AMC LIMITED

E

External to or having its origin outside of an individual, group or system.


ΕΞΩΓΕΝΗΣ : Εξωτερικός ή προερχόμενος από εξωτερική πηγή ως προς έναν οργανισμό, μια ομάδα ή ένα σύστημα.

extrínseco : Externo ou que tem a sua origem fora de um indivíduo, grupo ou sistema.

yttre: Utanför, eller har sitt ursprung utanför, en individ, grupp eller system.

Was this helpful?
A measure of the degree of attenuation of light within a liquid column.


ΕΞΑΣΘΕΝIΣΗΣ, ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΗΣ: Μέτρο του βαθμού εξασθένισης του φωτός σε μια στήλη νερού.

coeficiente de extinção : A medição do grau de atenuação da luz dentro de uma coluna de líquido.

utdöendekoeficient: Mått av förtunningsgraden hos ljus inom en vattenkolumn.

Was this helpful?
(1) The process of elimination, as of less fit genotypes. (2) The disappearance of a species or taxon from a given habitat or biota, not precluding later recolonization from elsewhere.


ΕΞΑΦΑΝIΣΗ: (1) Η διαδικασία της εξάλειψης, όπως π.χ. εμφάνιση των λιγότερο αρμοσμένων γονο- τύπων. (2) Η εξαφάνιση ενός είδους ή τάξου από ένα ενδιαίτημα ή την πανίδα και χλωρίδα, που δεν αποκλείει μεταγενέστερη επαναποίκηση από αλλού.

extinção : (1) O processo de eliminação, como para o caso dos genótipos menos aptos. (2) O desaparecimento de uma espécie ou grupo taxonómico de um dado habitat ou biota, não excluindo uma posterior recolonização com individuos provenientes de outro local.

utrotning: (1) Elimeringsprocess av genotyper med sämre fitness (2) Utdöendet av en art eller taxon i en habitat eller biotop, utan att utesluta senare återkolonisering från någon annanstans.

Was this helpful?
Products of the metabolic activity of marine organisms (i.e. phyto- plankton) which are released in the water and which may affect the distribution of other organisms.


Εξωτερικοί μεταβολίτες: Παράγωγα του μεταβολισμού των θαλάσσιων οργανισμών (π.χ. φυτοπλαγκτόν) και τα οποία απελευθερώνονται στο νερό και μπορούν να επηρεάσουν την κατανομή άλλων οργανισμών.

metabolitos externas: Produtos da actividade metabólica dos organismos marinhos ( i.e. fitoplancton ) que são libertados na água e que podem afectar a distribuição de outros organismos.

externa metaboliter: Produkter av marina organsimers (t.ex fytoplankton) metaboliska aktiviteten, som släpps i vattnet och kan påverka andra arters utbredning.

Was this helpful?
Extensive culture operations are characterized by: (a) a low degree of control, i.e., of environment, nutrition, predators, competitors, disease agents; (b) low initial costs, low-level technology and low production efficiency; (c) high dependence on local climate and water quality; use of natural water bodies (ponds, bays, embayments) and of natural, often unspecified, food organisms.


ΕΚΤΑΤIΚΗ ΚΑΛΛIΕΡΓΕIΑ: Οι εκτατικές καλλιέργειες χαρακτηρίζονται από: (α) μικρό βαθμό ελέγχου, π.χ., του περιβάλλοντος, της διατροφής, των θηρευτών, των ανταγωνιστών, των παθογόνων παραγόντων; (β) μικρό αρχικό κόστος, χαμηλού επιπέδου τεχνολογία και χαμηλή παραγωγικότητα; (γ) μεγάλη εξάρτηση από το τοπικό κλίμα και την ποιότητα του νερού, χρήση φυσικών υδατο- συλλογών (λιμνοδεξαμενών, κόλπων, όρμων) και φυσικών οργανισμών (συχνά απροσδιόριστων) ως τροφή.

cultura extensiva : As culturas extensivas são caracterizadas por: (a) baixo grau de controlo, i.e. do ambiente, nutrição, predadores, competidores, agentes portadores de doenças; (b) baixos custos iniciais, baixo nível de tecnologia e baixa eficiência produtiva; (c) elevada dependência do clima local e da qualidade da água; utilização de massas de água naturais (tanques, baías) e de alimento natural, muitas vezes não especificado.

intensivodling: Omfattande odlingsverksamheter karakteriseras genom: (a) dålig möjlighet till kontroll t.ex av miljön, näring, predatorer, konkurrenter, smittobärare; (b) låga initiella kostnader, enkel teknik, och låg produktionseffektivitet; (c) starkt beroende på den lokala klimaten och vattenkvaliteten; använder naturliga vattenmassor (dammar, vikar, buktar).

Was this helpful?
Term used for introduced species.


ΕΞΩΤIΚΑ ΕIΔΗ: Ορος που χρησιμοποιείται για τα εισαγόμενα είδη.

espécies exóticas : Termo utilizado para espécies introduzidas. Espécie não indígena. Qualquer espécie intencionalmente ou acidentalmente transportada e libertada pelo homem num ambiente fora do seu alcance actual.

exotisk art: Term som används för att beskriva introducerade arter.

Was this helpful?
The process of discharging waste matter.


ΑΠΕΚΚΡIΣΗ: Η αποβολή αποβλήτων υλικών.

excreção: O processo de descarga de desperdícios.

exkretion: Utsöndring av avfallsprodukter (exkret).

Was this helpful?
A measure of species abundance distributions that shows the degree of dominance by a few species.


Ομαλότητα : Μια μέτρηση της κατανομής της εγκατάλειψης των ειδών που δείχνει τον βαθμό επικράτησης από λιγοστά είδη.

uniformidade : Medida da distribuição da abundância das espécies que mostra o grau de domínio por algumas espécies.

jämnhet: Ett mått på artspridning som visar styrkan på vissa arters dominans.

Was this helpful?
A state of nutrient enrichment of a water body that could lead to excessive growth of organisms and depletion of oxygen concentration.


Ευτροφισμός: Μια κατάσταση εμπλουτισμό του υδάτινου σώματος με θρεπτικά συστατικά η οποία θα μπορούσε να οδηγήσει σε υπερβολική ανάπτυξη των οργανισμών και κατ΄ επέκταση στη μείωση της συγκέντρωσης οξυγόνου.

eutrofia : Estado de enriquecimento de uma massa de água por nutrientes que pode conduzir a um crescimento excessivo de organismos e a um esgotamento da concentração de oxigénio.

eutrofi: Utveckling mot mera näringsrika förhållanden i en vattenmassa som kan leda till hög algtillväxt och syrebrist.

Was this helpful?
The transition from a liquid to a vapour state; the process by which moisture is lost as vapour.


ΕΞΑΤΜIΣΗ: Η μετάβαση από την υγρή στην αέρια φάση. Μείωση της υγρασίας με την μετατροπή της σε ατμό.

evaporação : A transição de um estado líquido para o estado de vapor; o processo pelo qual a humidade se perde sob a forma de vapor.

avdunstning: Överförande av fast eller flytande materia, vanligen vatten, i gasform; processen där vätska omvandlas till ånga.

Was this helpful?
Natural or artificial nutrient enrichment in a body of water, associated with extensive plankton blooms and subsequent reduction of dissolved oxygen.


ΕΥΤΡΟΦIΣΜΟΣ : Φυσικός ή τεχνητός εμπλουτισμός σε θρεπτικά υλικά μίας υδατοσυλλογής, που συνήθως χαρακτηρίζεται από εκρηκτική άνθιση (bloom) πλαγκτού και επακόλουθη μείωση του διαλυμένου οξυγόνου.

eutrofização: Enriquecimento nutricional, natural ou artificial, de uma massa de água, associado a blooms extensivos de plâncton e subsequente redução de oxigénio dissolvido.

eutrofiering: Naturlig eller artificiell näringsberikning i en vattensmassa som förknipas med omfattande planktonblomningar och den påföljande reduktionen i löst syre.

Was this helpful?
Used of organisms that are capable of osmoregulating in a relatively wide range of salinities. The eel (Anguilla anguilla) and Atlantic salmon (Salmo salar) are classified as euryhaline.


ΕΥΡΥΑΛΟΣ : Χρησιμοποιείται για οργανισμούς που έχουν την ικανότητα ωσμωρρύθμισης σε ένα σχετικά μεγάλο εύρος αλατότητας. Το χέλι (Anguilla anguilla) και ο σολομός του Ατλαντικού (Salmo salar) κατατάσσονται στα ευρύαλα είδη.

eurialinos: Termo utilizado em relação a organismos capazes de osmo-regulação numa escala de salinidades relativamente ampla. A enguia (Anguilla anguilla) e o salmão (Salmo salar) são classificados como eurialinos.

euryhalin: Används för att beskriva organismer som har förmågan att osmoreglera i en mängd olika salthalter. Ålen (Anguilla anguilla) och atlantiska laxen (Salmo salar) klassificeras som euryhalina.

Was this helpful?
For the purpose of biological investigations, it is convenient to consider the sea as divided vertically into three zones with respect to the amount of light that is present. These are: (a) the euphotic zone, which is abundantly supplied with light sufficient for the photosynthetic processes of plants (in oceans down to 80 m); (b) the disphotic zone, which is only dimly lighted and extends in the open ocean from about 80 m to 200 or more metres. No effective plant production can take pla


ΕΥΦΩΤIΚΗ ΖΩΝΗ: Προς διευκόλυνση των βιολογικών ερευνών είναι σκόπιμη η διάκριση τριών θαλασσίων ζωνών ανάλογα με την ένταση του διεισδύουντος φωτός, τη θάλασσα ως υποδιαιρούμενη σε τρεις ζώνες, ανάλογα με την ποσότητα φωτός. Αυτές είναι: (α) Η ευφωτική ζώνη, στην οποία υπάρχει άφθονο φως, επαρκές για τις φωτοσυνθετικές διαδικασίες των φυτών σε θαλάσσιο βάθος ως 80 m). (β) Η δυσφωτική ζώνη, η οποία φωτίζεται μόνο αμυδρά και εκτείνεται στις ανοιχτές θάλασσες από τα 80 m ως τα 200 m ή και περισσότερο. Εδώ δεν

zona eufótica : Para fins de investigação biológica, é conveniente considerar o mar como dividido verticalmente em três zonas com respeito à quantidade de luz presente. Existem: (a) a zona eufótica, com luz abundante e suficiente para os processo fotossintéticos das plantas (nos oceanos até aos 80m); (b) zona disfótica, apenas vagamente iluminada e que se entende, em oceano aberto, dos 80m até aos 200 ou mais metros. A produção por parte das plantas não ocorre nesta zona; (c) zona afótica, a zona sem luz abaixo

eufotiska zonen: När man utför biologiska studier är det praktiskt att dela havet i tre vertikala zoner med avseende på ljusmängden. Dessa zoner är: (a) eufotiska zonen, tar emot tillräckligt med ljus för att kunna driva fotosyntesen hos växter (ner till 80m i haven); (b) disfotiska zonen, tar emot lite ljus och sträcker sig från en djup på ungefär 80m till ungefär 200m. Ingen effektiv växtproduktion kan ske i denna zon; (c) afotiska zonen, den mörka regionen under disfotiska zonen. Storleken på den eufotiska zo

Was this helpful?
That part of a river where the current meets ocean waters and is subject to its effects.


ΠΟΤΑΜΟΚΟΛΠΟΣ: Το μέρος του ποταμού, στο οποίο το ρεύμα του συναντά τις ωκεανικές παλίρροιες και υπόκειται στην επίδρασή τους.

estuário : A parte de um rio onde a corrente encontra águas oceânicas e fica sujeita aos seus efeitos.

estuarium: Område där en flod strömmar ut mot havsvattnet och blandas med den.

Was this helpful?
A situation in which differences in thermal stability correspond to different benthic communities.


Επίπεδο: Σύστημα υποδιαίρεσης θαλάσσιας περιοχής χρησιμοποιώντας διαφορές στα θερμικά χαρακτηριστικά της στήλης του νερού καθώς και των ιζημάτων του βυθού στα οποία υπάρχουν διαφορετικές βενθικές κοινωνίες.

estádio: Um sistema de subdivisão do ambiente marinho utilizando as diferenças nas características térmicas da coluna de água e do sedimento na superfície do oceano habitado por diferentes comunidades bentónicas.

etage: Situation varvid skillnader i värmestabilitet motsvarar olika bentiska samhällen.

Was this helpful?
Deviation from a correct standard.


Πλανώμενο: Η απόκλιση από ένα σωστό δεδομένο.

erro: Desvio de uma norma correcta.

felaktig: Avvikelse från normen.

Was this helpful?
An introduced organism with a permanent population(s), i.e., one unlikely to be eliminated by man or by natural causes.


ΕΓΚΑΘIΔΡΥΜΕΝΟ ΕIΔΟΣ: Ενας εισηγμένος οργανισμός που έχει μόνιμο πληθυσμό (-ούς), δηλ. πληθυσμό που είναι απίθανο να εξαλειφθεί από τον άνθρωπο ή φυσικές αιτίες.

espécie confirmada : Um organismo introduzido com uma população permanente, i.e. improvável de ser eliminada pelo homem ou por causas naturais.

etablerad art: Introducerad art med bestående populationer, dvs, det är osannolikt att arten kommer att dö ut på grund av mänskliga eller naturliga orsaker.

Was this helpful?
The phenomenon of wearing away the surface of a material by the hydraulic action of a moving stream of fluid.


ΔIΑΒΡΩΣΗ : Το φαινόμενο της αποσάθρωσης της επιφάνειας ενός υλικού από την υδραυλική δράση ενός κινούμενου ρεύματος ρευστού. (Βλ. επίσης Αποσυνθεση (σηψη) των πτερυγιων).

erosão : O fenómeno de desgaste da superfície de um material pela acção hidraúlica de uma corrente de um fluido.

erosion: Process där ytan hos en material nöts ner genom den hydrauliska kraften hos en strömmande vattenmassa; jfr. finrot.

Was this helpful?
Either of the two occasions each year (March, September) when the sun crosses the equator, producing days and nights of equal duration.


ΙΣΗΜΕΡΙΑ: Κάθε μία από τις δύο περιόδους έτους (Μάιος, Σεπτέμβριος), κατά τις οποίες ο ήλιος διέρχεται φαινεμονικά υπεράνω του ισημερινού, με αποτέλεσμα η ημέρα και η νύχτα να έχουν ίση διάρκεια.

equinócio : Qualquer das duas ocasiões anuais (Março, Setembro) em que o sol atravessa o equador, produzindo dias e noites de igual duração.

dagjämning: En av två tidpunkter varje år (mars, september) där solen korsar ekvatorn och tiden mellan solens upp- och nedgång är exakt ett halvt dygn.

Was this helpful?
Tides occurring semi-monthly as the result of the moon being over the equator. At these times the tendency of the moon to produce a diurnal inequality in the tide is at a minimum.


ΙΣΗΜΕΡΙΝΕΣ ΠΑΛΙΡΡΟΙΕΣ: Παλίρροιες που εμφανίζονται ανά δεκαπενθήμερο, ως αποτέλεσμα της θέσης της σελήνης πάνω από τον ισημερινό. Σ ευτές τις περιόδους η ικανότητα της σελήνης να προκαλεί ανά δωδεκάωρο διαταραχή της παλίρροιας ελαχιστοποιείται.

marés equatoriais : Marés que ocorrem semi-mensalmente em resultado da lua se encontrar posicionada sobre o equador. Nestas alturas a tendência da lua para originar uma desigualdade diária na maré é mínima.

ekvatorialtidvatten: Tidvattensströmmar som sker två gånger i månaden på grund av att månen befinner sig över ekvatorn. Vid dessa tidspunkter så är den dagliga olikheten minimal.

Was this helpful?
A tide of high amplitude occurring when the sun is at or near the equinox.


ΙΣΗΜΕΡΙΑΣ, ΠΑΛΙΡΡΟΙΑ: Παλίρροια μεγάλου εύρους που εμφανίζεται όταν ο ήλιος βρίσκεται στην ισημερία.

maré equinocial : Uma maré de grande amplitude que ocorre quando o sol está no, ou perto do, equinócio.

equinoctilt tidvatten: Tidvattencykel med stor amlitud som sker vid dagjämningpunkterna.

Was this helpful?
A plant attached to another plant purely for support, for example, small algae on laminar .


ΕΠIΦΥΤΟ: Φυτό προσαρτημένο πάνω σε ένα άλλο απλώς και μόνο για στήριξη (π.χ. μικροφύκη πάνω σε ελασματοειδή φύκη).

epífito : Uma planta agregada a outra meramente para apoio, por exemplo, pequenas algas sobre laminarias.

epifyt: Växt som fäster sig på en annan växt enbart för stöd, till exempel, småalger på en laminarväxt.

Was this helpful?
Organisms living on the surface of a sandy substratum or on the surface of the sand particles.


ΕΠIΨΑΜΜΟ: Οργανισμοί που ζουν στην επιφάνεια αμμώδους υποστρώματος ή στην επιφάνεια των σωματιδίων της άμμου.

episammon : Organismos que vivem na superfície de um substracto arenoso ou na superfície de partículas de areia.

epipsammon: Organismer som lever på ytan av en sandig substrat eller på ytan hos sandpartiklarna.

Was this helpful?
Pertaining to that portion of the oceanic zone from the surface to about 200m depth into which enough light penetrates to allow photosynthesis.


ΕΠIΠΕΛΑΓIΚΟΣ: Ο αναφερόμενος στο θαλάσσιο στρώμα από την επιφάνεια μέχρι βάθους 200 m, μέσα στο οποίο διεισδύει αρκετό φως για φωτοσύνθεση.

epipelágico : Que pertence à parte da zona oceânica desde a superfície até cerca de 200m de profundidade até onde penetra luz suficiente para permitir a fotossíntese.

epipelagisk: Syftar på den del av havet, som sträcker sig från ytan till ett djup på ungefär 200m, där tillräckligt med ljus penetrerar för att tillåta fotosyntetisering.

Was this helpful?
The animal life inhabiting a substrate surface.


Επιπανίδα : Ο αριθμός ζώων που κατοικούν σε μια υποστρωματική επιφάνεια.

epifauna: A vida animal que habita a superfície de um substracto.

epifauna: Total djurlivet djur som lever på substratytan.

Was this helpful?
The plant life living on the surface of the sea floor.


Επιχλωρίδα: Η φυτική ζωή που βρίσκεται στην επιφάνεια του πυθμένα της θάλασσας.

epiflora: A vida vegetal que vive na superfície do fundo do mar.

epiflora: Total växtlivet som lever på ytan av havsbottnen.

Was this helpful?
The benthic organisms living on the surface of the sea bed or lake floor.


ΕΠIΒΕΝΘΟΣ: Η βιοκοινωνία που ζει επί της επιφανείας του πυθμένα της θάλασσας ή των λιμνών.

epibentos : Organismos bentónicos que vivem na superfície do fundo do mar ou de um lago.

epibentos: Bentiska organismer som lever på ytan av havsbotten eller sjöbotten.

Was this helpful?
The benthic organisms living on the surface of the sea bed or lake floor.


ΕΠIΒIΟΤIΚΟΣ: Οργανισμός που ζει προσ- κολλημένος πάνω σε άλλο οργανισμό, αλλά χωρίς να του προκαλεί βλάβη ή να του παρέχει όφελος.

epibiótico : Organismos bentónicos que vivem na superfície do fundo do mar ou de um lago.

epibios: Bentiska organismer som lever på ytan av havsbotten eller sjöbotten.

Was this helpful?
Lasting for only one day; short-lived or transient, as in an organism or life stage that grows, reproduces and dies within a few hours or days.


ΕΦΗΜΕΡΟΣ: Ο διαρκών μόνο μία μέρα. Βραχύβιος ή μεταβατικός, όπως ένα στάδιο της ζωής ή ένας οργανισμός που αυξάνεται, αναπαράγεται και πεθαίνει μέσα σε λίγες ώρες ή ημέρες.

efémero : Que dura apenas um dia; de vida curta ou transitório, como para o caso de um organismo ou etapa de vida que cresce, reproduz-se e morre em poucas horas ou dias.

efemär: Något som varar endast en dag; kortlivade eller övergående, en organism eller livstadie som utvecklas, reproducerar sig och dör inom loppet av några timmar eller dagar.

Was this helpful?
A protein with catalytic properties; enzymes are present in all living cells, they increase the rate of reactions by lowering the activation energy. Most enzymes are highly specific, require specific conditions (e.g., pH, temperature) for optimum performance and are easily denatured or inactivated.


ΕΝΖΥΜΟ : Πρωτεiνη με καταλυτικές ιδιότητες. Τα ένζυμα υπάρχουν σε όλα τα ζωντανά κύτταρα και αυξάνουν την ταχύτητα των αντιδράσεων μειώνοντας την ενέργεια ενεργοποίησης. Τα περισσότερα ένζυμα είναι πολύ εξειδικευμένα, απαιτούν συγκεκριμένες συνθήκες (π.χ. pΗ, θερμοκρασία) για να έχουν άριστη αποδοτικότητα και μετουσιώνονται/ απενεργοποιούνται εύκολα.

enzima : Uma proteína com propriedades catalíticas; as enzimas estão presentes em todas as células vivas, aumentam a taxa de reacção pela diminuição da energia de activação. A maioria das enzimas são altamente específicas, requerem condições específicas (e.g. pH, temperatura) para um rendimento óptimo e são facilmente desnaturadas ou desactivadas.

enzym: Proteiner med katalytiska egenskaper; enzymer finns i alla levande celler, de ökar reaktionshastigheten genom att sänka aktiveringsenergin. De flesta enzymer är väldigt specifika, kräver specifika förhållanden (t.ex pH, temperatur) för att fungera optimalt och kan enkelt denatureras eller inaktiveras.

Was this helpful?
Chronic stress in an organism due to less than optimum conditions inherent in their environment. Chronic stress can lead to depressed appetites and growth rates as well as heightened susceptibility to disease infection.


ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΚΑΤΑΠΟΝΗΣΗ: Χρόνια καταπόνηση ενός οργανισμού εξαιτίας των μη αρίστων συνθηκών που επικρατούν στο περιβάλλον τους. Η χρόνια καταπόνηση οδηγεί σε μειωμένη όρεξη και ρυθμό ανάπτυξης, καθώς και σε αυξημένη ευαισθησία στις ασθένειες.

stress ambiental : Stress crónico num organismo devido a más condições inerentes ao seu ambiente. O stress crónico pode conduzir a apetite e taxa de crescimento depressivos bem como elevar a susceptibilidade à infecção por doenças.

miljöstress: Kronisk stress i en organism beroende på suboptimala förhållanden i deras miljö. Kronisk stress kan leda till minskad aptit och tillväxthastighet liksom ökad mottaglighet mot sjukdomar.

Was this helpful?
A report or study which evaluates the potential effects or impacts of a proposed development on the ambient environment. The E.I.S. is then submitted to the Planning Authority along with the formal planning application.


ΜΕΛΕΤΗ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΩΝ ΕΠΙΠΤΩΣΕΩΝ: Εκθεση ή μελέτη που αποτιμά τις δυνητικές επιδράσεις ή επιπτώσεις ενός προτεινόμενου αναπτυξιακού έργου στο περιβάλλον. Η μελέτη υποβάλλεται στις αρμόδιες αρχές, μαζί με την επίσημη αίτηση για την εκτέλεση του έργου.

declaração de impacte ambiental : Um relatório ou estudo que avalia os potenciais efeitos ou impactos no ambiente de um projecto de desenvolvimento proposto. A D.I.A. é então submetida ao Ministério do Planeamento juntamente com o formulário de planificação.

miljöpåverkansrapport: Rapport eller studie som utgör en beskrivning av en planerad verksamhet och en bedömning av dess effekter på miljön. Ansökan och miljökonsekvensbeskrivningen skall kungöras och kungörelsen publiceras i ortstidningen så att alla intressenter får tillfälle att reagera.

Was this helpful?
Disease caused by adverse environmental conditions.


ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΑΣΘΕΝΕΙΑ: Ασθένεια που προκαλείται από αντίξοες περιβαλλοντικές συνθήκες.

doença ambiental : Doença causada por condições ambientais adversas.

miljörelaterad sjukdom: Sjukdom som orsakas av ogynnsamma miljöförhållanden.

Was this helpful?
A procedure for optimizing the planning and control of major development projects by assessing the likely impacts. This evaluation process is usually carried out by three parties, the Developer, the Public Authorities and the Planning Authorities.


ΕΚΤIΜΗΣΗ ΠΕΡIΒΑΛΛΟΝΤIΚΩΝ ΕΠIΠΤΩΣΕΩΝ: Διαδικασία που αποβλέπει στη βελτιστοποίηση του σχεδιασμού και του ελέγχου των μεγάλων αναπτυξιακών έργων, με την εκτίμηση των πιθανών επιπτώσεων. Στην εκτίμηση αυτή συμμετέχουν κατά κανόνα τρείς φορείς : ο κύριος του έργου, οι αρμόδιες αρχές και το ενδιαφερόμενο κοινό.

avaliação de impacte ambiental: Um procedimento para optimizar o planeamento e controlo de grandes projectos de desenvolvimento através da avaliação de possíveis impactos. Este processo de avaliação é normalmente levado a cabo por três entidades, o técnico de desenvolvimento, as autoridades públicas e de planeamento.

bedömmning av miljöpåverkan: En process där man försöker optimera planneringstadiet och den framtida regleringen av stora verksamheter genom att göra en bedömning om projektets troliga effekter på miljön. Denna utvärderingsprocess upprättas i samråd med länsstyrelsen, andra myndigheter och enskilda intressenter.

Was this helpful?
All the external or internal factors or conditions supporting or influencing the existence or development of an organism or assemblages of organisms.


ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ: Το σύνολο των εξωτερικών ή εσωτερικών παράγοντων ή καταστάσεων που στηρίζουν ή επηρεάζουν την ύπαρξη ή την ανάπτυξη ενός οργανισμού ή συναθροίσεων οργανισμών.

ambiente : Todos os factores ou condições externos ou internos que suportam ou influenciam a existência ou desenvolvimento de um organismo ou associação de organismos.

miljö: Alla externa och interna faktorer eller förhållanden som underhåller och påverkar existensen eller utvecklingen hos en organism eller en samling organismer.

Was this helpful?
The capture and inclusion of organisms into intake water. In power plants, two types of entrainment are recognized: plume entrainment and pump entrainment.


ΣΥΜΠΑΡΑΣΥΡΣΗ: Η παγίδευση οργανισμών μέσα στο νερό εισροής. Στα εργοστάσια παραγωγής ρεύματος αναγνωρίζονται δύο τύποι συμπα- ράσυρσης: θυσάνου (εκροής) και αντλίας.

entrada: A captação e inclusão de organismos na água de entrada. Nas centrais eléctricas, são reconhecidos dois tipos de entradas: sob a forma de pluma ou bombeada.

intag: När organismer fångas upp i intagsvattnet.

Was this helpful?
El Nino Southern Oscillation. Weather oscillation system in the southern hemisphere.


ENSO: Νότια ταλάντωση του El Niño. Καιρική ταλάντωση του συστήματος στο νότιο ημισφαίριο.

ENSO: El Nino Southern Oscillation. Sistema de oscilação do tempo atmosférico no hemisfério sul.

ENSO: Kombination av förkortningen EN för El Niño och förkortningen SO för Southern Oscillation, tillkommen sedan man erfarit att de båda geofysiska fenomenen är olika uttryck för samma skeende.

Was this helpful?
The process of increasing or enhancing some constituent or property, particularly through the addition of certain materials. In aquaculture there are two main usages: (a) the addition of necessary vitamins and minerals to formulated fish diets, to replace those nutrients that may be lost in fishmeal processing and milling and (b) organic or nutrient enrichment, referring to the discharges of organic nutrients to water bodies from aquaculture units.


ΕΜΠΛΟΥΤIΣΜΟΣ: Η αύξηση ή βελτίωση ενός συστατικού ή μιάς ιδιότητας, ιδίως με την προσθήκη ορισμένων υλικών. Στην υδατο- καλλιέργεια, ο όρος έχει δύο σημασίες: (α) προσθήκη των απαραίτητων βιταμινών και μεταλλικών στοιχείων στις βιομηχανικές τροφές, για την υποκατάσταση των θρεπτικών στοιχείων που πιθανώς χάνονται κατά την επεξεργασία των ιχθυαλεύρων, και (β) οργανικός ή θρεπτικός εμπλουτισμός που αναφέρεται στη ρίψη οργανικών θρεπτικών υλικών από μονάδες ιχθυοκαλλιέργειας σε υδατοσυλλογές.

enriquecimento : O processo de aumentar ou melhorar algum constituinte ou propriedade através da adição de certos materiais. Em aquacultura há dois tratamentos principais: (a) a adição às dietas de vitaminas e minerais necessários, de modo a substituir os nutrientes que possam ter sido perdidos no processamento do alimento artificial e (b) enriquecimento, orgânico ou por nutrientes, das águas, devido a descargas de nutrientes orgânicos provenientes das unidades de aquacultura.

berikning: Process där man ökar eller förhöjer en beståndsdel eller egenskap, särskild genom tillsättningen av vissa ämnen. Inom akvakulturen finns det två huvudanvändnigar: (a) tillsättning av nödvändiga vitaminer och mineraler till fiskföda, för att ersätta de ämnen som förloras i fiskmjölsproduktionen och malningsprocessen. (b) tillsättning av organisk material och näringsämnen, syftar till utsläppet av organiska näringsämen från akvakulturer till vattenmassor.

Was this helpful?
Enhancement is defined as the release of fish (e.g. salmon) from a fish culture facility for the puspose of enlarging the wild population. It is not necessarily intended that the fish should be recaptured at any later stage. Enhancement takes a range of forms, that may vary from the seeding of unfed fry into the same locations from which their parents were obtained, to ranching itself. Planting unfed fry is the simplest of enhancement techniques; the level of intervention is relatively low. Ho


ΕΝIΣΧΥΣΗ: Αναφέρεται στην απελευθέρωση ψαριών, π.χ. σολομών, από μια μονάδα υδατοκαλλιέργειας προς τον σκοπό της ενίσχυσης του άγριου πληθυσμού. Δεν υπάρχει ιδιαίτερη σκοπιμότητα για τη σύλληψη των ατόμων σε καποιο μεταγενέστερο στάδιο. Η ενίσχυση παίρνει διάφορες μορφές που ποικίλλουν από τη ρίψη ιχθυδίων (πριν από την έναρξη της διατροφής) στις ίδιες περιοχές από όπου προέρχονται οι γονείς τους, μέχρι το ranching (βλ.λ.). Η απελευθέρωση ιχθυδίων είναι η απλούστερη τεχνική και το επίπεδο παρέμβασης είναι

intensificação/repovoamento : Definido como a libertação de peixe (e.g. salmão) de uma piscicultura com a finalidade de aumentar a população selvagem. Não se pretende necessariamente recapturar os animais numa fase posterior. O repovoamento tem uma amplitude de formas, que podem variar desde semear juvenis nos mesmos locais de onde os seus progenitores foram obtidos, até ao próprio cultivo (q.v.). Semear juvenis é a técnica mais simples; o nível de intervenção é relativamente baixo. No entanto, os padrões de reprodução sã

Utsättning: Utsättning definieras som tillförande av fisk, ex. lax, från en fiskodling för att förstärka den vilda fiskpopulationen. Syftet med detta behöver inte nödvändigtvis vara att kunna återfånga fisken vid ett senare tillfälle. Utsättning förekommer i flera former varierande från utsättning av omatade yngel till samma lokal som deras föräldrar fångades från, till odling. Att sätta ut omatade yngel är den enklaste utsättningstekniken och arbetsinsatsen är tämligen låg. Nackdelen är att parningen är på

Was this helpful?
The passage of energy through the trophic levels of a food chain.


Ροή ενέργειας : Το πέρασμα της ενέργειας μέσω των επιπέδων μιας τροφικής αλυσίδας.

fluxo de energia : A passagem de energia através dos níveis tróficos de uma cadeia alimentar.

energiflöde: Överföringen av energi genom trofinivåerna i en näringskedja.

Was this helpful?
(1) In physics, the capacity to carry out work. (2) In aquaculture, it usually refers to the dietary requirements of aquatic organisms, comprising a certain quantity of joules or calories per day to undertake essential living processes, e.g., growth, reproduction. Consequently, the energy content of diets and fish flesh is of importance.


ΕΝΕΡΓΕIΑ: (1)Στη φυσική, η ικανότητα παραγωγής έργου. (2) Στην υδατοκαλλιέργεια αναφέρεται συνήθως στην διαιτητική ανάγκη των υδρόβιων οργανισμών να λαμβάνουν μια συγκεκριμένη ποσότητα joule ή θερμίδων ανά ημέρα, για την επιτέλεση των βασικών διεργασιών της ζωής, π.χ. αύξηση, αναπαραγωγή. Συνακόλουθα, το ενεργειακό περιεχόμενο των τροφών και της σάρκας των ψαριών είναι σημαντικοί παράγοντες. Βλ. επίσης και Ενεργητικη.

energia : (1) En Física, a capacidade de efectuar trabalho. (2) Em aquacultura, refere-se normalmente a necessidades dietéticas de organismos aquáticos, englobando uma certa quantidade de joules ou calorias por dia de modo a realizar os processos essenciais à vida, e.g. crescimento, reprodução. Consequentemente, a energia das dietas e da carne do peixe é importante; cf. energética.

energi: (1) Inom fysiken är det kapaciteten att genomföra arbete. (2) Inom akvakulturen syftar det till kostbehoven av akvatiska organismer, som består av en viss kvantitet jouler eller kalorier per dag för att kunna genomföra livsviktiga processer t.ex tillväxt, reproduktion. Följaktligen så är energiinnehållet i kosten och fiskkött av stor betydelse jfr. energetik

Was this helpful?
The study of energy transportation and utilization in living systems. This can be studied at various levels of biological organisation; (a) molecular and cellular ; (b) organismic ; (c) population. In aquaculture, energetics is generally used to study the energy efficiencies of growth/reproduction.


ΕΝΕΡΓΗΤIΚΗ: Η μελέτη της χρήσης και της μεταφοράς της ενέργειας στα ζώντα συστήματα. Η μελέτη αυτή μπορεί να γίνει σε διάφορα επίπεδα βιολογικής οργάνωσης: α) μοριακό και κυτταρικό, β) οργανισμικό και γ) πληθυσμιακό. Στην υδατο- καλλιέργεια, η ενεργητική χρησιμοποιείται γενικά για τη μελέτη της ενεργειακής αποδοτικότητας κατά την αύξηση/αναπαραγωγή.

energética : O estudo do transporte e utilização de energia em sistemas vivos. Pode ser estudado em diversos níveis da organização biológica; (a) molecular e celular; (b) orgânica; (c) população. Em aquacultura, a energética é geralmente utilizada para estudar a eficiência energética de crescimento/reprodução.

energetik: Studien av energitransport och användning i levande system . Detta kan studeras på olika biologiska organisationsnivåer; (a) molekylär och cellulär nivå; (b) organismnivå ; (c) populationsnivå. Inom akvakultur används energetik för att studera energieffektiviteten i tillväxt/reproduktion.

Was this helpful?
Used of organisms living within the sediment on the sea bed or lake floor: infauna.


ΕΝΔΟΒIΟΤIΚΟΣ: Χρησιμοποιείται για οργανισμούς που ζουν μέσα στο ίζημα του βυθού των λιμνών ή των θαλασσών: ενδοπανίδα.

endobiótico : Utilizado para organismos que vivem no sedimento marinho ou de um lago; infauna.

endobiotisk: Används för att beskriva organismer som är nedgrävda eller inborrade i sedimentet på havsbotten eller sjöbotten: infauna.

Was this helpful?
Arising or originating from within the organism or system.


ΕΝΔΟΓΕΝΗΣ: Εμφανιζόμενος ή προκύπτων στο εσωτερικό του οργανισμού ή συστήματος.

endógeno : Que provêm ou é originário do interior do organismo ou sistema

endogen: Uppstår inifrån organismen eller systemet.

Was this helpful?
Specific or indigenous to an area; used most often in relation to disease agents and diseases.


ΕΝΔΗΜIΚΟΣ: Χαρακτηριστικός ή ενδογενής σε μια περιοχή. Χρησιμοποιείται συνήθως προκειμένου για ασθένειες ή νοσογόνους παράγοντες.

endémico : Específico ou indígena para uma área; frequentemente utilizado para agentes portadores de doenças e doenças.

endemisk: Specifik för, eller inhemskt i, ett område; används oftast när man syftar på sjukdomar och sjukdomsbärande vektorer.

Was this helpful?
A species threatened with extinction.


ΑΠΕIΛΟΥΜΕΝΟ ΕIΔΟΣ: Είδος που απειλείται με εξαφάνιση.

espécie em perigo : Uma espécie ameaçada de extinção.

hotade arter: Art som hotas av utrotning.

Was this helpful?
(1) The movement of an individual or group out of an area or population. (2) Active movement of cells in response to a stimulus, e.g., macrophages.


ΑΠΟΔΗΜIΑ: Η μετακίνηση ενός ατόμου ή ομάδας έξω από μια περιοχή ή πληθυσμό.

emigração : (1) O movimento de um indivíduo ou grupo para fora de uma área ou população. (2) Movimento activo das células em resposta a um estímulo, e.g., macrófagos (q.v.).

emigration: (1) Förtflyttning av en individ eller grupp ur ett område eller en population (2) Aktiv rörelse av celler i respons till en stimuli, t.ex makrofager (q.v.).

Was this helpful?
The total amount of solid, liquid or gas expelled from a given source.


Εκπομπή : Ο συνολικός αριθμός στερεών, υγρών ή αερίων που αποβάλλονται από μια δεδομένη πηγή.

emissão: A quantidade total de sólidos, líquidos ou gases expelidos por uma dada fonte.

emission: Den total mängden fasta substanser, vätskor eller gaser som avges från en given källa per tidsenhet.

Was this helpful?
A shoreline indentation that forms an open bay.


ΚΟΛΠΟΣ ΑΝΟΙΧΤΟΣ: Ελαφρά καμπύλωση της ακτογραμμής.

baía: Um recorte da linha da costa que forma uma baía aberta.

bukt: Inbuktning i kustlinjen som bildar en öppen vik.

Was this helpful?
The zone of the sea bed extending from the sublittoral, to the limit of light penetration.


Ευπαραλιακή : Η θαλάσσια ζώνη του βυθού η οποία εκτείνεται από την υποπαραλιακή ζώνη, μέχρι το σημείο που φτάνει το ηλιακό φώς.

elitoral: Zona do fundo do oceano que se estende desde o sublitoral até ao limite da penetração da luz.

elitoral: Den del av havsbottnen som sträcker sig från den sublittorala zonen ner till den afotiska zonen.

Was this helpful?
In ecological energetics, any loss of biomass or energy by a population or trophic unit per unit time, per unit area or volume; including losses due to mortality, predation, emigration and moulting; the energy of eliminated biomass is available to, or utilized by, other trophic levels in the ecosystem.


ΕΞΑΛΕIΨΗ: Απώλεια βιομάζας ή ενέργειας από έναν πληθυσμό ή τροφική μονάδα, ανά μονάδα χρόνου και επιφάνειας ή όγκου. Συμπεριλαμβάνει και τις απώλειες λόγω θνησιμότητας, θήρευσης, μετανάστευσης, απέκδυσης κ.λ.π. Η ενέργεια της εξαλειφθείσας βιομάζας είναι διαθέσιμη ή χρησιμοποιείται σε άλλα τροφικά επίπεδα στο οικοσύστημα.

eliminação : Na energética ecológica, qualquer perda de biomassa ou energia por uma população ou unidade trófica, por unidade de tempo, por unidade de área ou volume; incluindo perdas devido à mortalidade, predação, emigração e mudas; a energia da biomassa eliminada está disponível para, ou é utilizada por, outros níveis tróficos no ecossistema.

elimination: Inom ekologiska energiflöden, varje förlust i biomassa eller energi hos en population eller trofienhet per tidsenhet, ytenhet eller volym; inkluderar förluster på grund av mortalitet, predation, emigration och ömsning; energin i den eliminerade biomassan finns tillgänglig till, eller används av, andra trofinivåer i ekosystemet.

Was this helpful?
A warm ocean current setting south along the coast of Ecuador, so called because it generally develops just after Christmas. In exceptional years, concurrently with a southerly shift in the tropical rain belt, the current may extend along the coast of Peru to l20S. When this occurs, plankton and fish are killed in the coastal waters and a phenomenon somewhat like red tides results.


EL NINO: Θερμό ωκεάνειο ρεύμα που κατευθύνεται προς Νότο κατά μήκος των ακτών του κράτους του Iσημερινού, που οφείλει το όνομά του στο γεγονός ότι αναπτύσσεται αμέσως μετά τα Χριστούγεννα. (El Nino = το θείο Βρέφος). Σε ορισμένα έτη, κατά τα οποία παρατηρείται μετατόπιση προς τα νότια της ζώνης των τροπικών βροχών, το ρεύμα επεκτείνεται κατά μήκος των ακτών του Περού, μέχρι τις 120S. Αυτό τότε οδηγεί στον θάνατο του πλαγκτού και των παράκτιων ψαριών και προκαλεί ένα φαινόμενο παρόμοιο

el niño : Uma corrente oceânica quente que se desloca ao largo da costa do Equador, assim chamada porque ocorre geralmente logo após o Natal. Em anos excepcionais, quando coincide com um desvio para sul da faixa de chuva tropical, a corrente pode estender-se ao longo da costa do Peru até aos 120 S. Quando este fenómeno ocorre, o plâncton e o peixe das águas costeiras morrem e dá-se um fenómeno parecido com as marés vermelhas.

el nino: En varm södergående ström utanför Equadors kust som fått sitt namn av att den oftast uppstår i nära anslutning till jul. Under exeptionella år kan den, i samverkan med en sydlig förskjutning av tropiska regnbältet, förstärkas till att även omfatta Perus kust ner till 20:e södra breddgraden. När detta inträffar uppstår plankton- och fiskdöd i de kustnära vattnen. Effekten av detta fenomenet liknar verkningarna efter en giftig algblomning.

Was this helpful?
The movement of ocean water caused by wind blowing steadily over the surface; if the wind drift current is integrated over all depths, there is then a net transport of water which occurs at 900 to the wind direction. This right-angle forcing causes significant movement of surface water (i.e. the flow is to the right in the Northern Hemisphere and to the left in the Southern Hemisphere) with the resulting phenomena of both upwelling and downwelling, depending on wind direction and geo


ΡΕΥΜΑΤΑ EKMAN: Η κίνηση του θαλάσσιου νερού, η οποία προκαλείται από ανέμους που πνέουν σταθερά πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας. Η μαθηματική ολοκλήρωση ενός ανεμογενούς ρεύματος ως προς το συνολικό βάθος δείχνει ότι υπάρχει καθαρή μεταφορά νερού προς κατεύθυνση που σχηματίζει γωνία 90ο προς την κατεύθυνση ανέμου. Η υπό ορθή γωνία ασκούμενη δύναμη, σε συνδυασμό με την δύναμη Conolis, δημιουργούν σημαντικά επιφανειακά ρεύματα με φορά, στο Βόρειο Ημισφαίριο, προς τα δεξιά και, στο Νότιο Ημισφαίριο, προς

transporte de ekman : O movimento da água do oceano provocado pelo vento constante sobre a superfície; se a tendência do rumo de vento à superfície está integrada em todas as profundidades, existe então um transporte efectivo de água que ocorre para 900 da direcção do vento. Esta força em ângulo recto origina um movimento significativo da água à superfície (i.e. o fluxo é para a direita no hemisfério norte e para a esquerda no hemisfério sul) resultando nos fenómenos de upwellinge downwellingdependendo da

ekmantransport: Rörelse hos havsvatten orsakad av vind som blåser med konstant riktning över havsytan; om den vinddrivna strömmen är integrerad på alla djup så sker en nettotransport av vatten i en 90 gradig vinkel mot vindriktningen. Denna kraft orsakar en markant rörelse hos ytvattnet (dvs, flödet är åt höger i norra hemisfären och åt vänster i södra hemisfären) och resulterar i både upvällningar och nervällningar, beroende på vindriktningen och geografisk region.

Was this helpful?
A graphic representation of the way in which the theoretical wind- driven currents in the surface layers of the sea vary with depth.


ΣΠΕΙΡΑ ΕΚΜΑΝ: Γραφική παράσταση της μεταβολής των ανεμογενών ρευμάτων σε συνάρτηση, με το αυξανόμενο βάθος, σύμφωνα με την θεωρία του ΕΚΜΑΝ.

espiral de ekman : Representação gráfica teórica do modo como as correntes movidas pelo vento nas camadas superficiais do mar variam com a profundidade.

ekmanspiral: Grafisk framställning som visar hur de vinddrivna strömmarna vid havets yta varierar med djup.

Was this helpful?
Environmental Impact Statement: A report or study which evaluates the potential effects or impacts of a proposed development on the ambient environment. The E.I.S. is then submitted to the Planning Authority along with the formal planning application.


E.I.S.: ΜΕΛΕΤΗ ΠΕΡIΒΑΛΛΟΝΤIΚΩΝ ΕΠIΠΤΩΣΕΩΝ. Εκθεση ή μελέτη που αποτιμά τις δυνητικές επιδράσεις ή επιπτώσεις ενός προτεινόμενου αναπτυξιακού έργου στο περιβάλλον. Η μελέτη υποβάλλεται στις αρμόδιες αρχές, μαζί με την επίσημη αίτηση για την εκτέλεση του έργου.

D.I.S.: DECLARAÇÃO DE IMPACTE AMBIENTAL. Um relatório ou estudo que avalia os potenciais efeitos ou impactos no ambiente de um projecto de desenvolvimento proposto. A D.I.A. é então submetida ao Ministério do Planeamento juntamente com o formulário de planificação.

Miljökonsekvensbeskrivning: Miljökonsekvensbeskrivning. Rapport eller studie som utgör en beskrivning av en planerad verksamhet och en bedömning av dess effekter på miljön. Ansökan och miljökonsekvensbeskrivningen skall kungöras och kungörelsen publiceras i ortstidningen så att alla intressenter får tillfälle att reagera.

Was this helpful?
Defaecation


Απέκκριση: Αφόδευση

evacuação: Defecação.

egestion: Defekering

Was this helpful?
Environmental Impact Assessment: A procedure for optimizing the planning and control of major development projects by assessing the likely impacts. This evaluation process is usually carried out by three parties, the Developer, the Public Authorities and the Planning Authorities.


E.I.A.: ΕΚΤIΜΗΣΗ ΠΕΡIΒΑΛΛΟΝΤIΚΩΝ ΕΠIΠΤΩΣΕΩΝ. Διαδικασία που αποβλέπει στη βελτιστοποίηση του σχεδιασμού και του ελέγχου των μεγάλων αναπτυξιακών έργων, με την εκτίμηση των πιθανών επιπτώσεων. Στην εκτίμηση αυτή συμμετέχουν κατά κανόνα τρείς φορείς : ο κύριος του έργου, οι αρμόδιες αρχές και το ενδιαφερόμενο κοινό.

A.I.A.: AVALIAÇÃO DE IMPACTE AMBIENTAL. Um procedimento para optimizar o planeamento e controlo de grandes projectos de desenvolvimento através da avaliação de possíveis impactos. Este processo de avaliação é normalmente levado a cabo por três entidades, o técnico de desenvolvimento, as autoridades públicas e de planeamento.

Miljökonsekvensanalys: En process där man försöker optimera planneringstadiet och den framtida regleringen av stora verksamheter genom att göra en bedömning om projektets troliga effekter på miljön. Denna utvärderingsprocess upprättas i samråd med länsstyrelsen, andra myndigheter och enskilda intressenter.

Was this helpful?
Escape of fluid from vessels into the surrounding parts.


ΔIΑΠHΔHΣΗ: H εκροή υγρού από αγωγούς (αγγεία) προς τα περιβάλλοντα μέρη.

efusão : Fuga de um fluido de um navio para as zonas circundantes.

utgjutelse: Utströmning av vätska från kärl till de omgivande delarna.

Was this helpful?
The discharge of industrial or urban waste material into the environment.


Ρίψη απορριμμάτων : Η ρίψη βιομηχανικών ή αστικών αποβλήτων στο περιβάλλον.

descarga de efluentes: Descarga de lixo industrial ou urbano no meio ambiente.

flytande avfall: Utsläpp av industriellt avfall eller hushållsavfall i naturen.

Was this helpful?
(1) Referring to water flowing out or from a tank, pond, aquafarm or power station. (2) Discharged polluted water, including water released after purification treatment.


ΕΚΡΟΗ: (1) Νερό που αδειάζει από μια δεξαμενή, λιμνοδεξαμενή ή σταθμό παραγωγής ενέργειας. (2) Εκροή ακάθαρτων. Ο αγγλικός όρος χρησιμοποιείται επίσης για τις εκροές μονάδων καθαρισμού λυμάτων, επίσης και μετά από επεξεργασία καθαρισμού.

efluentes: (1) Referente a água que corre de um reservatório, tanque, aquacultura ou hidroeléctricas. (2) descargas de água poluída, incluindo a água eliminada após tratamento de purificação.

flytande avfall: Flytande avfallsprodukt

Was this helpful?
Effective drainage porosity. The ratio of the effective volume of the voids of a soil mass that can be drained by gravity to the total volume of the mass.


ΔΡΑΣΤIΚΟ ΠΟΡΩΔΕΣ: (Δραστικό πορώδες αποστράγγισης). Η αναλογία του όγκου των κενών χώρων μιας μάζας εδάφους, οι οποίοι στραγγίζονται βαρυτικά, προς τον ολικό όγκο της.

porosidade efectiva : Porosidade de drenagem efectiva. A razão entre o volume efectivo dos espaços vazios de uma massa de solo que podem ser drenados pela gravidade e o volume total da massa.

effektiv porositet: Effektiv dräneringsporösitet. Förhållandet mellan volymet hos en jordmassa som kan effektivt dräneras och jordmassans totala volym.

Was this helpful?
The effect exerted by adjoining communities on the population structure within the marginal zone (ecotone), often containing a greater number of species and higher population densities of some species than either of the adjoining communities.


Φαινόμενο ακμής : Φαινόμενο το οποίο δημιουργείται από τις προσαρτημένες κοινωνίες στην δομή του πληθυσμού, μέσα στην περιθωριακή ζώνη (ecotone),και στην οποία περιέχεται συνήθως ένας μεγαλύτερος αριθμός ειδών, ενώ παρατηρείται υψηλότερη πυκνότητα πληθυσμού ορισμένων ειδών έναντι άλλων προσαρτημένων κοινωνιών.

efeito marginal: Efeito usado pela reunião de comunidades na estrutura da população dentro da zona marginal (ecotone), contendo frequentemente um maior número de espécies e densidades populacionais mais elevadas de algumas espécies do que qualquer das comunidades reunidas.

kanteffekt: Utövade effekten som angränsande områden har på populationsstrukturen inom kantzonen (ekoton). Denna kantzon har ofta ett högre antal och densitet av vissa arter.

Was this helpful?
A quasi-circular movement of water, of relatively small area, formed in the lee of obstructions or along the edge of two regions with different current speeds or directions.


ΔIΝΗ: Κυκλοτερής κίνηση του νερού, σε μικρή σχετικά περιοχή, που σχηματίζεται στην πίσω (προστατευόμενη) πλευρά εμποδίων, ή κατά μήκος της διεπαφής δύο ρευμάτων με διαφορετική ταχύτητα ή κατεύθυνση.

remoinho : Um movimento quase circular da água, numa área relativamente pequena, formado numa zona abrigada ou ao longo da margem de duas zonas com correntes de diferentes velocidade ou direcções.

strömvirvel: En kvasicirkulär vattenrörelse, på ett relativt begränsat område, formas på läsidan av en barriär eller längs kanten på två områden med olika strömhastigheter eller strömriktningar.

Was this helpful?
A parasite that lives on the outer surface of the host, e.g. sea lice.


ΕΞΩΠΑΡΑΣIΤΟ: Παράσιτο που ζει στην εξωτερική επιφάνεια του ξενιστή, π.χ. θαλάσσια ψείρα.

ectoparasita : Um parasita que vive na superfície exterior do hospedeiro, e.g. piolho do mar.

ektoparasit: Parasit som lever på ytan av sin värd, t.ex laxlus.

Was this helpful?
Referring to physical, chemical and biological properties of the soil community.


ΕΔΑΦIΚΟΣ : Με την ευρεία έννοια, ο σχετικός με όλα τα είδη τού εδάφους, τη στρωμνή των δασών, και άλλους τύπους χερσαίων βιοτόπων, συμπερι- λαμβανομένων των βρυόφιλων και λειχηνόφιλων τύπων ενδιαιτημάτων, καθώς και των κορμών και των φύλλων των δέντρων.

edáfico : Que se refere a propriedades físicas, químicas e biológicas de comunidades do solo.

edafisk: Hänvisar till de fysiska, kemiska och biologiska egenskaperna hos jordar.

Was this helpful?
The boundary or transitional zone between adjacent communities or biomass.


Οικότονος : Το όριο ή η μεταβατική ζώνη μεταξύ παρακείμενων κοινοτήτων ή βιομάζας.

ecótono: A acção de desfazer-se de grandes quantidades de substâncias contaminadoras nos oceanos. Estritamente controlado pela legislação internacional.

ekoton: Gränsen eller övergångszonen mellan två angränsande samhällen.

Was this helpful?
A particular habitat type within a larger geographic area.


Οικοτόπιο : Ένας συγκεκριμένος τύπος οικισμού μέσα σε μια ευρύτερη γεωγραφική περιοχή.

ecotope: Tipo de habitat particular dentro de uma zona geográfica mais alargada.

ekotop: Särskild habitat inom ett större geografiskt område.

Was this helpful?
An integrated biological system which results from the interaction of all or a limited number of biotic or abiotic factors within a defined section of the biosphere. The dimensions of an ecosystem are not fixed or limited per se. Biotic elements of an ecosystem are populations of species and the abiotic elements (physical and chemical factors).


ΟΙΚΟΣΥΣΤΗΜΑ: Ολοκληρωμένο βιολογικό σύστημα που προκύπτει από την αλληλεπίδραση όλων ή ενός αριθμού βιοτικών ή αβιοτικών παραγόντων σε ένα καθορισμένο τμήμα της βιόσφαιρας. Οι διαστάσεις ενός οικοσυστήματος δεν είναι σταθερές ή περιορισμένες per se. Τα αβιοτικά στοιχεία του οικοσυστήματος είναι οι φυσικοί και χημικοί παράγοντες και τα βιοτικά οι πληθυσμοί των ειδών.

ecossistema : Um sistema biológico integrado que resulta da interacção de todos ou de um número limitado de factores bióticos ou abióticos dentro de uma área definida da biosfera. As dimensões de um ecossistema não estão fixadas ou limitadas per se. Os elementos bióticos de um ecossistema são as populações de espécies e os elementos abióticos (factores físicos e químicos).

ekosystem: Ett integrerat biologiskt system, som är resultatet av interaktioner mellan alla eller ett begränsat antal biotiska eller abiotiska faktorer inom en definierad sektion av biosfären. Ett ekosystems dimensioner är inte fasta eller begränsade per se. Biotiska element i ett ekosystem är populationer av arter och de abiotiska elementen är de fysiska och kemiska faktorerna.

Was this helpful?
A branch of science concerned with the interrelationships of organisms and their environments.


ΟΙΚΟΛΟΓΙΑ: Επιστημονικός κλάδος που μελετά τη σχέση των οργανισμών με το περιβάλλον τους.

ecologia : Um ramo da ciência relacionado com as interrelações dos organismos e os seus ambientes.

ekologi: En vetenskaplig gren som intresserar sig för interaktioner mellan organismer och deras miljö.

Was this helpful?
The continual and gradual readjustment of the composition of a community in response to various influences.


Οικολογική διαδοχή : Η συνεχής και σταδιακή επαναρύθμιση της σύνθεσης μιας κοινωνίας σαν αντίδραση σε διάφορες επιρροές.

sucessão ecológica : Reajustamento contínuo e gradual da composição de uma comunidade em resposta a várias influências.

ekologisk succesion: Den kontinuerliga och gradvisa återanpassningen i ett samhälles sammansättning, i respons till olika påverkan.

Was this helpful?
The conceptual space occupied by a species, which includes both the physical space as well as the functional role of the species; conceptualized as a multidimensional hypervolume, the coordinates of which are the various parameters affecting the existence of the species. These parameters include both physico-chemical factors (e.g., temperature, salinity, pH) and biological factors (e.g., competition/ predation, food availability). Sometimes erroneously used as the equivalent of microhabitat. A


ΟΙΚΟΘΕΣΗ (ΟΙΚΟΛΟΓΙΚΟΣ ΘΩΚΟΣ): Ο ενοιολογικός χώρος που καταλαμβάνει ένα είδος, ο οποίος περιλαμβάνει τόσο τον φυσικό χώρο, όσο και τον λειτουργικό ρόλο ενός είδους. Ο χώρος αυτός μπορεί να θεωρηθεί πολυδιάστατος με συντεταγμένες τις ποικίλες παράμετρους που επηρεάζουν την ύπαρξη του είδους. Οι παράμετροι αυτές περιλαμβάνουν φυσικοχημικούς παράγοντες (π.χ. θερμοκρασία, αλατότητα, pΗ) και βιολογικούς (π.χ. ανταγωνισμός/ θήρευση, διαθεσιμότητα τροφής). Μερικές φορές χρησιμοποιείται εσφαλμένα ως ισοδύναμο του μικροενδιαιτήμα

nicho ecológico : O espaço conceptual ocupado por uma espécie, o qual inclui quer o espaço físico quer o papel funcional da espécie; conceptualizado como um hipervolume multidimensional, cujas coordenadas são os vários parâmetros que afectam a existência da espécie. Estes parâmetros incluem quer factores físico-quimicos (e.g. temperatura, salinidade, pH) quer factores biológicos (e.g. competição/predação, disponibilidade de alimento). Por vezes utilizado erroneamente como o equivalente a microhabitat. Uma espécie

ekologisk nisch: Det begreppsmässiga utrymme som upptas av en art, vilket inkluderar den fysiska utbredningen såväl som artens funktionella roll; föreställs som en multidimensionell volym, vars koordinater utgörs av de parametrar som påverkar artens existens. Dessa parametrar inkluderar både fysiokemiska faktorer (t.ex temperatur, salinitet, pH) och biologiska faktorer (t.ex konkurrens/predation, födotillgång). Ibland felaktigt använt, likställt med mikrohabitat. En art kan uppta olika nicher under sin utvecklin

Was this helpful?
The ratio of energy assimilated at a given trophic level to that assimilated at the previous trophic level; gross ecological efficiency.


ΟΙΚΟΛΟΓΙΚΗΣ ΑΠΟΔΟΤΙΚΟΤΗΤΑΣ, ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΗΣ: Η αναλογία της ενέργειας που αφομοιώθηκε σε ένα τροφικό επίπεδο προς την ενέργεια που αφομοιώθηκε στο προηγούμενο τροφικό επίπεδο. Η ολική (ακαθάριστη) οικολογική αποδοτικότητα.

eficiência ecológica, coeficiente : A razão entre a energia assimilada num dado nível trófico e a assimilada no nível trófico imediatamente anterior; eficiência ecológica bruta.

ekologisk effektivitet: Proportionen av energi som assimileras vid en viss trofinivå i förhållande till den som assimileras vid den föregående trofinivån; ekologisk nettoeffektivitet.

Was this helpful?
The efficiency of transfer of energy from one trophic level to the next.


ΟΙΚΟΛΟΓΙΚΗ ΑΠΟΔΟΤΙΚΟΤΗΤΑ: Η αποδοτικότητα της μεταφοράς ενέργειας από ένα τροφικό επίπεδο στο επόμενο.

eficiência ecológica : A eficiência da transferência de energia de um nível trófico para o seguinte.

ekologisk effektivitet: Effektiviteten i energiöverföring från en trofinivå till nästa nivå.

Was this helpful?
A non-technical term referring to that period of the tide between a high water and the succeeding low water; falling tide. The term is also used to describe the low water level.


ΑΜΠΩΤIΣ: Μη τεχνικός όρος που αναφέρεται στο χρονικό διάστημα μεταξύ μιας πλήμμης και της επόμενης ρηχίας. Φθίνουσα παλίρροια.

baixa-mar : Termo não técnico utilizado para descrever o nível da maré baixa.

lågvatten: Icke fackmässig term som hänvisar till tidvattensperioden mellan högvatten och det påföljande lågvattnet; avtagande tidvatten. Termen används också för att beskriva lågvattennivån.

Was this helpful?
The movement of a tidal current away from shore or down a tidal stream. In the semi-diurnal type of reversing current, the terms greater ebb and lesser ebb are applied respectively to the ebb currents of greater and lesser velocity each day.


ΡΕΥΜΑ ΑΜΠΩΤΙΔΟΣ : Ρεύμα οφειλόμενο στην παλιρροιακή ροή προς την κατεύθυνση του πελάγους. Σε ένα σύστημα αναστροφής των ρευμάτ- ων ανά δωδεκάωρο, οι όροι ανώτερη (μείζων) άμπωτις και κατώτερη (ελάσσων) άμπωτις αναφέρ- ονται αντιστοίχως στα ανάλογα με την ημέρα, ταχύτερα ή βραδύτερα ρεύματα αμπώτιδος.

vazante : O movimento de uma corrente de maré afastando-se da costa ou no sentido descendente de um fluxo de maré. No tipo semi-diurno de uma corrente reversiva, os termos "maior vazante" ou "menor vazante" são aplicados, respectivamente, à vazante diária de maior ou menor velocidade.

lågvattensström: Rörelsen hos en tidvattenström bort från kustlinjen, eller mot havet i en tidvattenspåverkad flod. I en tidvattensregim med två ebbperioder per dygn, används termerna "större ebb" och "mindre ebb" för att beskriva den ebb med större respektive mindre strömhastighet per dygn.

Was this helpful?

Contact us

Please contact AMC Limited for any queries:

  • Hot line: +353 1 874 7088
You are here: Home Resources & Services Multilingual glossaries GLOSSARIES