AMC LIMITED

L

The lower of the two low waters of any tidal day. The single low water occurring daily during periods when the tide is diurnal is considered to be a lower low water.


ΚΑΤΩΤΕΡΗ ΡΗΧΙΑ: Η χαμηλότερη ρηχία από τις δύο σε κάθε παλιρροιακή ημέρα. Η μοναδική ρηχία που παρατηρείται κατά τις περιόδους όπου η παλίρροια είναι ημερήσια θεωρείται κατώτερη ρηχία.

nível mínimo da maré baixa : A mais baixa de duas marés baixas no mesmo dia; A única maré baixa que ocorre diariamente durante períodos em que a maré é diurna é considerada a menor maré baixa.

lågt lågvatten: Den lägre av de båda låvattnen under ett tidvatten dygn.

Was this helpful?
The SI unit of illumination: used as a quantitative assessment of light intensity. Illumination is defined as lux per unit area.


LUX: Μονάδα του συστήματος SI, η οποία μετρά την ένταση του φωτός. γιά την ποσοτική εκτίμηση. Ο φωτισμός ορίζεται ως lux ανά μονάδα επιφανείας.

lux: A unidade SI de iluminação: utilizada para referir a avaliação quantitativa da intensidade da luz. A iluminação é definida em lux por unidade de área.

lux: SI-enhet för belysning (illuminans); beteckning lx. 1 lx=1 lm/m2, dvs. 1 lumen per kvadratmeter.

Was this helpful?
The intersection of any standard low tide datum plane with the shore.


ΓΡΑΜΜΗ ΡΗΧIΑΣ : Η τομή της μέσης στάθμης της ραχης επιπέδου με την ακτή.

linha de maré baixa : A intersecção de qualquer dado padrão de maré baixa com a costa.

lågvattenlinje: Skärningen mellan lågvatten planet och stranden.

Was this helpful?
The lower of the two high waters of any tidal day.


ΚΑΤΩΤΕΡΗ ΠΛΗΜΜΗ: Η χαμηλότερη πλήμμη από τις δύο σε κάθε παλιρροιακή ημέρα.

nível mínimo da maré alta: A mais baixa de duas marés altas no mesmo dia; cf. maré alta.

lågt högvatten: Den lägre av de båda högvattnen under ett tidvatten dygn; jmf high water.

Was this helpful?
The minimum height reached by a falling tide. The height may be due solely to the periodic tidal forces or it may have superimposed upon it the effects of meteorological conditions.


ΡΗΧΙΑ (ΑΜΠΩΤΙΣ): Η κατώτερη στάθμη που φθάνει η αποσυρόμενη παλίρροια. Το ύψος οφείλεται μόνο στις περιοδικές παλιρροιακές δυνάμεις ή και στην επίδραση των μετεωρολογικών συνθηκών.

baixa-mar : A altura mínima atingida por uma maré baixa. Pode ocorrer devido apenas às forças periódicas das marés ou pode dever-se aos efeitos das condições meteorológicas.

lågvatten: Det lägsta vattenstånd som nås under en tidvattencykel.

Was this helpful?
(Littoral current) The resultant current produced by waves being deflected at an angle by the shore. In this case the current runs roughly parallel to the shoreline. The longshore current is capable of carrying a certain amount of material as long as its velocity remains fairly constant; however, any obstruction, such as a submarine rock ridge or a land point cutting across the path of the current will cause loss of velocity and consequent loss of carrying power.


ΠΑΡΑΚΤΙΟ ΡΕΥΜΑ: (Παραλιακό ρεύμα) Το ρεύμα που παράγεται αποτέλεσμα των κυμάτων που προσκρούουν στην ακτή υπό γωνία. Στην περίπτωση αυτή το ρεύμα ρέει σχεδόν παράλληλα προς την ακτογραμμή. Το παράκτιο ρεύμα είναι ικανό να μεταφέρει μιά ορισμένη ποσότητα υλικών εφόσον η ταχύτητά του παραμένει σχετικά σταθερή. Εν τούτοις κάθε εμπόδιο, όπως μια ύφαλος ή προεκβολή της ξηράς κάθετη στην πορεία του προκαλεί απώλεια ταχύτητας και επομένως μείωση της μεταφορικής του ικανότητας.

corrente litoral: A corrente resultante das ondas estarem a ser desviadas um certo ângulo pela costa. Neste caso a corrente corre quase paralela à linha de costa. A corrente litoral é capaz de transportar uma certa quantidade de matéria desde que a sua velocidade se mantenha relativamente constante; contudo, qualquer obstrução, tais como recifes submersos ou uma elevação de terra atravessando o caminho da corrente, causará uma diminuição de velocidade e consequente perda de poder transportador.

kustström: (Litoral ström) Ström som går parallelt med strandkanten och är resultatet av att vågor bryter mot stranden i en viss vinkel. Strömmen kan transportera material så länge dess hastighet är någorlunda konstant.

Was this helpful?
Scottish (Irish) term describing inland lakes and narrow estuaries.


ΛΟΧ: Ορος που χρησιμοποιείται στη Σκωτία και Ιρλανδία για την περιγραφή εσωτερικών λιμνών και στενών εκβολών.

lago : Termo escocês (irlandês) para descrever lagos interiores e estuários estreitos.

loch-lough: Skottskt (irländskt) ord för sjö eller smalt delta område.

Was this helpful?
A frequency distribution of a variable, the logarithm of which is normally distributed.


Λογαριθμική κανονική κατανομή : Μια κατανομή συχνότητας μιας μεταβλητής, ο λογάριθμος της οποίας κατανέμεται κανονικά.

distribuição logaritmica normal : Frequência de distribuição de uma variável cujo logaritmo é distribuido normalmente.

log normalfördelning: En frekvensfördelning av en variabel, logaritmen på normalfördelningen.

Was this helpful?
A longitudinal wave is a wave in which the direction of displacement of each particle in the medium is perpendicular to the wave itself. Sound waves in air or water are longitudinal waves.


ΔIΑΜΗΚΕΣ ΚΥΜΑ: Διαμήκες κύμα είναι ένα κύμα στο οποίο η μετατόπιση των σωματιδίων του υλικού μέσου (υγρού) είναι κάθετη προς το μέτωπο του κύματος. Τα ηχητικά κύματα στον αέρα ή στο νερό είναι διαμήκη κύματα.

onda longitudinal : Um onda longitudinal é uma onda em que a direcção de deslocamento de cada partícula no meio é perpendicular à própria onda. As ondas sonoras, no ar ou na água, são ondas longitudinais.

longitudinell våg: Vågrörelse i vilken svängningarna sker i samma riktning som vågutbredningen. Ljudvågor är exempel på longitudinella vågor.

Was this helpful?
A confined, reproducing population of an introduced organism that can be eliminated using standard methods.


ΤΟΠΙΚΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΟ ΕΙΔΟΣ ή ΠΛΗΘΥΣΜΟΣ: Ενας υπό περιορισμόν, αναπαραγόμενος πληθυσμός ενός εισαγόμενου οργανισμού που μπορεί να εξολοθρευτεί με την χρήση συνηθισμένων μεθόδων.

espécie localizada : Uma população confinada de um organismo introduzido que se reproduz e que pode ser eliminado utilizando métodos padrão.

lokala arter: En avgränsad, reproducerande population av en introducerad organism som kan elimineras genom standardmetoder.

Was this helpful?
Shallow zones of water bodies reached by sufficient light to support the growth of plant life; according to beach terminology, the indefinite zone that extends from the shoreline to just beyond the breaker zone.


ΠΑΡΑΛΙΑΚΗ ΖΩΝΗ : Ζώνη του θαλάσσιου ( ή λιμναίου) βυθού όπου φθάνει ποσότητα φωτός επαρκής γιά την ανάπτυξη της φυτικής ζωής. Η ακαθόριστη ζώνη που εκτείνεται από την ακτογραμμή ως και την ζώνη όπου σπούν τα κύματα.

zona litoral : Zonas aquáticas pouco profundas com luz suficiente para suportar o crescimento de vida vegetal; em terminologia de zonação de praia, a zona indefinida que se estende da linha de costa até junto da zona de rebentação.

litorala regionen: Strandzonen i hav eller sjö vilken börjar vid nivån för högsta vattenståndet och når ned till det djup där fotosyntes för bottenvegetationen inte längre är möjlig.

Was this helpful?
The shoreward or shallow zone of a water body (lake, sea).


ΠΑΡΑΛΙΑΚΗ ΖΩΝΗ (LITTORAL): Η ακαθόριστη ζώνη που εκτείνεται από την ακτογραμμή ως και την ζώνη όπου σπούν τα κύματα.

litoral : A zona de costa, ou de uma massa de água, pouco profunda (lago ou mar).

litoralen: En strand eller grud zon av ett vattenområde.

Was this helpful?
Wave and current-mediated transportation of material in the littoral zone.


ΕΡΜΑIΑ ΥΛIΚΑ: Τα υλικά που μεταφέρονται στην παράκτια ζώνη υπό την επίδραση των κυμάτων και ρευμάτων.

deriva litoral : Transporte de matéria na zona litoral pelas ondas e correntes.

litoral transport: Transport av material i den litorala zonen med hjälp av vågor eller strömmar.

Was this helpful?
Used of organisms eating, boring or eroding rock.


Λιθοφαγικός: Χρησιμοποιείται για οργανισμούς που τρέφονται με ή τρυπάνε βράχους.

litofágicos : Utilização de organismos que comem, perfuram e corroem a pedra.

lihofagisk: Organismer som äter, borrar eller på annat sätt eroderar klippor.

Was this helpful?
Feeding on mud.


Ιλυοφάγος : Τρεφόμενος με λάσπη.

limívoros: Que se alimentam de lama.

limnivorisk: Livnär sig på slamm.

Was this helpful?
One of the three classes of energy-containing foodstuffs; lipids are those portions of plant or animal tissues that are soluble in nonpolar solvents (e.g. ether, benzene and chloroform).


ΛΙΠΙΔΙΟ: Μία από τις τρείς κατηγορίες συστατικών της τροφής που παρέχουν ενέργεια. Τα λιπίδια είναι μέρη φυτικών ή ζωϊκών ιστών τα οποία είναι διαλυτά από μή πολικούς διαλύτες (π.χ. αιθέρας, βενζίνη, χλωροφόρμιο)

lípido : Uma das três classes de matéria alimentar que contém energia; os lipidos são as partes de tecidos das plantas ou animais solúveis em solventes não polares (e.g. éter, benzina e clorofórmio).

lipid: En av tre klasser av energibärande födoämnen; Lipider är organiska föreningar som kan isoleras ur växt- eller djurvävnad genom extraktion med icke-polära lösningsmedel, t.ex. hexan, bensen eller kloroform.

Was this helpful?
The process of light going through a substance such as water.


Διείσδυση φωτός : Η διαδικασία διείσδυσης του φωτός μέσω μιας ουσίας, όπως το νερό.

penetração da luz: O processo em que a luz passa através de uma substância tal como a água.

ljusgenomsläpplighet: Fenomenet när ljus går genom en substans, t.ex. vatten.

Was this helpful?
Any environmental factor, or group of related factors, which exists at suboptimal level and thereby prevents an organism from reaching its full biotic potential.


ΠΕΡΙΟΡΙΣΤΙΚΟΣ ΠΑΡΑΓΩΝ : Περιβαλλοντικός, σε επίπεδα κάτω από το άριστο και γιαυτό εμποδίζουν έναν οργανισμό να φθάσει στο πλήρες βιοτικό του δυναμικό.

factor limitante : Qualquer factor ambiental, ou grupo de factores relacionados, que existe ao nível suboptimo e por conseguinte impede um organismo de atingir o seu total potencial biótico.

begränsande faktor: En miljöfaktor eller grupp av faktorer som finns närvarande på en ej optimal nivå och därför hindrar organismen att nå sin fulla biologiska potential.

Was this helpful?
Longevity; the maximum or mean duration of the life of individuals or groups.


ΔIΑΡΚΕIΑ ΖΩΗΣ: Η μέγιστη ή μέση διάρκεια ζωής ενός ατόμου ή ομάδος.

longevidade : A duração máxima ou média de vida de indivíduos ou grupos.

livslängd: Maximala eller medel längden på en organisms eller grupps liv.

Was this helpful?
The sequence of stages from the zygote to the death of an individual. Life history: those significant features (such as strategies of survival and reproduction) present in an organisms life cycle.


ΒIΟΛΟΓIΚΟΣ ΚΥΚΛΟΣ: Η αλληλουχία των σταδίων της ζωής ενός ατόμου, από την γονιμοποίηση του ωαρίου ως τον θάνατό του.

ciclo de vida - história da vida : A sequência de estados desde o zigoto até à morte de um indivíduo. História da vida: as características significativas (tais como estratégias de sobrevivência e reprodução) presentes no ciclo de vida de um organismo.

livscykel - livshistoria: Sekvens av olika steg från zygot till en individs död. Life history: olika egenskaper som finns i en organisms livscykel (överlevnadsstrategi, reproduktion, m.m.).

Was this helpful?
The amount of a substance that will kill a given portion of a sample of test animals in a given amount of time, for example, 96 hours LD50 = 50% mortality in 96 hours.


ΘΑΝΑΤΗΦΟΡΟΣ ΔΟΣΗ (LD): Η ποσότητα μιάς ουσίας που θα θανατώσει ένα δεδομένο ποσοστό ενός δείγματος πειραματοζώων σε μιά δεδομένη χρονική περίοδο, π.χ. 96 ώρες LD50 = 50% θνησιμότητα σε 96 ώρες.

dose letal : A quantidade de uma substância que matará uma dada parte de uma amostra de animais testados num dado período de tempo, por exemplo 96 horas DL50 = 50% de mortalidade em 96 horas.

letal dos: Den dos av ett ämne som dödar en viss mängd av försöksdjur under en given tid, t ex 96 timmar LD50 = 50% mortalitet inom 96 timmar.

Was this helpful?
Term used to express quantitatively the degree of toxicity of a substance. In this case it is the death of the test organism which is the criterion of toxicity. LC is expressed numerically, e.g. LC50, LC70 indicating the percentage of organisms killed at a given concentration. The time of exposure to the toxin is also given.


ΘΑΝΑΤΗΦΟΡΟΣ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗ (LC): Ορος που χρησιμοποιείται ως μέτρο για την τοξικότητα μιας ουσίας. Στην περίπτωση αυτή κριτήριο της τοξικότητας είναι ο θάνατος των πειραματικών οργανισμών. Η LC εκφράζεται ποιοτικά (π.χ. LC50, LC70), όπου ο δείκτης δηλώνει το % ποσοστό των οργανισμών που πεθαίνουν σε μια δεδομένη συγκέντρωση. Δίδεται επίσης ο χρόνος της έκθεσης στην τοξική ουσία.

concentração letal : Termo utilizado para expressar quantitativamente o grau de toxicidade de uma substância. Neste caso é a morte do organismo testado que serve de critério de toxicidade. A CL é expressa numericamente, e.g. CL50, CL70 indicam a percentagem de organismos mortos para uma determinada concentração. O tempo de exposição à toxina também é dado.

letal koncentration: Uttrycker kvantitativt giftigheten hos ett ämne. I detta fall uttrycker mortaliteten hos försöksdjuren graden av giftighet. LC uttrycks numeriskt, t ex LC50, LC70 och syftar på procentantalet försöksdjur som dör vid en given koncentration och tid.

Was this helpful?
Migration of organisms occurring through the Suez canal.


Λεσσεψιανή μετανάστευση : Μετανάστευση των οργανισμών που περνάνε μέσα από το κανάλι του Σουέζ.

migração Lessepsiana : Migração de organismos que ocorre através do Canal do Suez.

Lessepsisk vandring: Vandring av organismer genom Suez kanalen.

Was this helpful?
A localised region of tissue which has been damaged or changed by pathological processes.


Πληγή σε ψάρια : Μια εντοπισμένη περιοχή ιστού, ο οποίος έχει καταστραφεί ή αντικατασταθεί από παθολογικές διαδικασίες.

lesões no peixe: Uma região localizada de tecido que foi danificada ou alterada por processos patológicos.

lesion: Ett lokalt område med vävnad som skadats eller förändrats genom ett sjukdomsförlopp.

Was this helpful?
The shore to the lee-ward side of a ship or boat.


ΠΡΟΣΗΝΕΜΟΣ ΑΚΤΗ: Η ακτή αντίκρυ στην υπήνεμο (βλ.λ) πλευρά ενός σκάφους.

costa de sotavento : A costa virada a sotavento. Lado de um navio ou embarcação oposto aquele de onde sopra o vento.

lästranden: Stranden som ligger på läsidan av ett skepp eller en båt.

Was this helpful?
The direction toward which the wind is blowing; the direction toward which the waves are travelling.


ΥΠΗΝΕΜΟΣ ΠΛΕΥΡΑ: Η πλευρά προς την κατεύθυνση προς την οποία πνέει ο άνεμος, ή προς την κατεύθυνση προς την οποία κινούνται τα κύματα.

sotavento : A direcção para onde o vento está a soprar; a direcção para onde as ondas se dirigem.

lä: Riktningen som vinden blåser mot, riktningen dit vågorna färdas.

Was this helpful?
In statistics, a technique of line (curve) fitting and of estimating the parameters of the corresponding equation. It involves, testing the parameters by iteration to minimize the sum of the squared differences between the observed values and their respective expected values.


ΕΛΑΧIΣΤΩΝ ΤΕΤΡΑΓΩΝΩΝ, ΜΕΘΟΔΟΣ: Στατιστική μέθοδος για ην προσαρμογή στα πειραματικά δεδομένα και για την εκτίμηση των παραμέτρων της αντίστοιχης εξίσωσης κατά τρόπον, ώστε να ελαχιστοποιεί το άθροισμα των τετραγώνων των διαφορών ανάμεσα στις παρατηρούμενες τιμές και τις τιμές που προκύπτουν από την εξίσωση.

mínimos quadrados, método dos: Em estatística, uma técnica de adaptação de linhas (curva) e de estimação dos parâmetros das equações correspondentes. Implica, testar os parâmetros por repetição de modo a minimizar a soma das diferenças quadradas entre os valores observados e os respectivos valores esperados.

minsta-kvadrat-metoden: Matematisk och statistisk metod att anpassa funktionssamband till data, särskilt använd för linjära regressionsmodeller.

Was this helpful?
Lethal dose. Refers to the dose or number of organisms that will kill 50% of an experimental group of hosts in a specified time period.


LD 50 : Βλ. ΘΑΝΑΤΗΦΟΡΟΣ ΔΟΣΗ. Αναφέρεται στην δόση μιάς ουσίας ή τον αριθμό των οργανισμών που μπορούν να θανατώσουν 50% του πειραματικού πληθυσμού (ή ξενιστών) σε ένα ορισμένο χρονικό διάστημα.

DL 50 : DOSE LETAL. Refere-se à dose ou número de organismos que matam 50% de um grupo experimental de hospedeiros num período de tempo específico.

LD 50: Lethal dose. Hänvisar till den dos eller det antal organismer som dödar 50% av en experimentgrupp under en specific tidsperiod.

Was this helpful?
Lethal dose. A quantification of the number of virus particles in a sample. Organisms or cell cultures are inoculated with serial dilutions of a viral suspension, the percentage of dead or damaged cells is recorded and the dilution that causes 50% mortality is usually used as a reference point.


LD: Βλ. ΘΑΝΑΤΗΦΟΡΟΣ ΔΟΣΗ. Mέτρο του αριθμού των ιών σε ένα δείγμα. Οργανισμοί ή κυτταροκαλλιέργειες εμβολιάζονται με διαδοχικές αραιώσεις ενός αιωρήματος ιών και καταγράφεται το ποσοστό των κατεστραμμένων κυττάρων. Η συγκέντρωση που προκαλεί θνησιμότητα 50% χρησιμοποιείται συνήθως ως σημείο αναφοράς.

DL 50 : DOSE LETAL. A quantificação do número de vírus numa amostra. Os organismos ou culturas de células são inoculados com diluições em série de uma suspensão viral, regista-se a percentagem de células mortas ou danificadas e a diluição que causa 50% de mortalidade é normalmente tomada como ponto de referência.

LD: Lethal dose. En kvantifiering av antalet viruspartiklar i ett prov. Organism- eller cellkulturer smittas med olika utspädningar av viruslösningar, antalet döda eller förstörda celler noteras och lösningen som orsakar 50% dödlighet används som referenspunkt.

Was this helpful?
Term used to express quantitatively the degree of toxicity of a substance. In this case it is the death of the test organism which is the criterion of toxicity. LC is expressed numerically, e.g. LC50, indicating the percentage of organisms killed at a given concentration. The time of exposure to the toxin is also given.


LC 50: Βλ.Θανατηφόρος συγκέντρωση. Ορος που χρησιμοποιείται ως μέτρο για την τοξικότητα μιας ουσίας. Στην περίπτωση αυτή κριτήριο της τοξικότητας είναι ο θάνατος των πειραματικών οργανισμών. Η LC εκφράζεται ποιοτικά (π.χ. LC50, LC70), όπου ο δείκτης δηλώνει το % ποσοστό των οργανισμών που πεθαίνουν σε μια δεδομένη συγκέντρωση. Δίδεται επίσης ο χρόνος της έκθεσης στην τοξική ουσία.

CL 50: CONCENTRAÇÃO LETAL. Termo utilizado para expressar quantitativamente o grau de toxicidade de uma substância. Neste caso é a morte do organismo testado que serve de critério de toxicidade. A CL é expressa numericamente, e.g. CL50, CL70 indicam a percentagem de organismos mortos para uma determinada concentração. O tempo de exposição à toxina também é dado.

LC 50: Lethal concentration. Term som används för att uttrycka giftigheten hos ett ämne. I detta fallet är det förmågan att döda en testorganism som är kriteriumet för giftighet. LC uttrycks numeriskt, t.e.x LC50 anger antalet organismer som dött i procent vid en given koncentration. Hur lång tid testorganismen blivit utsatt för ämnet anges också.

Was this helpful?
Lethal concentration: Term used to express quantitatively the degree of toxicity of a substance. In this case it is the death of the test organism which is the criterion of toxicity. LC is expressed numerically, e.g. LC70 indicating the percentage of organisms killed at a given concentration. The time of exposure to the toxin is also given.


LC: Βλ. Θανατηφόρος συγκέντρωση. Ορος που χρησιμοποιείται ως μέτρο για την τοξικότητα μιας ουσίας. Στην περίπτωση αυτή κριτήριο της τοξικότητας είναι ο θάνατος των πειραματικών οργανισμών. Η LC εκφράζεται ποιοτικά (π.χ. LC50, LC70), όπου ο δείκτης δηλώνει το % ποσοστό των οργανισμών που πεθαίνουν σε μια δεδομένη συγκέντρωση. Δίδεται επίσης ο χρόνος της έκθεσης στην τοξική ουσία.

CL : CONCENTRAÇÃO LETAL. Termo utilizado para expressar quantitativamente o grau de toxicidade de uma substância. Neste caso é a morte do organismo testado que serve de critério de toxicidade. A CL é expressa numericamente, e.g. CL50, CL70 indicam a percentagem de organismos mortos para uma determinada concentração. O tempo de exposição à toxina também é dado.

LC: Lethal concentration. Term som används för att uttrycka giftigheten hos ett ämne. I detta fallet är det förmågan att döda en testorganism som är kriteriumet för giftighet. LC uttrycks numeriskt, t.e.x LC70 anger antalet organismer som dött i procent vid en given koncentration. Hur lång tid testorganismen blivit utsatt för ämnet anges också.

Was this helpful?
Producing eggs that are hatched internally with release of free-living larvae.


ΠΡΟΝΥΜΦΟΤΟΚΟΣ: Οργανισμός που παράγει αυγά τα οποία εκκολάπτονται εσωτερικά και τίκτει προνύμφες που ζουν ελεύθερες. Πρβ. ωοτόκος, ωο-ζωοτοκος, ζωοτόκος.

larvíparo : Que produz ovos que são chocados internamente com a libertação de larvas com movimentação livre; cf. Ovíparo, ovovivíparo, vivíparo.

larvipari: Producerandet av ägg som kläcks innuti kroppen och sedan släpps frilevande larver ut; jmf oviparous, ovoviviparous, viviparous.

Was this helpful?
An organism from the beginning of exogenous feeding to metamorphosis into juvenile. At tle larval stage the animal differs greatly in appearance and behaviour from a juvenile or an adult.


ΠΡΟΝΥΜΦΗ: Στάδιο ζωής ενός οργανισμού από την αρχή της εξωγενούς θρέψης μέχρι την μεταμόρφωση σε νεαρό άτομο. Στο προνυμφικό στάδιο το ζώο διαφέρει σημαντικά σε εμφάνιση και συμπεριφορά από το νεαρό και το ενήλικο.

larva : Fase da vida de um organismo desde o início da alimentação exogena até a metamorfose para a fase de juvenil. No estado larvar o animal difere muito em aparência e comportamento de um juvenil ou de um adulto

larv: Hos djur oftast fritt levande ungdomsstadium som till sin byggnad och funktion markant avviker från de vuxna, dvs. könsmogna, individerna.

Was this helpful?
Zone between low tide to about 30m depth, a zone typically inhabited by the brown alga Laminaria.


Η ζώνη του Laminaria : Η ζώνη που βρίσκεται κάτω από την άμπωτη και εκτείνεται σε βάθος 30m, μια ζώνη στην οποία ευδοκιμεί το καφέ φύκος Laminaria.

zona das Laminárias: Zona entre a baixa-mar e cerca de 30m de profundidade, tipicamente habitada pela alga castanha Laminaria.

laminaria regionen: Zonen mellan lågvatten och ungefär 30 meter där brunalgen Laminaria ofta påträffas.

Was this helpful?
A flow in which the fluid moves smoothly in streamlined parallel layers or sheets; a non-turbulent flow. (Laminary flow, sheet flow, streamline flow).


ΣΤΡΩΤΗ ΡΟΗ: Το είδος της ροής κατά την οποία το υγρό κινείται ομαλά σε παράλληλα στρώματα. Η μη τυρβώδης ροή.

fluxo laminar : Um fluxo onde o líquido se move suavemente num leito ou camadas aerodinâmicas paralelas; uma corrente não turbulenta. (corrente laminar, corrente em camadas).

laminärt flöde: Strömning av en vätska där rörelse kan sägas vara välordnad (all rörelse sker i skikt i strömningsriktningen). Motsatsen är turbulent strömning, som är kaotisk.

Was this helpful?
A shallow body of water, such as a pond or lake, which may have a shallow, restricted outlet to the sea.


ΛΙΜΝΟΘΑΛΑΣΣΑ: Αβαθής υδάτινη μάζα, σαν λίμνη, η οποία επικοινωνεί με την θάλασσα με μία ρηχή και στενή δίοδο.

lagoa : Uma massa de água pouco profunda, tal como um reservatório ou um lago, que pode ter uma saída para o mar pouco profunda e reduzida.

lagun: Strandnära, lugnt vattenområde innanför en sandrevel eller ett korallrev, som bildar en naturlig vågbrytare.

Was this helpful?
A cold surface ocean current that flows south off the east coast of Canada.


Ρεύμα Λαμπραντόρ : Ένα κρύο επιφανειακό ωκεάνιο ρεύμα που κινείται νοτίως των ανατολικών ακτών του Καναδά.

Corrente do Labrador : Corrente fria de superfície que circula para sul ao largo da costa Este do Canadá.

Labradorströmmen: En kall ythavsström som flyter söderut längs Kanadas östkust.

Was this helpful?

Contact us

Please contact AMC Limited for any queries:

  • Hot line: +353 1 874 7088
You are here: Home Resources & Services Multilingual glossaries GLOSSARIES