AMC LIMITED

H

Reduced oxygen concentrations in the blood, liver or environment.


ΥΠΟΞΕΙΑ : Μειωμένη συγκέντρωση οξυγόνου στο αίμα, το ήπαρ ή το περιβάλλον.

hipoxia : Concentrações reduzidas de oxigénio no sangue, fígado ou ambiente.

hypoxi: Minskad syrekoncentration i blod, lever eller omgivning.

Was this helpful?
Organisms living immediately below the water surface film.


Υπονευστόν : Οργανισμοί που ζουν ακριβώς κάτω από την επιφάνεια του νερού.

hiponeuston: Organismos que vivem imediatamente abaixo da superfície da água.

hyponeuston: Organismer som lever precis under vattenytan.

Was this helpful?
Refers to a solution which shows a lower osmotic pressure than a comparative solution.


ΥΠΟΣΜΩΤΙΚΟ: Αναφέρεται σε διάλυμα που έχει χαμηλότερη ωσμωτική πίεση ένα διάλυμα αναφοράς.

hipo-osmótico : Refere-se a uma solução que apresenta uma pressão osmótica mais baixa do que a solução com que está a ser comparada.

hypoosmotisk: En lösning som har lägre osmotiskt tryck än en annan.

Was this helpful?
A solution having a higher solute concentration than the one to which it is being compared.


ΥΠΕΡΤΟΝO: Ενα διάλυμα που έχει μεγαλύτερη συγκέντρωση διαλελυμένης ουσίας από ένα διάλυμα αναφοράς.

hipertónico : Uma solução que tem uma maior concentração de soluto do que a solução com que está a ser comparada.

hypertonisk: En lösning som har en högre halt lösta ämnen än en anna.

Was this helpful?
Having a high salinity.


ΥΠΕΡΑΛΟΣ: Εχων υψηλή αλατότητα.

hipersalino : Que tem uma salinidade elevada.

hypersalin: Ha hög salinitet.

Was this helpful?
Living above the substratum


Υπερβενθικός : Ζει πάνω από το υπόστρωμα

hiperbentico: Que vive acima do substracto.

hyperbentisk: Leva ovanför substratet.

Was this helpful?
Organisms living above the substratum.


Υπερβένθος : Οργανισμοί που ζουν πάνω από το υπόστρωμα.

hiperbentos: Organismos que vivem acima do substracto.

hyperbentalen: Ovanför substratet, bentalen.

Was this helpful?
Refers to a solution which shows a higher osmotic pressure than a comparative solution.


ΥΠΕΡΟΣΜΩΤΙΚΟ: Αναφέρεται σε διάλυμα που παρουσιάζει υψηλότερη ωσμωτική πίεση από ένα διάλυμα αναφοράς.

hiperosmótico : Refere-se a uma solução que apresenta uma pressão osmótica mais elevada do que a solução com que está a ser comparada.

hyperosmotisk: Syftar på en lösning som har högre osmotiskt tryck än en annan.

Was this helpful?
The pressure exerted by a column of water; pressure increases by about 1 atmosphere per 10 m of depth down a water column. The hydrostatic pressure also influences the solubility of gases in aquatic media and causes changes in the swimbladder volume of fish when they change depth rapidly. This is particularly difficult for physoclists but physostomes may also experience difficulty in filling the swimbladder when quick diving is required. This is one reason why aquaculture of fish in deep silos


ΥΔΡΟΣΤΑΤΙΚΗ ΠΙΕΣΗ: Η πίεση που εξασκείται από μία στήλη νερού. Η πίεση αυξάνει περίπου κατά 1 ατμόσφαιρα ανά 10 μέτρα βάθους στην στήλη του νερού. Η υδροστατική πίεση επηρεάζει την διαλυτότητα των αερίων στο νερό και προκαλεί αλλαγές στον όγκο της νηκτικής κύστης των ψαριών όταν αυτά αλλάζουν γρήγορα βάθος. Αυτό αποτελεί ιδιαίτερο πρόβλημα γιά τους φυσόκλειστους, αλλά και οι φυσόστομοι μπορεί επίσης να έχουν δυσκολίες στην πλήρωση της νηκτικής τους κύστης όταν απαιτείται ταχεία κατάδυση. Αυτός είναι ένας από τους

pressão hidroestática : A pressão exercida por uma coluna de água; A pressão numa coluna de água aumenta cerca de 1 atmosfera por cada 10 metros de profundidade. A pressão hidroestática influência, também, a solubilidade dos gases no meio aquático e provoca alterações no volume da bexiga natatória dos peixes quando mudam de profundidade rapidamente. Este procedimento é particularmente difícil para os fisoclistos (q.v.) mas os fisóstomos (q.v.) podem também ter dificuldades em encher a bexiga natatória quando se torna n

hydrostatiskttryck: Trycket som en vattenkolumn utövar; trycket ökar med ungefär 1 atmosfär per 10 meter i en vatten kolumn. Trycket påverkar bl a lösligheten av gaser i vatten och leder till ändrad volym av fiskars simblåsa.

Was this helpful?
Does not dissolve or mix in water.


Υδρόφοβο : Δεν διαλύεται ή αναμιγνύεται με το νερό.

hidrofóbico: Não se dissolve ou mistura na água.

hydrofobisk: Blandar eller löser sig ej i vatten.

Was this helpful?
The water portion of the earth as distinguished from the solid part, called the lithosphere, and from the gaseous outer envelope, called the atmosphere; the global water mass, including atmospheric, surface and subsurface waters.


ΥΔΡΟΣΦΑΙΡΑ: Το σύνολο των υδάτων της γης σε αντιδιαστολή με τον στερεό φλοιό που καλείται λιθοσφαιρα και από το αέριο περίβλημα που καλείται ατμοσφαιρα.Η συνολική μάζα του ύδατος, η οποία περιλαμβάνει τα ατμοσφαιρικά, επιφαν- ειακά και υπόγεια νερά.

hidrosfera : A parte líquida da terra, diferenciada da parte sólida (a litosfera) e da camada gasosa exterior (a atmosfera); a massa global de água, incluindo as águas atmosféricas, de superfície e subterrâneas.

hydrosfär: Samlingsnamn på vattnet i hav, sjöar och floder, mark- och grundvatten, is och glaciärer samt vattnet i atmosfären.

Was this helpful?
The scientific study of the waters of the earth, especially with relation to the effects of precipitation and evaporation upon the occurrence and character of water in streams, lakes and on or below the land surface. In terms of the hydrologic cycle, the scope of hydrology may be defined as that portion of the cycle from precipitation to re-evaporation or return of the water to the seas. Applied hydrology utilizes scientific findings to predict rates and amounts of runoff (river forecasting), es


ΥΔΡΟΛΟΓΙΑ: Η επιστημονική μελέτη των υδάτων της ξηράς. Εξετάζει την επίδραση των κατακρημνισμάτων και της εξάτμισης στην ποσότητα και την ποιότητα του νερού στους ποταμούς, τις λίμνες και την επιφανειακή και υπόγεια απορροή. Με βάση τον υδρολογικό κύκλο, το αντικείμενο της υδρολογίας ορίζεται ως το μέρος του κύκλου από την κατακρήμνιση μέχρι την επανεξάτμιση ή την επιστροφή του νερού στις θάλασσες. Η εφαρμοσμένη υδρολογία χρησιμοποιεί επιστημονικές μεθόδους για την πρόγνωση των συντελεστών και του όγκο

hidrologia : O estudo científico das águas terrestres, especialmente em relação aos efeitos da precipitação e evaporação na ocorrência e tipo de água de ribeiros, lagos e outras águas sobre ou sob a superfície. Em termos do ciclo hidrológico, o âmbito da hidrologia pode ser definido como a parte do ciclo que vai da precipitação à re-evaporação ou retorno das águas aos mares. A hidrologia aplicada utiliza descobertas científicas para prever taxas e volumes de escoamentos (previsão dos caudais do rios), estima

hydrologi: Läran om vattnet på jordens landområden, dess kretslopp, förekomst, fördelning och beskaffenhet. Hydrologi är viktigt i bl a jordbruk när man beräknar vattenförbrukning och avdunstning, samt vid skötsel av olika vattenresurser.

Was this helpful?
The cyclic flow of water and water vapour between different parts of the land, oceans and atmosphere.


Υδρολογικός κύκλος : Η κυκλική ροή νερού και ατμών νερού μεταξύ των διαφόρων τμημάτων του εδάφους, των ωκεανών και της ατμόσφαιρας.

ciclo hidrológico: O fluxo ciclico da água e vapor de água entre as diferentes partes da terra, oceanos e atmosfera.

hydrologisk cykel: Det cykliska flödet av vatten och vattenånga mellan olika delar av land, hav och atmosfär.

Was this helpful?
The science which deals with the measurement of the physical features of the oceans, seas, lakes, rivers, and other water bodies and their adjacent land areas, with special reference to the elements that affect safe navigation, and the publication of such information in a suitable form for the use of navigators. Hydrographic conditions are particularly important in aquaculture to decide on site selection and system design.


ΥΔΡΟΓΡΑΦΙΑ: Η επιστήμη που αφενός ασχολείται με την μέτρηση των φυσικών χαρακτηριστικών των ωκεανών, θαλασσών, λιμνών, ποταμών και άλλων υδάτινων συστημάτων καθώς και των γειτονικών τους χερσαίων περιοχών με ειδική αναφορά στα στοιχεία που αφορούν στην ασφαλή πλοήγηση και αφ΄εταίρου με την δημοσίευση των πληροφοριών αυτών υπό μορφή κατάλληλη γιά τους ναυτι- λομένους. Οι υδρογραφικές συνθήκες είναι ιδιαίτερα σημαντικές στην υδατοκαλλιέργεια γιά τις αποφάσεις που αφορούν στην επιλογή θέσης και τον σχεδια

hidrografia : A ciência que trata da medição das características físicas dos oceanos, mares, lagos, rios e outras massas de água e suas áreas de terra adjacentes, com especial referência para os elementos que afectam a navegação em segurança, e a publicação de tal informação de forma adequada para a utilização pelos navegadores. As condições hidrográficas são particularmente importantes na tomada de decisão sobre a escolha do local e concepção do sistema para a aquacultura.

hydrografi: Vetenskapen som har att göra med de fysikaliska egenskaperna hos hav, sjöar, floder och andra vattensystem och deras angränsande landområden, med speciell hänsyn till faktorer som påverkar säker navigation och sjöfart. Hydrografisk är viktig vid utformandet av aquakulturer.

Was this helpful?
A strong-smelling soluble gas, H2S, resulting from anaerobic decomposition; commonly found in the hypolimnion or bottom mud. Also can be released from the sedimented organic material (faeces and waste feed) that accumulates beneath fish cages or oyster trestles at sites restricted with regard to currents and depth.


ΥΔΡΟΘΕΙΟ: Δύσοσμο, διαλυτό αέριο, Η2S, παραγόμενο κατά την αναερόβια διάσπαση. Συνήθως παρατηρείται στο υπολίμνιο ή στην ιλύ του πυθ- μένα. Επίσης εκλύεται από ιζήματα οργανικού υλικού (περιττώματα και περισσεύματα τροφής), τα οποία συσσωρεύονται κάτω από τους κλωβούς ιχθυοκαλλιέργειας ή από τους υποστάτες των στρειδιών, όταν το βάθος είναι μικρό και δεν υπάρχουν ισχυρά ρεύματα.

sulfureto de hidrogénio : Um gás solúvel de cheiro intenso, H2S, que resulta da decomposição anaeróbica; frequentemente encontrado na lama/vasa. Pode, também, ser libertado pela matéria orgância sedimentada (fezes e resíduos alimentares) que se acumulam por baixo das jaulas de peixe ou armações de ostras em locais de corrente e profundidade restritos.

vätesulfid: Ett starkt luktande löslig gas, H2S, som är resultatet av anaerob nedbrytning; vanligt förekommande i bottnar. Kan också avges från sedimenterat organiskt material (faeces eller överbliven mat) som samlas under fiskburar och ostronodlingar när det finns begränsningar i djup och vattenutbyte.

Was this helpful?
A measure of the acidity or basicity of solutions. See pH.


ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗ ΙΟΝΤΩΝ ΥΔΡΟΓΟΝΟΥ: Μέτρο της οξύτητας ή βασικότητας των διαλυμάτων.

concentração de hidrogénio : Medição da acidez ou basicidade das soluções. Ver pH.

vätejonkoncentration: Ett mått på hur sura eller basiska lösningar är. Se pH.

Was this helpful?
Offspring of two plants or animals from different species or varieties.


ΥΒΡΙΔΙΟ: Απόγονος δύο φυτών ή ζώων από διαφορετικά είδη ή ποικιλίες.

híbrido : Descendência do cruzamento de duas plantas ou animais de diferentes espécies ou variedades.

hybrid: Avkomma från individer med olika arvsanlag, vanligen olika arter

Was this helpful?
Heterosis: the breeding distantly-related individuals may sometimes result in an increase in growth rate, food conversion efficiency, dress-out percentage, or some other desirable characteristic.


ΥΒΡΙΔΙΑΚΟ ΣΦΡΙΓΟΣ (ΕΤΕΡΩΣΗ): Υβριδιακό σφρίγος: το αποτέλεσμα της διασταύρωσης ατόμων που διαφέρουν πολύ γενετικά. Ορισμένες φορές η στερέωση βελτιώνει τον ρυθμό αύξησης, την αποδοτικότητα μετατροπής της τροφής, ή άλλα επιθυμητά χαρακτηριστικά.

vigor híbrido : Heterose: os descendentes de indivíduos com parentesco afastado pode por vezes resultar num aumento da taxa de crescimento, eficiência da conversão alimentar, ou qualquer outra característica desejável.

hybridisering: Heterosis: förbättring av vitalitet, reproduktionsförmåga och andra egenskaper genom korsning av två starkt inavlade stammar inom en djur- eller växtart.

Was this helpful?
Substances which originate mainly from suspended plant colloidal material and larger plant fragments. Depending on the degree of polymerization and size of particles, the yellow colouring of the water increases while solubility and acidity decreases.


ΧΟΥΜΙΚΕΣ ΟΥΣΙΕΣ: Ουσίες που προέρχονται κυρίως από αιωρούμενα φυτικά κολλοειδή και μεγαλύτερα φυτικά τεμάχια. Ανάλογα με τον βαθμό πολυμερισμού και το βάρος των σωματιδίων, ο κίτρινος χρωματισμός του νερού αυξάνει, ενώ η διαλυτότητα και ο όξινος χαρακτήρας μειώνονται.

substâncias húmicas : Substâncias oriundas principalmente de material coloidal de plantas em suspensão e de fragmentos de plantas de maior dimensão. Dependendo do grau de polimerização e tamanho das partículas, a coloração amarela da água aumenta enquanto a solubilidade e a acidez diminuem.

humusämnen: Ämnen som härrör från suspenderade växtämnen. Beroende på graden av polymerisering och partiklarnas storlek, så ökar den gula färgen med graden av lösbarhet och surhet.

Was this helpful?
A chemical substance secreted in a ductless gland and discharged into the blood stream which affects the functioning of another organ.


ΟΡΜΟΝΗ: Χημική ουσία που εκκρίνεται από ενδοκρινή αδένα (αδένα χωρίς εκφορητικό πόρο), ελευθερώνεται στην κυκλοφορία του αίματος και επηρεάζει τη λειτουργία ενός άλλου οργάνου.

hormonas: Uma substância química segregada numa glândula sem canais e libertada na corrente sanguínea, a qual afecta o funcionamento de outro orgão.

hormoner: Ett kemiskt ämne som utsöndras ifrån en körtel till blodet och som påverkar functionen av ett annat organ

Was this helpful?
A current of cold water originating from the Antarctic and flowing north of the Pacific coast of South America.


Ρεύμα Humboldt : Ένα κρύο ρεύμα νερού που προέρχεται από την Ανταρκτική και κινείται νοτίως των ακτών του Ειρηνικού της Ν.Αμερικής.

Corrente de Humboldt: Uma corrente fria oriunda do Antártico que circula para norte através da costa do Oceano Pacífico da América do Sul.

Humboldtströmmen: Kall, nordgående ström längs den sydamerikanska västkusten

Was this helpful?
The state of having two identical alleles at one gene locus.


ΟΜΟΖΥΓΟ: Ατομο που έχει ένα ζεύγος πανομοιότυπων αλληλομόρφων σε ένα γενετικό τόπο.

homozigoso : A condição de ter dois alelos idênticos no mesmo locus.

homozygot: Ett tillstånd med två identiska alleler på samma locus

Was this helpful?
The maintenance of a relatively steady state or equilibrium in any biological system by intrinsic regulatory mechanisms.


Ομοιόσταση : Η διατήρηση μιας σχετικά σταθερής κατάστασης ή ισορροπίας σε ένα οποιοδήποτε βιολογικό σύστημα από εσωτερικούς ρυθμιστικούς μηχανισμούς.

homeostático: A manutenção de um estado relativamente estável ou em equilibrio em qualquer sistema biológico através de mecanismos reguladores intrínsecos.

homeostatisk: Samlingsbegrepp för de mekanismer som tillsammans verkar för att hålla den miljö som omger alla organismens celler så konstant som möjligt.

Was this helpful?
Used of structures, traits or properties having a common ancestry but not necessarily retaining any similarities of structure, function or behaviour.


ΟΜΟΛΟΓΟΣ: Χρησιμοποιείται για δομές, χαρακτήρες, ή ιδιότητες, που έχουν κοινή καταγωγή, αλλά που δεν διατηρούν απαραίτητα ομοιότητα στη δομή, τη λειτουργία ή τη συμπεριφορά.

homólogo : Relativo a estruturas, características ou propriedades que têm uma ascendência comum mas que não conservam necessariamente quaisquer semelhanças de estrutura, função ou comportamento.

homologt: Används för att beskriva strukturer eller egenskaper som har ett gemensamt ursprung men inte nödvändigtvis har samma nuvarande funktion

Was this helpful?
The ability to maintain a relatively stable internal environment in an organism in the face of widely varying external forces.


ΟΜΟΙΟΣΤΑΣΗ : Η ικανότητα των οργανισμών να διατηρούν σχετικά σταθερό το εσωτερικό τους περιβάλλον παρά τις ευρείες μεταβολές των εξωτερικών περιβαλλοντικών συνθηκών.

homeostasia : A capacidade de um organismo manter um ambiente interno relativamente estável face a forças externas muito varáveis.

homeostas: Förmågan att upprätthålla en relativt stabil intern miljö inom en organism under starka yttre miljöförändringar

Was this helpful?
A graph of a frequency distribution obtained by constructing rectangles whose bases coincide with the class intervals and whose areas are proportional to the class frequencies; when class intervals are equal the rectangle height is also proportional to class frequency.


ΙΣΤΟΓΡΑΜΜΑ: Γραφική παράσταση της κατα- νομής των συχνοτήτων των κλάσεων τιμών μιας μεταβλητής. Αποτελείται από ορθογώνια, των οποίων οι βάσεις συμπίπτουν με το εύρος των κλάσεων και των οποίων το εμβαδόν είναι ανάλογο με τη συχνότητα των κλάσεων. Οταν το εύρος των κλάσεων είναι ίσο, τότε η συχνότητα των κλάσεων είναι ανάλογη προς το ύψος των ορθογωνίων.

histograma : Um gráfico de distribuição de frequências obtido pela construção de rectângulos cujas bases coincidem com os intervalos das classes e cujas áreas são proporcionais às frequências da classe; quando os intervalos de classe são iguais a altura do rectângulo é também proporcional à frequência da classe.

histogram: En graf av en frekvensfördelning som fås genom att man konstruerar rektanglar där basen sammanfaller med klassintervall och arean är proportionell mot klassfrekvensen. I fall då klassintervallen är lika stora så avspeglar även rektangelhöjden klassfrekvensen.

Was this helpful?
Those organisms that are permanent members of the plankton.


Ολοπλαγκτόν : Οι οργανισμοί οι οποίοι είναι μόνιμα μέλη του πλαγκτόν.

holoplâncton: Organismos que são elementos permanentes do plâncton.

holoplankton: Organismer som är en bestående del av plankton.

Was this helpful?
The intersection of the plane of mean high water with the shore. The shore line delineated of the nautical charts of the Coast and Geodetic Survey is an approximation to the high water line.


ΓΡΑΜΜΗ ΠΛΗΜΜΗΣ: Η τομή του επιπέδου της μέσης πλήμμης με την ακτή. Η ακτογραμμή των ναυτικών χαρτών της "Coast and Geodetic Survey" είναι μια προσέγγιση της γραμμής της πλήμμης.

linha da maré alta : A intersecção do linha da meia maré com a costa. A linha de costa delineada nas cartas náuticas da costa e estudos geodésicos são uma aproximação à linha de maré alta.

högvattenlinje: Brytpunkten mellan medelhögvattennivån och stranden. Strandlinjen på kartor över kusten utgörs av en uppskattning av högvattenlinjen.

Was this helpful?
Also called high tide; the maximum height reached by a rising tide. The height may be caused solely by the periodic tidal forces or it may have had superimposed upon it the effects of prevailing meteorological conditions.


ΠΛΗΜΜΗ: Η μέγιστη στάθμη της παλίρροιας. Είναι αποτέλεσμα των περιοδικών παλιρροιακών δυνάμεων στις οποίες, σε ορισμένες περιπτώσεις προστίθενται η επενέργεια των μετεωρολογικών συνθηκών που επικρατούν.

maré alta - maré cheia - preia-mar : Também chamada preia-mar; A altura máxima que uma maré atinge. Pode ocorrer devido somente à força periódicas da maré ou ser uma consequência das condições metereológicas prevalescentes.

högvatten: Den högsta nivån som tidvattnet når. Höjden kan påverkas enbart av periodiska tidvattenkrafter men den kan även förstärkas av tillfälliga meteorologiska fenomen.

Was this helpful?
The state of having a pair of dissimilar alleles at one gene locus.


ΕΤΕΡΟΖΥΓΟ: Ατομο που έχει δύο ανόμοια αλληλόμορφα σε ένα γονιδιακό τόπο.

heterozigoso : A condição de ter um par de alelos diferentes no mesmo locus.

heterozygot: Tillstånd när ett genlocus har ett par olika alleler.

Was this helpful?
(1) A general integrated system comprising two or more levels, the higher controlling to some extent the activities of the lower levels. (2) A series of consecutively subordinate categories forming a system of classification, e.g., taxonomic hierarchy.


ΙΕΡΑΡΧIΑ: (1) Γενικό ολοκληρωμένο σύστημα, που αποτελείται από δύο ή περισσότερα επίπεδα, όπου το υψηλότερο επίπεδο ελέγχει ως ένα βαθμό τις δραστηριότητες των κατωτέρων. (2) Σειρά διαδο- χικά εξηρτημένων κατηγοριών που σχηματίζουν ένα σύστημα κατάταξης.

hierarquia : (1) Um sistema geral integrado que compreende dois ou mais níveis, em que o mais elevado controla, até certo ponto, as actividades dos níveis inferiores. ( 2) Uma série de categorias subordinadas consecutivas que formam uma classificação, e.g. Hierarquia taxonómica.

hierarki: Ett godtyckligt integrerat system som omfattar två eller flera nivåer. De högre nivåerna kontrollerar i viss utsträckning de lägre nivåernas aktivitet. (2) En serie av på varandra följande och underordnade kategorier som formar ett klassifikationssystem. T.ex. en taxonomisk hierarki.

Was this helpful?
The presence of distinguishable alleles on homologous chromosomes within an individual. The frequency of occurrence of different alleles can be characteristic of different populations.


ΕΤΕΡΟΖΥΓΩΤIΑ: βλ. ETEPOZYΓO. Ατομο που έχει δύο ανόμοια αλληλόμορφα σε ένα γονιδιακό τόπο.

heterozigosidade : A presença, num indivíduo, de alelos distintivos em cromossomas homólogos. A frequência de ocorrência de alelos diferentes pode caracterizar populações diferentes.

heterozygoti: Närvaron av olika alleler på homologa kromosomer i en individ. Förekomstfrekvensen av olika alleler kan utmärka olika populationer.

Was this helpful?
Organisms that are dependent on organic matter for food.


ΕΤΕΡΟΤΡΟΦΟI ΟΡΓΑΝIΣΜΟI: Οργανισμοί που εξαρτώνται από το οργανικό υλικό για την τροφή τους.

organismos heterotróficos : Organismos que estão dependentes de matéria orgânica como fonte de alimento.

heterotrofa organismer: Organismer som är beroende av organiskt material som föda.

Was this helpful?
Hybrid vigour: the breeding distantly-related individuals may sometimes result in an increase in growth rate, food conversion efficiency, dress-out percentage, or some other desirable characteristic.


ΕΤΕΡΩΣΗ: Υβριδιακό σφρίγος: το αποτέλεσμα της διασταύρωσης ατόμων που διαφέρουν πολύ γενετικά. Ορισμένες φορές η στερέωση βελτιώνει τον ρυθμό αύξησης, την αποδοτικότητα μετατροπής της τροφής, ή άλλα επιθυμητά χαρακτηριστικά.

heterose : Vigor híbrido: os descendentes de indivíduos com parentesco afastado pode por vezes resultar num aumento da taxa de crescimento, eficiência da conversão alimentar, ou qualquer outra característica desejável.

heterosis: Parande av avlägset besläktade individer kan ibland ge upphov till en avkomma med förhöjd tillväxthastighet, energiupptagningsförmåga, energiinnehåll, eller annan önskvärd egenskap.

Was this helpful?
A measure of genetic variance based on genotypic distance.


ΕΤΕΡΟΓΕΝΕIΑΣ, ΔΕIΚΤΗΣ: Μέτρο της γενετικής διασποράς, βασιζόμενο στη γονοτυπική απόσταση.

índice de heterogeneidade : Uma medição da variação genética baseada na distância genótipica.

heterogenitetsindex: Ett mått på genetisk variation baserat på genotypiskt skillnad.

Was this helpful?
Refers to an individual organism which is capable of producing both male and female gametes. In one type of hermaphroditism (simultaneous), functional male and female gametes are produced at the same time; in a second type, consecutive hermaphroditism, a sex change occurs at some point in the life of the individual. Consecutive hermaphroditism is known as protandry when the initial sex is male and protogyny when the initial sex is female; the former is more common than the latter. Hermaphrodit


ΕΡΜΑΦΡΟΔIΤΟΣ: Αναφέρεται σε ένα άτομο ικανό να παράγει τόσο θηλυκούς, όσο και αρσενικούς γαμέτες. Σε έναν τύπο ερμαφροδιτισμού (=σύγχρονο ερμαφροδιτισμό) παράγονται συγχρόνως λειτουργικοί αρσενικοί και θηλυκοί γαμέτες. Σε έναν δεύτερο τύπο, τον διαδοχικό ερμαφροδιτισμό, συμβαίνει αλλαγή φύλου σε κάποιο σημείο της ζωής του ατόμου. Ο διαδοχικός ερμαφροδιτισμός ονομάζεται πρωτανδρία όταν το αρχικό φύλο είναι το αρσενικό και πρωτογυνία όταν το αρχικό φύλο είναι το θηλυκό. Η πρωτανδρία είναι συνηθέστερη της πρωτ

hermafrodita : Referente a um organismo individual capaz de produzir gâmetas masculinos e femininos. Num tipo de hermafroditismo (simultâneo), gâmetas funcionais masculinos e femininos são produzidos ao mesmo tempo; noutro tipo, hermafroditismo consecutivo, num certo ponto da vida do indivíduo ocorre uma mudança de sexo. O hermafroditismo consecutivo é conhecido como protandria quando o organismo é inicialmente masculino e protogenia quando feminino; O primeiro é mais comum que o segundo. O hermafroditismo oc

hermafrodit: En individ som kan framställa både manliga och kvinnliga gameter (könsceller). I en typ av hermafroditism (simultan) framställs manliga och kvinnliga gameter samtidigt; i en annan typ, sekventiell hermafroditism, inträffar könsbyte under individens liv. Sekventiell hermafroditism där individen föds som hane kallas protandrisk, och som hona -protogynisk. Det första är vanligare än det senare. Hermafroditism förekommer inom 18 familjer av fisk och är vanligt förekommande bland ryggradslösa djur. E

Was this helpful?
A coefficient estimating the influence of hereditary factors as opposed to the influence of environmental factors, on an organisms phenotype. This is taken from measuring the observed variation in phenotype of a single isogenic population under limited environmental variation during the study.


ΚΛΗΡΟΝΟΜΗΣΙΜΟΤΗΤΑΣ, ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΗΣ: Συντελεστής που εκφράζει την επίδραση στον φαινότυπο των κληρονομικών παραγόντων σε σύγκριση με τους περιβαλλοντικούς παράγοντες. Εκτιμάται από την παρατηρούμενη ποικιλότητα του φαινοτύπου σε έναν ισογονικό πληθυσμό, κάτω από περιορισμένη περιβαλλοντική ποικιλότητα.

coeficiente de hereditabilidade : Um coeficiente estimativo da influência dos factores hereditários em oposição à influência dos factores ambientais no fenótipo de um organismo. É obtido da medição da variação observada no fenótipo de uma única população isogénica sob uma variação ambiental limitada durante o estudo.

ärftlighetskoefficient: En koefficient som uppskattar ärftliga faktorers (till skillnad från omvärldsfaktorers) inverkan på en organisms fenotyp. Ärftlighetskoefficienten uppskattas genom att mäta den observerade variationen hos fenotyper inom en isogen population, i en studie där omvärldsfaktorernas variation begränsas.

Was this helpful?
(1) The capacity of being inherited. (2) That part of the phenotypic variability that is genetically based, usually expressed as the ratio of genetic variance to phenotypic variance.


ΚΛΗΡΟΝΟΜΗΣΙΜΟΤΗΤΑ: (1) Η ικανότητα κληρονομικής μεταβίβασης. (2) Το κλάσμα της φαινοτυπικής ποικιλότητας που έχει γενετική βάση, το οποίο συνήθως εκφράζεται ως ο λόγος της γενετικής διασποράς προς τη φαινοτυπική διασπορά.

hereditabilidade: (1) A capacidade de ser herdado. (2) A parte da variabilidade fenótipica de origem genética, normalmente expressa como a taxa de variação genética sobre a variação fenótipica.

ärftlighet: (1)Möjligheten att ärvas. (2) Delen av den fenotypiska variationen som baseras på gener. Denna uttrycks vanligtvis som kvoten mellan den genetiska och fenotypiska variansen.

Was this helpful?
The mechanism of transmission of specific characters or traits from parent to offspring.


ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΟΤΗΤΑ: Ο μηχανισμός της μεταβίβασης των ειδικών χαρακτήρων ή γνωρισ- μάτων από τους γονείς προς τους απογόνους.

hereditariedade : O mecanismo de transmissão de carácteres ou características específicas dos progenitores para os descententes.

arv: Mekanism där vissa karaktärer eller egenskaper överförs från förälder till avkomma.

Was this helpful?
Plant-eating; the term is also used in a general way to embrace the habit of many organisms that feed on algae (algivorous), or phytoflagellates. In its widest sense, the term is occasionally used to include organisms that feed also on bacteria (bacterivorous).


ΦΥΤΟΦΑΓΟΣ: Ο όρος συχνά χρησιμοποιείται, όχι μόνο για τους οργανισμούς που τρώνε φυτά, αλλά και με ευρύτερη έννοια για οργανισμούς που τρέφονται με φύκη (φυκοφάγοι) ή με φυτομαστιγωτά. Στην ευρύτατη έννοιά του ο όρος χρησιμοποιείται και για τους οργανισμούς που τρέφονται με βακτήρια.

herbívoro : Que se alimentam de plantas; o termo é também utilizado, de um modo mais generalista, para incluir os organismos que se alimentam de algas (algívoros), ou fitoflagelados. No seu sentido mais amplo, o termo é ocasionalmente utilizado para inclir organismos que se alimentam também de bactérias (bacterívoros).

växtätande: Plant-eating; the term is also used in a general way to embrace the habit of many organisms that feed on algae (algivorous), or phytoflagellates. In its widest sense, the term is occasionally used to include organisms that feed also on bacteria (bacterivorous).

Was this helpful?
Any material which contains highly toxic compounds, e.g., metallic elements of high specific gravity, radioactivity, etc.


Επικίνδυνα απόβλητα : Οποιαδήποτε ύλη που περιέχει συστατικά υψηλής τοξικότητας, όπως μεταλλικά στοιχεία συγκεκριμένου ειδικού βάρους, ακτινοβολίας κ.α.

resíduos perigosos: Qualquer material que contem compostos altamente tóxicos, e.g., elementos metálicos de elevada gravidade específica, radioactividade, etc.

farligt avfall: Avfall som innehåller toxiska föreningar.

Was this helpful?
A heterotrophic animal that consumes plants almost exclusively.


ΦΥΤΟΦΑΓΟ: Ετερότροφο ζώο, που τρέφεται σχεδόν αποκλειστικά με φυτά.

herbívoro : Um animal heterotrófico que consome quase exclusivamente plantas.

herbivor: Ett heterotroft djur som nästan uteslutande livnär sig på växter. växtätande 937 Termen används i allmänna ordalag även för att beskriva organismer som äter alger eller fytoflagellater. I sin bredaste betydelse används termen även ibland för att beskriva organismer som äter bakterier (bakterievorer).

Was this helpful?
A process by which an embryo leaves the egg envelope(s). (N.B., an egg cannot hatch, it is an embryo that hatches.)


ΕΚΚΟΛΑΨΗ: η διαδικασία με την οποία το έμβρυο εγκαταλείπει το κέλυφος του αυγού (η εκκόλαψη αναφέρεται στο έμβρυο και όχι στο αυγό)

eclosão : Processo através do qual um embrião deixa o ovo . (N.B. Um ovo não eclode, é o embrião que eclode)

kläckning: Processen där ett embryo lämnar det inneslutande ägget. Märk att i egentlig mening är det inte ägget som kläcks, det är embryot.

Was this helpful?
A plant that grows in soil containing a high concentration of salt.


Αλόφυτα : Ένα φυτό που αναπτύσσεται σε έδαφος που περιέχει μεγάλη συγκέντρωση άλατος.

halófita : Planta que cresce em solos contendo uma elevada concentração de sal.

halofyt: Växt som växer i salthaltig jord med.

Was this helpful?
A layer characterized by a sharp increase in salinity with depth.


ΑΛΟΚΛIΝΕΣ: Στρώμα που χαρακτηρίζεται από απότομη αύξηση της αλατότητας σε συνάρτηση με το βάθος.

haloclina: Uma camada caracterizada por um aumento rápido da salinidade com a profundidade.

haloklin: Vertikal zon i havet där salthalten förändras snabbt med djupet.

Was this helpful?
Organic hydrocarbon compounds that are persistent in the environment, such as fluorine, chlorine, bromine, and iodine.


Αλογόνα: Συστατικά των οργανικών υδρογονανθράκων τα οποία βρίσκονται στο περιβάλλον, όπως το φθόριο, το χλώριο, το βρώμιο και το ιώδιο.

halogéneos: Compostos de hidrocarbonetos orgânicos que são persistentes no meio ambiente, tais como o flúor, cloro, bromo e iodo.

halogener: Kolhydrater som är beständiga i miljön, t.ex ädelgaserna.

Was this helpful?
(1) The time for the activity of a radionucleide to lose half of its value by decay. (2) The survival time of half the individual components of an unstable system. (3) The time taken for an individual or biological system to eliminate one-half of a given substance introduced to it.


ΗΜIΖΩΗ: (1) Ο χρόνος που απαιτείται για να μειωθεί στο ήμισυ της αρχικής της τιμής η ενεργότητα μιας ριαδιενεργού ουσίας που διασπάται (μεταστοιχειώνεται). (2) Ο χρόνος επιβίωσης των μισών από τα επί μέρους συστατικά ενός ασταθούς συστήματος. (3) Ο χρόνος που απαιτείται ώστε ένα άτομο ή βιολογικό σύστημα, να εξαλείψει τη μισή ποσότητα μιας ένωσης που εισάγεται σαυτό.

meia-vida : (1) O tempo de actividade de radionúcleideo rádio para perder metade do seu valor por decomposição. (2) O tempo de sobrevivência de metade dos componentes individuais de um sistema instável. (3) O tempo que leva um indivíduo ou sistema biológico a eliminar metade de uma daterminada substância introduzida no mesmo.

halveringstid: (1) Den tid det tar för hälften av atomkärnorna i ett radioaktivt grundämne att sönderfalla. (2) Överlevnadstiden hos hälften av beståndsdelarna hos ett instabilt system. (3) Den tid det tar för hälften av ett ämne som kommit in i en organism att utsöndras eller brytas ned.

Was this helpful?
Mean tide.


Μισή παλίρροια : Μέση παλίρροια.

meia maré : Maré média.

medeltidvattensnivå: Medelhöjd för tidvattnet.

Was this helpful?
Mean tide level.


Επίπεδο μισής παλίρροιας: Επίπεδο Μέσης παλίρροιας.

nível de meia maré: Nível de maré média.

medeltidvattensnivå: Medelhöjd för tidvattnet.

Was this helpful?
The simplest form of learning in which the reduction or loss of a response to a stimulus occurs as a result of repeated stimulation which is not followed by any kind of reinforcement.


ΕΞΟIΚΕIΩΣΗ: Η απλούστερη μορφή μάθησης. Συνιστάται στην μείωση ή και απώλεια των αντιδράσεων σε ένα ερέθισμα, όταν αυτό επαναλαμβάνεται χωρίς η δράση του να ενισχύεται.

habituação : A forma mais simples de aprendizagem em que a redução ou perda de uma resposta a um estímulo ocorre como resultado de uma estimulação repetida a qual não é seguida por qualquer espécie de reforço.

habituering: Den enklaste formen av inlärning i vilken en respons avtar eller uteblir helt till följd av upprepad stimuli som inte efterföljs av någon form av förstärkning.

Was this helpful?
The ocean depths below 6000 m.


Αδιαία ζώνη : Το βάθος των ωκεανών το οποίο είναι μικρότερο από 6000 m.

zona hadal: Profundidades oceânicas abaixo dos 6000 m.

hadala regionen: Havsdjup under 6000m.

Was this helpful?
(1) The locality, site and particular type of local environment occupied by an organism. (2) Those plants, animals, and physical components of the environment which constitute the natural food, the physico- chemical conditions, and cover the requirements of organisms.


ΕΝΔIΑIΤΗΜΑ: (1) Η τοποθεσία, περιοχή και ο ιδιαίτερος τύπος του τοπικού περιβάλλοντος που καταλαμβάνεται από έναν οργανισμό. (2) Τα φυτά, ζώα και φυσικά συστατικά του περιβάλλοντος, τα οποία συνιστούν τη φυσική τροφή, τις φυσικοχημικές συνθήκες, και καλύπτουν τις απαιτήσεις των οργανισμών.

habitat: (1) uma localidade, sítio e tipo particular de ambiente local ocupado por um organismo. (2) As plantas, animais e componentes físicos do ambiente que constituem a alimentação natural, as condições físico-químicas, e que cobrem as necessidades dos organismos.

habitat: (1) Livsmiljön, platsen och den specifika lokala miljön som ockuperas av en organism. (2) Växterna, djuren och de fysikaliska förhållanden hos miljön som bestämmer vilket samhälle (arter) som kommer att finnas där.

Was this helpful?

Contact us

Please contact AMC Limited for any queries:

  • Hot line: +353 1 874 7088
You are here: Home Resources & Services Multilingual glossaries GLOSSARIES