas homogâmicos (XX) , e assim o cruzame

maskulinisering: Teknik för att inducera spermiebildande hos honfiskar. Hos vissa arter är detta relativt enkelt, exempelvis hos laxfiskar. Genom tillförsel av könshormoner i maten bildar honfiskarna spermier med homogametiska kromosomer (XX).

Was this helpful?
A tract of soft, wet or periodically inundated land, generally treeless and usually characterized by grasses and other low growth.


ΕΛΟΣ (ΒΑΛΤΟΣ) : Οικοσύστημα του οποίου το έδαφος κατακλύζεται σχεδόν μόνιμα από το νερό και το οποίο κυριαρχείται από ποώδη ή θαμνώδη βλάστηση.

sapal(1): Uma área de terreno mole e alagado, ou periodicamente inundado, geralmente sem árvores e caracterizado normalmente pela presença de ervas e outra vegetação baixa.

sumpmark: Område som är mjukt, blött eller ofta översvämmat, ofta trädlöst med gräs eller annan låg vegitation.

Was this helpful?
Areas selected as representative ecosystems to safeguard fauna, flora and habitats, using criteria such as size, diversity, rarity and fragility.


Θαλάσσια καταφύγια: Περιοχές που έχουν επιλεχθεί σαν αντιπροσωπευτικά δείγματα οικοσυστημάτων για την διατήρηση της χλωρίδας, της πανίδας και του περιβάλλοντος, με κριτήρια όπως το μέγεθος, η ποικιλία, η σπανιότητα και η ευαισθησία.

reservas marinhas: Àreas seleccionadas como ecosistemas típicos para salvaguarda da fauna, flora e habitats, utilizando critérios tais como tamanho, diversidade, raridade e fragilidade.

marint reservat: Område valt för att representera ecosystem med syfte på att skydda flora, fauna och habitat. Väljs på kriterier som storlek, diversitet, sällsynthet och känslighet.

Was this helpful?
Any aquatic species that spends all or part of its life cycle in sea water.


ΘΑΛΑΣΣIΟ ΕIΔΟΣ: Υδρόβιο είδος που περνά όλο ή μέρος του κύκλου ζωής του σε θαλασσινό νερό.

espécies marinhas: Qualquer espécie aquática que passa todo ou parte do seu ciclo de vida no mar.

marin art: Vattenorganismer som lever hela eller delar av sitt liv i havsvatten.

Was this helpful?
A marine area reserved primarily for conservation purposes; marine reserve.


Θαλάσσιο πάρκο : Μια θαλάσσια περιοχή που βρίσκεται προστατευμένη με σκοπό την διατήρηση της.

parque marinho: Uma área marinha reservada essencialmente para fins de conservação; reserva marinha.

marin park: Ett marint område som skyddas i framförallt bevarande syfte; marint reservat.

Was this helpful?
Cultivation, management and harvesting of marine organisms in their natural habitat or in specially constructed enclosures, e.g. pens, channels or tanks.


ΘΑΛΑΣΣΟΚΑΛΛIΕΡΓΕIΑ: Καλλιέργεια, διαχείρ- ιση και συλλογή θαλάσσιων οργανισμών στο φυσικό τους ενδιαίτημα ή σε ειδικά κατασκευασμένους διαύλους και δεξαμενές.

maricultura : Cultura, gestão e apanha de organismos marinhos no seu habitat natural ou em recintos fechados especialmente construídos, e.g. Jaulas, canais ou tanques.

marikultur: Odling av marina organismeri deras naturliga miljö eller i speciella inhägnader, t ex burar, kanaler.

Was this helpful?
A non-parametric statistical method in which sample values/counts are ranked in a simple decreasing (or increasing) sequence; it is used to determine whether two independent random samples are drawn from populations having the same distributions.


ΔΟΚIΜΗ U-MANN-WHITNEY: Μη παραμετρική στατιστική μέθοδος κατά την οποία οι μετρήσεις ταξινομούνται σε απλή αύξουσα (ή φθίνουσα) σειρά. Χρησιμοποιείται γιά να προσδιοριστεί αν δύο ανεξάρτητα τυχαία δείγματα έχουν ληφθεί από πληθυσμούς που έχουν ίδιες κατανομές.

U-test de Mann-Whitney : Método estatístico não paramétrico em que a amostra de valores/somas são escalonados numa sequência decrescente (ou crescente) simples; é utilizado para determinar se 2 amostras aleatórias independentes são retiradas de populações com a mesma distribuição.

mann-whitney u-test: En icke-parametrisk statistisk metod som används för att se om två oberoende provserier är tagna från populationer med samma spridning.

Was this helpful?
A tidal salt marsh community dominated by trees and shrubs, particularly of the genus Rhizophora, of the genus Avicennia, many of which produce adventitious aerial roots. If cleared for pond construction, the underlying soil is found to be acidic. If the ponds are not treated with lime, good productivity can only be achieved after several years of use.


ΜΑΓΚΡΟΒΙΑ : Βιοκοινωνία παλιρροιακών ελών, κυριαρχούμενη από δένδρα και θάμνους, κυρίως των γενών Rhizophora και Avicennia, πολλά από τα οποία παράγουν αναρριχητικές αέριες ρίζες. Το έδαφος στο οποίο φύονται είναι όξινο. Αν στις λιμνοδεξαμενές που κατασκευάζονται σε τόπους όπου έχει αφαιρεθεί η μακρόβρια δεν προστεθεί ασβέστιο, ικανοποιητική παραγωγικότητα δεν επιτυγχάνεται παρά ύστερα από χρόνια.

mangue: Uma comunidade de sapal que sofre a influência das marés dominada por árvores e arbustos, particularmente dos géneros Rhizophora e Avicennia, muitos dos quais produzem eventualmente raízes aéreas. Quando eliminados, para a construção de um lago, o solo subjacente é ácido; cf. solo ácido. Se os lagos não forem tratados com cal, só após vários anos de utilização é que pode atingir uma produtividade óptima.

mangrove: Skogstyp på löst underlag (från sand till gyttja) inom tidvattenbältet vid tropiska–subtropiska kuster och intill brackvattendelarna av floder som faller ut där. Skogen består av lågvuxna trädarter (ex Rhizophora, Avicennia) med ständigt gröna, tämligen tjocka, salthaltiga blad och ofta med andningsrötter (pneumatoforer) eller styltrötter.

Was this helpful?
At any point on the earths surface, the horizontal direction of the earths magnetic lines of force (direction of a magnetic meridian) toward the north magnetic pole, i.e., a direction indicated by the needle of the magnetic compass, magnetic north, rather than the true north, is the common 00 (360Γ0 reference in much navigational practice, including the designation of airport runway alignment. A heading or course toward magnetic north would be written : 00 mag


ΜΑΓΝΗΤΙΚΟΣ ΒΟΡΑΣ: Σε κάθε σημείο της επιφάνειας της γης η οριζόντια διεύθυνση των μαγνητικών γραμμών της γης (διεύθυνση μαγνητικού μεσημβρινού) προς τον βόρειο μαγνητικό πόλο. Η διεύθυνση προς την οποία δείχνει η βελόνα της μαγνητικής πυξίδας, είναι ο μαγνητικός βορράς είναι όχι ο γεωγραφικός βορράς, και είναι το σύνηθες σημείο αναφοράς στην πρακτική της ναυσιπλοΐας και αεροπλοΐας. Η ένδειξη γιά τον μαγνητικό βορρά γράφεται: 00 mag.

norte magnético : A direcção horizontal, em qualquer ponto da superfície da terra, das linhas de força magnética da terra (direcção de um meridiano magnético) no sentido do pólo norte magnético, i.e., em vez do norte verdadeiro, uma direcção indicada pela agulha da bússola magnética, o norte magnético, é a referência normal 00 (3600) em muitas práticas de navegação, incluindo a designação do alinhamento das pistas dos aeroportos. Um rumo ou uma rota na direcção do norte magnético seria esc

magnetisk nord: Den horisontella riktning som pekar mot den punkt på jordytan där jordmagnetiska fältet är riktat vertikalt nedåt.

Was this helpful?
Plankton organisms whose size ranges from 20 to 200mm.


ΜΑΚΡΟΠΛΑΓΚΤΟΝ: Πλαγκτονικοί οργανισμοί μεγέθους από 20 έως 200 mm.

macroplâncton : Organismos do plâncton cujo tamanho varia de 20 a 200 mm.

makroplankton: Plankton organism med en storlek som ligger mellan 20 och 200 mm.

Was this helpful?
Sediment deposits consisting of branched calcareous algae.


Τραγάνα : Αποθήκες ιζημάτων, οι οποίες αποτελούνται από διακλαδωμένα ασβεστολιθικά φύκη.

marga : Depósitos de sedimento que consistem em algas cálcareas ramificadas.

maerl: Sedimentavlagring bestående av framförallt förgrenade kalkalger.

Was this helpful?
A large macroscopic plant, used especially of aquatic forms such as kelp, and tall plants such as sea grasses.


ΜΑΚΡΟΦΥΤΟ: Μεγάλο μακροσκοπικό φυτό. Όρος που χρησιμοποιείται κυρίως γιά υδρόβιες μορφές όπως τα Λαμιναριοειδή και ανώτερα φυτά.

macrófitas: Uma planta macroscópica grande, termo usado especialmete para formas aquáticas tal como o sargaço, e plantas altas como as algas marinhas.

makrofyt: En stor makroskopisk växt, används specellt om vattenväxter som t ex kelp och sjögräs.

Was this helpful?
The climate of a major geographical region. The conditions of temperature, precipitation, relative humidity, sunshine and other meteorological factors, recorded about 1.5 m above ground level to avoid topological, vegetational and edaphic influences.


ΜΑΚΡΟΚΛΙΜΑ: Το κλίμα μιάς ευρείας γεωγραφικής περιοχής. Οι συνθήκες θερμοκρασίας, σχετικής υγρασίας, ηλιοφάνειας και άλλων μετεωρολογικών παραγόντων, καταγραφόμενες σε 1.5 m περίπου από την επιφάνεια του εδάφους ώστε να αποφεύγονται οι επιδράσεις που οφείλονται στην μορφολογία εδάφους και τη βλάστηση .

macroclima : O clima de uma grande região geográfica. As condições de temperatura, precipitação, humidade relativa, calor e outros factores meteorológicos registados a cerca de 1,5 m acima do nível do solo de modo a evitar influências topológicas, vegetais e edáficas.

makroklimat: Klimat i ett någorlunda stort perspektiv. Vanligen avses områden med en utsträckning på några hundratals kilometer eller mer, såsom länder eller kontinenter.

Was this helpful?
Non-specific collective term referring to the larger algae; occurring both naturally and under cultivation, e.g. Laminaria, but specifically excluding phytoplanktonic and microalgae.


ΜΑΚΡΟΦΥΚΗ: Μη ειδικός συλλογικός όρος αναφερόμενος στα μεγαλύτερα φύκη, φυσικά ή καλλιεργούμενα π.χ. Laminaria (βλ.λ) ο οποίος δεν περιλαμβάνει το φυτοπλαγκτόν και τα μικροφύκη (βλ.λ).

macroalgas : Termo colectivo não específico para referir as maiores algas; Podem ocorrer naturalmente ou ser cultivadas, e.g. Laminárias ( q.v.) mas especificamente excluindo o fitoplâncton e microalgas (q.v.).

makroalg: En allmän term för större alger, både vilt förekommande och odlade.

Was this helpful?
The larger organisms of the benthos, exceeding 1 mm in length.


ΜΑΚΡΟΒΕΝΘΟΣ: Οι μεγαλύτεροι οργανισμοί του βένθους, που υπερβαίνουν το 1mm (ή 0,5mm) σε μήκος. πρβ. μειοβένθος, επιβένθος.

macrobentos : Os maiores organismos do bentos, com mais de 1 mm de comprimento; cf. epibentos, meiobentos , bentos.

makrobentalen: Samlingsnamn på de större organismer (större än 1 mm) som lever på eller i närheten av bottnen i hav och insjöar. Jmf epibenthos, meiobenthos, benthos.

Was this helpful?

Contact us

Please contact AMC Limited for any queries:

  • Hot line: +353 1 874 7088
You are here: Home Resources & Services Multilingual glossaries GLOSSARIES