AMC LIMITED

B

The net upward force exerted on an object or parcel of fluid due to the difference in density between it and the surrounding fluid; quantitatively equal to the weight of the water displaced by the object.


ΑΝΩΣΗ-ΠΛΕΥΣΤΟΤΗΤΑ: Η καθαρή προς τα άνω δύναμη που ασκείται σε ένα αντικείμενο ή τμήμα υγρού και η οποία οφείλεται στην διαφορά πυκνότητας του αντικειμένου και του υγρού. Ποσοτικά είναι ίση με το βάρος του υγρού που εκτοπίζει το αντικείμενο.

flutuabilidade : A força ascendente exercida sobre um objecto ou parte de um fluido devido à diferença de densidade entre este e o fluido envolvente; quantitativamente é igual ao peso da água deslocada pelo objecto.

flytförmåga: Uppåtriktad kraft som utövas på ett föremål eller vattenmassa på grund av skillnaden i densitet mellan den och den omgivande vätskan; kvantitativt lika med vikten på vattenmassan som trängs undan av föremålet.

Was this helpful?
Coal or oil fuel used by a ship.


Καύσιμος άνθρακας : Κάρβουνο ή πετρέλαιο που χρησιμοποιείται ως καύσιμο από τα πλοία.

depósito de combustível: Carvão ou combustível utilizado por um navio.

bränsleförråd: Organiskt bränsle (kol eller olja) som används av fartyg.

Was this helpful?
A chemical used to maintain the pH within a given narrow range by taking up or releasing hydrogen ions.


ΡΥΘΜΙΣΤΙΚΟ ΔΙΑΛΥΜΑ: Διάλυμα το οποίο χρησιμοποιείται για να διατηρεί το pΗ σχεδόν σταθερό (ώστε οι διακυμάνσεις του να περιορίζονται σε ένα στενό δεδομένο εύρος τιμών), ελευθερώνοντας ή δεσμεύοντας υδρογονοïόντα.

tampão : Químico usado para manter o pH dentro de um determinado intervalo restrito quer pela absorção ou libertação de iões de hidrogénio.

buffert: Kemikalie som används för att bibehålla pH-värdet inom ett visst smalt intervall genom att uppta eller frige vätejoner.

Was this helpful?
A pelagic sediment comprising an accumulation of volcanic and aeolian dust with less than 10% biogenic material; red clay.


Καφέ άμμος : Πελαγικό υπόστρωμα στο οποίο εμφανίζεται απόθεση ηφαιστειακής και αιολικής σκόνης με λιγότερο από 10% βιογενετικό υλικό: κόκκινη άμμος.

Argila castanha : Sedimento pelágico que inclui uma acumulação de poeira vulcânica e eólica, com menos de 10% de material biogénico; argila vermelha.

brunlera: Pelagiskt sediment som består av en ackumulation av vulkaniskt och aeolisk damm, med mindre eän 10% biogeniskt material.

Was this helpful?
A period between hatching and the first spawning of a given generation.


ΑΝΑΠΑΡΑΓΩΓIΚΟΣ ΚΥΚΛΟΣ: Η περίοδος ανάμεσα στην εκκόλαψη και την πρώτη ωοτοκία μιας δεδομένης γενεάς ενός είδους.

ciclo de reprodução : O período entre a incobação e a primeira desova de uma dada geração.

fortplantningsomgång : Tid mellan födsel och fecunditet hos en kohort.

Was this helpful?
Phaeophyceae; class of marine seaweed of the intertidal and shallow subtidal zones of more than 1500 species.


ΦΑΙΟΦΥΚΗ: Phaeophycae, ομοταξία θαλασσίων φυκών της παλιρροιακής και της ρηχής υποπαλιρροιακής ζώνης. Η ομοταξία περιλαμβάνει πάνω από 1500 είδη Πρβλ. Λαμιναριώδη.

algas castanhas : Feofíceas; classe de algas marinhas de zonas intertidal e zonas subtidais pouco profundas com mais de 1500 espécies; cf. Sargaço.

brunalger: Phaeophyceae; klass av marina alger som lever i intertidala zoner och som innefattar fler än 1500 arter.

Was this helpful?
Water arising from mixing of salt water and fresh water and having a salinity of 0.50 to 17.0‰, commonly occurring in near-surface estuarine environments.


ΥΦΑΛΜΥΡΑ ΝΕΡΑ : Νερά που προέρχονται από ανάμειξη αλμυρών και γλυκών νερών και έχουν αλατότητα απο 0.50 έως 17‰. Συνήθως υφάλμυρα είναι τα επιφανειακά νερά στις εκβολές ποταμών και τις λιμνοθάλασσες.

água salobra : Água originada pela mistura da água salgada e doce com uma salinidade de 0.50 a 17.0‰, ocorrendo normalmente perto da superfície em ambientes estuarinos.

brackvatten: Vatten som är en blandning av saltvatten och sötvatten och har en salinitet av 0.50 till 17.0%, påträffas vanligtvis vid ytan i miljöer nära flodmyningar.

Was this helpful?
The fluid layer above a surface where flow is affected by friction of a surface.


Οριακο στρωμα: Το υγρό στρώμα πάνω από μια επιφάνεια όπου η ροή επηρεάζεται από ένα κλάσμα της επιφανείας.

camada limite/fronteira: Camada de fluido superfícial onde o fluxo é afectado pelo atrito à superfície.

gränsyta: Flytande lager ovanför en yta, där flödet påverkas av friktion mot ytan.

Was this helpful?
A geological term used to designate glacial drift that has not been subjected to the sorting action of water and therefore contains particles from boulder to clay size.


ΚΡΟΚΑΛΩΔΗΣ ΑΡΓΙΛΟΣ: Γεωλογικός όρος που χρησιμοποιείται για να περιγράψει τα φερτά υλικά που συσσωρεύονται από την κίνηση των παγετώνων (μοραίνες), τα οποία δεν έχουν υποστεί διαχωρισμό από την επενέργεια του νερού, και ως εκ τούτου περιέχουν σωματίδια μεγέθους από άργιλο μέχρι ογκόλιθο.

seixos : Termo geológico utilizado para designar a deriva glaciar que não foi sujeita à acção ocasional da água e por conseguinte contem partículas que variam em tamanho desde grandes blocos de pedra a argila.

morän: Geologiskt term som används för att beskriva morän som inte har utsatts för någon egentlig kornstorlekssortering, i likhet med den sortering som uppkommer i rinnande vatten, och innehåller därmed stora stenblock.

Was this helpful?
Pertaining to cool or cold temperate regions of the northern hemisphere.


ΑΡΚΤIΚΟΣ: Αναφέρεται στις ψυχρές ή στις ψυχρές ώς εύκρατες περιοχές του βόρειου ημισφαιρίου, στις βόρειες ζώνες κωνοφόρων και την τάïγκα.

boreal : Pertencente a regiões frias ou geladas do hemisfério norte.

boreal: Hänför sig till dom svala eller kalla temperarade regionerna i den norra hemisfären.

Was this helpful?
A rock fragment, usually rounded by weathering or abrasion, with an average dimension of 12 inches (256 mm) or more.


ΚΡΟΚΑΛΗ (TPOXMAΛO): Τμήμα πετρώματος, συνήθως αποστρογγυλευμένο από αποσάθρωση ή τριβή, με μέση διάμετρο τουλάχιστον 256 mm.

calhaus : Um fragmento de rocha, geralmente arredondado pelo accção do tempo ou atrito, com uma dimensão média de 12 polegadas (256mm) ou maior

stenblock: Fragment av ett stenblock, vanligtvis rundad av vittring och slitning, med en medelstorlek på 12 tum (256 mm) eller större.

Was this helpful?
Popular name for teleost fishes.


ΟΣΤΕΪΧΘΥΕΣ: Bony fish είναι στα αγγλικά το λαïκό όνομα των Τελεόστεων και γενικά των ψαριών που δεν είναι χονδριχθύες, είναι αγγλική μετάφραση του εξαγγλισμένου ελληνικού όρου οστεïχθυες.

peixes ósseos: Nome popular para os peixes teleósteos.

benfiskar: Allmänn benämning åt fiskar som tillhör gruppen Teleostei.

Was this helpful?
Cyanophyta, the only algae in which photosynthetic pigments are not localized in chromatoplasts and which do not have a nucleus. The pigments are masked by the blue pigment phycocyanin.


ΚΥΑΝΟΦΥΚΗ: Κυανόφυτα, τα μοναδικά φύκη στα οποία οι φωτοσυνθετικές χρωστικές δεν είναι εντοπισμένες στους χρωματοπλάστες και τα οποία δεν έχουν πυρήνα. Οι χρωστικές περιβάλλονται από κυανή χρωστική, την φυκοκυανίνη.

algas azuis-esverdeadas: Cianófitas, as únicas algas em que os pigmentos fotossintéticos não estão localizados nos cromoplastos e que não têm um núcleo. Os pigmentos estão dissimulados pelos pigmentos azuis de ficocianina.

blågröna alger: Cyanofyta, den enda algen där fotosyntetiserande pigment inte är lokaliserade i kromatoplaster och inte har någon cellkärna. Pigmenten maskeras av den blåa pigmenten fycocyanin.

Was this helpful?
Rapid and localized increase of one or more planktonic species, often in spring or autumn, causing large temporary concentrations of these organisms to dominate the community; can result in discoloured waters (red tides). Phytoplankton (algal) blooms may be associated with the release of toxins (e.g. blooms of the dinoflagellate Gymnodinium).


ΑΝΘIΣΗ (ΠΛΑΓΚΤΟΥ) : Ταχεία και εντοπισμένη αύξηση ενός ή περισσοτέρων πλαγκτονικών ειδών. Η αύξηση αυτή παρατηρείται συνήθως την ανοιξη ή το φθινόπωρο και προκαλεί μεγάλες εποχιακές συγκεντρώσεις αυτών των οργανισμών, οι οποίοι κυριαρχούν στην βιοκοινότητα. Μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα τον χρωματισμό του νερού. Η άνθιση του φυτοπλαγκτού μπορεί να συνοδεύεται από απελευθέρωση τοξινών (π.χ. άνθιση των δινομαστιγωτών Gymnodinium).

bloom : Aumento rápido e localizado de uma ou mais espécies planctónicas, frequentemente na Primavera ou Outono, originando grandes concentrações temporárias destes organismos que passam a dominar a comunidade; pode resultar em águas descoloradas (marés vermelhas). Os blooms de fitoplâncton (algas) podem estar associados à libertação de toxinas (e.g. blooms de dinoflagelados Gymnodinium).

blomning: En snabb, lokal ökning av en eller flera planktoniska arter, oftast under våren och hösten, som orsakar tillfälligt höga koncentrationer av dessa organismer och påföljande dominans av planktonsamhället. Detta kan resultera i missfärgat vatten (ex. röd blomning). Algblomningar kan leda till frisättande av toxiner (som i t.ex. fallet med dinoflagellaten Gymnodinium)

Was this helpful?
Sea water contaminated by oil from a spill that pollutes coastal areas.


Μαύρη παλίρροια : Όρος που χρησιμοποιείται για να περιγράψει την μόλυνση των παράκτιων περιοχών από πετρελαιοκηλίδα.

maré negra: Contaminação da água do mar com petróleo devido a um derrame que polui as zonas costeiras.

oljebälte: Benämning på den förorening av kustområden som orsakas av oljespill.

Was this helpful?
Class of aquatic molluscs characterized by two calcareous valves joined by a flexible ligament along a hinge line. This class includes various edible species, many of which are cultivated (e.g. mussels, oysters, scallops, clams). Commonly known as bivalves. Syn. Lamellibranchia; Pelecypoda.


ΔIΘΥΡΑ: Ομοταξία υδροβίων μαλακίων των οποίων το ασβεστικό κέλυφος αποτελείται από δύο κόγχες που ενώνονται με έναν σύνδεσμο. Η ομοταξία των δ. περιλαμβάνει διάφορα βρώσιμα είδη, πολλά από τα οποία καλλιεργούνται (π.χ. μύδια, στρείδια κ.λ.π.).Συν. Ελασματοβράγχια, Πελεκύποδα. Κοινώς είναι γνωστά σαν δίθυρα.

bivalves: Classe de moluscos aquáticos caracterizados por possuirem duas valvas calcárias unidas por um ligamento flexível. Esta classe inclui várias espécies comestíveis, muitas das quais são cultivadas (e.g. Mexilhões, ostras, vieiras, ameijoas). Conhecidos geralmente por bivalves. Sin. Lamelibrânquios.

bivalvia: Klass av akvatiska blötdjur, som karakteriseras genom två kalkartade skal som binds ihop av ett elastiskt ligament. Denna klass innehåller ett antal ätbara arter, varav många odlas ( t.ex musslor, ostron, kammuslor). Syn. Lamellibranchia; Pelecypoda.

Was this helpful?
All the individuals of identical genotype; in bacteria, a taxon distinguished by certain physiological features; type specimen of an organism.


ΒIΟΤΥΠΟΣ: Το σύνολο των ατόμων που έχουν ταυτόσημο γονότυπο. Στα βακτήρια, ταξινομική ομάδα που διακρίνεται από ορισμένους φυσιολογικούς χαρακτήρες. Τυπικό δείγμα ενός οργανισμού.

biótipo : todos os individuos com genótipo idêntico; nas bactérias, um grupo taxonómico distinguido por certas características fisiológicas; tipo de espécime de um organismo.

biotyp: Alla individer som har ett identiskt genotyp; hos bakterier, en taxa som urskiljes genom vissa fysiologiska kännetecknen; typexemplaret av en organism.

Was this helpful?
The mixing of a sediment by the burrowing, feeding or other activity of living organisms, forming a bioturbated sediment.


ΒIΟΑΝΑΔΕΥΣΗ (=βιοδιατάραξη): Ανάμειξη ενός υποστρώματος, ως αποτέλεσμα της δραστηριότητας ζωντανών οργανισμών (αναζήτηση τροφής, ανασκάλευση), οι οποίοι με τον τρόπο αυτό παράγουν ένα βιοαναδευόμενο ίζημα.

bioturbação : A mistura do sedimento ocasionada pela escavação, alimentação ou outra actividade de organismos vivos, formando sedimento bioturbado.

bioturbation: Omrörningen av sediment, på grund av grävandet, ätandet eller något annat beteende av organismer, som skapar ett bioturbit sediment.

Was this helpful?
An area in which the main environmental conditions and biotypes adapted to them are uniform.


ΒIΟΤΟΠΟΣ: Περιοχή στην οποία οι κύριες περιβαλλοντικές συνθήκες καθώς και οι βιότυποι που είναι προσαρμοσμένοι σε αυτές, είναι ομοιόμορφα.

biótopo : Uma área na qual as principais condições ambientais são uniformes

biotop: Område där de huvudsakliga miljöförhållanden, och biotyperna som har anpassats till dem, är enhetliga.

Was this helpful?
A biogenic poison, usually proteinaceous.


Βιοτοξίνη (τοξίνη) : Βιογενετικό δηλητήριο, συνήθως πρωτεϊνικό.

biotoxinas: Um veneno biogenético, usualmente proteico.

biologisk toxin : Biogenisk gift, som vanligtvis angriper poroteiner.

Was this helpful?
The influence exerted upon a habitat by the plant and animal organisms which inhabit the area. Causality generated by organisms.


Βιοτικός δείκτης : Η επιρροή που ασκείται σε ένα περιβάλλον από τους φυτικούς και ζωικούς οργανισμούς που εντοπίζονται στην περιοχή.

factor biótico: Influência exercida sobre um habitat pelas plantas e animais que habitam a área. Causalidade gerada pelos organismos.

biotisk faktor: Påverkan som utövas på ett habitat av växt- och djursamhällen som lever där. Kausalitet som orsakas av organsimer.

Was this helpful?
Relating to life or living matter.


ΒIΟΤIΚΟΣ: Σχετιζόμενος με την ζωή ή με την ζώσα ύλη.

biótico : Relativo à vida ou matéria viva.

biotisk: Relaterat till liv eller levande substans.

Was this helpful?
Formation of organic compounds by living organisms.


Βιοσύνθεση: Δημιουργία οργανικών συστατικών από ζωντανούς οργανισμούς.

biosíntese: Formação de compostos orgânicos por organismos vivos.

biosyntes: Bildning av organiska föreningar genom levande organismer.

Was this helpful?
The use of advanced genetic techniques to create new strains of organisms and obtain mutated forms which can produce enhanced quantity or quality.


ΒIΟΤΕΧΝΟΛΟΓIΑ: Η χρήση προηγμένων γενετικών τεχνικών στην παραγωγή νέων στελεχών οργανισμών ή μεταλλαγμένων τύπων με σκοπό αύξηση της παραγωγικότητας και την βελτίωση της ποσότητας.

biotecnologia : A utilização de técnicas genéticas avançadas para criar novas raças de organismos e obter formas mutantes que possam originar uma melhoria na quantidade e qualidade.

bioteknik: Användningen av avancerat genetiskt teknik för att skapa nya stammar av organismer eller framställa muterade "former" som kan framkalla förhöjd kvalitet eller kvantitet.

Was this helpful?
The global ecosystem; that part of the earth and its atmosphere capable of supporting living organisms.


ΒIΟΣΦΑIΡΑ: Το παγκόσμιο οικοσύστημα. Το τμήμα εκείνο της Γης και της ατμόσφαιρας όπου είναι δυνατόν να αναπτυχθεί η ζωή.

biosfera : O ecossistema global; a região da terra e da sua atmosfera capazes de sustentar organismos vivos.

biosfär: Det globala ekosystemet; den del av jorden och atmosfären som har förmågan att uppehålla levande organismer.

Was this helpful?
Plankton, nekton and suspended organic particulate matter derived from living organisms; the biological component of seston.


ΒIΟΣΗΣΤΟΝ: Πλαγκτόν, νηκτόν και αιωρούμενα οργανικά σωματίδια προερχόμενα από ζώντες οργανισμούς. Η βιολογική συνιστώσα του σηστού.

bioseston: Plâncton, necton e matéria orgânica em suspensão oriundos de organismos vivos; o componente biológico do seston.

bioseston: Plankton, nekton och svävande organiska partiklar som har sitt ursprung från levande organismer; biologiska komponenten av seston.

Was this helpful?
Mechanism by which those behavioural activities of an organism occurring at regular intervals, is governed.


ΒIOPYΘMOΣ: Mηχανισμος ο οποιος ρυθμιζει σε τακτα χρονικα διαστηματα επαναλαμβομενα προτυπα συμπεριφορας ενος ζωικου η φυτικοθ οργανισμοθ.

bioritmo : Mecanismo através do qual são controladas as actividades comportamentais de um organismo que ocorrem a intervalos regulares.

biorytm: Mekanism som kontrollerar rytmiska förlopp i en biologisk process eller funktion.

Was this helpful?
Removal of environmental pollutants by means of uptake and transformation by living organisms.


Βιοθεραπεία: Αποκομιδή των περιβαλλοντικών ρυπαντών από ζωντανούς οργανισμούς.

bioremediação: Remoção de poluentes ambientais por meio de ingestão e transformação por organismos vivos.

biologisk rening: Avlägsnandet av föroreningar i miljön genom levande organismer som upptar och omvandlar dessa ämnen.

Was this helpful?
The application of statistical methods to biological problems and the mathematical analysis of biological data.


ΒIΟΜΕΤΡIΑ: Η εφαρμογή στατιστικών μεθόδων σε βιολογικά προβλήματα και η μαθηματική ανάλυση βιολογικών δεδομένων.

biometria : A aplicação de métodos estatísticos a problemas biológicos e a análise matemática de dados biológicos.

biometri: Användningen av statistiska metoder till biologiska problem och den matematiska analysen av biologiskt data.

Was this helpful?
Any quantitative estimate of the total mass of organisms comprising all or part of a population or any other specified unit, or within a given area at a given time; measured as volume, mass (live, dead, dry or ash-free weight) or energy (Joules, calories). Syn. standing crop; standing stock.


ΒIΟΜΑΖΑ: Ποσοτική εκτίμηση της ολικής μάζας των οργανισμών που συναποτελούν έναν πληθυσμό ή τμήμα ενός πληθυσμού ή οποιαδήποτε άλλη καθορισμένη βιολογική ενότητα σε μια δεδομένη περιοχή και σε μία συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Μετρείται ως όγκος, μάζα (ζωντανή, νεκρή, ξηρό ή οργανικό βάρος) ή ενέργεια (Joules, calories).

biomassa : Qualquer estimação quantitativa da massa total dos organismos compreendendo a totalidade ou parte de uma população ou qualquer outra unidade especificada, ou dentro de uma dada área num dado período; calculada como o volume, peso (vivo, morto, seco ou livre de cinzas) ou energia (Joules, calorias).

biomassa: Varje kvantitativ uppskattning av den totala vikten av organismer som uppgör hela eller delar av en population eller en given enhet, eller den totala vikten av organismer som befinner sig inom ett viss område vid ett viss tid; uppmätt som volym, vikt (levande, död, torrvikt) eller energi (Joules, kalorier). Syn standing crop; standing stock.

Was this helpful?
The accumulation of high concentrations in an organism through the retention of a compound found in low levels in the diet and water. Syn. biomagnification.


ΒIΟΛΟΓIΚΗ ΜΕΓΕΘΥΝΣΗ: Συσσώρευση σε έναν οργανισμό, υψηλών συγκεντρώσεων, με την κατακράτηση ενός συστατικού που βρίσκεται σε χαμηλά επίπεδα στην δίαιτα ή στο νερό (συνώνυμο: Βιομεγέθυνση).

bioampliação : A acumulação de elevadas concentrações num organismo através da retenção de um composto encontrado em baixos níveis na alimentação e na água. Sin. Bioamplificação.

biomagnifiering: Ackumulering av höga koncentrationer av en förening i en organism, genom kvarhållningen av föreningen som finns i låga halter i födan och vattnet.

Was this helpful?
Mechanism by which those behavioural activities of an organism occurring at regular intervals, is governed.


ΒIΟΛΟΓIΚΟΣ ΡΥΘΜΟΣ: Μηχανισμός ο οποίος ρυθμίζει σε τακτά χρονικά διαστήματα επαναλαμβόμενα πρότυπα συμπεριφοράς ενός ζωικού ή φυτικού οργανισμού.

ritmo biológico : Mecanismo através do qual são controladas as actividades comportamentais de um organismo que ocorrem a intervalos regulares.

biorytm: Mekanism som styr beteenden hos en organism som sker vid regelbundna intervaller.

Was this helpful?
Light produced by living organisms (e.g. plankton and fishes). It is most extensively developed in midwater and bottom- dwelling deep sea species (e.g. lantern fishes). It arises from (a) luminous bacteria living on the fish in a symbiotic relationship or (b) from photophores. Bioluminescence may serve as courting behaviour or as a lure for prey.


ΒIΟΦΩΤΑΥΓΕIΑ: Παραγωγή φωτός από ζώντες οργανισμούς (π.χ. πλαγκτόν και ψάρια). Είναι ιδιαίτερα ανεπτυγμένος στα ψάρια που ζούν σε μεσαία βάθη και στα ψάρια που ζούν στο βυθό σε μεγάλα βάθη (π.χ. λυχναρόψαρα). Προέρχεται (α) από φωτοβολούντα βακτήρια που ζουν πάνω στα ψάρια με συμβιωτική σχέση (β) από τα φωτοφόρα. Η βιοφωταύγεια παίζει ρόλο στην αναπαραγωγική συμπεριφορά και την προσέλκυση λείας.

bioluminescência : Luz produzida por organismos vivos (e.g. plâncton e peixes). Está mais desenvolvida em espécies marinhas de meia-água e de grande profundidade (e.g. peixes lanterna). Tem origem numa (a) bactéria luminosa que vive no peixe numa relação simbiótica ou (b) em fotóforos. A bioluminescência pode servir como comportamento de acasalamento ou para atrair presas.

bioluminiscens: Ljus som produceras av levande organismer (t.ex plankton och fiskar). Denna egenskap har haft en mer omfattande utveckling hos organimser som lever i djupare vatten (t.ex blåkäxa). Bioluminescens uppkommer ifrån (a) självlysande bakterier som lever i ett symbiotiskt förhållandet med fisken, eller (b) med hjälp av fotoforer. Bioluminescens kan agera som uppvaktningsbeteende eller som lockbete för att fånga byte.

Was this helpful?
The ratio of the productivity of an organisation or population to the energy consumed.


Βιολογική απόδοση : Ο λόγος της παραγωγικότητας ενός οργανισμού ή ενός πληθυσμού προς την ενέργεια που καταναλώνει αυτός.

eficiência biológica: O razão entre a produtividade de uma organização ou população relativamente à energia consumida.

biologisk effektivitet: Förhållandet mellan produktiviteten hos en organism eller population och energin som används.

Was this helpful?
A mechanism by which behavioural and physiological patterns of an organism are governed by exogenous factors and regulated by internal mechanisms.


ΒIΟΛΟΓIΚΟ ΡΟΛΟΪ: Μηχανισμός με τον οποίο ηθολογικά και φυσιολογικά πρότυπα ενός οργανισμού ελέγχονται από εξωγενείς παράγοντες και ρυθμίζονται από εσωτερικούς μηχανισμούς.

relógio biológico : Um mecanismo pelo qual os padrões comportamentais e fisiológicos de um organismo são controlados por factores exógenos e regulados por mecanismos internos.

biologisk klocka: Mekanism där beteenden och fysiologiska mönster är styrda genom exogena faktorer och reglerade genom interna mekanismer.

Was this helpful?
The circulation of components between the atmosphere, geosphere, hydrosphere, and biosphere.


Βιογεωχημικός κύκλος : Η κυκλοφορία συστατικών μεταξύ της ατμόσφαιρας, της γεώσφαιρας και της βιόσφαιρας.

ciclo biogeoquímico: Circulação de componentes entre a atmosfera, geoesfera, hidroesfera e bioesfera.

biogeokemisk kretslopp: Cirkulation av olika komponent mellan atmosfären, geosfären, hydrosfären och biosfären.

Was this helpful?
A component of the treatment units of a culture system in which the removal of organic matter takes place and dissolved metabolic byproducts are converted (mainly oxidized) as a result of micro-biological activity. The most important processes are the degradation of organics by heterotrophic bacteria and the oxidation of ammonia via nitrite to nitrate (two-step nitrification).


ΒIΟΗΘΜΟΣ ή ΒIΟΦIΛΤΡΟ: Μέρος μιας μονάδας κατεργασίας σε ένα σύστημα καλλιέργειας, στο οποίο πραγματοποιείται η απομάκρυνση του οργανικού υλικού και η μετατροπή (οξείδωση) με την βοηθεια μικροοργανισμών των προίόντων του μεταβολισμού, τα διαλυμένα μεταβολικά υποπροïόντα, ως αποτέλεσμα της μικροβιακής δραστηριότητας. Η σημαντικότερη διεργασία είναι η αποδόμηση των οργανικών υλικών από ετεροτροφικά βακτήρια και η οξείδωση της αμμωνίας σε νιτρώδη και των νιτρωδών σε νιτρικά (δύο βήματα νιτροποίησης).

biofiltro : Um componente das unidades de tratamento de um sistema de cultura onde se realiza a remoção de matéria orgânica e onde os produtos metabólicos dissolvidos são convertidos (principalmente oxidados) como resultado de actividade microbiológica. Os processos mais importantes são a degradação de matéria orgânica por bactérias heterotróficas e a oxidação do amónia via nitritos a nitratos (nitrificação em duas fases).

biofilter: Beståndsdel i rengöringsenheten av ett kultursystem, där avlägsnandet av organiskt material sker och upplösta biprodukter omsättes (främst genom oxidation) till följd av mikrobiell aktivitet. Viktigaste processerna är nedbrytningen av organiska ämnen av heterotrofa bakterier och oxideringen av kväve, via nitrit, till nitrat (tvåstegs kvävefixering).

Was this helpful?
Capable of being decomposed by natural processes.


ΒIΟΔIΑΣΠΑΣIΜΟΣ (Βιοαποκοδομήσιμες): Iκανός να διασπασθεί μεσω ισολογικών διεργασιών.

biodegradável : Susceptível de ser decomposto por processos naturais.

biologiskt nedbrytbar : Nedbrytningsbar genom naturliga processer.

Was this helpful?
Pertaining to the variation of biological entities such as the number or distribution of species, genes, or communities in a particular area. Distribution of species can be measured using different mathematical functions (e.g. Shannon-Weiner index, etc.). Biodiversity can be measured at the level of the habitat (alpha-diversity) or between habitats within a region (beta-diversity).


Βιοποικιλότητα : Αναφέρεται στη ποικιλία των βιολογικών οντοτήτων, όπως ο αριθμός ή η κατανομή των ειδών, των γονιδίων, η των κοινωνιών σε μια συγκεκριμένη περιοχή. Η κατανομή των ειδών μπορεί να μετρηθεί με την χρήση μαθηματικών συναρτήσεων ( δείκτης Shannon-Weiner, κ.τ.λ) Η βιοποικιλότητα μπορεί να μετρηθεί στο επίπεδο του οικιστή (α-ποικιλότητα) ή μεταξύ των οικιστών σε μια περιοχή (β-ποικιλότητα).

biodiversidade: Refere-se à variação de seres biológicos tal como o número ou distribuição das espécies, genes, ou comunidades numa área particular.A distribuição de espécies pode ser medida utilizando diferentes funções matemáticas (e.g. Índice Shannon-Weiner, etc.). A biodiversidade pode ser medida ao nível do habitat (diversidade alfa) ou entre habitats dentro de uma região (diversidade beta).

biodiversitet: Hänför sig till variationen hos biologiska enheter som t.ex antalet eller fördelning av arter, gener eller samhällen i ett visst område. Arters fördelning kan mätas genom att använda olika matematiska funktioner (t.ex Shannon-Weiner index, osv). Biodiversitet kan mätas på habitatsnivå (alphadiversitet) eller mellan habitater i ett region (betadiversitet).

Was this helpful?
A measure of the degree to which a compound (commonly a xenobiotic), present in an aquatic environment, is accumulated in the biomass of organisms (e.g. algae) living in that environment. BCF = Co/Cw where Co = concentration of the compound in the organisms, and Cw is the concentration of the compound in the water.


ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΗΣ ΒΙΟΕΜΠΛΟΥΤΙΣΜΟΥ: Μέτρο του βαθμού στον οποίο ένα συστατικό (συνήθως ξενοβιοτικό), το οποίο είναι παρόν σε ένα υδάτινο περιβάλλον, συσσωρεύεται στην βιομάζα των οργανισμών (π.χ. φύκη) που ζουν στο περιβάλλον. BCF=Co/Cw, όπου Co= η συγκέντρωση του συστατικού στους οργανισμούς και Cw= η συγκέντρωση του συστατικού στο νερό.

factor de bioconcentração (BCF) : A medição do grau em que um composto (normalmente um xenobiótico), presente num ambiente aquático, está acumulado na biomassa dos organismos (e.g. Algas) que habitam nesse ambiente. BCF = Co/Cw onde Co = concentração do composto nos organismos e Cw é a concentração do composto na água.

biokoncentrationsfaktor -BCF: Måttet på den grad som en förening (vanligtvis en xenobiot), närvarande i en akvatiskt miljö, ackumuleras i biomassan av organismer (t. ex alger) som lever i den miljön. Bjfr = Co/Cw där Co = koncentrationen av föreningen i organismerna, och Cw är koncentrationen av föreningen i vattnet.

Was this helpful?
A chemical that is lethal to living organisms.


ΒIΟΚΤΟΝΟ: Χημικό, θανατηφόρο για τους ζωντανούς οργανισμούς.

biocida : Um químico que é letal para organismos vivos.

biocid: Kemikalie som är dödligt för levande organimser.

Was this helpful?
A community or natural assemblage of organisms inhabiting a biotope, specifically excluding physical aspects of the ecosystem. Strictly defined it includes only the flora-fauna assemblages in a given habitat.


ΒIΟΚΟIΝΟΤΗΤΑ (ΒIΟΚΟIΝΩΝIΑ): Κοινότητα ζώντων οργανισμών που ζούν σε έναν βιότοπο, ( ένα συγκεκριμένο φυσικό-χημικό περιβάλλον). Υπό την στενή έννοια, ο ορισμός περιλαμβάνει μόνο τις κοινότητες πανίδας-χλωρίδας σε ένα δεδομένο ενδιαίτημα.

biocenose: Uma comunidade ou associação natural de organismos que habitam um biótopo, excluindo espicificamente os aspectos físicos do ecossistema. Definido com precisão inclui apenas as associações de flora-fauna num dado habitat.

biocenos: Definition på samhället eller samlingen av organismer som lever i en biotop och som utesluter fysiska aspekter av ekosystemet. Exakt definierat så inkluderas bara flora-fauna samlingarna i ett habitat.

Was this helpful?
Any test in which organisms are used to detect or measure the presence or effect of one or more substances or conditions.


ΒIΟΑΝΑΛΥΣΗ: Δοκιμασία στην οποία χρησιμοποιούνται οργανισμοί για τον εντοπισμό ή την μέτρηση της παρουσίας ή της επίδρασης μιάς ή περισσοτέρων ενώσεων ή συνθηκών.

bioanálise : Qualquer teste em que são utilizados organismos para detectar ou medir a presença ou o efeito de uma ou mais substâncias ou condições.

biotest: Försök där organismer används för att spåra eller mäta förekomsten eller effekten av en eller flera ämnen eller tillstånd.

Was this helpful?
The amount of oxygen consumed by respiratory processes of bacteria and the oxidation of organic material which measured in a water sample maintained in darkness at a specified temperature for a specified amount of time. Standard BOD determinations are for 5-day incubations at 200C (BOD 5). It should always be stated whether a water sample has been filtered (soluble BOD) or not (total BOD). The biochemical oxygen demand is often wrongly reported as biological oxygen demand. Nitrifyin


ΒIΟΧΗΜIΚΩΣ ΑΠΑIΤΟΥΜΕΝΟ ΟΞΥΓΟΝΟ (ΒOD): Η ποσότητα του οξυγόνου που καταναλώνεται από την διεργασία της αναπνοής των βακτηρίων και της οξείδωσης οργανικής ύλης, η οποία μετράται σε ένα δείγμα νερού που επωάζεται στο σκοτάδι και σε συγκεκριμένη θερμοκρασία επί ένα δεδομένο χρονικό διάστημα. Ο τυπικός προσδιορισμός ΒOD γίνεται με επώαση 5 ημερών στους 200C (ΒOD 5). Θα πρέπει πάντα να αναφέρεται εάν το δείγμα του νερού έχει διηθηθεί (ΒOD διαλυτών) ή όχι (ολικό ΒOD). Η βιοχημική απαίτηση οξυγόνου συχνά αναφέρεται λανθασμένα ως

exigência bioquímica de oxigénio (BOD): A quantidade de oxigénio consumido pelo processo respiratório das bactérias e pela oxidação de matéria orgânica medida numa amostra de água mantida na escuridão a uma determinada temperatura durante um período de tempo específico. As determinações padrão de BOD são para incubações de 5 dias a 200 C (BOD 5). Deve ser sempre declarado se a amostra de água foi filtrada (BOD solúvel) ou não (BOD total). A exigência bioquímica de oxigénio é muitas vezes mal referida como exigência biológic

biokemisk syreförbrukning -BOD: Syremängden som konsumeras av respiratoriska processer hos bakterier. Kan också syfta på processen där organiska ämnen oxideras i ett vattenprov som hålls i mörker och vid en konstant temperatur. Bestämningar av BOD görs på 5-dagars inkubationer vid 200. Man ska alltid vara noga med att uppge om ett vattenprov har filtrerats (löslig BOD) eller inte (total BOD).

Was this helpful?
The process whereby a chemical, for example, cadmium, is concentrated in an organism, organ or tissue at a concentration higher than that found in the environment or food..


ΒIΟΣΥΣΣΩΡΕΥΣΗ: Διεργασία κατά την οποία μια χημική ουσία συγκεντρώνεται σε έναν οργανισμό, όργανο ή ιστό σε συγκέντρωση υψηλότερη από αυτή που συναντάται στο περιβάλλον ή στην τροφή (Βλ. βιομεγέθυνση).

bioacumulação : O processo em que um químico, por exemplo, cádmio, se encontra concentrado num organismo, orgão ou tecido numa concentração mais elevada do que a encontrada no ambiente ou alimento; cf. Amplificação biológica.

bioackumulation: Processen genom vilken en kemikalie, t.ex kadmium, förekommer i högre koncentration i en organism, organ eller vävnad än koncentrationen utanför i miljön eller födan. jfr. biological magnification.

Was this helpful?
A mathematical distribution, each value of which gives the probability that a particular event will occur, that event having a constant probability of occurrence from test to test; used as a model when each individual in a sample may exhibit a character in either of two alternative states.


Διωνυμική κατανομη: Μια μαθηματική κατανομή, κάθε τιμή της οποίας εκφράζει την πιθανότητα εμφάνισης ενός συγκεκριμένου γεγονότος, το γεγονός έχει μια συνεχή πιθανότητα εμφάνισης από δοκιμή σε δοκιμή: χρησιμοποιείται σαν μοντέλο όταν κάθε άτομο σε ένα δείγμα μπορεί να παρουσιάσει ένα χαρακτήρα σε οποιαδήποτε εκ των δυο εναλλακτικών καταστάσεων.

distribuição binómial: Distribuição matemática, onde cada valor é a probabilidade de ocorrência de um acontecimento específico, tendo esse acontecimento uma probabilidade constante de ocorrência de teste para teste; utilizado como um modelo em que cada indivíduo numa amostra pode exibir uma característica em cada um de dois estados alternativos.

binomialfördelning: Matematisk sannolikhetfördelning, som används när man räknar antalet gånger en viss intressant händelse A inträffar då ett försök upprepas flera gånger; används som model när en individ i ett stickprov kan uppvisa en karaktär i två olika tillstånd.

Was this helpful?
(Statistics) A distribution of data which has two modes.


ΔIΚΟΡΥΦΗ ΚΑΤΑΝΟΜΗ: (Στατιστική). Κατανομή τιμών, στην οποία υπάρχουν δύο κορυφές.

distribuição bimodal : (Estatística) Uma distribuição de dados que tem dois modos.

bimodalfördelning: (Statistik) Spridningen av data som har två "modes", två värden med högst frekvens.

Was this helpful?
The error caused by systematic deviation of an estimate from the true value.


ΜΕΡΟΛΗΨΙΑ: Το λάθος που οφείλεται σε συστηματική απόκλιση της εκτίμησης από την πραγματική τιμή.

bias: O erro causado pelo desvio sistemático de uma estimativa de um valor real.

jävig: Felet som uppstår när en uppskattning avviker systematiskt från det sanna värdet.

Was this helpful?
Water which collects in the bilges of a ship (space in the hull on each side of the keel), usually derived from rainwater or waves breaking over the deck.


Νερά αμπαριού : Tο νερό το οποίο συλλέγεται στο κήτος ενός πλοίου στο διάστημα που υπάρχει δίπλα από την καρίνα και συνήθως προέρχεται από το νερό της βροχής ή από τα κύματα που καλύπτουν το κατάστρωμα.

água do porão : Água que se junta no porão de um navio (espaço no casco de cada lado da quilha), normalmente oriunda da chuva ou das ondas que rebentam sobre o convés.

slagvatten: Vatten som samlas i slaget på ett fartyg (rundningen på ett fartygs botten), och härstammar från regnvatten eller höga vågor.

Was this helpful?
BEP (Best Environmental Practice): A defined environmental target protocol that should be followed to minimise interactions between aquaculture and other activities, covering aspects such as discharge limits, feeding methods and efficiency, management of therapeutics, fallowing to allow sea bed recovery. Can be defined by regulatory authorities and the industry in Codes of Practice. BEPs are being developed for most aquaculture systems and are often linked to BAT (Best Available Technology) requ


BEP (ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗΣ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ): Πρωτόκολλο το οποίο πρέπει να ακολουθείται με σκοπό την ελαχιστοποίηση των αλληλεπιδράσεων μεταξύ υδατοκαλλιεργειών και άλλων δραστηριοτήτων. Καλύπτει θέματα όπως μέγιστες συγκεντρώσεις αποβλήτων, μεθόδους τροφοδοσίας, διαχείριση θεραπευτικών, αγρανά- παυση με σκοπό την ανάκαμψη του βυθού κ.α. Είναι δυνατόν να καθορίζεται από εξουσιοδοτημένες αρχές και τη βιομηχανία. BEP έχουν αναπτυχθεί για τις περισσότερες μεθόδους καλλιέργειας και συνδέονται άμεσα με τις απαιτήσεις των BAT (Βέλτιστη Διαθέσιμη

melhor opção de práticas ambiental: BEP (Best Environmental Practice - Melhor Prática Ambiental): Um protocolo dirigido ao ambiente que deve ser seguido de modo a minimizar as interacções entre a aquacultura e outras actividades, cobrindo aspectos tais como os limites de descarga, métodos e eficiência alimentar, gestão de terapêuticos, recuperação do fundo marinho após aquacultura. Pode ser definido pelas autoridades reguladoras e pela indústria através de Códigos de Boas Práticas. Os BEP estão a ser desenvolvidos para a maioria d

bästa miljöpraxis: BMÅ (Bästa Miljöpraxis): Ett definierat miljömålsprotokoll som bör följas för att minimera interaktioner mellan akvakultur och andra aktiviteter. BMÅ behandlar aspekter såsom utsläppsgränser, utfodringsmetoder och -effektivitet, läkemedelshantering, bottenvändning för återhämtning av sjöbotten. BMÅ kan bestämmas av reglerande myndigheter och näringslivet enligt praxis. BMÅ utvecklas för de flesta akvakultursystemen och har ofta samband med BTT-krav (Bästa tillgängliga teknologi). Ett exempel är

Was this helpful?
Organisms that live on or in the sediment in aquatic environments.


ΒΕΝΘΟΣ: Οι οργανισμοί που ζουν πάνω ή μέσα στα ιζήματα ενός υδατικού περιβάλλοντος, πρβλ. μειοβένθος,μακροβένθος, επιβένθος.

bentos : Organismos que vivem sobre ou nos sedimentos de ambientes aquáticos ; cf. meiobentos, epibentos, macrobentos.

bentos: Organismer som lever i eller på bottensedimentet i akvatiska miljöer; jfr. meiobentos, epibentos, makrobentos.

Was this helpful?
BATs are used by the industry in conjunction with BATNEECs (Best Available Technology Not Entailing Excessive Cost) as an acceptable method of controlling environmental impacts. European and international legislation supports the use of Best Environmental Practice/Best Available Techniques in a two-tier approach to environmental controls using Environmental Quality Standards. Some regulatory authorities incorporate in their aquaculture licence/permit/ consent procedures the requirement to use B


BAT (ΒΕΛΤΙΣΤΗ ΔΙΑΘΕΣΙΜΗ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ: Μεθοδολογία η οποία εφαρμόζεται από τη βιομηχανία με σκοπό τον έλεγχο των περι- βαλλοντικών επιπτώσεων μιας συγκεκριμένης δράσης χωρίς την υπερβολική αύξηση του κόστους της δράσης. Η ευρωπαϊκή αλλά και η διεθνής νομοθεσία υποστηρίζουν την εφαρμογή ενός πρωτοκόλλου δύο επιπέδων, αυτών της βέλτιστης Περιβαλλοντικής Πρακτικής/Βέλτιστης Διαθέσιμης Τεχνολογίας με σκοπό τον έλεγχο των επιπτώσεων με βάση τα διεθνή κριτήρια ποιότητας του περι- βάλλοντος. Οι αρχές ορισμένων κρατών, προκειμένου να ελαχιστ

melhor tecnologia disponível: As BATs são utilizadas pela indústria em conjunto com a Melhor Tecnologia Disponível que não Implique em Custos Excessivos (BATNEECs - Best Available Technology Not Entailing Excessive Cost) como um método aceitável para o controlo do impacte ambiental. A legislação europeia e internacional apoia a utilização das Melhores Praticas Ambientais/ Melhores Técnicas Disponíveis numa dupla abordagem ao controlo ambiental utilizando os Padrões de Qualidade Ambiental. Algumas autoridades reguladoras inco

bästa möjliga teknologi: BMT används av industrin tillsammans med BMP (Bästa miljöpraxis) som an acceptabel metod att kontrollera miljöpåverkan. Europeisk och internationell lag stödjer användandet av dessa begrepp i ett tvåhövdat angreppssätt för miljökontrol som använder miljökvalitetsmål. Vissa myndigheter lägger in krav på bästa miljöpraxis i sina tillstånd för att bedriva akvakultur.

Was this helpful?
Organism that feeds on the benthos.


ΒΕΝΘΟΦΑΓΟΣ: Οργανισμός τρεφόμενος με βένθος.

bentofágico : Organismo que se alimenta do bentos

bentofag: Organism som livnär sig på bentoset.

Was this helpful?
Animals living on or near the bottom of a body of water.


ΒΕΝΘIΚΗ ΠΑΝIΔΑ: Οργανισμοί που ζουν πάνω, μέσα ή κοντά στον βυθό, ή σε στενή σχέση με αυτόν.

fauna bêntica (bentónica) : Animais que vivem no fundo ou perto do fundo de uma massa de água.

bentisk fauna: Djur som lever på eller nära botten i en vattenmassa.

Was this helpful?
Pertaining to the bottom terrain of water bodies; describing the portion of the aquatic environment inhabited by organisms that live on or in the sediment.


ΒΕΝΘIΚΟΣ: Ο αναφερόμενος στο έδαφος του βυθού θαλασσών, λιμνών ή ποταμών. Περιγράφει το τμήμα του υδατικού περιβαλλοντος, το οποίο κατοικείται από οργανισμούς που ζουν πάνω ή μέσα στα ιζήματα.

bentónico : Pertencente ao fundo das massas de água; descreve a parte do ambiente aquático habitado por organismos que vivem sobre ou nos sedimentos.

bentalen: Hänför sig till bottenterränget hos vattenmassor; beskriver den del av akvatiska miljön där organismer lever på eller i bottensedimentet.

Was this helpful?
Unit of radioactivity 1 Bq= 1 radioactive disintegration per second. 1 Bq= 27 x 1012 Ci.


ΜΠΕΚΕΡΕΛ (Βq): Μονάδα ραδιενέργειας 1Βq= 1 ραδιενεργός διάσπαση ανά δευτερόλεπτο. 1Βq=27x102 Ci.

becquerel : Unidade de radioactividade 1 Bq = 1 desintegração radioactiva por segundo. 1 Bq = 27 x 10 12 Ci.

becquerel: Enhet för radioaktivitet. 1 Bq= 1 radioaktivt sönderfall per sekund. 1 Bq= 27 x 10 12 Ci.

Was this helpful?
Wind force scale expressed numerically from 1 - 12. 0. Calm. Calm, smoke rises vertically: 0 - 1 mph.1. Light air. Direction of wind shown by smoke drift but not by wind vanes: 1 - 3 mph. 2. Light breeze. Wind felt on face; leaves rustle; ordinary vane moved by wind: 4 - 7 mph. 3. Gentle breeze. Leaves and small twigs in constant motion; wind extends light flag: 8 - 12 mph. 4. Moderate breeze. Raised dust and loose paper; small branches are moved: 13 - 18 mph. 5. Fresh breeze. Small


ΜΠΟΦΟΡ ΚΛΙΜΑΚΑ ΑΝΕΜΟΥ: Κλίμακα έντασης του ανέμου η οποία εκφράζεται αριθμητικά από 1-12. 0. Νηνεμία, ο καπνός ανεβαίνει κατακόρυφα, 0-1 μίλι ανά ώρα 1. Υποπνέων άνεμος. Η κατεύθυνση του ανέμου γίνεται αντιληπτή από την παρέκκλιση του καπνού αλλά όχι από τους ανεμοδείκτες, 1-3 μίλια ανά ώρα. 2. Ασθενής άνεμος. Ο άνεμος γίνεται αισθητός στο πρόσωπο, τα φύλλα κινούνται, οι συνήθεις ανεμοδείκτες κινούνται από τον αέρα, 4-7 μίλια ανά ώρα. 3. Λεπτός άνεμος. Τα φύλλα και κλαδάκια σε συνεχή κίνηση, ο άνεμος κυματίζει την σ

escala de ventos Beaufort : ESCALA BEAUFORT DE VENTOS: Escala de força de ventos expressa numericamente de 0 – 12.

0. Calmo. Calmo, fumaça sobe verticalmente: 0 – 1 nós.

1. Aragem. Direcção do vento é indicada pela deriva da fumaça mas não pelos cata-ventos: 1 - 3 nós

.

2. Vento fraco. Vento sentido na face; sussurrar das folhas; cata-vento começa a girar: 4 - 7 nós.

3. Vento bonançoso. As folhas e pequenos ramos em permanente movimento; o vento estende pequenas bandeiras: 8 – 12 nós.

4. Vento

Beaufort-skalan: Skala för beskrivning av vindens påverkan på föremål vid jordytan. BEAUFORT-SKALAN: Vindstyrka utryckt numeriskt på en skala från 0 – 12. Inom parentes namnen som används till sjöss.

0. Lugnt (stiltje). Rök stiger nästan rätt upp. 0-0,2 m/s

1. Svag vind (nästan stiltje). Märkbar för känseln. 0,3-1,5 m/s

2. Svag vind (lätt bris). Lyfter en vimpel, sätter små löv i rörelse. 1,6-3,3 m/s

3. Måttlig vind (god bris). Sträcker en vimpel, sätter blad och tunna kvistar i oavbruten

Was this helpful?
The process of removing or dissolving a pollutant (such as oil) by mechanical or chemical means.


Καθαρισμός ακτής : H διαδικασία αποκομιδής ή διάλυσης ενός ρυπαντή (όπως το πετρέλαιο) με μηχανικά ή χημικά μέσα.

limpeza das praias: O processo de remoção ou dissolução de um poluente (tal como o petróleo) pormeios químicos ou mecânicos.

strandrensning: Process där avfall (t.ex olja) avlägsnas eller löses upp med mekaniska eller kemiska medel.

Was this helpful?
Planktonic organisms living in the bathypelagic zone (1000 and 2500 m.)


Βαθυπελαγικό πλαγκτόν : Πλαγκτονικοί οργανισμοί οι οποίοι ζουν στην βαθυπελαγική ζώνη (1000-2500m)

plâncton batipelágico: Organismos planctónicos que vivem na zona batipelágica (1000 e 2500 m).

batypelagisk plankton: Planktoniska organismer som lever i batypelagiska zonen (1000-2500 m)

Was this helpful?
A line on a chart connecting points of equal depth in an ocean or lake; depth contour.


ΙΣΟΒΑΘΗΣ: Καμπύλη που ενώνει σημεία ίσου βάθους μιας θαλάσσιας περιοχής ή μιας λίμνης. Iσοβαθής καμπύλη.

perfil batimétrico : Uma linha numa carta ligando pontos de igual profundidade num oceano ou lago: curva de profundidade.

djupkurva: Linje på sjökort som förbinder punkter av samma djup i sjöar eller havet; djupkontur.

Was this helpful?
The measurement of ocean or lake depth and the study of floor topography.


ΒΑΘΥΜΕΤΡIΑ: Μέτρηση του βάθους μιας θαλάσσιας περιοχής ή μιας λίμνης και η μελέτη της τοπογραφίας του πυθμένα.

batimetria : A medição da profundidade de um oceano ou lago e o estudo da topografia do fundo.

batymetri: Mätning av djupet i ett hav eller sjö och studier av bottentopografi.

Was this helpful?
The amount of oxygen consumed per unit of time by an animal of given body weight while at rest in the post-absorptive state (e.g. in humans 14-18 hours after ingestion of food)


ΒΑΣIΚΟΣ ΜΕΤΑΒΟΛIΣΜΟΣ: Ο ελάχιστος μεταβολικός ρυθμός που απαιτείται για την διατήρηση της ζωής. Συνήθως περιγράφεται και μετρείται ως η ποσότητα του οξυγόνου που καταναλώνεται ανά μονάδα χρόνου από ένα ζώο δεδομένου βάρους ενώ αναπαύεται μετά την χώνευση (π.χ. στον άνθρωπο 14-18 ώρες μετά την χώνευση).

metabolismo basal : A taxa metabólica mínima necessária para manter processos vitais básicos, normalmente descrita e medida pela quantidade de oxigénio consumido por unidade de tempo por um animal de determinado peso enquanto em descanso num estado pós absortivo (e.g. nos humanos 14 a 18 horas após a ingestão de alimento).

basalmetabolism: Se BASAL METABOLISM. ( Lägsta metaboliska aktiviteten som krävs för att bibehålla grundläggande livsprocesser. Den beskrivs och beräknas som mängden syre konsumerat per tidsenhet av ett djur med fastställd kroppsvikt, vid det postabsorbtiva vilostadiet (t.ex hos männsikor, 14-18 timmar efter intagandet av föda).

Was this helpful?
The minimum metabolic rate required to maintain basic (vital) life processes, usually described and measured as the amount of oxygen consumed per unit of time by an animal of given body weight while at rest in the post-absorptive state (e.g. in humans 14-18 hours after ingestion of food)


ΒΑΣIΚΟΣ ΜΕΤΑΒΟΛIΚΟΣ ΡΥΘΜΟΣ (ή ΤΑΧΟΣ) (BMR): Ο ελάχιστος μεταβολικός ρυθμός που απαιτείται για την διατήρηση της ζωής. Συνήθως περιγράφεται και μετρείται ως η ποσότητα του οξυγόνου που καταναλώνεται ανά μονάδα χρόνου από ένα ζώο δεδομένου βάρους ενώ αναπαύεται μετά την χώνευση (π.χ. στον άνθρωπο 14-18 ώρες μετά την χώνευση).

taxa metabólica basal : A taxa metabólica mínima necessária para manter processos vitais básicos, normalmente descrita e medida pela quantidade de oxigénio consumido por unidade de tempo por um animal de determinado peso enquanto em descanso num estado pós absortivo (e.g. nos humanos 14 a 18 horas após a ingestão de alimento).

basalmetabolism: Lägsta metaboliska aktiviteten som krävs för att bibehålla grundläggande livsprocesser. Den beskrivs och beräknas som mängden syre konsumerat per tidsenhet av ett djur med fastställd kroppsvikt, vid det postabsorbtiva vilostadiet (t.ex hos männsikor, 14-18 timmar efter intagandet av föda).

Was this helpful?
The water mass taken up by ships to balance their position while being loaded in harbours or while at sea. The water is taken on board in specially designed tanks distributed along the bottom, or located at the stern and aft of a ship. Several ship types have also top-wing tanks. It is estimated that about 12 billion tonnes of ballast water are annually transported intercontinentally. About 3000 fish and shellfish pathogens, parasites, toxic algae and human pathogens, many of which affect aquac


ΕΡΜΑ: Ποσότητα ύδατος η οποία χρησιμοποιείται στα πλοία ως αντίβαρο κατά τη φόρτωσή τους στα λιμάνια ή κατά τον πλου. Το νερό συσκευάζεται σε κατάλληλες δεξαμενές και τοποθετείται στον πάτο του πλοίου και προς την πρύμνη. Ορισμένα πλοία φέρουν ειδικές δεξαμενές για αυτό το σκοπό οι οποίες προεξέχουν στα πλευρά του σκάφους. Υπολογίζεται πως περίπου 12 δισεκατομμύρια τόνοι νερού το οποίο χρησιμοποιείται ως έρμα, μεταφέρεται ετησίως μεταξύ των ηπείρων. Μαζί με το νερό αυτό υπολογίζεται πως μεταφέρονται ε

água de lastro: O volume de água utilizado para equilibrar os navios enquanto são carregados nos portos ou quanto estão no mar. A água é colocada a bordo em tanques especialmente desenhados distribuídos ao longo do fundo, ou localizados à popa e proa do navio. Alguns tipos de navio têm também tanques nos flancos. Estima-se que cerca de 12 biliões de toneladas de água de lastro sejam transportadas anualmente em todo o mundo. Sabe-se que cerca de 3000 patogénes de peixes e moluscos, parasitas, algas tóxicas e pat

barlastvatten: Vattenmassa som används för att ge fartyg erforderlig stabilitet när de lastas vid hamnar. Vattnet tas ombord genom speciella kärl som är belägna i fartygets skrov, för eller akter. Det beräknas att ungefär 12 miljarder ton barlastvatten transporteras globalt varje år. Ungefär 3000 olika fisk och skaldjurs patogener, parasiter, toxiska alger och mänskliga patogener förflytas genom barlastvatten.

Was this helpful?
Gram negative bacteria living in the pelagic zone.


Βακτηριοπλαγκτόν : Gram-αρνητικά βακτήρια τα οποία ζουν στην πελαγική ζώνη.

bacteroplâncton: Bactéria gram negativa que vive na zona pelágica.

bakterisk plankton: Gram negativa bakterier som lever i pelagiska zonen. Gram negative bacteria living in the pelagic zone.

Was this helpful?
Feeding on bacteria; (sometimes spelled "bactivorous").


ΒΑΚΤΗΡIΟΒΟΡΟΣ: Τρεφόμενος με βακτήρια.

bacterívoro: Que se alimenta de bactérias.

bakterieätare: Som äter bakterier.

Was this helpful?
Any organism (for example, a ciliate or amoeba) which ingests bacteria as its main or sole source of nutrients.


ΒΑΚΤΗΡIΟΒΟΡΟΣ: Οργανισμός (π.χ. βλεφαριδωτά ή αμοιβάδες) που καταναλώνει βακτήρια, ως κύρια ή μοναδική πηγή τροφής (πρβλ. τριπτοβόρος).

bacterívoro: Qualquer organismo (por exemplo um ciliado ou ameba) que ingere bactérias como a sua principal ou única fonte de nutrientes; cf. Detritivoro

bacterivor: Varje organism (t.ex en ciliat eller amöba) som har bakterier som dess huvudsakliga eller enda näringskälla.

Was this helpful?
Having the ability to inhibit or retard the growth or reproduction of bacteria.


ΒΑΚΤΗΡIΟΣΤΑΤIΚΟΣ: Αυτός που έχει την ικανότητα να αναστέλλει ή να διακόπτει την αύξηση ή την αναπαραγωγή των βακτηρίων.

bacteriostático : Que tem a capacidade de inibir ou retardar o crescimernto ou reprodução das bactérias.

bakteriostas: Förmågan att inhibera eller fördröja tillväxten eller reproduktionen hos bakterier.

Was this helpful?
The bacterial flora at the sea surface; the bacterial component of the neuston..


Βακτηριονευστόν : Η βακτηριακή χλωρίδα στην επιφάνεια της θάλασσας. Το βακτηριδιακό συστατικό του νευστού.

neuston bacteriano: A flora bacteriana à superfície do mar;o componente bacteriano do neuston.

bacterisk neuston: Bakteriell flora som lever i havets ytskikt; del av neuston som utgörs av bakteria

Was this helpful?
Relatively simple ubiquitous prokaryotic microorganisms.


ΒΑΚΤΗΡIΔIΑ: Σχετικά απλοί, πανταχού παρόντες, προκαρυωτικοί μικροοργανισμοί.

bactéria : Microorganismos relativamente simples, ubiquos e procariótas .

bakterier: Förhållandevis enkla, allestädes närvarande prokaryotiska mikroorganismer.

Was this helpful?
An agent which kills bacteria.


ΒΑΚΤΗΡIΟΚΤΟΝΟ: Παράγοντας που σκοτώνει βακτήρια.

bactericida : Um agente que mata as bactérias.

baktericid: Ett ämne som dödar bakterier.

Was this helpful?
(1) In oceanography: the back flow of water which follows the breaking of a wave; it scours and carries the finer material towards deeper water where it is temporarily deposited. (2) In biofiltration for aquaculture: any regeneration of gravel filters through back flushing in order to remove accumulated particles from the filter and prevent clogging.


ΠΙΤΥΛΟΣ ή ΑΝΤΙΜΑΜΑΛΟ: (1) Στην ωκεανογραφία: η ροή επιστροφής του ύδατος που ακολουθεί την θραύση ενός κύματος. Ξεπλένει και μεταφέρει τα λεπτότερα υλικά προς τα βαθύτερα νερά όπου και αποτίθενται προσωρινά. ΕΚΠΛΥΣΗ: (2) Στην βιοδιήθηση: η αναγέννηση των φίλτρων χαλικιού με διοχέτευση νερού κατά την αντίστροφη κατεύθυνση ώστε να απομακρυνθούν από το φίλτρο συσσωρευμένα σωματίδια και να αποφευχθεί η απόφραξη.

refluxo : (1) Em oceanografia: a corrente de água que se segue à rebentação de uma onda; limpa e leva a matéria mais fina para águas mais profundas onde é temporariamente depositada. (2) Em biofiltração para aquacultura: qualquer regeneração de filtros de areia através de refluxo de modo a remover do filtro partículas acumuladas e evitar a colmatação.

återflödande vatten: (1) Inom oceanografi: tillbakaflödet av vatten efter en vågbrytning; Den eroderar och transporterar finkornigt material mot djupare vatten där det temporärt sedimenterar. (2) Inom akvakultur: regenerering av grusfilter genom backspolning för att lösa akumulerade partiklar och förebygga igensättning

Was this helpful?
The zone of a typical beach profile above mean high water; also used for the zone covered only in exceptionally severe storms.


ΥΠΕΡΑΙΓΙΑΛΙΤΙΔΑ ΖΩΝΗ : Ζώνη , το ύψος του ανάγλυφου της οποίας υπερβαίνει την μέση στάθμη της πλήμμης. Αναφέρεται επίσης για την ζώνη που καλύπτεται μόνο σε εξαιρετικά σφοδρές θύελλες.

pós-praia : A zona de um perfil típico de praia acima da preia-mar; termo também utilizado para a zona que fica coberta pela água apenas durante tempestades excepcionalmente rigorosas.

strandbredd: Strandzon som ligger över högvattensmärket.

Was this helpful?

Contact us

Please contact AMC Limited for any queries:

  • Hot line: +353 1 874 7088
You are here: Home Resources & Services Multilingual glossaries GLOSSARIES