AMC LIMITED

Swedish (SW)

A

Den sociala interaktion mellan artfränder som involverar aggression, eller hot och försoning, eller flykt.


agonistic behaviour: The social interaction between members of a species, involving aggression, or threat and conciliation, or retreat.

ΑΓΩNIΣTIKH ΣYMΠEPIΦOPA: H κοινωνική αλληλεπίδραση μεταξύ μελών ενός είδους, η οποία εμπεριέχει επίθεση ή απειλή και συμβιβασμό ή υποχώρηση.

comportamento agonístico : A interacção social entre membros de uma espécie, envolvendo agressão ou ameaça e conciliação ou retirada.

Was this helpful?
Ha en kort och relativt allvarlig verkan, t. ex. akut toxicitet, akut inflammation (inflammation där utvecklingen är snabb och manifestationer är omedelbara och tydliga).


acute: Having a short and relatively severe course, e.g. acute toxicity, acute inflammation (inflammation in which progress is rapid and manifestations are immediate and pronounced).

ΟΞΥΣ : Αναφέρεται σε πάθηση με ταχεία εξέλιξη και σχετικά σοβαρές συνέπειες, π.χ. οξεία δηλητηρίαση, οξεία φλεγμονή (φλεγμονή της οποίας η εξέλιξη είναι γρήγορη και η εκδήλωση άμεση και καταφανής).

agudo : Que tem um período curto e relativamente grave, e.g. Toxicidade aguda, inflamação aguda (inflamação que progride rapidamente e as manifestações são imediatas e pronunciadas).

Was this helpful?
Den skadliga effekt en toxisk förening har på en organism under en kort tidsperiod. En toxicitetskurva görs över överlevnad (vanligen 50% av testorganismerna), mot koncentration av testad substans eller toxin.


acute toxicity: The damaging effect of a toxic substance on an organism over a short period of time. A toxicity curve is drawn of the median period of survival (usually 50% of the test specimens), against the concentration of the substance or toxin tested.

ΟΞΕΙΑ ΤΟΞΙΚΟΤΗΤΑ: Η τοξική επίδραση μιας ένωσης σε έναν οργανισμό σε βραχεία χρονική περίοδο. Η καμπύλη τοξικότητας χαράσσεται ως συνάρτηση του χρόνου θνησιμότητας του 50% των πειραματοζώων με την συγκέντρωση της ελεγχόμενης τοξίνης που ελέγχεται.

toxicidade aguda : Efeito prejudicial causado por uma substância tóxica a um organismo num curto periodo de tempo. A curva de toxicidade é obtida do tempo médio de sobrevivência (geralmente 50% dos espécimes testados) sobre a concentração das substâncias ou toxinas testadas.

Was this helpful?
Odlandet av akvatiska organismer såsom fisk, blötdjur, kräftdjur och vattenväxter. Odlandet innebär någon slags inblandning för att öka produktionen såsom t.ex. populationsförstärkning, utfodring samt skydd mot rovdjur. Odling innebär även att det som odlas ägs av en individ eller ett företag. För statistiska ändamål för man akvatiska organismer som skördas av en individ eller ett företag, som har ägt denna tillgång under uppfödningsperioden, till akvakultur, medan akvatiska organismer som är ti


aquaculture: The farming of aquatic organisms, including fish, molluscs, crustaceans and aquatic plants. Farming implies some form of intervention in the rearing process to enhance production, such as, for example, regular stocking, feeding, protection from predators. Farming also implies individual or corporate ownership of the stock being cultivated. For statistical purposes, aquatic organisms which are harvested by an individual or corporate body which have owned these stocks throughout their rearin

ΥΔΑΤΟΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑ: Καλλιέργεια υδρόβιων οργανισμών (ψαριών, μαλακίων, καρκινοειδών και υδρόβιων φυτών). Η καλλιέργεια συνεπάγεται επεμβάσεις στην διαδικασία της εκτροφής με σκοπό την αύξηση της παραγωγής, όπως είναι η τακτική αποθεματοποίηση, παροχή τροφής, προστασία από θηρευτές. Συνεπάγεται επίσης την έννοια της ατομικής ή συλλογικής ιδιοκτησίας του καλλιεργούμενου αποθέματος. Από στατιστική άποψη, οι υδρόβιοι οργανισμοί των οποίων η συγκομιδή πραγματοποιείται από φυσικά ή νομικά πρόσωπα υπό την κυριότητα τω

aquacultura : Cultura de organismos aquáticos, incluindo peixes, moluscos, crustáceos, e plantas aquáticas. A cultura implica alguma forma de intervenção no processo de cultivo de modo a melhorar a produção, tal como, por exemplo, aprovisionamento de animais, alimentação, protecção contra predadores. O cultivo também implica a posse individual ou em sociedade do lote a cultivar. Para efeitos estatísticos, os organismos aquáticos apanhados por um indivíduo ou sociedade proprietários destes lotes ao longo de to

Was this helpful?
Växt eller djur som växer/lever i sött eller saltvatten.


aquatic organism: Any plant or animal growing or living in fresh or salt water.

ΥΔΡΟΒΙΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ : Κάθε φυτό ή ζώο που μεγαλώνει ή ζεί σε γλυκό ή θαλάσσιο νερό.

organismo aquático : Qualquer planta ou animal que cresce ou vive em água doce ou salgada.

Was this helpful?
Frånvaro eller brist på pigmentering hos djur; se vidare felpigmentering.


albinism: The absence or deficiency of pigmentation in animals.

ΑΛΦIΣMOΣ: Aπουσία ή ανεπάρκεια χρωστικών στα ζώα.

albinismo : A ausência ou deficiência de pigmentação nos animais; cf. Despigmentação.

Was this helpful?
Stor grupp av kemiska föreningar som innehåller en -CHO grupp, och produceras av primära alkoholer genom oxidering.


aldehydes: Large class of chemical compounds derived from the primary alcohols by oxidation and containing the -CHO group.

ΑΛΔΕΫΔΕΣ: Μεγάλη κατηγορία χημικών ενώσεων που προέρχονται από τις πρωτοταγείς αλκοόλες με οξείδωση και που περιέχουν την ομάδα -CHO.

aldeídos : Grande classe de compostos químicos derivados da oxidação dos alcoóis primários e contendo o grupo - CHO.

Was this helpful?
En typ av radioaktiv strålning som består av en heliumkärna. Heliumkärnan är dock lättstoppad, det räcker med en bit papper, så det är ovanligt att människor skadas av denna typ av strålning (såtillvida man inte äter något som strålar alfapartiklar).


alpha-radiation: A form of radiation with little penetrative capabilities.This alpha radiation is normally not hazardous to humans unless ingested directly into the body.

Ακτινοβολία Άλφα : Αυθόρμητη αποσύνθεση του πυρήνα, στοιχείων που σχετίζονται με την εκπομπή ιονισμένων σωματιδίων Άλφα μικρής διεισδυτικής δύναμης. Η ακτινοβολία που εκπέμπεται από ένα πυρήνα Ηλίου-4 και η οποία μπορεί να διεισδύσει μερικά εκατοστά αέρα, ωστόσο μπορεί να εμποδιστεί από ένα φύλλο χαρτιού. Αυτή η ακτινοβολία Άλφα είναι συνήθως ακίνδυνη για τον άνθρωπο εκτός και αν απορροφηθεί άμεσα από το σώμα.

radiação alfa: Uma forma de radiação com pouca força penetrante. Esta radiação alfa não é por norma perigosa para o homem, a não ser quando introduzida directamente no corpo.

Was this helpful?
Snabb och lokal ökning av en eller flera arter plankton, ofta under vår eller höst, som under en tid orsakar stora koncentrationer av dessa organismer som kommer att dominera samhället; kan resultera i färgning av vattnet (red tides). Fytoplankton (alg) blomningar kan vara associerade med frisläppandet av toxiner (t ex blomningar av dinoflagellaten Gymnodinium).


algal bloom: Rapid and localized increase of one or more planktonic species, often in spring or autumn, causing large temporary concentrations of these organisms to dominate the community; can result in discoloured waters (red tides). Phytoplankton (algal) blooms may be associated with the release of toxins (e.g. blooms of the dinoflagellate Gymnodinium).

ΦΥΚΩΝ ΑΚΜΗ: Ταχεία και εντοπισμένη αύξηση ενός ή περισσοτέρων πλαγκτονικών ειδών. Η αύξηση αυτή παρατηρείται συνήθως την ανοιξη ή το φθινόπωρο και προκαλεί μεγάλες εποχιακές συγκεντρώσεις αυτών των οργανισμών, οι οποίοι κυριαρχούν στην βιοκοινότητα. Μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα τον χρωματισμό του νερού. Η άνθιση του φυτοπλαγκτού μπορεί να συνοδεύεται από απελευθέρωση τοξινών (π.χ. άνθιση των δινομαστιγωτών Gymnodinium).

bloom de algas : Aumento rápido e localizado de uma ou mais espécies planctónicas, frequentemente na Primavera ou Outono, originando grandes concentrações temporárias destes organismos que passam a dominar a comunidade; pode resultar em águas descoloradas (marés vermelhas) . Os blooms de fitoplâncton (algas) podem estar associada à libertação de tóxinas (e.g. blooms de dinoflagelados Gymnodinium).

Was this helpful?
Termen "total alkanitet" refererar till den totala koncentrationen av baser i vattnet uttryckt i milligram per liter av motsvarande kalciumkarbonat. Bestämning av alkanitet utförs genom två titreringar; först titreras med en standard syra till fenolftalein, och sedan titreras till metyl orange. Den totala mängd syra som behövs för att titrera till fenolftalein (pH 8,3), uttryckt som motsvarande kalciumkarbonat, är fenolftalein alkaniteten.


alkalinity, total: The term "total alkalinity" refers to the total concentration of bases in water expressed in milligrams per litre of equivalent calcium carbonate. Determination of alkalinity is carried out by titration to two end points; first, by titrating with standard acid to a phenolphthalein endpoint, and second by titration to a methyl orange endpoint. The total amount of acid used in the titration, expressed as equivalent calcium carbonate, represents the total alkalinity. The amount of acid require

ΑΛΚΑΛIΚΟΤΗΤΑ ΟΛIΚΗ : Ο όρος "ολική αλκαλι- κότητα" αναφέρεται στην ολική συγκέντρωση των βάσεων στο νερό και εκφράζεται σε χιλιοστόγραμμα ανά λίτρο ισοδυνάμου ανθρακικού ασβεστίου. Ο προσδιορισμός της αλκαλικότητας γίνεται με τιτλο- δότηση σε δύο τελικά σημεία. Το πρώτο τιτλο- δοτείται με ένα τυπικό οξύ σε ένα τελικό σημείο φαινολοφθαλεïνης και το δεύτερο τιτλοδοτείται σε ένα τελικό σημείο πορτοκαλόχροος του μεθυλ- αινίου. Η ολική ποσότητα του οξέος που χρησι- μοποιείται στην τιτλοδότηση, εκφρασμένη σε ισοδύναμο ανθ

alcalinidade, total : A expressão "alcalinidade total" refere-se à concentração total de bases na água expressa em miligramas por litro de carbonato de cálcio. A determinação da alcalinidade é levada a cabo pela titulação de dois pontos limite: primeiro, titulando com um ácido padrão até um limite de fenoftaleína, e segundo pela titulação até um limite de alaranjado de metilo. A quantidade total de ácido utilizado na titulação, expressa em carbonato de cálcio equivalente, representa a alcalinidade total. A quantidade

Was this helpful?
Sötvatten eller marin planta som innehåller klorofyll (pl. alger), varierar i storlek från några få mikroner till flera meter i längd; encelliga, kolonibildande eller filamentösa utan egentliga blad, rötter eller stam.


alga: Freshwater or marine chlorophyll-bearing plant (pl. algae), ranging in size from a few microns to many feet in length; single-celled, colonial, or filamentous without true leaf, root, or stem system.

ΦΥΚΟΣ : Χλωροφυλλούχο φυτό των γλυκών και θαλασσίων νερών. Τα φύκη έχουν μέγεθος από λίγα μικρά έως αρκετά μέτρα, είναι μονοκύτταρα, αποικιακά, ή νηματοειδή, χωρίς πραγματικό φύλλο, ρίζες ή αξονικό σύστημα.

alga : Planta de água doce ou marinha que contêm clorofila (pl. Algas), variando em tamanhos desde alguns micra até muitos metros de comprimento; unicelulares, coloniais ou filamentosas sem verdadeiras folhas, raízes ou talo.

Was this helpful?
Kemiskt medel som dödar alger, t ex kopparsulfat. Trots att några herbicider, som Diquat, Paraquat eller terbutryne, också verkar effektivt på vissa alger, så även vissa generella desinfektionsmedel som klor i vatten, så är de inte nödvändigtvis alltid algicider.


algicides: Chemical agents which kill algae, e.g. copper sulphate. Although some herbicides, such as Diquat, Paraquat, or terbutryne, are also effective against certain algae, as are various general disinfectants such as chlorine in water supplies, they are not necessarily in all cases algicides.

ΦΥΚΟΚΤΟΝΑ: Χημικοί παράγοντες, οι οποίοι εξωντόνουν τα φύκη π.χ. θειïκός χαλκός. Μολονότι ορισμένα βοτανοκτόνα (π.χ. Diquat, Paraquat, Terbutryne) είναι αποτελεσματικά για την κατα- πολέμηση ορισμένων φυκών όπως είναι επίσης και διάφορα γενικά απολυμαντικά (π.χ. διαλύματα χλωρίνης οι ουσίες αυτές δεν είναι σε όλες τις περιπτώσεις φυκοκτόνα).

algicidas : Agentes químicos que matam as algas, e.g. Sulfato de cobre. Embora alguns herbicidas, tais como o Diquat, Paraquat, ou Terbutrine, sejam também eficazes contra certas algas, assim como também o são vários desinfectantes comuns, tais como o cloro nos abastecimentos de água, apesar de não serem necessariamente algicidas em todos os casos.

Was this helpful?
Toxicitet som resultat av upptag eller intag av toxiner eller toxinproducerande alger; vanligen associerat till blomningar av blå-gröna alger eller dinoflagellater.


algal toxicosis: Toxicity resulting from the uptake or ingestion of toxins or toxin-producing algae; usually associated with blooms of blue-green algae or dinoflagellates.

ΦΥΚΟΤΟΞΙΝΩΣΗ : Δηλητηρίαση οφειλόμενη στην λήψη ή την κατάποση τοξινών ή φυκών. Συνήθως σχετίζεται με την ανθιση των κυανοφυκών και των δινομαστιγωτών.

toxicose por algas: Toxicidade resultante da ingestão de toxinas ou algas produtoras de toxinas; normalmente associada a blooms de algas azuis-verdes (Cianófitas) ou dinoflagelados.

Was this helpful?
Mått på vattens pH beräknad som antal milliekvivalenter vätejoner som neutraliseras av en liter vid 200C. Denna neutralisering sker av den kombinerade effekten av lösta mineral (huvudsakligen CO2 och bikarbonats anjoner) och uttrycks vanligen som motsvarande koncentration av kalciumkarbonat.


alkalinity: A measure of the pH of water calculated as the number of milliequivalents of hydrogen ions that is neutralized by one litre at 200C. This neutralization is due to the combined effect of dissolved mineral (mainly CO2 and the anions of bicarbonates) and is usually expressed in equivalents concentration of calcium carbonate.

ΑΛΚΑΛIΚΟΤΗΤΑ: Μέτρο της οξύτητας (του pΗ) του νερού, το οποίο υπολογίζεται ως ο αριθμός των χιλιοστο-ισοδυνάμων των υδρογονοκατιόντων που εξουδετερώνονται από ένα λίτρο δείγματος στους 200C. Αυτή η εξουδετέρωση οφείλεται στην συνδυασμένη επίδραση των διαλυμένων ανόργανων ουσιών (κυρίως CO2 και ΗCΟ3).Συνήθως εκφράζεται σε ισοδύναμες συγκεντώσεις ανθρακικού ασβεστίου.

alcalinidade : Uma medição do pH da água calculada como o número de miliequivalentes de iões de hidrogénio que são neutralizados por um litro a 200 C. Esta neutralização dá-se pelo efeito combinado do mineral dissolvido (principalmente CO2 e os aniões de bicabornatos) e é normalmente expressa em equivalentes de concentração de carbonato de cálcio.

Was this helpful?
Organismer som livnär sig av såväl vegetabilisk som animalisk föda, dvs. inte har specialiserat sig som växtätare eller rovdjur.


omnivorous: Literally, eats all or any kind of food; among protozoa, including many ciliates, such species appear to be satisfied in their feeding habits by nutritive substances ranging from bacteria and algae to ciliates, tissues of multicellular organisms, and even detritus. Among crustaceans and fish, species feeding on a range of substances such as algae, plants, weeds, detritus, plankton and/or larger benthic and neritic organisms.

ΠΑΜΦΑΓΟΣ: Στην κυριολεξία ο τρώγων όλα τα είδη τροφής. Μεταξύ των πρωτοζώων, περι- λαμβανομένων και πολλών βλεφαριδωτών, τα είδη αυτά ικανοποιούν τις τροφικές τους ανάγκες με θρεπτικές ουσίες που εκτείνονται από τα βακτήρια και τα φύκη ως τα πρωτόζωα, τους ιστούς από πολυκύτταρους οργανισμούς και το τριπτόν. Μεταξύ των καρκινοειδών και των ψαριών, είδη που τρέφονται με ποικιλία ουσιών όπως φύκη, φυτά, σπόρους, τριπτόν, πλαγκτόν και/ή μεγαλύτερους βενθικούς και νηριτικούς οργανισμούς.

omnívoro : Literalmente, alimenta-se de todo ou qualquer tipo de alimento; entre os protozoários, incluindo muitos ciliados, tais espécies parecem alimentar-se de substâncias nutritivas que vão desde as bactérias e algas até aos ciliados, tecidos de organismos multicelulares, e mesmo detritos. Entre os crustáceos e os peixes, estas espécies alimentam-se de uma grande gama de substâncias tais como algas, plantas, ervas, detritos, plâncton e/ou grandes organismos bentónicos ou neríticos.

Was this helpful?
En organism som äter flera typer av föda som t.ex. autotrofer, heterotrofer, detritus eller döda organismer.


omnivore: An organism that eats more than one type of food such as autotrophs, heterotrophs, detritus or dead organisms.

Παμφάγος : Ένας οργανισμός που καταναλώνει περισσότερα από μια είδους τροφή, όπως αυτότροφα, ετερότροφα, detritus ή νεκρούς οργανισμούς.

omnívoro: Um organismo que come mais do que um tipo de comida tal como autotróficos, heterotróficos, detritos ou organismos mortos.

Was this helpful?
En av två eller fler alternativa gener, som var och en består av en unik nukleotidsekvens.


allele: One of two or more alternative forms of a gene, each possessing a unique nucleotide sequence.

ΑΛΛHΛA ή AΛΛHΛOMOPΦA : Mια από τις δύο ή περισσότερες εναλλακτικές μορφές ενός γονιδίου. Kαθέ μία έχει μια μοναδική νουκλεοτιδική αλληλουχία.

alelo : Uma de duas ou mais formas alternativas de um gene, cada uma possuindo uma sequência nucleótida única.

Was this helpful?
En allels proportion av totala antalet alleler vid samma locus i genpoolen.


allelic frequency: The proportion of one allele to the total number of all alleles at the same locus in the gene pool.

ΑΛΛHΛIKH ΣYXNOTHTA : Tο ποσοστό ενός αλληλομόρφου ως προς τον ολικό αριθμό όλων των αλληλομόρφων, στον ίδιο γενετικό τόπο, μιας γονιδιακής δεξαμενής

frequência alélica : A proporção de um alelo sobre o total de todos os alelos num mesmo local do mapa genético.

Was this helpful?
Används för populationer, arter eller taxa som förekommer i geografiskt skilda områden.


allopatric: Used of populations, species or taxa occurring in separate geographical areas.

ΑΛΛOΠATPIOΣ : O όρος χρησιμοποιείται για πληθυσμούς, είδη ή τάξα που βρίσκονται σε διαχωρισμένες γεωγραφικές περιοχές

alopátrico : Termo referente a populações, espécies ou taxa que ocorre em áreas geográficas diferentes.

Was this helpful?
En vattentransporterad lerig avlagring (alluvialt sediment)


alluvial deposit: A water-transported silty deposit (alluvial sediment).

ΠPOΣXΩMATIKA ή ΠPOΣXΩΣIΓENH ENAΠOΘEMATA: Aποθέσεις ιλύος, που μεταφέρονται από το νερό (αλλουβιακά ιζήματα, αλλούβιο, πρβλ. αιολικές αποθέσεις).

depósito aluvial : Depósito de aluvião transportado pela água (sedimento aluvial); cf. Depósito eolítico, deposito coluvial.

Was this helpful?
En sorts jord, vars beståndsdelar har blivit transporterade i suspension av flödande vatten och därefter deponerats genom sedimentation


alluvium: A type of soil, the constituents of which have been transported in suspension by flowing water and subsequently deposited by sedimentation.

ΠPOΣXΩΣH ή AΛΛOYBION: Tύπος εδάφους, τα συστατικά του οποίου έχουν μεταφερθεί εν αιωρήσει από την ροή του νερού και στη συνέχεια εναποτέθηκαν με την μορφή ιζήματος.

aluvião : Um tipo de solo, cujos constituintes foram transportados em suspensão pela água e subsequentemente depositados por sedimentação.

Was this helpful?
Skydd och hjälp som ges till utsatta artfränder


altruistic behaviour: The protection of and assistance given to endangered companions.

ΑΛΤΡΟΥIΣΤIΚΗ ΣΥΜΠΕΡIΦΟΡΑ: Η προστασία και αρωγή σε συντρόφους που βρίσκονται σε κίνδυνο.

comportamento altruísta : A protecção e assistência dada a companheiros em perigo.

Was this helpful?
Något som sker på båda sidor om atlanten.


amphiatlantic: Occurring on both sides of the Atlantic ocean.

Αμφιατλαντικός : Εμφανίζεται και στις δύο ακτές του Ατλαντικού Ωκεανού.

AmbiAtlântico: Ocorre em ambos os lados do Oceano Atlântico.

Was this helpful?
(1) Med akvatiska larvstadier och terrestra adulter. (2) Used of a microorganism participating in a symbiotic relationship with a given host that can act either parasitically or mutualistically.


amphibiotic: (1) Having aquatic larval stages and terrestrial adults. (2) Used of a microorganism participating in a symbiotic relationship with a given host that can act either parasitically or mutualistically.

ΑΜΦIΒIΟΣ: (1) Οργανισμός που έχει υδρόβια νυμφικά στάδια και χερσαία ενήλικα άτομα. ΑΜΦIΒIΟΤIΚΟΣ: (2) Χρησιμοποιείται και για έναν μικροοργανισμό που συμμετέχει σε μια συμβιωτική σχέση με ένα συγκεκριμένο ξενιστή ο οποίος μπορεί να δρα είτε παρασιτικά είτε αμοιβιωτικά.

anfibiótico : (1) Que tem fases larvares aquáticas e adultos terrestres. (2) Referente a microorganismos que participam numa relação simbiótica, parasitariamente quer mutualisticamente, com um dado hospedeiro.

Was this helpful?
Används för att beskriva de fiskar där migrationen från sötvatten till havet (eller vice-versa) inte sker med fortplantning som syfte utan sker istället regelbundet vid flera livsstadier.


amphidromous: Used to describe those fishes whose migration from fresh water to the sea or vice-versa is not for the purpose of breeding but occurs regularly at other stages of the life cycle. In amphidromous species occupation of fresh and marine waters varies widely, and the key point is that the migration is not for the purpose of breeding, but is typified by a return migration of well-grown juveniles, which continue to feed and grow for months or even years prior to maturation and breeding.

ΑΜΦIΔΡΟΜΑ: Ψάρια που μεταναστεύουν απο το γλυκό νερό, στην θάλασσα και αντίθετα, όχι για αναπαραγωγή, αλλά για λόγους που σχετίζονται με άλλα στάδια του κύκλου ζωής τους. Στα αμφίδρομα ψάρια, η χρονική περίοδος που βρίσκονται στα γλυκά ή θαλάσσια νερά ποικίλλει ευρέως. Το κύριο χαρακτηριστικό αυτού του είδους μετανάστευσης είναι ότι αυτή δεν συμβαίνει για λόγους αναπαραγωγής, αλλά χαρακτηρίζεται από μετακίνηση καλά ανεπτυγμένων νεαρών ψαριών, τα οποία συνεχίζουν να τρέφονται και να αυξάνονται επί μήνες ή

anfidrómicas : Termo utilizado para descrever os peixes cuja migração da água doce para o mar ou vice-versa não tem por finalidade a reprodução, mas ocorre regularmente noutras fases do ciclo de vida. Nas espécies anfidrómicas a ocupação das águas doces e salgadas varia grandemente e o ponto chave é que a migração não tem por finalidade a reprodução, mas é tipificada por um retorno de juvenis bem desenvolvidos, que continuam a alimentar-se e crescer durante meses ou mesmo anos antes da maturação ou reprodução.

Was this helpful?
Klass av organiska föreningar som innehåller åtminstone en karboxylgrupp och en aminogrupp: alfa-aminosyrorna RCH NH2 COOH är fundamentala beståndsdelar i levande organismer som kan kombineras och bilda proteinmolekyler.Tjugo aminosyror finns kodade i DNA och flera andra är modifikationer av dessa. Icke-essentiella aminosyror syntetiseras av en organism medan de essentiella aminosyrorna måste finnas representerade i dess diet.


amino acid: Class of organic compounds containing at least one carboxyl group and one amino group: the alpha-amino acids RCH NH2 COOH are fundamental constituents of living matter which combine together to make protein molecules. Twenty amino acids are coded for in DNA and several others are modifications of these. Non-essential amino acids are synthesized by the organism, whereas essential amino acids must be present in the diet.

ΑΜIΝΟΣΑ: Κατηγορία οργανικών ενώσεων που περιέχουν τουλάχιστον μια καρβοξυλική ομάδα και μια αμινοομάδα: τα άλφα-αμινοξέα RCΗ ΝΗ2 CΟΟΗ, είναι θεμελιώδη συστατικά της ζώσας ύλης, και συνδυάζονται για να σχηματίσουν πρωτεϊνικά μόρια. Εικοσιδύο αμινοξέα κωδικοποιούνται από το DNA και ένας αριθμός άλλων είναι μετασχημ- ατισμοί αυτών. Τα μη βασικά αμινοξέα συνθέτονται από τον οργανισμό, ενώ τα βασικά αμινοξέα πρέπει να περιέχονται στη δίαιτα.

aminoácido : Classe de componentes orgânicos que contem pelo menos um grupo carboxilo e um grupo amina: os aminoácidos alfa RCH NH2 COOH são constituintes fundamentais da matéria viva que se associam para produzir moléculas de proteína. No DNA estão codificados 20 aminoácidos e vários outros são modificações destes. Os aminoácidos não essenciais são sintetizados pelo organismo, ao passo que os aminoácidos essenciais têm de estar presentes na dieta.

Was this helpful?
Total ammoniak är en generell benämning för kombinationen av NH4+ och NH3. I tidigare litteratur användes benämningen "ammoniak" flitigt av många författare, men dess användning är inte rekommenderad för framtida bruk utan att ha fastställt den joniska specificeringen.


ammonia: Total Ammonia is a general term referring to NH4+ and NH3 combined. In the earlier literature the term "ammonia" is frequently used by many authors, but its use is not recommended for future application without the identification of its ionic speciation.

ΑΜΜΩΝIΑ: Ολική Αμμωνία είναι γενικός όρος που αναφέρεται στο συνδυασμό ΝΗ4+ και ΝΗ3. Στην παλαιότερη βιβλιογραφία, ο όρος "αμμωνία" έχει συχνά χρησιμοποιηθεί από πολλούς συγγραφείς, αλλά δεν συνιστάται για μελλοντική χρήση χωρίς τον προσδιορισμό του τύπου των ιόντων. Αμμώνιο: είναι ειδικός όρος για το ιόν ΝΗ4+, το οποίο είναι η ιονισμένη μορφή της αμμωνίας. Μοριακή Αμμωνία ή Αέριος Αμμωνία: είναι ειδικός όρος για το διαλυμένο αέριο ΝΗ3. Α

amónia : A amónia total é um termo genérico que se refere à combinação do NH4+ e NH3. Na bibliografia anterior o termo "amónia" é utilizado frequentemente por muitos autores, mas o seu uso não é recomendado no futuro, sem a identificação da sua especificação iónica.

Was this helpful?
Ammoniak är vid vissa koncentrationer toxiskt för akvatiska organismer. Toxicitet beror på toxinens joniska dissociation som påverkas av parametrar som pH, temperatur, salinitet, suspenderade partiklar och koldioxid. För fiskar, så är det här en av de viktigaste parametrar för vattenkvalitet. Nivån där ammoniak anses vara toxisk varierar för olika fiskarter.


ammonia toxicity: Ammonia is toxic to aquatic organisms at certain concentrations. Toxicity depends on its ionic dissociation which is influenced by parameters such as pH, temperature, salinity, suspended solids and carbon dioxide. It is one of the most important water quality parameters for fish. The level at which ammonia is considered toxic varies for different fish species.

ΤΟΞΙΚΟΤΗΤΑ ΑΜΜΩΝΙΑΣ: Η αμμωνία σε ορισμένες συγκεντρώσεις είναι τοξική γιά τους υδρόβιους οργανισμούς. Η τοξικότητα εξαρτάται από την ιοντική διάσταση που επηρεάζεται από διάφορες παραμέτρους όπως η θερμοκρασία, το pH η αλατότητα, τα αιωρούμενα στερεά και το διοξείδιο του άνθρακα. Γιά τα ψάρια αποτελεί μια από τις πιο σημαντικές παραμέτρους ποιότητας του νερού. Το επίπεδο στο οποίο η αμμωνία θεωρείται τοξική ποικίλλει γιά τα διάφορα είδη ψαριών.

toxicidade por amónia : A amónia em certas concentrações é tóxico para os organismos aquáticos. A toxicidade depende da sua dissociação iónica a qual é influenciada por parâmetros tais como o pH, temperatura, salinidade, matéria em suspensão e dióxido de carbono. É um dos parâmetros mais importantes da qualidade da água para os peixes. O nível em que o amónia é considerada tóxica varia para as diferentes espécies de peixes.

Was this helpful?
Produktionen av ammoniak genom bakteriell nedbrytning av kväveinnehållande organiskt material.


ammonification: The production of ammonia through the bacterial decomposition of nitrogenous organic material.

ΑΜΜΩΝIΟΠΟIΗΣΗ: Παραγωγή αμμωνίας με βακτηριακή αποσύνθεση του αζωτούχου οργανικού υλικού.

amonificação : Produção de amónia através da decomposição bacteriana de matéria orgânica azotada.

Was this helpful?
Tillstånd hos människor som har ätit kontaminerade skaldjur; symtomen innefattar minnesförlust och desorientering och orsakas av neurotoxinet "domoic" syra, vilken troligen produceras av en diatom som musslorna livnär sig på. Blåmusslor som konsumerades på Prince Edward Island (Kanada) gav symtom hos 129 människor och orsakade två dödsfall.


amnesic shellfish poisoning (ASP): Condition found in humans that have consumed contaminated shellfish; symptoms include memory loss and disorientation which are caused by neurotoxin domoic acid, apparently produced by a diatom eaten by the mussels. Blue mussels eaten in Prince Edward Island (Canada) affected 129 people, causing two deaths.

ΑΜΝΗΣIΑΚΗ ΔΗΛΗΤΗΡIΑΣΗ ΑΠΟ ΟΣΤΡΑΚΟ- ΔΕΡΜΑ (ASP): Τοξική δηλητηρίαση οφειλόμενη στην κατανάλωση μολυσμένων οστρακοδέρμων. Στα συμπτώματα περιλαμβάνονται απώλεια της μνήμης και της δυνατότητας προσανατολισμού. Προκαλείται από το νευροτοξικό δομοϊκό οξύ, το οποίο παράγεται από διάτομα, που αποτελούν τροφή για τα μύδια. Γαλάζια μύδια που καταναλώ- θηκαν στην νήσο Prince Edward (Καναδάς) προσέβαλαν 129 άτομα και ήταν η αιτία δύο θανάτ- ων. Κατάσταση που συναντάται σε ανθρώπους που καταναλώνουν μολυσμένα οστρακόδερμα. Αυτά καθ αυτά τα οστρακόδερ

ASP(amnesic shellfish poisoning): Estado encontrado nos humanos que ingeriram marisco contaminado; os sintomas incluem perda de memória e desorientação, causadas pela neurotoxina do ácido domoico, aparentemente produzida por uma diatomácea ingerida pelos mexilhões. Uma espécie de mexilhões ingeridos na ilha Prince Edward (Canadá) afectaram 129 pessoas, causando duas mortes.

Was this helpful?
Utan form; icke kristallin.


amorphous: Without shape; non-crystalline.

ΑΜΟΡΦΟΣ: Χωρίς σχήμα, μη κρυσταλλικός.

amorfo : Sem forma; não cristalino.

Was this helpful?
Storleken på den maximala avvikelsen från ett medelvärde hos en periodisk funktion eller svängning. Amplituden hos en havsvåg definieras som maximala utslaget mellan två passager av medelnivån.


amplitude: The magnitude of a half-cycle displacement or a wavelike fluctuation as measured from its mean or equilibrium value. The amplitude of an ocean wave is half its trough-to-crest height, or the height from the still water level to the wave crest; in the case of the tide, amplitude equals half the range.

ΠΛΑΤΟΣ: Η μετατόπιση που αντιστοιχεί στην ημιπερίοδο μιας ταλάντωσης, μετρούμενη από την θέση ισορροπίας. Το πλάτος ενός θαλάσσιου κύματος ισούται προς το ήμισυ της απόστασης από την κοιλία στην κορυφή του κύματος ή προς το ύψος από το επίπεδο του ήρεμου νερού, έως την κορυφή του κύματος. Στην περίπτωση της παλίρροιας, το πλάτος είναι ίσο με το ήμισυ του εύρους.

amplitude : A dimensão de meio ciclo de deslocamento ou duma flutuação do tipo onda medida a partir do seu valor médio ou de equilibrio. A amplitude de uma onda do oceano é metade da altura da sua cava à crista, ou a altura desde o nível do mar calmo até à crista da onda; no caso de uma maré, a amplitude iguala metade da distância.

Was this helpful?
Beskriver akvatiska djur som de flesta laxfiskar, störar och vissa medlemmar ur familjen Clupeidae, som utvecklas och lever en stor del av sitt liv i havet men återvänder till sötvattensmiljöer för att fortplanta sig.


anadromous: Describing aquatic animals such as most salmonids, sturgeons and certain members of the family Clupeidae which mature and live most of their lives in the sea, but return to freshwater to breed and spawn.

ΑΝΑΔΡΟΜΟΣ: Ο όρος αναφέρεται σε υδρόβια ζώα όπως τα περισσότερα σολομοειδή, μουρούνες, και ορισμένα μέλη της οικογένειας Clupeidae, τα οποία ζουν το μεγαλύτερο τμήμα της ζωής τους και ωριμάζουν στην θάλασσα, αλλά επιστρέφουν στα γλυκά νερά για να ζευγαρώσουν και να γεννήσουν τα αυγά τους (πρβλ. κατάδρομος και διάδρομος).

anádromo : Descreve os animais aquáticos tal como os salmonídeos, esturjões e certos membros da família dos clupeideos que se desenvolvem e vivem a maior parte das suas vidas no mar, mas regressam à água doce para procriar e desovar; cf. Catádromo, diadromo.

Was this helpful?
Refererar till ett tillstånd eller en process där gasformigt syre inte finns närvarande eller är nödvändigt.


anaerobic: Referring to a condition or process where gaseous oxygen is not present or not necessary.

ΑΝΑΕΡΟΒIΟΣ: Αναφέρεται σε κατάσταση ή διεργασία κατά την οποία δεν υπάρχει ή δεν απαιτείται αέριο οξυγόνο.

anaeróbico : Que se refere a uma condição ou processo em que o oxigénio gasoso não está presente ou não é necessário.

Was this helpful?
Den anaeroba nedbrytningen av komplexa organiska substanser till enkla substanser som innefattar en hög andel gasformiga och fasta produkter; processen innefattar många olika bakterier som har liknande metaboliska system, och sker i bentisk lera, i rumen hos idisslare, vissa typer av reningsverk osv. Anaerobiska processer (jäsning) resulterar i en stor reduktion av nedbrytningsbara fasta ämnen, där omvandlingen av organiskt kol till metan utgör en viktig del av kolcykeln. I avfallshantering (och


anaerobic digestion: The anaerobic break- down of complex organic materials to simple sub- stances which include a high proportion of gaseous and soluble products; it involves a diverse range of bacteria whose metabolic pathways are closely interrelated, and it occurs in benthic muds, in the rumen, in certain types of sewage treatment plant, etc. The process of anaer- obic digestion results in an appreciable reduction in the bulk of biodegradable solids, with the conversion of organic carbon to methane forming an i

ΑΝΑΕΡΟΒIΟΣ ΔIΑΣΠΑΣΗ (ΧΩΝΕΥΣΗ): Η αναερόβιος αποικοδόμηση σύνθετων οργανικών υλικών σε απλούστερες ενώσεις, μεγάλο μέρος από τις οποίες είναι αέριες ή διαλυτές. Στην διάσπαση συμμετέχει ένα ευρύ φάσμα βακτηρηδίων με στενά διαπλεκόμενες διεργασίες μεταβολισμού. Τα βακτηρίδια αυτά απαντούν στην βενθική ιλύ, στο στομάχι διαφόρων μυρηκαστικών, σε ορισμένους τύπους σταθμών επεξεργασίας λυμάτων. Η αναερόβιος "χώνευση" οδηγεί σε σημαντική μείωση του όγκου των βιο-αποκοδομήσιμων στερεών. Η μετατροπή, κατά την διαδικασία αυτή του οργ

digestão anaeróbica : Degradação anaeróbica de matéria orgânica complexa em substâncias simples que incluem uma elevada proporção de produtos gasosos e solúveis; envolve uma quantidade variada de bactérias cujas vias metabólicas estão interligadas e ocorre em fundos bentónicos ludosos, no rúmen, em certos tipos de instalações de tratamento de esgotos, etc. O processo de digestão anaeróbica resulta numa considerável redução do volume de sólidos biodegradáveis, com a transformação do carbono orgânico em metano constitu

Was this helpful?
Respiration, under anaeroba förhållanden, som inte fordrar tillgång till fritt syre (beroende på art och miljö). Denna anaeroba process sker också i samband med metanbildning, dissimilatorisk sulfatreduktion, fumaratrespiration och nitratrespiration.


anaerobic respiration: Respiration under anaerobic conditions, when the terminal electron acceptor is not gaseous oxygen (according to species and/or environment). Also involved in dissimilatory sulphate reduction, fumarate respiration, methano- genesis, nitrate respiration, sulphur respiration.

ΑΝΑΕΡΟΒIΟΣ ΑΝΑΠΝΟΗ: Αναπνοή υπό αναερόβιες συνθήκες, όταν ο τελικός αποδέκτης ηλεκτρονίων δεν είναι το αέριο οξυγόνο (ανάλογα με το είδος και/ή το περιβάλλον). Σχετίζεται επίσης με την ανομοιωτική αναγωγή θειϊκών, την αναπνοή φουμαρικών, την μεθανογένεση, την αναπνοή νιτρικών και την αναπνοή θείου.

respiração anaeróbica : Respiração sob condições anaeróbicas, quando o electrão receptor terminal não é oxigénio gasoso (de acordo com as espécies e/ou ambiente). Também envolvida na redução de sulfato, na genese do metano, respiração nitrica e sulfidrica

Was this helpful?
Baterier som är anpassade till att leva i en syrefri miljö. De utnytjar the potentiella energi i flertalet reducerade kemiska ämnen, som till exempel sulfider.


anaerobic bacteria: Bacteria adapted to live in an anoxic environment, capable of utilising the potential energy of several reduced chemical compounds, such as various sulphides.

Αναερόβια βακτηρίδια : Βακτηρίδια προσαρμοσμένα να ζουν σε ένα αναερόβιο περιβάλλον και ικανά να χρησιμοποιούν την αποθηκευμένη ενέργεια διαφόρων χημικών συστατικών όπως τα διάφορα σουλφίδια.

bactéria anaeróbica: Bactéria adaptada a viver num ambiente anóxico, capaz de utilizar a energia potencial de vários compostos químicos reduzidos, tais como vários sulfuretos.

Was this helpful?
(1) Sker i organismers celler och utgörs av de livsprocesser vilka producerar biologiskt användbar energi genom spjälkning av organiska molekyler under upptagande av syre och bildning av koldioxid. (2) Luft eller vatten passerar genom andningsorgan.


respiration: (1) Cellular respiration: the metabolic process in plants and animals whereby organic substances are broken down to simpler products with the generation of energy. (2) Physical respiration: gas exchange across a respiratory surface (e.g. gills)

ΑΝΑΠΝΟΗ: (1) κυτταρική αναπνοή: η μεταβολική διεργασία σε φυτά και ζώα κατά την οποία οι οργανικές ουσίες διασπώνται σε απλούστερα παράγωγα απελευθερώνοντας ενέργεια. (2) φυσική αναπνοή: ανταλλαγή αερίων δια μέσου μιας αναπνευστικής επιφάνειας (π.χ. βράγχια).

respiração : (1) Respiração celular: o processo metabólico nas plantas e animais em que substâncias orgânicas são degradadas em produtos mais simples com a produção de energia. (2) Respiração física : troca de gases através de uma superfície respiratória (e.g. guelras).

Was this helpful?
Borttagandet av löst organiskt material och minskandet av löst fastmaterial (solids) i vattenreningsverk.


secondary treatment: Removal of dissolved organic matter and reduction of suspended solids in waste water treatment plants.

Δευτερογενής επεξεργασία : Απομάκρυνση της διαλυμένης οργανικής ύλης και της μείωσης των στερεών αποβλήτων σε νερά αποχετεύσεων.

tratamento secundário: Remoção de matéria orgânica dissolvida e redução dos sólidos em suspensão nas estações de tratamento de águas.

Was this helpful?
Manliga könshormoner hos vertebrater; hormoner som har steroid egenskaper, som bidrar till utvecklingen av sekundära manliga könsegenskaper; viktiga exempel är testosteroner och de mindre aktiva androsteroner


androgens: Male sex hormones in vertebrates; hormones of steroid nature, which promote male secondary sexual characteristics; important examples are testosterones and the less active androsterones.

ΑΝΔΡΟΓΟΝΑ: Αρσενικές φυλετικές (σεξουαλικές) ορμόνες των σπονδυλωτών. Πρόκειται για στεροειδείς ορμόνες, οι οποίες προάγουν τα αρσενικά δευτερογενή χαρακτηριστικά. Σημαντικά παραδείγματα αποτελούν οι τεστοστερόνες και οι λιγότερο ενεργές ανδροστερόνες.

androgénos : Hormonas sexuais masculinas nos vertebrados; hormonas de natureza esteróide, que estimulam características sexuais secundárias masculinas; exemplos importantes são as testosteronas e as menos activas androesteronas.

Was this helpful?
Stor grupp av segmenterade maskar (t.ex polychaeter). De är långsträckta djur med mjuka kroppar och med tydlig metameriskt segmentering. Annelider har ett coelom, blodsystem, nefridier och ett centralt nervsystem.


annelids: Large group of segmented worms.(e.g. polychaetes). They are soft-bodied elongated animals with well-marked metameric segmentation. Annelids have a coelom, a blood system, nephridia and a central nervous system.

ΔΑΚΤΥΛIΟΣΚΩΛΗΚΕΣ : Μεγάλη ομάδα σκωλήκων με μεταμέρεια (π.χ. πολύχαιτοι). Είναι ζώα επιμηκυσμένα με μαλακό σώμα και ευδιάκριτη μεταμέρεια. Οι δακτυλιοσκώληκες έχουν κοίλωμα, κυκλοφοριακό σύστημα, νεφρίδια και κεντρικό νευρικό σύστημα.

anelídeos : Grande grupo de vermes segmentados (e.g. Poliquetas). São animais de corpo mole alongado com segmentação metamérica bem marcada. Os anelídeos têm um celoma, um sistema sanguíneo, nefrónios e um sistema nervoso central.

Was this helpful?
Metod att, via en uppdelning av det statistiska materialets totala variation på komponenter, signifikanspröva skillnader mellan medelvärdena för flera grupper av t.ex. människor, jordstycken, föremål osv. som utsätts för olika behandlingar i en eller flera faktorer (”avseenden”).


ANOVA: Analysis of variance: a statistical analysis in which multisample comparisons are performed through partitioning of sources of the total variation. This procedure is used for evaluating the equality of means of a series of samples by testing if they are drawn from populations having the same distribution, through comparing the ratio (F-tests) of components of the total variation. These estimates are derived from the overall variance between and within all subsamples.

ANOVA : ΑNAΛYΣH ΔIAΣΠOPAΣ. Στατιστική μέθοδος για την σύγκριση ενός μεγάλου αριθμού δειγμάτων μεταξύ τους. Η μέθοδος χρησιμοποιείται για να διαπιστωθεί η ισότητα των μέσων όρων ομάδων δειγμάτων, εκτιμώντας την συμβολή διαφόρων πηγών διασποράς στην ολική διασπορά (F-test). Η μέθοδος ελέγχει αν τα δείγματα έχουν ληφθεί από πληθυσμούς που έχουν την ίδια κατανομή. Οι εκτιμήσεις αυτές βασίζονται στην ολική διασπορά εντός και μεταξύ των ομάδων δειγμάτων (μέθοδος ANOVA).

ANOVA: Análise estatística em que comparações de várias amostras são efectuadas através da separação de fontes da variação total. Este procedimento é utilizado para avaliar a igualdade de médias de uma série de amostras testando se foram retiradas de populações com a mesma distribuição, através da comparação da relação (Testes F) de componentes da variação total. Estas estimações derivam da variação total entre e dentro de todas as sub amostras. De modo geral chamada ANOVA .

Was this helpful?
Syrebrist i blodcellerna eller kroppsvävnad på en nivå som kan skapa psykologiska och fysiologiska störningar. Anoxia kan resultera genom brist på syre i omgivningen eller från en oförmåga av kroppsvävnaden att absorbera syre när det omgivande lufttrycket är lågt.


anoxia: Oxygen deficiency in the blood cells or tissues of the body in such degree as to cause psychological and physiological disturbances. Anoxia may result from a scarcity of oxygen in the medium or from an inability of the body tissue to absorb oxygen under conditions of low ambient pressure.

ΑΝΟΞIΑ: Ανεπάρκεια οξυγόνου στα κύτταρα του αίματος ή στους ιστούς του σώματος, σε βαθμό ώστε να προκαλεί φυσιολογικές και ψυχολογικές διαταραχές. Η ανοξία οφείλεται είτε σε έλλειψη οξυγόνου στο μέσον είτε σε αδυναμία του σωματικού ιστού να απορροφήσει οξυγόνο όταν η μερική του πίεση είναι χαμηλή. Βλ. υποξία.

anoxia : Falta de oxigénio nas células sanguíneas ou tecidos do corpo em tal grau que causa distúrbios psicológicos e fisiológicos. A anoxia pode resultar de uma escassez de oxigénio no meio ou de uma incapacidade do tecido do corpo de absorver oxigénio sob condições de baixa pressão ambiente; cf. hipoxia.

Was this helpful?
Syrefri.


anoxic: Devoid of oxygen.

ΑΝΟΞIΚΟΣ: Χωρίς οξυγόνο.

anóxico : Livre de oxigénio

Was this helpful?
Syrefrit område.


anoxic zone: Area devoid of oxygen.

Ανοξική ζώνη : Περιοχή με έλλειψη οξυγόνου.

zona anóxica: Área livre de oxigénio.

Was this helpful?
Syrefri sedimentärt habitat.


anoxic substratum: A sedimentary habitat devoid of molecular oxygen.

Ανοξικό υπόστρωμα: Μαλακό υπόστρωμα που χαρακτηρίζεται από έλλειψη μοριακού οξυγόνου.

substracto anóxico: Habitat sedimentar livre de oxigénio molecular.

Was this helpful?
Syftar på ett tillstånd vari två eller fler ämnen producerar en mindre effekt än det som förväntas utifrån summan av deras individuella effekter. Ant. synergism.


antagonism: Refers to a condition wherein two or more agents produce a lesser effect than would be predicted from the sum of the individual effects. Ant. synergism.

ΑΝΤΑΓΩΝIΣΜΟΣ (ΑΝΤΑΓΩΝIΣΤIΚΗ ΔΡΑΣΗ): Αναφέρεται σε μια κατάσταση όπου δύο ή περισσότεροι παράγοντες παράγουν μικρότερο αποτέλεσμα, απ ότι προβλέπεται από το άθροισμα των αποτελεσμάτων τους (το αντίθετο του συνεργατισμού).

antagonismo : Refere-se a uma condição em que dois ou mais agentes produzem menos efeito do que estaria previsto da soma dos efeitos individuais. Ant. sinergismo.

Was this helpful?
Kall, östgående ytström som strömmar runt Antarktis.


Antarctic cirumpolar current: A major cold surface current that flows eastwards through the Southern Ocean around the Antarctic pole.

Ανταρκτικό Περιπολικό ρεύμα: Ένα μεγάλο, κρύο, επιφανειακό ρεύμα το οποίο κινείται ανατολικά στον Νότιο Ωκεανό , γύρω από το Νότιο Πόλο.

Corrente Antártica Circumpolar : Importante corrente fria de superfície que circula para Este no hemisfério sul em redor do circulo polar Antártico.

Was this helpful?
Område nära Antarktis där massivt uppvällning sker.


Antarctic divergence: The area of massive upwelling near Antarctica where surface water drifting NE in the Antarctic Circumpolar current is replaced by water from intermediate depths.

Ανταρκτική απόκλιση : Η περιοχή σημαντικών αναβλύσεων κοντά στην Ανταρκτική όπου επιφανειακά νερά κινούμενα ΒΑ γύρω από το Νότιο Πόλο αντικαθίστανται από νερά από ενδιάμεσα βάθη.

Divergência Antártica : A área de upwelling perto da Antártida onde a água superfícial que se dirige para NE através da corrente Circumpolar Antártica é substituída por água de profundidades intermédias.

Was this helpful?
Region i den södra hemisfären där kall, nordgående Antarktiskt ytvatten sjunker under varmare, södergående vattenmassor.


Antarctic convergence: That region of the oceans of the southern hemisphere (N500 – 600 S) where cold Antarctic surface water moving NE meets and sinks below warmer water moving south-east.

Ανταρκτική σύγκλιση : Η περιοχή των Ωκεανών στην οποία κρύα επιφανειακά ρεύματα νερού τα οποία κινούνται ΒΑ συναντούν θερμά ρεύματα που κινούνται ΝΑ (συνήθως, Β500– 600 Ν) με αποτέλεσμα την βύθιση των πρώτων κάτω από τα θερμά ρεύματα.

Convergência Antártica: Área dos oceanos onde a água fria Antártica de superfície que se move para NE encontra e se afunda por baixo da água quente que se move para sudeste (normalmente, N500 - 600 S).

Was this helpful?
Generell benämning som används för att beskriva en grupp föreningar (beläggningar eller målarfärger), som ofta innehåller metaller, som aplliceras på föremål och utrustning för att hindra djur, t.ex. havstulpaner, och alger att växa på dem; tributylten TBT är en vanlig förening som används på båtbottnar med denna syfte. Fast dessa föreningar har använts vid många situationer i akvatiska miljöer, så har man börjat reglera deras användning inom akvakultur på grund av skadliga effekter på mollusk


antibiotic: (1) Originally, any microbial product which, in low concentrations (of the order of µg/ml), can inhibit or kill (susceptible) microorganisms. (2) Currently, antibiotic is generally used to refer to natural semi-synthetic and wholly synthetic anti- microbial compounds which are effective at low concentrations. In aquaculture antibiotics are usually administered as chemotherapeutic agents; in nature many or all antibiotics may have important ecological roles. Within the microorganism a gi

ΑΝΤIΒIΟΤIΚΟ: (1) Σύμφωνα με τον αρχικό ορισμό κάθε μικροβιακό παράγωγο, το οποίο σε χαμηλές συγκεντρώσεις (της τάξεως μg/ml), αναστέλλει ή σκοτώνει (ευάλωτους) μικροοργανισμούς. (2) Σήμερα, ο όρος "αντιβιοτικό" χρησιμοποιείται γενικά για ημι-συνθετικές ή πλήρως συνθετικές αντιμικροβιακές ενώσεις, οι οποίες είναι αποτελεσματικες σε χαμηλές συγκεντρώσεις. Στην ιχθυοκαλλιέργεια τα αντιβιοτικά χρησιμοποιούνται ως χημειοθεραπευτικοί παράγοντες. Περιστασιακά, ορισμένα αντιβιοτικά χρησιμοποιούνται για μη-θεραπευτ

antibiótico : (1) Originalmente, qualquer produto microbiótico que, em baixas concentrações (à ordem das µg/ml), podem inibir ou matar (é susceptível de) microorganismos. (2) Presentemente, o termo "antibiótico" é geralmente utilizado para referir componentes anti-microbianos naturais semi-sintéticos e totalmente sintéticos que são eficientes a baixas concentrações. Em aquacultura os antibióticos são normalmente administrados como agentes quimioterapêuticos; na natureza muitos ou todos os antibióticos p

Was this helpful?
Hänför sig till de tempererade regioner på södra hemisfären.


antiboreal: Pertaining to cool or cold temperate regions of the southern hemisphere; austral; notalian.

Αντιβόρεια: Αναφερόμενη σε ιδιαίτερα κρύες ή ψυχρές περιοχές του νοτίου ημισφαιρίου.

antiboreal: Pertencente às regiões frias ou temperadas do hemisfério sul; austral.

Was this helpful?
Små förändringar på antigenspecificitet som sker under en läng tidsperiod inom en art, grupp eller mikroorganismstam. Andra benämningar inkluderar immunologisk drift.


antigenic drift: In a given species, strain or type of microorganism, minor changes in antigenic specificity in a strain or types of microorganisms which occur over an extended period of time (i.e. years). Other terms often used include immunological drift, shift in antigens, variation of antigens.

ΑΝΤIΓΟΝIΚΗ ΠΑΡΕΚΚΛIΣΗ: Ελλάσσονες μεταβλητές στην ειδίκευση των αντιγόνων ενός στελέχους ή τύπου μικροοργανισμών, οι οποίες εμφανίζονται κατά την διάρκεια μιας μακράς χρονικής περιόδου.

detritos antigénicos : Pequenas alterações na especificidade antigénica que ocorrem, numa determinada espécie, raça ou tipo de microorganismo, ao longo de um período de tempo prolongado (i.e. anos). Outros termos utilizados com frequência incluem detritos imunológicos, mudança nos antigénes, variação dos antigénes.

Was this helpful?
Av människan eller mänskliga handlingar framställd eller förorsakad


anthropogenic: Caused as a result of human activities.

Ανθρωπογενές : Αποτέλεσμα των ανθρώπινων δραστηριοτήτων.

antropogénico: Com origem na actividade humana.

Was this helpful?
Tidvatten med minskad amplitud som sker då månen är som längst från jorden.


Apogean tides: The tides of decreasing amplitude occurring at the time the moon is furthest from the earth.

Απόγειες παλίρροιες : Παλίρροιες ελλατούμενης έντασης οι οποίες εμφανίζονται κατά την περίοδο στην οποία η Σελήνη βρίσκεται στο μέγιστο της απόστασης της από την Γη.

marés mortas: Marés de amplitude reduzida que ocorrem na altura em que a Lua se encontra mais afastada da Terra.

Was this helpful?
Sedimentär bergart som är uppgjord av små (0.006-2 milimter i diameter) sandkorn.


arenaceous: A sedimentary rock made up of grains of sand 0.006-2 millimetres in diameter.

Αμμώδης : Ιζηματογενές πέτρωμα το οποίο δημιουργήθηκε από κόκκους άμμου διαμέτρου 0.006-2 mm.

arenoso: Rocha sedimentar formada por grãos de areia com diâmetro de 0.006-2 milimetros.

Was this helpful?
Lerig ämne.


argillaceous: Rich in clay materials.

Αργιλώδης: Πλούσιο σε αργιλώδη υλικά.

argiloso : Rocha sedimentar formada por grãos de areia com diâmetro de 0.006-2 milimetros.

Was this helpful?
Det aritmetiska medelvärdet är det vanligaste måttet på den centrala tendensen för variabler inom ett intervall. Det aritmetiska medelvärdet kallas ofta "medel" och utgörs av summan av de individuella värdena dividerat med antal fall.


arithmetic mean: The sum of the individual values divided by the number of items, usually referred to as ‘average’ or ‘mean’.

Αριθμητικός μέσος όρος : Το άθροισμα των μεμονωμένων τιμών το οποίο διαιρείται με των αριθμό των περιπτώσεων και το οποίο συνήθως αναφέρεται ως ‘μέσος όρος’ ή ‘μέση τιμή’.

média aritmética: A soma dos valores individuais divididos pelo número de itens, normalmente referida como média.

Was this helpful?
Kontinentalsluttningen


archibenthal zone: The continental slope.

Αρχιβενθική ζώνη: Η Ηπειρωτική κατωφέρεια.

zona arquibentical: O talude continental.

Was this helpful?
Vanlig benämning som används inom akvakultur för att beskriva kvantiteten (vanligtvis uttryckt i ton) av marknadsstora organismer producerade av en specifik enhet eller av hela industrin, inom ett kalenderår.


annual production: Term commonly used in aquaculture to describe the quantity (usually expressed in tonnes) of market-sized organisms produced by a specific unit, or the industry, in a calendar year.

ΕΤΗΣIΑ ΠΑΡΑΓΩΓΗ: Ορος που χρησιμοποιείται στην υδατοκαλλιέργεια για να περιγράψει την ποσότητα (συνήθως εκφρασμένη σε τόννους) των οργανισμών εμπορεύσιμου μεγέθους που παράγονται από μια μονάδα ή το σύνολο του κλάδου σε ένα ημερολογιακό έτος.

produção anual : Termo usualmente usado em aquacultura para descrever a quantidade (normalmente expressa em toneladas) de organismos de tamanho comercial produzidos por uma unidade específica, ou industria num ano.

Was this helpful?
Inom systematiken, grupp individer vilka under naturliga förhållanden kan reproducera sig med varandra och som samtidigt är reproduktivt isolerade från andra sådana grupper av individer. Den mest fundamentala enheten i organismvärlden.


species: In systematics, a group of organisms of common ancestry that are able to reproduce only among themselves and which are usually geographically distinct. It constitutes the fundamental rank in the taxonomic hierarchy.

ΕIΔΟΣ: Στην συστηματική, ομάδα οργανισμών κοινής καταγωγής ικανών να ανταλλάξουν γενετικό υλικό. Συνήθως, η εξάπλωση ενός είδους περιορίζεται σε μια ορισμένη γεωγραφική περιοχή. Αποτελεί την θεμελιώδη βαθμίδα στην ταξινομική ιεραρχία.

espécies : Em sistemática, um grupo de organismos de ascendência comum que são capazes de se reproduzir entre si. Constitui a categoria sistemática basilar na hierarquia taxonómica.

Was this helpful?
Bildandet av nya arter.


speciation: The formation of new species

Ειδογένεση : Ο σχηματισμός νέων ειδών.

especiação: A formação de novas espécies.

Was this helpful?
Något som inte naturligt förekommer i en vävnad eller annan struktur, men som introduceras vid preparation eller undersökning (till exempel genom obduktion).


artefact: Something not naturally present in a tissue or other structure, introduced during preparation or investigation (for example by post-mortem manipulation).

ΤΕΧΝΟΥΡΓΗΜΑ: Κάτι που δεν βρίσκεται φυσιολογικά σε έναν ιστό ή άλλη δομή και που έχει εισαχθεί τεχνητά κατά την παρασκευή ή την έρευνα (π.χ. από την μεταθανάτια επεξεργασία του δείγματος).

artefacto : Alguma coisa presente de forma não natural num tecido ou noutra estrutura, introduzida durante a preparação ou investigação (por exemplo manipulação post-mortem).

Was this helpful?
Konstruerad struktur som attraherar fisk. Benämns stundom som extensivt vattenbruk i vilket strukturerna utgör passande nicher för fisk och skaldjur. Anses ofta öka produktionen genom att erbjuda substrat. Det är dock oklart om produktionen ökar totalt per ytenhet eller bara lokalt genom att attrahera individer från angränsande habitat.


artificial reef: Man-made structure that attracts fish and is sometimes considered a form of extensive aquaculture in which these structures provide suitable niches for fish or shellfish. It is often considered to provide substrate for enhanced production. However, in many cases it is not clear whether production is enhanced per unit area or production within an area is concentrated because of the attraction from surrounding habitats.

ΤΕΧΝΗΤΗ ΥΦΑΛΟΣ : Κατασκευή που χρησιμοποιείται στην εκτατική υδροκαλλιέργεια για την προσέλκυση ψαριώνν και όστρακων στα οποία προσφέρει κατάλληλες διαθέσεις (θώκους). Συχνά θεωρείται ότι αποτελούν μέσο για αύξηση της παραγωγής. Πάντως σε πολλές περιπτώσεις δεν είναι σαφές αν η παραγωγή αυξάνεται ανά μονάδα επιφανείας ή αν η παραγωγή μιας περιοχής απλώς συγκεντρώνεται στις τεχνητές υφάλους λόγω της ελκυστικότητάς τους σε σύγκριση με τα γειτονικά ενδιαιτήματα.

recife artificial : Estrutura feita pelo homem a qual atrai o peixe e é algumas vezes considerada uma forma extensiva de aquacultura, em que estas estruturas fornecem um nicho adequada para peixes e moluscos. É frequentemente considerada que fornece um substracto para aumentar a produção. Contudo, em muitos casos, não é claro se a produção é melhorada por unidade de área ou se a produção é concentrada dentro da área devido à atracção que esta exerce nos organismos dos habitats envolventes.

Was this helpful?
Artificiellt utvidgad strand som främjar återbyggandet av stränder nerströms genom naturliga kustströmmar.


feeder beach : An artificially widened beach serving to nourish downdrift beaches by natural littoral currents or forces.

ΤΡΟΦΟΔΟΤΙΚΗ ΑΚΤΗ: Ακτή που έχει διαπλατυνθεί τεχνητά, έτσι ώστε να επιτυγχάνεται, ο εμπλουτισμός με θρεπτικά στοιχεία άλλων παραλιών μέσω των φυσικών ρευμάτων ή δυνάμεων.

praia alimentadora : Uma praia alargada artificialmente para servir de sustento a outras praias a jusante por meio das correntes ou forças litorais naturais.

Was this helpful?
Vetenskapligt namn på en organismart på latin, bestående av två led, släktnamn och artepitet.


specific name: Specific taxonomic name given to a certain species. A Latin name (of Latin or Greek origin) is ascribed to each species and this is used as a common reference term by the international scientific community.

ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΕΙΔΟΥΣ : Tαξινομικό όνομα που δίδεται σε ένα συγκεκριμένο είδος. Σε κάθε είδος αντιστοιχεί λατινικό όνομα (με λατινική ή ελληνική προέλευση), το οποίο χρησιμοποιείται ως κοινή ονομασία από την επιστημονική κοινότητα.

nome específico : Nome taxonómico específico dado a uma certa espécie. Um nome em latim (de origem latina ou grega) é atribuído a cada espécie e é usado como um termo de referência comum pela comunidade científica internacional.

Was this helpful?
Antalet arter i ett givet prov, habitat, etc.


species richness: The number of species in a given sample, assemblage biomass or habitat.

Πλούτος ειδών : Ο αριθμός των ειδών σε ένα δεδομένο δείγμα,σε μια βιομάζα συνεύρεσης ή σε ένα βιότοπο

riqueza especifica : O número de espécies numa dada amostra, biomassa ou habitat.

Was this helpful?
Mekanism där vissa karaktärer eller egenskaper överförs från förälder till avkomma.


heredity: The mechanism of transmission of specific characters or traits from parent to offspring.

ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΟΤΗΤΑ: Ο μηχανισμός της μεταβίβασης των ειδικών χαρακτήρων ή γνωρισ- μάτων από τους γονείς προς τους απογόνους.

hereditariedade : O mecanismo de transmissão de carácteres ou características específicas dos progenitores para os descententes.

Was this helpful?
En organism som lever av redan dött material.


scavenger: An organism that feeds on dead or decomposing organic matter.

ΝΕΚΡΟΦΑΓΟΣ (=πτωματοφάγος): Οργανισμός που τρέφεται με νεκρή ή αποσυντιθέμενη οργανική ύλη.

necrófago : Um organismo que se alimenta de matéria orgânica morta ou em decomposição.

Was this helpful?
Näringinnehållsparameter som bestäms genom att först avgöra en vävnads torrvikt genom upphettning till 105°C under 24 timmar. Provet placeras sedan i 500 - 525°C i en högtemperaturugn under 4-6 timmar och den återstående askan (som mest består av provets mineraldel) uppskattas sedan och dras ifrån torrvikten.


ash-free dry weight: Nutritional parameter in which a tissue samples dry weight is determined by holding it at 1050 C for 24 hours. The sample is subsequently placed in a muffle furnace at 500 - 5250 C for 4 - 6 hours and the weight of the ash (consisting mainly of the mineral content of the sample) is then estimated and extracted from the dry weight.

ΟΡΓΑΝΙΚΟ ΒΑΡΟΣ (ΞΗΡΟ ΒΑΡΟΣ ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΤΕΦΡΑ): Θρεπτική παράμετρος η οποία, ισούται προς την διαφορά του ξηρού βάρους ενός δείγματος ιστού, μετά την ξήρανσή του σε θερμοκρασία 1050C από 24 ώρες και του βάρους της τέφρας που απομένει μετά την καύση του ιστού σε κλί βανο σε θερμοκρασία 500-5250C επί 4 έως 6 ώρες.

peso seco livre de cinzas : Parâmetro nutricional em que o peso seco de uma amostra de tecido é determinado pela sua manutenção a 105V C durante 24 horas. A amostra é subsequentemente colocada numa mufla a 500 - 525 V C durante 4 - 6 horas e o peso da cinza (consistindo principalmente de minerais da amostra) é então calculado e extraído do peso seco.

Was this helpful?
Den del av den upptagna energin av en individ, population eller trofinivå, som deltar i metabolism för produktion och respiration per tids- och areaenhet. Uttryckt i en energibudget: assimilation (A) = produktion (P) + respiration (R), eller: A = konsumtion (C) - faeces (F) - exkretion (E).


assimilation: In terms of energetics, that part of the acquired energy of an individual, population or trophic level which is incorporated into the metabolic system for production and respiration per unit time, per unit area; expressed as assimilation (A) = production (P) + respiration (R), or A = consumption (C) - faeces (F) - excretion (E).

ΑΦΟΜΟIΩΣΗ: Tο μέρος της ενέργειας που καταναλώνεται από έναν οργανισμό, έναν πληθυσμό ή σε μια τροφική βαθμίδα για τον μεταβολισμό (παραγωγή) και την αναπνοή ανά μονάδα χρόνου και επιφάνειας. Η μεταβολιζόμενη ενέργεια εκφράζεται ως: Αφομοίωση (A)= Παραγωγή (P) + Αναπνοή (R) ή A= Κατανάλωση (C) - Περιττώματα (F)- Εκκρίσεις (E).

assimilação : Em termos energéticos é a parte da energia adquirida por um indivíduo, população ou nível trófico que está incorporada no sistema metabólico para a produção e respiração por unidade de tempo, por unidade de área; expressa como assimilação (A) = produção (P) + respiração (R), ou A = consumo (C) - fezes (F) - excreção (E).

Was this helpful?
Kapaciteten hos en individ, population eller trofisk nivå att tillgodogöra den del av konsumption till produktion.


assimilative efficiency: The capacity of an individual, population or trophic level to incorporate that part of the consumption into production.

Αφομοιωτική αποτελεσματικότητα : Η ικανότητα ενός οργανισμού, πληθυσμού ή τροφικού επιπέδου να αφομοιώνει ένα μέρος της κατανάλωσης στην παραγωγή.

eficiência assimiladora : Capacidade de um indivíduo, população ou nivel trófico de incorporar uma parte de consumo em produção.

Was this helpful?
Mått på mängden av avfall som kan slängas i en miljö utan att orsaka ekologisk eller estetisk skada.


assimilative capacity: A measure of the amount of waste that can be deposited in a particular environment without causing it adverse ecological or aesthetic change.

Αφομοιωτική χωρητικότητα: Μια μέτρηση της ποσότητας των λυμάτων που μπορούν να αποτεθούν σε ένα συγκεκριμένο περιβάλλον, χωρίς να προκληθεί οικολογική ή αισθητική αλλαγή.

capacidade assimiladora: Medida da quantidade de desperdício que pode ser depositado num determinado ambiente sem lhe causar alterações ecológicas adversas ou estéticas.

Was this helpful?
(1) Inom ekologi, ett samhälle av organismer som kännetecknas och definieras av en enda (vanligtvis dominant) art. (2) Inom statistik, syftar det till hur beroende eller oberoende två variabler är mot varandra.


association: (1) In ecology, a community of organisms recognised and defined by a particular species, usually dominant. (2) In statistics, the degree of dependence or independence between two or more variables.

Ένωση : (1) Στην Οικολογία, είναι μια κοινωνία οργανισμών που αναγνωρίζεται και καθορίζεται από ένα συγκεκριμένο είδος, συνήθως το επικρατέστερο. (2) Στην στατιστική, είναι ο βαθμός εξάρτησης ή ανεξαρτησίας μεταξύ δύο ή περισσοτέρων μεταβλητών.

associação : (1) Em Ecologia, é uma comunidade de organismos reconhecidos e definidos por uma espécie específica, normalmente dominante. (2) Em Estatística, é o grau de dependência ou independência entre duas ou mais variáveis.

Was this helpful?
Teoretiska tidvattnet som orsakas av solens och månens gravitationskrafter.


astronomic tide: The theoretical tide produced by the gravitational effects of the sun and the moon.

Αστρονομική παλίρροια: Η θεωρητική παλίρροια που παράγεται από τις βαρυτικές δυνάμεις του Ηλίου και της Σελήνης.

maré astronómica: A maré teórica produzida pelos efeitos gravitacionais do sol e da lua.

Was this helpful?
Saknar regulbundenhet i ordning och uppställandet.


asymmetry: Lacking correspondence or regularity in arrangement.

ΑΣΥΜΜΕΤΡIΑ: Η έλλειψη συμμετρίας ή κανονικότητας.

assimetria : Ausência de correspondência ou regularidade numa composição.

Was this helpful?
Sker då en slumpmässigt varierande storhet ungefär följer en normalfördelning.


asymptomatic distribution: The limiting form of a probability or frequency distribution dependent on a parameter, as that parameter tends to a limit.

Ασυμπτωτική κατανομή : Η περιοριστική μορφή μιας πιθανότητας ή κατανομής συχνότητας εξαρτώμενης από μια παράμετρο, καθώς η παράμετρος τείνει προς κάποιο όριο.

distribuição assimptótica: Forma limitante de uma probabilidade ou frequência de distribuição dependente de um parametro, quando esse parâmetro tenda para um limite.

Was this helpful?
Gasformig zon som omger en planet. Jordens atmosfär består av kväve (79.1%), syre (20.9%), koldioxid (ungefär 0.003%) och små mängder av ädla gaser, vattenånga, organiska ämnen , ozon och diverse salter.


atmosphere: The gaseous zone surrounding a planet. The Earths atmosphere consists by volume, of nitrogen (79.1%), oxygen (20.9%), carbon dioxide (about 0.03%) and traces of the noble gases (I.e., argon, krypton, xenon, helium) plus water vapour, traces of ammonia, organic matter, ozone, various salts and suspended solid particles.

Ατμόσφαιρα : Η αέρια ζώνη που περιβάλλει έναν πλανήτη. Η ατμόσφαιρα της Γης αποτελείται κατ΄ όγκο από άζωτο (79.1%), οξυγόνο (20.9%), διοξείδιο του άνθρακα (περίπου 0.03%) και ίχνη ευγενών αερίων (π.χ. αργόν, κρυπτόν, ξένιο, ήλιον) μαζί με υδρατμούς, ίχνη αμμωνίας, οργανικής ύλης, όζοντος, διάφορα άλατα και αιωρούμενα στερεά σωματίδια.

atmosfera: Zona gasosa que envolve um planeta. A atmosfera da Terra consiste em volume, de azoto (79,1 % ) , oxigénio ( 20,9 % ) , dióxido de carbono ( cerca de 0,03 % ) e vestígios de gases raros ( i.e. argon, krypton, xénon, hélio ), vapor de água, vestígios de amonía, matéria orgânica, ozono, sais vários e partículas sólidas em suspensão.

Was this helpful?
Luftföroreningar (t.ex kolmonoxid, svavel) som orsakas av olika processer.


atmospheric inputs: Air pollutants (e.g. carbon monoxide, sulphur and nitrogen oxides) derived from many sources.

Ατμοσφαιρικές εισροές : Ατμοσφαιρικοί ρυπαντές (π.χ. μονοξείδιο του άνθρακα, θείο, ,οξείδια του αζώτου) που προέρχονται από διάφορες πηγές.

entradas atmosféricas: Poluentes do Ar (e.g. monoxido de carbono, óxidos de enxofre e azoto) oriundos de origens diversas.

Was this helpful?
Akvatiska organismer som är fästade på levande eller ickebiologiska substrat, men som inte penetrerar substratet.


aufwuchs: Aquatic organisms attached to, but not penetrating, living and non-biological substrates.

ΒΑΚΤΗΡIΔIΑ: Υδρόβιοι οργανισμοί που αναπτύσσονται προσκολλημένοι σε ζώντα ή μη βιολογικά υποστρώματα αλλά δεν επέρχονται σε αυτά.

aufwuchs: Organismos aquáticos incrustados em substratos vivos e não biológicos, mas que não os penetram.

Was this helpful?
Sydlig: Hänför sig till svala eller kalla tempererade områden på södra hemisfären jfr. antiboreal


austral: Southerly: pertaining to cool or cold temperate regions of the southern hemisphere; antiboreal.

Αυστράλιο : Νότιος: Αναφερόμενη σε ιδιαίτερα κρύες ή ψυχρές περιοχές του νοτίου ημισφαιρίου.

austral: Do Sul: pertencente às regiões frias ou temperadas frias do hemisfério Sul; cf, antiboreal.

Was this helpful?
Ekologin hos enskilda organismer eller arter; jfr. synekologi


autecology: The ecology of individual organisms or species.

ΑΥΤΟIΚΟΛΟΓIΑ: Η οικολογία των μεμονωμένων βλ. συνοικολογία οργανισμών ή ειδών.

autoecologia : A ecologia de organismos individuais ou espécies; cf. Sinecologia

Was this helpful?
(1) Inhemsk i en specifik miljö (2) Syftar på jordlevande mikroorganismer, autochtona populationer, som bibehåller i stort sett ett konstant antal individer eller biomassa och återspeglar en relativt konstant (om än låg) nivå av näring.


autochthonous: (1) Indigenous to a given environment. (2) Referring to soil microorganisms, autochthonous populations, which maintain more or less constant numbers or biomass, reflecting relatively constant (albeit typically low) levels of nutrients.

ΑΥΤΟΧΘΩΝ: (1) Iθαγενής σε ένα δεδομένο περιβάλλον. (2) Αναφέρεται σε αυτόχθονες πληθυσμούς, μικροοργανισμών του εδάφους των οποίων ο αριθμός ή η βιομάζα διατηρούνται λίγο ως πολύ σταθερος, γεγονός το οποίο αντανακλά το σταθερό (αν και κατά κανόνα χαμηλό) επίπεδο των θρεπτικών.

autóctone: (1) Indígena em relação a um dado ambiente.( 2) Que se refere a microorganismos do solo, populações autóctones, que mantêm um número ou biomassa mais ou menos constante, reflectindo níveis de nutrientes relativamente constantes (não obstante simbolicamente baixos).

Was this helpful?
En organism som producerar sin egen näring av inorganiska beståndsdelar, oftast med hjälp av energi som erhålls från ljuset (fototrof organism) eller kemiska källor (kemotrof).


autotroph: An organism that manufactures its own food from inorganic constituents, often through the use of energy obtained from light (phototroph) or chemical sources (chemotroph).

ΑΥΤΟΤΡΟΦΟΣ: Ο οργανισμός ο οποίος παράγει την τροφή του από ανόργανα συστατικά, συνήθως δεσμεύοντας την φωτεινή ενέργεια (φωτότροφος) ή άλλες ενεργειακές πηγές (χημειότροφος).

autótrofico : Um organismo que produz a sua própria alimentação a partir de constituintes inorgânicos, muitas vezes através da utilização de energia obtida da luz (fototrófico, q. v.) ou fontes químicas (quimiotrófico).

Was this helpful?
Överförande av fast eller flytande materia, vanligen vatten, i gasform; processen där vätska omvandlas till ånga.


evaporation: The transition from a liquid to a vapour state; the process by which moisture is lost as vapour.

ΕΞΑΤΜIΣΗ: Η μετάβαση από την υγρή στην αέρια φάση. Μείωση της υγρασίας με την μετατροπή της σε ατμό.

evaporação : A transição de um estado líquido para o estado de vapor; o processo pelo qual a humidade se perde sob a forma de vapor.

Was this helpful?
Allmän term för förkastat eller kasserat material. Inom jordbruket menas ofta det utsläppsvatten som härrör från odlingar och gård.


waste: This term is used to describe any type of discarded material. In aquaculture, it usually refers to the effluent water that emanates from a farm unit.

ΑΠΟΒΛΗΤΑ: Ορος χρησιμοποιούμενος για κάθε τύπο αποβαλλόμενου υλικού. Στην υδατο- καλλιέργεια συχνά αναφέρεται στο νερό που εκρέει από μιά μονάδα.

desperdícios : Este termo é utilizado para descrever qualquer tipo de material rejeitado. Em aquacultura refere-se à água de efluente das instalações.

Was this helpful?
Zon där flytande avfallsprodukter kan upptäckas i den mottagande vattenmassan genom en eller flera karakteristiska egenskaper.


discharge plume: A zone where effluents can be detected in the receiving waters by one or more characteristic properties.

ΘΥΣΑΝΟΣ ΕΚΡΟΗΣ: Η περιοχή του υδάτινου αποδέκτη, στην οποία είναι δυνατός ο εντοπισμός των λυμάτων μέσω μιάς ή περισσότερων χαρακτ- ηριστικών τους ιδιοτήτων.

descarga de pluma : Uma zona onde os efluentes podem ser detectados nas águas receptoras por uma ou mais propriedades características.

Was this helpful?
Minskning av populationen


depopulation: Decrease in the population.

ΑΠΟΠΛΗΘΥΣΜΟΣ: Μείωση του πληθυσμού.

despovoamento : Diminuição na população.

Was this helpful?
Att avlägsna kalciumsalter (1) Används när man fixerar vävnadsmaterial (2) Process som appliceras på intagsvattnet hos akvakultursfaciliteter.


decalcify: To remove calcium salts. (1) Used in the processing of histological preparations. (2) Applied to the intake water of aquaculture facilities.

ΑΠΑΣΒΕΣΤΩΣΗ: Η απομάκρυνση των ασβεστού- χων αλάτων. (1) Χρησιμοποιείται κατά τη διαδικα- σία παραγωγής ιστολογικών παρασκευασμάτων. (2) Εφαρμόζεται στην παροχή νερού στις εγκατα- στάσεις υδατοκαλλιέργειας.

descalcificar : Remoção dos sais de cálcio. (1) Utilizado no processamento de preparações histológicas. (2) Aplicada à entrada de água de instalações aquícolas.

Was this helpful?
Bottensamhälle av mikroskopiska organimer som utvecklas i, av avloppsutsläpp kraftigt förorenade sötvattenmiljöer. Syns som ett vitt eller ljusbrunt slemlager på botten, och domineras vanligen av bakterien Sphaerotilus natans.


sewage fungus: Benthic community of microscopic organisms which develop in fresh water environments that are heavily polluted by sewage effluents. It appears as an attached macroscopic growth which forms a white or light brown slime. It is usually the bacteria Sphaerotilus natans, not a fungus, that dominate in the sewage fungus community.

ΜΥΚΗΤΑΣ ΛΥΜΑΤΩΝ: Βενθική κοινωνία μικροσκοπικών οργανισμών που αναπτυσσονται σε περιβάλλοντα γλυκού νερού βαρέως ρυπασμένου από λύματα. Εμφανίζεται ως μακροσκοπική διάπλαση που έχει μορφή λευκής ή ανοιχτοκίτρινης βλέννας. Η κοινωνία του μύκητα των λυμάτων συνήθως κυριαρχείται όχι από μύκητες αλλά από το βακτήριο Sphaerotilus natans .

fungos de esgostos : Comunidade bentónicas de organismos microscópicos que se desenvolvem em ambientes de água doce fortemente poluídos pelos efluentes dos esgotos. Aparece como um crescimento macroscópico agregado que forma uma lama branca ou castanha clara. Normalmente é a bactéria Sphaerotilus natans, e não um fungo, que domina na comunidade de fungos de esgotos.

Was this helpful?
Flytande eller fast avfalls material som sammlas upp genom avlopp.


sewage: Liquid or solid waste matter collected through sewers.

Αποχετευτικά απόβλητα : Υγρά ή στέρεα απόβλητα που συλλέγονται από τους αποχετευτικούς αγωγούς.

esgotos: Matéria líquida ou sólida captada através das sarjetas.

Was this helpful?
Den del av nederbörden som ej tas upp av jorden utan rinner iväg.


runoff: That part of precipitation (rainfall) that is not held in the soil but drains freely away.

ΑΠΟΡΡΟΗ: Το μέρος της βροχόπτωσης που δεν συγκρατείται στο έδαφος αλλά ρέει επιφανειακά.

escoamento : A parte da precipitação (chuva) que não é retida pelo solo e escorre livremente.

Was this helpful?
Området från vilket en flod, sjö eller reservoar förses med regnvatten; nederbördsområde.


drainage basin: The area from which a river, lake or reservoir is fed by surface run-off of natural rainfall; a catchment area.

ΛΕΚΑΝΗ ΑΠΟΡΡΟΗΣ(1): Η περιοχή, από την οποία ένας ποταμός, μια λίμνη ή υδατοσυλλογή τροφοδοτείται από επιφανειακή απορροή των νερών των βροχοπτώσεων.

bacia de drenagem: A área a partir da qual um rio, lago ou reservatório é alimentado pelo escoamento superficial da chuva; uma área de captação.

Was this helpful?
Utan liv


azoic: Without life.

Αζωικό : Χωρίς ζωή.

azoico: Sem vida.

Was this helpful?
Ett samhälle eller en grupp av konspecifika organismer som har en social struktur och består av upprepade medlemmar eller modulära enheter men med en låg nivå av koordination, integrering eller genotypiskt släktskap.


aggregation: A society or group of conspecific organisms which have a social structure and consist of repeated members or modular units but with a low level of coordination, integration or genotypic relatedness.

ΣYNAΘPOIΣH: Κοινωνία ή ομάδα οργανισμών του ιδίου είδους, με κοινωνική δομή η οποία αποτελείται από όμοια μέλη ή αυτοτελείς μονάδες, που έχουν όμως ένα χαμηλό επίπεδο συντονισμού, κοινωνικής ένταξης ή γονοτυπικής συγγένειας.

agregação : Uma sociedade ou grupo de organismos co-específicos que têm uma estrutura social e que consistem de membros ou unidades modulares repetidos mas com um baixo nível de coordenação, integração ou afinidade genotípica

Was this helpful?
En djup zon i hav eller sjö, som saknar tillgång till solljus


aphotic: The deeper parts of seas and lakes where light does not penetrate.

Αφωτη ζώνη: Τα βαθύτερα τμήματα των θαλασσών και λιμνών στα οποία δεν φτάνει ηλιακό φως.

afótico: As partes mais profundas dos oceanos e lagos onde a luz não penetra.

Was this helpful?
När celler eller andra partiklar klumpar ihop sig, till exempel rörliga baciller, röda blodkroppar. etc; till exempel när man blandar inkompatibla blodgrupper.


agglutination: The clumping together of cells or other particles, for example, mobile bacilli, red blood cells, etc; for example, when mixing incompatible blood types.

ΣΥΓΚΟΛΛΗΣΗ ή ΟΡΟΣΥΓΚΟΛΛΗΣΗ: Συσσωμ- άτωση κυττάρων ή άλλων σωματιδίων, πχ. κινητών βακίλλων, ερυθροκυττάρων κ.λ.π. Παράδειγμα απο- τελεί επίσης η μείξη ομάδων αίματος που είναι ασύμβατες.

aglutinação : A agregação de células ou outras partículas, por exemplo, bacilos móveis, glóbulos vermelhos, etc; por exemplo, quando se misturam tipos de sangue incompatíveis.

Was this helpful?
Mått som jämför artsammansättningen mellan två samhällen.


affinity index: A measure of the similarity in species composition between communities.

Δείκτης συγγένειας: Μέτρηση της ομοιότητας της σύνθεσης των ειδών μεταξύ βιοκοινωνιών.

indíce de afinidade: Uma medida da similaridade na composição de espécies entre comunidades.

Was this helpful?
Bakterier som lever i närvaro till syre i gastillstånd.


aerobic bacteria: Bacteria living in the presence of gaseous oxygen.

Αερόβια βακτηρίδια: Βακτηρίδια που ζουν παρουσία αέριου οξυγόνου.

bactéria aeróbica: Bactéria que vive na presença de oxigénio.

Was this helpful?
(1) Ett tillstånd eller process där syrgas finns närvarande eller krävs; se vidare metabolism. (2) I mikrobiologi: Pasteurs benämning på mikroorganismer som växer enbart i närvaro av syrgas; de som växer utan är anaeroba.


aerobic: (1) A condition or process where gaseous oxygen is present or required. (2) In microbiology: Pasteurs term for micro-organisms which grow only in the presence of gaseous oxygen; those which grow without it are anaerobic.

ΑEPOBIOΣ: (1) H κατάσταση ή η διεργασία κατά την οποία το αέριο οξυγόνο είναι παρόν ή απαιτούμενο (πρβλ. μεταβολισμός). 2) Στην μικροβιολογία όρος του Pasteur, για τους μικροοργανισμούς οι οποίοι αναπτύσσονται μόνο παρουσία αερίου οξυγόνου. Eκείνοι που αναπτύσσονται χωρίς αυτό ονομάζονται αναερόβιοι.

aeróbico : (1) Uma condição ou processo em que o oxigénio está presente ou é necessário; cf. Metabolismo. (2) Em microbiologia: termo utilizado por Pasteur para um micro-organismo que crescem apenas na presença de oxigénio; os que crescem na ausência de oxigénio são anaeróbicos.

Was this helpful?
Alla djur som har uppnått full storlek eller är sexuellt mogen.


adult: Any animal that has attained full growth or is sexually mature that is not precocious.

ΕΝΗΛIΚΟ: Κάθε ζώο το οποίο έχει φτάσει σε πλήρη αύξηση ή είναι γεννητικά (σεξουαλικά) ώριμο. Το μή πρώϊμο.

adulto : Qualquer animal que tenha atingido o crescimento total ou seja sexualmente maduro e que não seja precoce.

Was this helpful?
Attraktion av joner eller föreningar till fasta ytor; till exempel adsorberar jord kolloider stora mängder joner och vatten.


adsorption: The attraction of ions or compounds to the surface of a solid; for example, soil colloids adsorb large amounts of ions and water.

ΠΡΟΣΡΟΦΗΣΗ : Η έλξη ιόντων ή ενώσεων στην επιφάνεια ενός στερεού π.χ. τα κολλοειδή του χώματος προσροφούν μεγάλες ποσότητες ιόντων και νερού.

adsorção : A atracção de iões ou componentes para a superfície de um sólido; por exemplo, solos coloidais adsorvem grandes quantidades de iões e água.

Was this helpful?
Vävnad som är uppbyggd av specifika celler som kan lagra stora mängder av neutrala fetter.


adipose tissue: Tissue made up of specific cells capable of storing large amounts of neutral fats.

ΛΙΠΩΔΗΣ ΙΣΤΟΣ: Ιστός που αποτελείται από ειδικά κύτταρα, ικανά να αποθηκεύουν μεγάλες ποσότητες ουδέτερων λιπιδίων.

tecido adiposo : Tecido constítuido por células específicas capazes de armazenar grandes quantidades de gorduras neutras.

Was this helpful?
(1) Sammanförandet av två ytor eller strukturer som annars skulle vara separerade. Exempel är viscerala organs fäste till abdominalväggen, resultatet av akut eller kronisk inflammation. (2) I mikrobiologi: i naturen binder ofta mikroorganismer specifikt eller icke-specifikt till ett substrat eller till andra celler; i vissa fall kan vidhäftande medieras av specialiserade mikrobiella komponeneter eller strukturer. I akvatiska habitat är frilevande mikroorganismer ofta vidhäftade ytor på, till exe


adhesion: (1) The union of two surfaces or structures which would otherwise be separate. Examples are visceral organs attached to the abdominal wall, the result of acute or chronic inflammation. (2) In microbiology: in nature, microorganisms often bind specifically or non-specifically to a substratum or to other cells; in some cases adhesion is known to be mediated by specialized microbial components or structures. Free-living microorganisms in aquatic habitats often adhere to submerged surfaces on, for

ΣΥΜΦΥΣΗ: (1)Η ένωση δύο επιφανειών ή δομών, που διαφορετικά θα ήταν χωρισμένες, παράδειγματα αποτελούν σπλαχνικά όργανα που προσφύονται στο κοιλιακό τοίχωμα, ως αποτέλεσμα οξείας ή χρόνιας φλεγμονής. (2) Στην μικροβιολογία: ορισμένοι μικροοργανισμοί συχνά συνδέονται ειδικά ή μη ειδικά με ένα υπόστρωμα ή με άλλα κύτταρα. Σε μερικές περιπτώσεις η σύμφυση είναι γνωστό ότι πραγματοποιείται με την παρεμβολή εξειδικευμένων μικροβιακών παραγόντων. Μικροοργανισμοί που ζούν ελεύθερα σε υδάτινα ενδιαιτήματα, προ-

adesão : (1) A união de duas superfícies ou estruturas que de outra forma estariam separadas. Como exemplo temos os orgãos viscerais adstritos à parede abdominal, como resultado de uma inflamação aguda ou crónica. (2) Em microbiologia: na natureza, os microorganismos unem-se muitas vezes especificamente ou não especificamente a um substrato ou outras células; nalguns casos sabe-se que a adesão é mediada por componentes ou estruturas microbianas especializadas. Microorganismos de vida livre em habitats aq

Was this helpful?
Nukleotid molekyl, som finns i alla organismer, och är viktig för överförandet av energi mellan biokemiska reaktioner. Lagrad kemisk energi frisläpps via den sekventiella brytningen av två hög-energi bindningar mellan fosfatgrupper, vilket resulterar i bildandet av adenosin difosfat (ADP) och därefter adenosin monofosfat (AMP).


adenosine triphosphate (ATP): Nucleotide molecule, found in all living organisms, which is important in the transfer of energy between biochemical reactions. Stored chemical energy is released via the sequential rupture of two high-energy bonds between phosphate groups, resulting in the formation of adenosine diphosphate (ADP) and then adenosine monophosphate (AMP).

ΤΡΙΦΩΣΦΟΡΙΚΗ ΑΔΕΝΟΣΙΝΗ (ATP) : Νουκλεο- τιδικό μόριο, που συναντάται σε όλους τους ζώντες οργανισμούς, σημαντικό για την μετα- φορά ενέργειας μεταξύ βιοχημικών αντιδράσεων. Η αποθηκευμένη χημική ενέργεια ελευθερώνεται μέ διαδοχική διάσπαση δύο δεσμών υψηλής ενέργειας μεταξύ φωσφορικών ομάδων, που έχει σαν απο- τέλεσμα τον σχηματισμό αντίστοιχα της διφω- σφορικής αδενοσίνης (ADT) και στη συνέχεια μονοφωσφορικής αδενοσίνης (AMT).

trifosfato de adenosina (ATP ): Molécula nucleótida, encontrada em todos os organismos vivos, que é importante na transferência de energia entre reacções bioquímicas. A energia química armazenada é libertada através da ruptura sequencial de duas uniões altamente energéticas entre grupos de fosfatos, resultando na formação de difosfato de adenosina (ADP ) e posteriormente de monofosfato de adenosina (AMP) .

Was this helpful?
Den process där individer (eller delar av individer), populationer eller arter ändrar form eller funktion för ökad överlevnad under givna eller förändrade miljöbetingelser. Kan också användas för resultatet av denna process.


adaptation: The process by which individuals (or parts of individuals), populations, or species change in form or function in order to better survive under given or changed environmental conditions. May also be used of the results of this process.

ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ: Η διεργασία με την οποία άτομα (ή τμήματα ατόμων), πληθυσμοί ή είδη μεταβάλλουν μορφή ή λειτουργία ούτως ώστε να επιβιώνουν καλύτερα σε δεδομένες ή μεταβαλλόμενες περιβαλλοντικές συνθήκες. Είναι επίσης και το αποτέλεσμα αυτής της διεργασίας.

adaptação : Processo pelo qual indivíduos (ou partes dos indivíduos), populações, ou espécies alteram a sua forma ou função a fim de melhor sobreviver a determinadas ou alteradas condições ambientais. Pode também referir-se ao resultado deste processo.

Was this helpful?
Rening av avloppsvatten genom kontinuerlig luftning, varvid slam bildas genom att aeroba bakterier bryter ned det organiska materialet.


activated sludge process: The treatment of waste water by continuous aeration which leads to the formation of sludge through the action of aerobic bacteria on the organic load.

ΚΑΤΕΡΓΑΣΙΑ ΕΝΕΡΓΟΥ ΙΛΥΟΣ : Κατεργασία των υγρών αποβλήτων με συνεχή αερισμό, κατά την οποία το οργανικό φορτίο αποικοδομείται από αερόβια βακτήρια που επικάθονται υπό μορφή ιλύος.

processo de lamas activas : Tratamento de águas residuais por ventilação contínua a qual conduz à formação de lamas através da actividade de bactérias aeróbicas sobre a matéria orgânica.

Was this helpful?
Process varigenom en kemikalie eller ämne koncentreras i miljön eller vävnaden hos en organism.


accumulation: A process whereby a chemical or element is concentrated in the environment or the tissue of an organism.

Απόθεση: Η διαδικασία κατά την οποία μια χημική ουσία ή ένα στοιχείο εναποτίθεται στο περιβάλλον ή στον ιστό ενός οργανισμού

acumulação: Processo em que um químico ou elemento está concentrado no ambiente ou no tecido de um organismo.

Was this helpful?
Anpassning till en ny miljö eller annat klimat.


acclimatization : The adaptation process to a new environment or different climatic conditions.

ΕΓΚΛIΜΑΤIΣΜΟΣ: Η διεργασία της προσαρμογής σε ένα νέο περιβάλλον ή σε διαφορετικές κλιματικές συνθήκες.

aclimatização : Processo de adaptação a um novo ambiente ou condições climáticas diferentes.

Was this helpful?
Den process där en organism anpassar sig till nya förhållanden, såsom vid placering i vatten med andra karakteristika, som annan temperatur eller salinitet etc.


acclimation : A process in which a specimen becomes adjusted to new circumstances such as being placed in water having different characteristics, such as different temperature or salinity, etc.

ΕΓΚΛIΜΑΤIΣΗ: Η διεργασία κατά την οποία ένα άτομο εξοικειώνεται με νέες συνθήκες όπως είναι η τοποθέτηση σε νερό που έχει διαφορετικά χαρακτηριστικά (π.χ. διαφορετική θερμοκρασία ή αλατότητα, κ.λ.π.).

aclimatação : Processo através do qual um espécime se adapta a novas condições tais como ser colocado em águas com caracteristicas diferentes, por exemplo com temperatura ou salinidade diferentes, etc.

Was this helpful?
(1) Upptag och assimilering av gaser, vätskor och annan materia av hud, membran och blodkroppar. (2) Transport av föda över cell membran efter nedbrytning.


absorption: (1) The uptake and assimilation of gases, liquids, and other matter by the skin, mucous membranes, and blood vessels. (2) The transfer of nutrients across cell membranes following digestion.

ΑΠΟΡΡΟΦΗΣΗ: (1) Η πρόσληψη και αφομοίωση αερίων, υγρών και άλλων υλικών από το δέρμα, τις βλεννογόνους μεμβράνες και τα αιμοφόρα αγγεία. (2) Η μεταφορά θρεπτικών δια μέσου των κυτταρικών μεμβρανών κατά την πέψη.

absorção : (1) Captação e assimilação através da pele, membranas mucosas e vasos sanguíneos de gases, liquidos e outra matéria. (2) A transferência de nutrientes através das membranas celulares após a digestão.

Was this helpful?
Syftar på icke-levande substanser, faktorer och miljöer


abiotic : Refers to non-living substances, factors, environments.

ΑΒIOTIKOΣ: Αναφέρεται σε μή ζώντα περιβάλλοντα, ουσίες, παράγοντες.

abiótico : Refere-se a substâncias, factores e ambientes não vivos.

Was this helpful?
Erosionsprocess där ytmaterial skrapas eller vittrar bort


abrasion : The process of erosion by rubbing off or wearing away of surface material; attrition; often a scraped sample of mucus and/or epithelium.

ΕΚΤΡIΒΗ: Η φθορά λόγω τριβής της επιφάνειας ενός υλικού. ΑΠΟΞΕΣΜΑ: Δείγμα βλέννας και/ή επιθηλίου το οποίο έχει ληφθεί με ξύση της επιφανείας.

abrasão : Processo de erosão por fricção ou desgaste do material de superficíe; atrito; normalmente um amostra de muco e/ou epitélio por raspagem.

Was this helpful?
Syftar på icke-levande substanser, faktorer och miljöer


abiotic : Refers to non-living substances, factors, environments.

ΑΒIOTIKOΣ: Αναφέρεται σε μή ζώντα περιβάλλοντα, ουσίες, παράγοντες.

abiótico : Refere-se a substâncias, factores e ambientes não vivos.

Was this helpful?
Erosionsprocess där ytmaterial skrapas eller vittrar bort


abrasion : The process of erosion by rubbing off or wearing away of surface material; attrition; often a scraped sample of mucus and/or epithelium.

ΕΚΤΡIΒΗ: Η φθορά λόγω τριβής της επιφάνειας ενός υλικού. ΑΠΟΞΕΣΜΑ: Δείγμα βλέννας και/ή επιθηλίου το οποίο έχει ληφθεί με ξύση της επιφανείας.

abrasão : Processo de erosão por fricção ou desgaste do material de superficíe; atrito; normalmente um amostra de muco e/ou epitélio por raspagem.

Was this helpful?
(1) Upptag och assimilering av gaser, vätskor och annan materia av hud, membran och blodkroppar. (2) Transport av föda över cell membran efter nedbrytning.


absorption: (1) The uptake and assimilation of gases, liquids, and other matter by the skin, mucous membranes, and blood vessels. (2) The transfer of nutrients across cell membranes following digestion.

ΑΠΟΡΡΟΦΗΣΗ: (1) Η πρόσληψη και αφομοίωση αερίων, υγρών και άλλων υλικών από το δέρμα, τις βλεννογόνους μεμβράνες και τα αιμοφόρα αγγεία. (2) Η μεταφορά θρεπτικών δια μέσου των κυτταρικών μεμβρανών κατά την πέψη.

absorção : (1) Captação e assimilação através da pele, membranas mucosas e vasos sanguíneos de gases, liquidos e outra matéria. (2) A transferência de nutrientes através das membranas celulares após a digestão.

Was this helpful?
Den process där en organism anpassar sig till nya förhållanden, såsom vid placering i vatten med andra karakteristika, som annan temperatur eller salinitet etc.


acclimation : A process in which a specimen becomes adjusted to new circumstances such as being placed in water having different characteristics, such as different temperature or salinity, etc.

ΕΓΚΛIΜΑΤIΣΗ: Η διεργασία κατά την οποία ένα άτομο εξοικειώνεται με νέες συνθήκες όπως είναι η τοποθέτηση σε νερό που έχει διαφορετικά χαρακτηριστικά (π.χ. διαφορετική θερμοκρασία ή αλατότητα, κ.λ.π.).

aclimatação : Processo através do qual um espécime se adapta a novas condições tais como ser colocado em águas com caracteristicas diferentes, por exemplo com temperatura ou salinidade diferentes, etc.

Was this helpful?
Anpassning till en ny miljö eller annat klimat.


acclimatization : The adaptation process to a new environment or different climatic conditions.

ΕΓΚΛIΜΑΤIΣΜΟΣ: Η διεργασία της προσαρμογής σε ένα νέο περιβάλλον ή σε διαφορετικές κλιματικές συνθήκες.

aclimatização : Processo de adaptação a um novo ambiente ou condições climáticas diferentes.

Was this helpful?
Process varigenom en kemikalie eller ämne koncentreras i miljön eller vävnaden hos en organism.


accumulation: A process whereby a chemical or element is concentrated in the environment or the tissue of an organism.

Απόθεση: Η διαδικασία κατά την οποία μια χημική ουσία ή ένα στοιχείο εναποτίθεται στο περιβάλλον ή στον ιστό ενός οργανισμού

acumulação: Processo em que um químico ou elemento está concentrado no ambiente ou no tecido de um organismo.

Was this helpful?
Rening av avloppsvatten genom kontinuerlig luftning, varvid slam bildas genom att aeroba bakterier bryter ned det organiska materialet.


activated sludge process: The treatment of waste water by continuous aeration which leads to the formation of sludge through the action of aerobic bacteria on the organic load.

ΚΑΤΕΡΓΑΣΙΑ ΕΝΕΡΓΟΥ ΙΛΥΟΣ : Κατεργασία των υγρών αποβλήτων με συνεχή αερισμό, κατά την οποία το οργανικό φορτίο αποικοδομείται από αερόβια βακτήρια που επικάθονται υπό μορφή ιλύος.

processo de lamas activas : Tratamento de águas residuais por ventilação contínua a qual conduz à formação de lamas através da actividade de bactérias aeróbicas sobre a matéria orgânica.

Was this helpful?
Den process där individer (eller delar av individer), populationer eller arter ändrar form eller funktion för ökad överlevnad under givna eller förändrade miljöbetingelser. Kan också användas för resultatet av denna process.


adaptation: The process by which individuals (or parts of individuals), populations, or species change in form or function in order to better survive under given or changed environmental conditions. May also be used of the results of this process.

ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ: Η διεργασία με την οποία άτομα (ή τμήματα ατόμων), πληθυσμοί ή είδη μεταβάλλουν μορφή ή λειτουργία ούτως ώστε να επιβιώνουν καλύτερα σε δεδομένες ή μεταβαλλόμενες περιβαλλοντικές συνθήκες. Είναι επίσης και το αποτέλεσμα αυτής της διεργασίας.

adaptação : Processo pelo qual indivíduos (ou partes dos indivíduos), populações, ou espécies alteram a sua forma ou função a fim de melhor sobreviver a determinadas ou alteradas condições ambientais. Pode também referir-se ao resultado deste processo.

Was this helpful?
Nukleotid molekyl, som finns i alla organismer, och är viktig för överförandet av energi mellan biokemiska reaktioner. Lagrad kemisk energi frisläpps via den sekventiella brytningen av två hög-energi bindningar mellan fosfatgrupper, vilket resulterar i bildandet av adenosin difosfat (ADP) och därefter adenosin monofosfat (AMP).


adenosine triphosphate (ATP): Nucleotide molecule, found in all living organisms, which is important in the transfer of energy between biochemical reactions. Stored chemical energy is released via the sequential rupture of two high-energy bonds between phosphate groups, resulting in the formation of adenosine diphosphate (ADP) and then adenosine monophosphate (AMP).

ΤΡΙΦΩΣΦΟΡΙΚΗ ΑΔΕΝΟΣΙΝΗ (ATP) : Νουκλεο- τιδικό μόριο, που συναντάται σε όλους τους ζώντες οργανισμούς, σημαντικό για την μετα- φορά ενέργειας μεταξύ βιοχημικών αντιδράσεων. Η αποθηκευμένη χημική ενέργεια ελευθερώνεται μέ διαδοχική διάσπαση δύο δεσμών υψηλής ενέργειας μεταξύ φωσφορικών ομάδων, που έχει σαν απο- τέλεσμα τον σχηματισμό αντίστοιχα της διφω- σφορικής αδενοσίνης (ADT) και στη συνέχεια μονοφωσφορικής αδενοσίνης (AMT).

trifosfato de adenosina (ATP ): Molécula nucleótida, encontrada em todos os organismos vivos, que é importante na transferência de energia entre reacções bioquímicas. A energia química armazenada é libertada através da ruptura sequencial de duas uniões altamente energéticas entre grupos de fosfatos, resultando na formação de difosfato de adenosina (ADP ) e posteriormente de monofosfato de adenosina (AMP) .

Was this helpful?
(1) Sammanförandet av två ytor eller strukturer som annars skulle vara separerade. Exempel är viscerala organs fäste till abdominalväggen, resultatet av akut eller kronisk inflammation. (2) I mikrobiologi: i naturen binder ofta mikroorganismer specifikt eller icke-specifikt till ett substrat eller till andra celler; i vissa fall kan vidhäftande medieras av specialiserade mikrobiella komponeneter eller strukturer. I akvatiska habitat är frilevande mikroorganismer ofta vidhäftade ytor på, till exe


adhesion: (1) The union of two surfaces or structures which would otherwise be separate. Examples are visceral organs attached to the abdominal wall, the result of acute or chronic inflammation. (2) In microbiology: in nature, microorganisms often bind specifically or non-specifically to a substratum or to other cells; in some cases adhesion is known to be mediated by specialized microbial components or structures. Free-living microorganisms in aquatic habitats often adhere to submerged surfaces on, for

ΣΥΜΦΥΣΗ: (1)Η ένωση δύο επιφανειών ή δομών, που διαφορετικά θα ήταν χωρισμένες, παράδειγματα αποτελούν σπλαχνικά όργανα που προσφύονται στο κοιλιακό τοίχωμα, ως αποτέλεσμα οξείας ή χρόνιας φλεγμονής. (2) Στην μικροβιολογία: ορισμένοι μικροοργανισμοί συχνά συνδέονται ειδικά ή μη ειδικά με ένα υπόστρωμα ή με άλλα κύτταρα. Σε μερικές περιπτώσεις η σύμφυση είναι γνωστό ότι πραγματοποιείται με την παρεμβολή εξειδικευμένων μικροβιακών παραγόντων. Μικροοργανισμοί που ζούν ελεύθερα σε υδάτινα ενδιαιτήματα, προ-

adesão : (1) A união de duas superfícies ou estruturas que de outra forma estariam separadas. Como exemplo temos os orgãos viscerais adstritos à parede abdominal, como resultado de uma inflamação aguda ou crónica. (2) Em microbiologia: na natureza, os microorganismos unem-se muitas vezes especificamente ou não especificamente a um substrato ou outras células; nalguns casos sabe-se que a adesão é mediada por componentes ou estruturas microbianas especializadas. Microorganismos de vida livre em habitats aq

Was this helpful?
Vävnad som är uppbyggd av specifika celler som kan lagra stora mängder av neutrala fetter.


adipose tissue: Tissue made up of specific cells capable of storing large amounts of neutral fats.

ΛΙΠΩΔΗΣ ΙΣΤΟΣ: Ιστός που αποτελείται από ειδικά κύτταρα, ικανά να αποθηκεύουν μεγάλες ποσότητες ουδέτερων λιπιδίων.

tecido adiposo : Tecido constítuido por células específicas capazes de armazenar grandes quantidades de gorduras neutras.

Was this helpful?
Attraktion av joner eller föreningar till fasta ytor; till exempel adsorberar jord kolloider stora mängder joner och vatten.


adsorption: The attraction of ions or compounds to the surface of a solid; for example, soil colloids adsorb large amounts of ions and water.

ΠΡΟΣΡΟΦΗΣΗ : Η έλξη ιόντων ή ενώσεων στην επιφάνεια ενός στερεού π.χ. τα κολλοειδή του χώματος προσροφούν μεγάλες ποσότητες ιόντων και νερού.

adsorção : A atracção de iões ou componentes para a superfície de um sólido; por exemplo, solos coloidais adsorvem grandes quantidades de iões e água.

Was this helpful?
Alla djur som har uppnått full storlek eller är sexuellt mogen.


adult: Any animal that has attained full growth or is sexually mature that is not precocious.

ΕΝΗΛIΚΟ: Κάθε ζώο το οποίο έχει φτάσει σε πλήρη αύξηση ή είναι γεννητικά (σεξουαλικά) ώριμο. Το μή πρώϊμο.

adulto : Qualquer animal que tenha atingido o crescimento total ou seja sexualmente maduro e que não seja precoce.

Was this helpful?
(1) Ett tillstånd eller process där syrgas finns närvarande eller krävs; se vidare metabolism. (2) I mikrobiologi: Pasteurs benämning på mikroorganismer som växer enbart i närvaro av syrgas; de som växer utan är anaeroba.


aerobic: (1) A condition or process where gaseous oxygen is present or required. (2) In microbiology: Pasteurs term for micro-organisms which grow only in the presence of gaseous oxygen; those which grow without it are anaerobic.

ΑEPOBIOΣ: (1) H κατάσταση ή η διεργασία κατά την οποία το αέριο οξυγόνο είναι παρόν ή απαιτούμενο (πρβλ. μεταβολισμός). 2) Στην μικροβιολογία όρος του Pasteur, για τους μικροοργανισμούς οι οποίοι αναπτύσσονται μόνο παρουσία αερίου οξυγόνου. Eκείνοι που αναπτύσσονται χωρίς αυτό ονομάζονται αναερόβιοι.

aeróbico : (1) Uma condição ou processo em que o oxigénio está presente ou é necessário; cf. Metabolismo. (2) Em microbiologia: termo utilizado por Pasteur para um micro-organismo que crescem apenas na presença de oxigénio; os que crescem na ausência de oxigénio são anaeróbicos.

Was this helpful?
Bakterier som lever i närvaro till syre i gastillstånd.


aerobic bacteria: Bacteria living in the presence of gaseous oxygen.

Αερόβια βακτηρίδια: Βακτηρίδια που ζουν παρουσία αέριου οξυγόνου.

bactéria aeróbica: Bactéria que vive na presença de oxigénio.

Was this helpful?
Mått som jämför artsammansättningen mellan två samhällen.


affinity index: A measure of the similarity in species composition between communities.

Δείκτης συγγένειας: Μέτρηση της ομοιότητας της σύνθεσης των ειδών μεταξύ βιοκοινωνιών.

indíce de afinidade: Uma medida da similaridade na composição de espécies entre comunidades.

Was this helpful?
En djup zon i hav eller sjö, som saknar tillgång till solljus


aphotic: The deeper parts of seas and lakes where light does not penetrate.

Αφωτη ζώνη: Τα βαθύτερα τμήματα των θαλασσών και λιμνών στα οποία δεν φτάνει ηλιακό φως.

afótico: As partes mais profundas dos oceanos e lagos onde a luz não penetra.

Was this helpful?
När celler eller andra partiklar klumpar ihop sig, till exempel rörliga baciller, röda blodkroppar. etc; till exempel när man blandar inkompatibla blodgrupper.


agglutination: The clumping together of cells or other particles, for example, mobile bacilli, red blood cells, etc; for example, when mixing incompatible blood types.

ΣΥΓΚΟΛΛΗΣΗ ή ΟΡΟΣΥΓΚΟΛΛΗΣΗ: Συσσωμ- άτωση κυττάρων ή άλλων σωματιδίων, πχ. κινητών βακίλλων, ερυθροκυττάρων κ.λ.π. Παράδειγμα απο- τελεί επίσης η μείξη ομάδων αίματος που είναι ασύμβατες.

aglutinação : A agregação de células ou outras partículas, por exemplo, bacilos móveis, glóbulos vermelhos, etc; por exemplo, quando se misturam tipos de sangue incompatíveis.

Was this helpful?
Ett samhälle eller en grupp av konspecifika organismer som har en social struktur och består av upprepade medlemmar eller modulära enheter men med en låg nivå av koordination, integrering eller genotypiskt släktskap.


aggregation: A society or group of conspecific organisms which have a social structure and consist of repeated members or modular units but with a low level of coordination, integration or genotypic relatedness.

ΣYNAΘPOIΣH: Κοινωνία ή ομάδα οργανισμών του ιδίου είδους, με κοινωνική δομή η οποία αποτελείται από όμοια μέλη ή αυτοτελείς μονάδες, που έχουν όμως ένα χαμηλό επίπεδο συντονισμού, κοινωνικής ένταξης ή γονοτυπικής συγγένειας.

agregação : Uma sociedade ou grupo de organismos co-específicos que têm uma estrutura social e que consistem de membros ou unidades modulares repetidos mas com um baixo nível de coordenação, integração ou afinidade genotípica

Was this helpful?
Den sociala interaktion mellan artfränder som involverar aggression, eller hot och försoning, eller flykt.


agonistic behaviour: The social interaction between members of a species, involving aggression, or threat and conciliation, or retreat.

ΑΓΩNIΣTIKH ΣYMΠEPIΦOPA: H κοινωνική αλληλεπίδραση μεταξύ μελών ενός είδους, η οποία εμπεριέχει επίθεση ή απειλή και συμβιβασμό ή υποχώρηση.

comportamento agonístico : A interacção social entre membros de uma espécie, envolvendo agressão ou ameaça e conciliação ou retirada.

Was this helpful?
Ha en kort och relativt allvarlig verkan, t. ex. akut toxicitet, akut inflammation (inflammation där utvecklingen är snabb och manifestationer är omedelbara och tydliga).


acute: Having a short and relatively severe course, e.g. acute toxicity, acute inflammation (inflammation in which progress is rapid and manifestations are immediate and pronounced).

ΟΞΥΣ : Αναφέρεται σε πάθηση με ταχεία εξέλιξη και σχετικά σοβαρές συνέπειες, π.χ. οξεία δηλητηρίαση, οξεία φλεγμονή (φλεγμονή της οποίας η εξέλιξη είναι γρήγορη και η εκδήλωση άμεση και καταφανής).

agudo : Que tem um período curto e relativamente grave, e.g. Toxicidade aguda, inflamação aguda (inflamação que progride rapidamente e as manifestações são imediatas e pronunciadas).

Was this helpful?
Den skadliga effekt en toxisk förening har på en organism under en kort tidsperiod. En toxicitetskurva görs över överlevnad (vanligen 50% av testorganismerna), mot koncentration av testad substans eller toxin.


acute toxicity: The damaging effect of a toxic substance on an organism over a short period of time. A toxicity curve is drawn of the median period of survival (usually 50% of the test specimens), against the concentration of the substance or toxin tested.

ΟΞΕΙΑ ΤΟΞΙΚΟΤΗΤΑ: Η τοξική επίδραση μιας ένωσης σε έναν οργανισμό σε βραχεία χρονική περίοδο. Η καμπύλη τοξικότητας χαράσσεται ως συνάρτηση του χρόνου θνησιμότητας του 50% των πειραματοζώων με την συγκέντρωση της ελεγχόμενης τοξίνης που ελέγχεται.

toxicidade aguda : Efeito prejudicial causado por uma substância tóxica a um organismo num curto periodo de tempo. A curva de toxicidade é obtida do tempo médio de sobrevivência (geralmente 50% dos espécimes testados) sobre a concentração das substâncias ou toxinas testadas.

Was this helpful?
Odlandet av akvatiska organismer såsom fisk, blötdjur, kräftdjur och vattenväxter. Odlandet innebär någon slags inblandning för att öka produktionen såsom t.ex. populationsförstärkning, utfodring samt skydd mot rovdjur. Odling innebär även att det som odlas ägs av en individ eller ett företag. För statistiska ändamål för man akvatiska organismer som skördas av en individ eller ett företag, som har ägt denna tillgång under uppfödningsperioden, till akvakultur, medan akvatiska organismer som är ti


aquaculture: The farming of aquatic organisms, including fish, molluscs, crustaceans and aquatic plants. Farming implies some form of intervention in the rearing process to enhance production, such as, for example, regular stocking, feeding, protection from predators. Farming also implies individual or corporate ownership of the stock being cultivated. For statistical purposes, aquatic organisms which are harvested by an individual or corporate body which have owned these stocks throughout their rearin

ΥΔΑΤΟΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑ: Καλλιέργεια υδρόβιων οργανισμών (ψαριών, μαλακίων, καρκινοειδών και υδρόβιων φυτών). Η καλλιέργεια συνεπάγεται επεμβάσεις στην διαδικασία της εκτροφής με σκοπό την αύξηση της παραγωγής, όπως είναι η τακτική αποθεματοποίηση, παροχή τροφής, προστασία από θηρευτές. Συνεπάγεται επίσης την έννοια της ατομικής ή συλλογικής ιδιοκτησίας του καλλιεργούμενου αποθέματος. Από στατιστική άποψη, οι υδρόβιοι οργανισμοί των οποίων η συγκομιδή πραγματοποιείται από φυσικά ή νομικά πρόσωπα υπό την κυριότητα τω

aquacultura : Cultura de organismos aquáticos, incluindo peixes, moluscos, crustáceos, e plantas aquáticas. A cultura implica alguma forma de intervenção no processo de cultivo de modo a melhorar a produção, tal como, por exemplo, aprovisionamento de animais, alimentação, protecção contra predadores. O cultivo também implica a posse individual ou em sociedade do lote a cultivar. Para efeitos estatísticos, os organismos aquáticos apanhados por um indivíduo ou sociedade proprietários destes lotes ao longo de to

Was this helpful?
Växt eller djur som växer/lever i sött eller saltvatten.


aquatic organism: Any plant or animal growing or living in fresh or salt water.

ΥΔΡΟΒΙΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ : Κάθε φυτό ή ζώο που μεγαλώνει ή ζεί σε γλυκό ή θαλάσσιο νερό.

organismo aquático : Qualquer planta ou animal que cresce ou vive em água doce ou salgada.

Was this helpful?
Frånvaro eller brist på pigmentering hos djur; se vidare felpigmentering.


albinism: The absence or deficiency of pigmentation in animals.

ΑΛΦIΣMOΣ: Aπουσία ή ανεπάρκεια χρωστικών στα ζώα.

albinismo : A ausência ou deficiência de pigmentação nos animais; cf. Despigmentação.

Was this helpful?
Stor grupp av kemiska föreningar som innehåller en -CHO grupp, och produceras av primära alkoholer genom oxidering.


aldehydes: Large class of chemical compounds derived from the primary alcohols by oxidation and containing the -CHO group.

ΑΛΔΕΫΔΕΣ: Μεγάλη κατηγορία χημικών ενώσεων που προέρχονται από τις πρωτοταγείς αλκοόλες με οξείδωση και που περιέχουν την ομάδα -CHO.

aldeídos : Grande classe de compostos químicos derivados da oxidação dos alcoóis primários e contendo o grupo - CHO.

Was this helpful?
En typ av radioaktiv strålning som består av en heliumkärna. Heliumkärnan är dock lättstoppad, det räcker med en bit papper, så det är ovanligt att människor skadas av denna typ av strålning (såtillvida man inte äter något som strålar alfapartiklar).


alpha-radiation: A form of radiation with little penetrative capabilities.This alpha radiation is normally not hazardous to humans unless ingested directly into the body.

Ακτινοβολία Άλφα : Αυθόρμητη αποσύνθεση του πυρήνα, στοιχείων που σχετίζονται με την εκπομπή ιονισμένων σωματιδίων Άλφα μικρής διεισδυτικής δύναμης. Η ακτινοβολία που εκπέμπεται από ένα πυρήνα Ηλίου-4 και η οποία μπορεί να διεισδύσει μερικά εκατοστά αέρα, ωστόσο μπορεί να εμποδιστεί από ένα φύλλο χαρτιού. Αυτή η ακτινοβολία Άλφα είναι συνήθως ακίνδυνη για τον άνθρωπο εκτός και αν απορροφηθεί άμεσα από το σώμα.

radiação alfa: Uma forma de radiação com pouca força penetrante. Esta radiação alfa não é por norma perigosa para o homem, a não ser quando introduzida directamente no corpo.

Was this helpful?
Snabb och lokal ökning av en eller flera arter plankton, ofta under vår eller höst, som under en tid orsakar stora koncentrationer av dessa organismer som kommer att dominera samhället; kan resultera i färgning av vattnet (red tides). Fytoplankton (alg) blomningar kan vara associerade med frisläppandet av toxiner (t ex blomningar av dinoflagellaten Gymnodinium).


algal bloom: Rapid and localized increase of one or more planktonic species, often in spring or autumn, causing large temporary concentrations of these organisms to dominate the community; can result in discoloured waters (red tides). Phytoplankton (algal) blooms may be associated with the release of toxins (e.g. blooms of the dinoflagellate Gymnodinium).

ΦΥΚΩΝ ΑΚΜΗ: Ταχεία και εντοπισμένη αύξηση ενός ή περισσοτέρων πλαγκτονικών ειδών. Η αύξηση αυτή παρατηρείται συνήθως την ανοιξη ή το φθινόπωρο και προκαλεί μεγάλες εποχιακές συγκεντρώσεις αυτών των οργανισμών, οι οποίοι κυριαρχούν στην βιοκοινότητα. Μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα τον χρωματισμό του νερού. Η άνθιση του φυτοπλαγκτού μπορεί να συνοδεύεται από απελευθέρωση τοξινών (π.χ. άνθιση των δινομαστιγωτών Gymnodinium).

bloom de algas : Aumento rápido e localizado de uma ou mais espécies planctónicas, frequentemente na Primavera ou Outono, originando grandes concentrações temporárias destes organismos que passam a dominar a comunidade; pode resultar em águas descoloradas (marés vermelhas) . Os blooms de fitoplâncton (algas) podem estar associada à libertação de tóxinas (e.g. blooms de dinoflagelados Gymnodinium).

Was this helpful?
Sötvatten eller marin planta som innehåller klorofyll (pl. alger), varierar i storlek från några få mikroner till flera meter i längd; encelliga, kolonibildande eller filamentösa utan egentliga blad, rötter eller stam.


alga: Freshwater or marine chlorophyll-bearing plant (pl. algae), ranging in size from a few microns to many feet in length; single-celled, colonial, or filamentous without true leaf, root, or stem system.

ΦΥΚΟΣ : Χλωροφυλλούχο φυτό των γλυκών και θαλασσίων νερών. Τα φύκη έχουν μέγεθος από λίγα μικρά έως αρκετά μέτρα, είναι μονοκύτταρα, αποικιακά, ή νηματοειδή, χωρίς πραγματικό φύλλο, ρίζες ή αξονικό σύστημα.

alga : Planta de água doce ou marinha que contêm clorofila (pl. Algas), variando em tamanhos desde alguns micra até muitos metros de comprimento; unicelulares, coloniais ou filamentosas sem verdadeiras folhas, raízes ou talo.

Was this helpful?
Kemiskt medel som dödar alger, t ex kopparsulfat. Trots att några herbicider, som Diquat, Paraquat eller terbutryne, också verkar effektivt på vissa alger, så även vissa generella desinfektionsmedel som klor i vatten, så är de inte nödvändigtvis alltid algicider.


algicides: Chemical agents which kill algae, e.g. copper sulphate. Although some herbicides, such as Diquat, Paraquat, or terbutryne, are also effective against certain algae, as are various general disinfectants such as chlorine in water supplies, they are not necessarily in all cases algicides.

ΦΥΚΟΚΤΟΝΑ: Χημικοί παράγοντες, οι οποίοι εξωντόνουν τα φύκη π.χ. θειïκός χαλκός. Μολονότι ορισμένα βοτανοκτόνα (π.χ. Diquat, Paraquat, Terbutryne) είναι αποτελεσματικά για την κατα- πολέμηση ορισμένων φυκών όπως είναι επίσης και διάφορα γενικά απολυμαντικά (π.χ. διαλύματα χλωρίνης οι ουσίες αυτές δεν είναι σε όλες τις περιπτώσεις φυκοκτόνα).

algicidas : Agentes químicos que matam as algas, e.g. Sulfato de cobre. Embora alguns herbicidas, tais como o Diquat, Paraquat, ou Terbutrine, sejam também eficazes contra certas algas, assim como também o são vários desinfectantes comuns, tais como o cloro nos abastecimentos de água, apesar de não serem necessariamente algicidas em todos os casos.

Was this helpful?
Toxicitet som resultat av upptag eller intag av toxiner eller toxinproducerande alger; vanligen associerat till blomningar av blå-gröna alger eller dinoflagellater.


algal toxicosis: Toxicity resulting from the uptake or ingestion of toxins or toxin-producing algae; usually associated with blooms of blue-green algae or dinoflagellates.

ΦΥΚΟΤΟΞΙΝΩΣΗ : Δηλητηρίαση οφειλόμενη στην λήψη ή την κατάποση τοξινών ή φυκών. Συνήθως σχετίζεται με την ανθιση των κυανοφυκών και των δινομαστιγωτών.

toxicose por algas: Toxicidade resultante da ingestão de toxinas ou algas produtoras de toxinas; normalmente associada a blooms de algas azuis-verdes (Cianófitas) ou dinoflagelados.

Was this helpful?
Mått på vattens pH beräknad som antal milliekvivalenter vätejoner som neutraliseras av en liter vid 200C. Denna neutralisering sker av den kombinerade effekten av lösta mineral (huvudsakligen CO2 och bikarbonats anjoner) och uttrycks vanligen som motsvarande koncentration av kalciumkarbonat.


alkalinity: A measure of the pH of water calculated as the number of milliequivalents of hydrogen ions that is neutralized by one litre at 200C. This neutralization is due to the combined effect of dissolved mineral (mainly CO2 and the anions of bicarbonates) and is usually expressed in equivalents concentration of calcium carbonate.

ΑΛΚΑΛIΚΟΤΗΤΑ: Μέτρο της οξύτητας (του pΗ) του νερού, το οποίο υπολογίζεται ως ο αριθμός των χιλιοστο-ισοδυνάμων των υδρογονοκατιόντων που εξουδετερώνονται από ένα λίτρο δείγματος στους 200C. Αυτή η εξουδετέρωση οφείλεται στην συνδυασμένη επίδραση των διαλυμένων ανόργανων ουσιών (κυρίως CO2 και ΗCΟ3).Συνήθως εκφράζεται σε ισοδύναμες συγκεντώσεις ανθρακικού ασβεστίου.

alcalinidade : Uma medição do pH da água calculada como o número de miliequivalentes de iões de hidrogénio que são neutralizados por um litro a 200 C. Esta neutralização dá-se pelo efeito combinado do mineral dissolvido (principalmente CO2 e os aniões de bicabornatos) e é normalmente expressa em equivalentes de concentração de carbonato de cálcio.

Was this helpful?
Termen "total alkanitet" refererar till den totala koncentrationen av baser i vattnet uttryckt i milligram per liter av motsvarande kalciumkarbonat. Bestämning av alkanitet utförs genom två titreringar; först titreras med en standard syra till fenolftalein, och sedan titreras till metyl orange. Den totala mängd syra som behövs för att titrera till fenolftalein (pH 8,3), uttryckt som motsvarande kalciumkarbonat, är fenolftalein alkaniteten.


alkalinity, total: The term "total alkalinity" refers to the total concentration of bases in water expressed in milligrams per litre of equivalent calcium carbonate. Determination of alkalinity is carried out by titration to two end points; first, by titrating with standard acid to a phenolphthalein endpoint, and second by titration to a methyl orange endpoint. The total amount of acid used in the titration, expressed as equivalent calcium carbonate, represents the total alkalinity. The amount of acid require

ΑΛΚΑΛIΚΟΤΗΤΑ ΟΛIΚΗ : Ο όρος "ολική αλκαλι- κότητα" αναφέρεται στην ολική συγκέντρωση των βάσεων στο νερό και εκφράζεται σε χιλιοστόγραμμα ανά λίτρο ισοδυνάμου ανθρακικού ασβεστίου. Ο προσδιορισμός της αλκαλικότητας γίνεται με τιτλο- δότηση σε δύο τελικά σημεία. Το πρώτο τιτλο- δοτείται με ένα τυπικό οξύ σε ένα τελικό σημείο φαινολοφθαλεïνης και το δεύτερο τιτλοδοτείται σε ένα τελικό σημείο πορτοκαλόχροος του μεθυλ- αινίου. Η ολική ποσότητα του οξέος που χρησι- μοποιείται στην τιτλοδότηση, εκφρασμένη σε ισοδύναμο ανθ

alcalinidade, total : A expressão "alcalinidade total" refere-se à concentração total de bases na água expressa em miligramas por litro de carbonato de cálcio. A determinação da alcalinidade é levada a cabo pela titulação de dois pontos limite: primeiro, titulando com um ácido padrão até um limite de fenoftaleína, e segundo pela titulação até um limite de alaranjado de metilo. A quantidade total de ácido utilizado na titulação, expressa em carbonato de cálcio equivalente, representa a alcalinidade total. A quantidade

Was this helpful?
Organismer som livnär sig av såväl vegetabilisk som animalisk föda, dvs. inte har specialiserat sig som växtätare eller rovdjur.


omnivorous: Literally, eats all or any kind of food; among protozoa, including many ciliates, such species appear to be satisfied in their feeding habits by nutritive substances ranging from bacteria and algae to ciliates, tissues of multicellular organisms, and even detritus. Among crustaceans and fish, species feeding on a range of substances such as algae, plants, weeds, detritus, plankton and/or larger benthic and neritic organisms.

ΠΑΜΦΑΓΟΣ: Στην κυριολεξία ο τρώγων όλα τα είδη τροφής. Μεταξύ των πρωτοζώων, περι- λαμβανομένων και πολλών βλεφαριδωτών, τα είδη αυτά ικανοποιούν τις τροφικές τους ανάγκες με θρεπτικές ουσίες που εκτείνονται από τα βακτήρια και τα φύκη ως τα πρωτόζωα, τους ιστούς από πολυκύτταρους οργανισμούς και το τριπτόν. Μεταξύ των καρκινοειδών και των ψαριών, είδη που τρέφονται με ποικιλία ουσιών όπως φύκη, φυτά, σπόρους, τριπτόν, πλαγκτόν και/ή μεγαλύτερους βενθικούς και νηριτικούς οργανισμούς.

omnívoro : Literalmente, alimenta-se de todo ou qualquer tipo de alimento; entre os protozoários, incluindo muitos ciliados, tais espécies parecem alimentar-se de substâncias nutritivas que vão desde as bactérias e algas até aos ciliados, tecidos de organismos multicelulares, e mesmo detritos. Entre os crustáceos e os peixes, estas espécies alimentam-se de uma grande gama de substâncias tais como algas, plantas, ervas, detritos, plâncton e/ou grandes organismos bentónicos ou neríticos.

Was this helpful?
En organism som äter flera typer av föda som t.ex. autotrofer, heterotrofer, detritus eller döda organismer.


omnivore: An organism that eats more than one type of food such as autotrophs, heterotrophs, detritus or dead organisms.

Παμφάγος : Ένας οργανισμός που καταναλώνει περισσότερα από μια είδους τροφή, όπως αυτότροφα, ετερότροφα, detritus ή νεκρούς οργανισμούς.

omnívoro: Um organismo que come mais do que um tipo de comida tal como autotróficos, heterotróficos, detritos ou organismos mortos.

Was this helpful?
En av två eller fler alternativa gener, som var och en består av en unik nukleotidsekvens.


allele: One of two or more alternative forms of a gene, each possessing a unique nucleotide sequence.

ΑΛΛHΛA ή AΛΛHΛOMOPΦA : Mια από τις δύο ή περισσότερες εναλλακτικές μορφές ενός γονιδίου. Kαθέ μία έχει μια μοναδική νουκλεοτιδική αλληλουχία.

alelo : Uma de duas ou mais formas alternativas de um gene, cada uma possuindo uma sequência nucleótida única.

Was this helpful?
En allels proportion av totala antalet alleler vid samma locus i genpoolen.


allelic frequency: The proportion of one allele to the total number of all alleles at the same locus in the gene pool.

ΑΛΛHΛIKH ΣYXNOTHTA : Tο ποσοστό ενός αλληλομόρφου ως προς τον ολικό αριθμό όλων των αλληλομόρφων, στον ίδιο γενετικό τόπο, μιας γονιδιακής δεξαμενής

frequência alélica : A proporção de um alelo sobre o total de todos os alelos num mesmo local do mapa genético.

Was this helpful?
Används för populationer, arter eller taxa som förekommer i geografiskt skilda områden.


allopatric: Used of populations, species or taxa occurring in separate geographical areas.

ΑΛΛOΠATPIOΣ : O όρος χρησιμοποιείται για πληθυσμούς, είδη ή τάξα που βρίσκονται σε διαχωρισμένες γεωγραφικές περιοχές

alopátrico : Termo referente a populações, espécies ou taxa que ocorre em áreas geográficas diferentes.

Was this helpful?
En vattentransporterad lerig avlagring (alluvialt sediment)


alluvial deposit: A water-transported silty deposit (alluvial sediment).

ΠPOΣXΩMATIKA ή ΠPOΣXΩΣIΓENH ENAΠOΘEMATA: Aποθέσεις ιλύος, που μεταφέρονται από το νερό (αλλουβιακά ιζήματα, αλλούβιο, πρβλ. αιολικές αποθέσεις).

depósito aluvial : Depósito de aluvião transportado pela água (sedimento aluvial); cf. Depósito eolítico, deposito coluvial.

Was this helpful?
En sorts jord, vars beståndsdelar har blivit transporterade i suspension av flödande vatten och därefter deponerats genom sedimentation


alluvium: A type of soil, the constituents of which have been transported in suspension by flowing water and subsequently deposited by sedimentation.

ΠPOΣXΩΣH ή AΛΛOYBION: Tύπος εδάφους, τα συστατικά του οποίου έχουν μεταφερθεί εν αιωρήσει από την ροή του νερού και στη συνέχεια εναποτέθηκαν με την μορφή ιζήματος.

aluvião : Um tipo de solo, cujos constituintes foram transportados em suspensão pela água e subsequentemente depositados por sedimentação.

Was this helpful?
Skydd och hjälp som ges till utsatta artfränder


altruistic behaviour: The protection of and assistance given to endangered companions.

ΑΛΤΡΟΥIΣΤIΚΗ ΣΥΜΠΕΡIΦΟΡΑ: Η προστασία και αρωγή σε συντρόφους που βρίσκονται σε κίνδυνο.

comportamento altruísta : A protecção e assistência dada a companheiros em perigo.

Was this helpful?
Något som sker på båda sidor om atlanten.


amphiatlantic: Occurring on both sides of the Atlantic ocean.

Αμφιατλαντικός : Εμφανίζεται και στις δύο ακτές του Ατλαντικού Ωκεανού.

AmbiAtlântico: Ocorre em ambos os lados do Oceano Atlântico.

Was this helpful?
(1) Med akvatiska larvstadier och terrestra adulter. (2) Used of a microorganism participating in a symbiotic relationship with a given host that can act either parasitically or mutualistically.


amphibiotic: (1) Having aquatic larval stages and terrestrial adults. (2) Used of a microorganism participating in a symbiotic relationship with a given host that can act either parasitically or mutualistically.

ΑΜΦIΒIΟΣ: (1) Οργανισμός που έχει υδρόβια νυμφικά στάδια και χερσαία ενήλικα άτομα. ΑΜΦIΒIΟΤIΚΟΣ: (2) Χρησιμοποιείται και για έναν μικροοργανισμό που συμμετέχει σε μια συμβιωτική σχέση με ένα συγκεκριμένο ξενιστή ο οποίος μπορεί να δρα είτε παρασιτικά είτε αμοιβιωτικά.

anfibiótico : (1) Que tem fases larvares aquáticas e adultos terrestres. (2) Referente a microorganismos que participam numa relação simbiótica, parasitariamente quer mutualisticamente, com um dado hospedeiro.

Was this helpful?
Används för att beskriva de fiskar där migrationen från sötvatten till havet (eller vice-versa) inte sker med fortplantning som syfte utan sker istället regelbundet vid flera livsstadier.


amphidromous: Used to describe those fishes whose migration from fresh water to the sea or vice-versa is not for the purpose of breeding but occurs regularly at other stages of the life cycle. In amphidromous species occupation of fresh and marine waters varies widely, and the key point is that the migration is not for the purpose of breeding, but is typified by a return migration of well-grown juveniles, which continue to feed and grow for months or even years prior to maturation and breeding.

ΑΜΦIΔΡΟΜΑ: Ψάρια που μεταναστεύουν απο το γλυκό νερό, στην θάλασσα και αντίθετα, όχι για αναπαραγωγή, αλλά για λόγους που σχετίζονται με άλλα στάδια του κύκλου ζωής τους. Στα αμφίδρομα ψάρια, η χρονική περίοδος που βρίσκονται στα γλυκά ή θαλάσσια νερά ποικίλλει ευρέως. Το κύριο χαρακτηριστικό αυτού του είδους μετανάστευσης είναι ότι αυτή δεν συμβαίνει για λόγους αναπαραγωγής, αλλά χαρακτηρίζεται από μετακίνηση καλά ανεπτυγμένων νεαρών ψαριών, τα οποία συνεχίζουν να τρέφονται και να αυξάνονται επί μήνες ή

anfidrómicas : Termo utilizado para descrever os peixes cuja migração da água doce para o mar ou vice-versa não tem por finalidade a reprodução, mas ocorre regularmente noutras fases do ciclo de vida. Nas espécies anfidrómicas a ocupação das águas doces e salgadas varia grandemente e o ponto chave é que a migração não tem por finalidade a reprodução, mas é tipificada por um retorno de juvenis bem desenvolvidos, que continuam a alimentar-se e crescer durante meses ou mesmo anos antes da maturação ou reprodução.

Was this helpful?
Klass av organiska föreningar som innehåller åtminstone en karboxylgrupp och en aminogrupp: alfa-aminosyrorna RCH NH2 COOH är fundamentala beståndsdelar i levande organismer som kan kombineras och bilda proteinmolekyler.Tjugo aminosyror finns kodade i DNA och flera andra är modifikationer av dessa. Icke-essentiella aminosyror syntetiseras av en organism medan de essentiella aminosyrorna måste finnas representerade i dess diet.


amino acid: Class of organic compounds containing at least one carboxyl group and one amino group: the alpha-amino acids RCH NH2 COOH are fundamental constituents of living matter which combine together to make protein molecules. Twenty amino acids are coded for in DNA and several others are modifications of these. Non-essential amino acids are synthesized by the organism, whereas essential amino acids must be present in the diet.

ΑΜIΝΟΣΑ: Κατηγορία οργανικών ενώσεων που περιέχουν τουλάχιστον μια καρβοξυλική ομάδα και μια αμινοομάδα: τα άλφα-αμινοξέα RCΗ ΝΗ2 CΟΟΗ, είναι θεμελιώδη συστατικά της ζώσας ύλης, και συνδυάζονται για να σχηματίσουν πρωτεϊνικά μόρια. Εικοσιδύο αμινοξέα κωδικοποιούνται από το DNA και ένας αριθμός άλλων είναι μετασχημ- ατισμοί αυτών. Τα μη βασικά αμινοξέα συνθέτονται από τον οργανισμό, ενώ τα βασικά αμινοξέα πρέπει να περιέχονται στη δίαιτα.

aminoácido : Classe de componentes orgânicos que contem pelo menos um grupo carboxilo e um grupo amina: os aminoácidos alfa RCH NH2 COOH são constituintes fundamentais da matéria viva que se associam para produzir moléculas de proteína. No DNA estão codificados 20 aminoácidos e vários outros são modificações destes. Os aminoácidos não essenciais são sintetizados pelo organismo, ao passo que os aminoácidos essenciais têm de estar presentes na dieta.

Was this helpful?
Total ammoniak är en generell benämning för kombinationen av NH4+ och NH3. I tidigare litteratur användes benämningen "ammoniak" flitigt av många författare, men dess användning är inte rekommenderad för framtida bruk utan att ha fastställt den joniska specificeringen.


ammonia: Total Ammonia is a general term referring to NH4+ and NH3 combined. In the earlier literature the term "ammonia" is frequently used by many authors, but its use is not recommended for future application without the identification of its ionic speciation.

ΑΜΜΩΝIΑ: Ολική Αμμωνία είναι γενικός όρος που αναφέρεται στο συνδυασμό ΝΗ4+ και ΝΗ3. Στην παλαιότερη βιβλιογραφία, ο όρος "αμμωνία" έχει συχνά χρησιμοποιηθεί από πολλούς συγγραφείς, αλλά δεν συνιστάται για μελλοντική χρήση χωρίς τον προσδιορισμό του τύπου των ιόντων. Αμμώνιο: είναι ειδικός όρος για το ιόν ΝΗ4+, το οποίο είναι η ιονισμένη μορφή της αμμωνίας. Μοριακή Αμμωνία ή Αέριος Αμμωνία: είναι ειδικός όρος για το διαλυμένο αέριο ΝΗ3. Α

amónia : A amónia total é um termo genérico que se refere à combinação do NH4+ e NH3. Na bibliografia anterior o termo "amónia" é utilizado frequentemente por muitos autores, mas o seu uso não é recomendado no futuro, sem a identificação da sua especificação iónica.

Was this helpful?
Ammoniak är vid vissa koncentrationer toxiskt för akvatiska organismer. Toxicitet beror på toxinens joniska dissociation som påverkas av parametrar som pH, temperatur, salinitet, suspenderade partiklar och koldioxid. För fiskar, så är det här en av de viktigaste parametrar för vattenkvalitet. Nivån där ammoniak anses vara toxisk varierar för olika fiskarter.


ammonia toxicity: Ammonia is toxic to aquatic organisms at certain concentrations. Toxicity depends on its ionic dissociation which is influenced by parameters such as pH, temperature, salinity, suspended solids and carbon dioxide. It is one of the most important water quality parameters for fish. The level at which ammonia is considered toxic varies for different fish species.

ΤΟΞΙΚΟΤΗΤΑ ΑΜΜΩΝΙΑΣ: Η αμμωνία σε ορισμένες συγκεντρώσεις είναι τοξική γιά τους υδρόβιους οργανισμούς. Η τοξικότητα εξαρτάται από την ιοντική διάσταση που επηρεάζεται από διάφορες παραμέτρους όπως η θερμοκρασία, το pH η αλατότητα, τα αιωρούμενα στερεά και το διοξείδιο του άνθρακα. Γιά τα ψάρια αποτελεί μια από τις πιο σημαντικές παραμέτρους ποιότητας του νερού. Το επίπεδο στο οποίο η αμμωνία θεωρείται τοξική ποικίλλει γιά τα διάφορα είδη ψαριών.

toxicidade por amónia : A amónia em certas concentrações é tóxico para os organismos aquáticos. A toxicidade depende da sua dissociação iónica a qual é influenciada por parâmetros tais como o pH, temperatura, salinidade, matéria em suspensão e dióxido de carbono. É um dos parâmetros mais importantes da qualidade da água para os peixes. O nível em que o amónia é considerada tóxica varia para as diferentes espécies de peixes.

Was this helpful?
Produktionen av ammoniak genom bakteriell nedbrytning av kväveinnehållande organiskt material.


ammonification: The production of ammonia through the bacterial decomposition of nitrogenous organic material.

ΑΜΜΩΝIΟΠΟIΗΣΗ: Παραγωγή αμμωνίας με βακτηριακή αποσύνθεση του αζωτούχου οργανικού υλικού.

amonificação : Produção de amónia através da decomposição bacteriana de matéria orgânica azotada.

Was this helpful?
Tillstånd hos människor som har ätit kontaminerade skaldjur; symtomen innefattar minnesförlust och desorientering och orsakas av neurotoxinet "domoic" syra, vilken troligen produceras av en diatom som musslorna livnär sig på. Blåmusslor som konsumerades på Prince Edward Island (Kanada) gav symtom hos 129 människor och orsakade två dödsfall.


amnesic shellfish poisoning (ASP): Condition found in humans that have consumed contaminated shellfish; symptoms include memory loss and disorientation which are caused by neurotoxin domoic acid, apparently produced by a diatom eaten by the mussels. Blue mussels eaten in Prince Edward Island (Canada) affected 129 people, causing two deaths.

ΑΜΝΗΣIΑΚΗ ΔΗΛΗΤΗΡIΑΣΗ ΑΠΟ ΟΣΤΡΑΚΟ- ΔΕΡΜΑ (ASP): Τοξική δηλητηρίαση οφειλόμενη στην κατανάλωση μολυσμένων οστρακοδέρμων. Στα συμπτώματα περιλαμβάνονται απώλεια της μνήμης και της δυνατότητας προσανατολισμού. Προκαλείται από το νευροτοξικό δομοϊκό οξύ, το οποίο παράγεται από διάτομα, που αποτελούν τροφή για τα μύδια. Γαλάζια μύδια που καταναλώ- θηκαν στην νήσο Prince Edward (Καναδάς) προσέβαλαν 129 άτομα και ήταν η αιτία δύο θανάτ- ων. Κατάσταση που συναντάται σε ανθρώπους που καταναλώνουν μολυσμένα οστρακόδερμα. Αυτά καθ αυτά τα οστρακόδερ

ASP(amnesic shellfish poisoning): Estado encontrado nos humanos que ingeriram marisco contaminado; os sintomas incluem perda de memória e desorientação, causadas pela neurotoxina do ácido domoico, aparentemente produzida por uma diatomácea ingerida pelos mexilhões. Uma espécie de mexilhões ingeridos na ilha Prince Edward (Canadá) afectaram 129 pessoas, causando duas mortes.

Was this helpful?
Utan form; icke kristallin.


amorphous: Without shape; non-crystalline.

ΑΜΟΡΦΟΣ: Χωρίς σχήμα, μη κρυσταλλικός.

amorfo : Sem forma; não cristalino.

Was this helpful?
Storleken på den maximala avvikelsen från ett medelvärde hos en periodisk funktion eller svängning. Amplituden hos en havsvåg definieras som maximala utslaget mellan två passager av medelnivån.


amplitude: The magnitude of a half-cycle displacement or a wavelike fluctuation as measured from its mean or equilibrium value. The amplitude of an ocean wave is half its trough-to-crest height, or the height from the still water level to the wave crest; in the case of the tide, amplitude equals half the range.

ΠΛΑΤΟΣ: Η μετατόπιση που αντιστοιχεί στην ημιπερίοδο μιας ταλάντωσης, μετρούμενη από την θέση ισορροπίας. Το πλάτος ενός θαλάσσιου κύματος ισούται προς το ήμισυ της απόστασης από την κοιλία στην κορυφή του κύματος ή προς το ύψος από το επίπεδο του ήρεμου νερού, έως την κορυφή του κύματος. Στην περίπτωση της παλίρροιας, το πλάτος είναι ίσο με το ήμισυ του εύρους.

amplitude : A dimensão de meio ciclo de deslocamento ou duma flutuação do tipo onda medida a partir do seu valor médio ou de equilibrio. A amplitude de uma onda do oceano é metade da altura da sua cava à crista, ou a altura desde o nível do mar calmo até à crista da onda; no caso de uma maré, a amplitude iguala metade da distância.

Was this helpful?
Beskriver akvatiska djur som de flesta laxfiskar, störar och vissa medlemmar ur familjen Clupeidae, som utvecklas och lever en stor del av sitt liv i havet men återvänder till sötvattensmiljöer för att fortplanta sig.


anadromous: Describing aquatic animals such as most salmonids, sturgeons and certain members of the family Clupeidae which mature and live most of their lives in the sea, but return to freshwater to breed and spawn.

ΑΝΑΔΡΟΜΟΣ: Ο όρος αναφέρεται σε υδρόβια ζώα όπως τα περισσότερα σολομοειδή, μουρούνες, και ορισμένα μέλη της οικογένειας Clupeidae, τα οποία ζουν το μεγαλύτερο τμήμα της ζωής τους και ωριμάζουν στην θάλασσα, αλλά επιστρέφουν στα γλυκά νερά για να ζευγαρώσουν και να γεννήσουν τα αυγά τους (πρβλ. κατάδρομος και διάδρομος).

anádromo : Descreve os animais aquáticos tal como os salmonídeos, esturjões e certos membros da família dos clupeideos que se desenvolvem e vivem a maior parte das suas vidas no mar, mas regressam à água doce para procriar e desovar; cf. Catádromo, diadromo.

Was this helpful?
Refererar till ett tillstånd eller en process där gasformigt syre inte finns närvarande eller är nödvändigt.


anaerobic: Referring to a condition or process where gaseous oxygen is not present or not necessary.

ΑΝΑΕΡΟΒIΟΣ: Αναφέρεται σε κατάσταση ή διεργασία κατά την οποία δεν υπάρχει ή δεν απαιτείται αέριο οξυγόνο.

anaeróbico : Que se refere a uma condição ou processo em que o oxigénio gasoso não está presente ou não é necessário.

Was this helpful?
Den anaeroba nedbrytningen av komplexa organiska substanser till enkla substanser som innefattar en hög andel gasformiga och fasta produkter; processen innefattar många olika bakterier som har liknande metaboliska system, och sker i bentisk lera, i rumen hos idisslare, vissa typer av reningsverk osv. Anaerobiska processer (jäsning) resulterar i en stor reduktion av nedbrytningsbara fasta ämnen, där omvandlingen av organiskt kol till metan utgör en viktig del av kolcykeln. I avfallshantering (och


anaerobic digestion: The anaerobic break- down of complex organic materials to simple sub- stances which include a high proportion of gaseous and soluble products; it involves a diverse range of bacteria whose metabolic pathways are closely interrelated, and it occurs in benthic muds, in the rumen, in certain types of sewage treatment plant, etc. The process of anaer- obic digestion results in an appreciable reduction in the bulk of biodegradable solids, with the conversion of organic carbon to methane forming an i

ΑΝΑΕΡΟΒIΟΣ ΔIΑΣΠΑΣΗ (ΧΩΝΕΥΣΗ): Η αναερόβιος αποικοδόμηση σύνθετων οργανικών υλικών σε απλούστερες ενώσεις, μεγάλο μέρος από τις οποίες είναι αέριες ή διαλυτές. Στην διάσπαση συμμετέχει ένα ευρύ φάσμα βακτηρηδίων με στενά διαπλεκόμενες διεργασίες μεταβολισμού. Τα βακτηρίδια αυτά απαντούν στην βενθική ιλύ, στο στομάχι διαφόρων μυρηκαστικών, σε ορισμένους τύπους σταθμών επεξεργασίας λυμάτων. Η αναερόβιος "χώνευση" οδηγεί σε σημαντική μείωση του όγκου των βιο-αποκοδομήσιμων στερεών. Η μετατροπή, κατά την διαδικασία αυτή του οργ

digestão anaeróbica : Degradação anaeróbica de matéria orgânica complexa em substâncias simples que incluem uma elevada proporção de produtos gasosos e solúveis; envolve uma quantidade variada de bactérias cujas vias metabólicas estão interligadas e ocorre em fundos bentónicos ludosos, no rúmen, em certos tipos de instalações de tratamento de esgotos, etc. O processo de digestão anaeróbica resulta numa considerável redução do volume de sólidos biodegradáveis, com a transformação do carbono orgânico em metano constitu

Was this helpful?
Respiration, under anaeroba förhållanden, som inte fordrar tillgång till fritt syre (beroende på art och miljö). Denna anaeroba process sker också i samband med metanbildning, dissimilatorisk sulfatreduktion, fumaratrespiration och nitratrespiration.


anaerobic respiration: Respiration under anaerobic conditions, when the terminal electron acceptor is not gaseous oxygen (according to species and/or environment). Also involved in dissimilatory sulphate reduction, fumarate respiration, methano- genesis, nitrate respiration, sulphur respiration.

ΑΝΑΕΡΟΒIΟΣ ΑΝΑΠΝΟΗ: Αναπνοή υπό αναερόβιες συνθήκες, όταν ο τελικός αποδέκτης ηλεκτρονίων δεν είναι το αέριο οξυγόνο (ανάλογα με το είδος και/ή το περιβάλλον). Σχετίζεται επίσης με την ανομοιωτική αναγωγή θειϊκών, την αναπνοή φουμαρικών, την μεθανογένεση, την αναπνοή νιτρικών και την αναπνοή θείου.

respiração anaeróbica : Respiração sob condições anaeróbicas, quando o electrão receptor terminal não é oxigénio gasoso (de acordo com as espécies e/ou ambiente). Também envolvida na redução de sulfato, na genese do metano, respiração nitrica e sulfidrica

Was this helpful?
Baterier som är anpassade till att leva i en syrefri miljö. De utnytjar the potentiella energi i flertalet reducerade kemiska ämnen, som till exempel sulfider.


anaerobic bacteria: Bacteria adapted to live in an anoxic environment, capable of utilising the potential energy of several reduced chemical compounds, such as various sulphides.

Αναερόβια βακτηρίδια : Βακτηρίδια προσαρμοσμένα να ζουν σε ένα αναερόβιο περιβάλλον και ικανά να χρησιμοποιούν την αποθηκευμένη ενέργεια διαφόρων χημικών συστατικών όπως τα διάφορα σουλφίδια.

bactéria anaeróbica: Bactéria adaptada a viver num ambiente anóxico, capaz de utilizar a energia potencial de vários compostos químicos reduzidos, tais como vários sulfuretos.

Was this helpful?
(1) Sker i organismers celler och utgörs av de livsprocesser vilka producerar biologiskt användbar energi genom spjälkning av organiska molekyler under upptagande av syre och bildning av koldioxid. (2) Luft eller vatten passerar genom andningsorgan.


respiration: (1) Cellular respiration: the metabolic process in plants and animals whereby organic substances are broken down to simpler products with the generation of energy. (2) Physical respiration: gas exchange across a respiratory surface (e.g. gills)

ΑΝΑΠΝΟΗ: (1) κυτταρική αναπνοή: η μεταβολική διεργασία σε φυτά και ζώα κατά την οποία οι οργανικές ουσίες διασπώνται σε απλούστερα παράγωγα απελευθερώνοντας ενέργεια. (2) φυσική αναπνοή: ανταλλαγή αερίων δια μέσου μιας αναπνευστικής επιφάνειας (π.χ. βράγχια).

respiração : (1) Respiração celular: o processo metabólico nas plantas e animais em que substâncias orgânicas são degradadas em produtos mais simples com a produção de energia. (2) Respiração física : troca de gases através de uma superfície respiratória (e.g. guelras).

Was this helpful?
Borttagandet av löst organiskt material och minskandet av löst fastmaterial (solids) i vattenreningsverk.


secondary treatment: Removal of dissolved organic matter and reduction of suspended solids in waste water treatment plants.

Δευτερογενής επεξεργασία : Απομάκρυνση της διαλυμένης οργανικής ύλης και της μείωσης των στερεών αποβλήτων σε νερά αποχετεύσεων.

tratamento secundário: Remoção de matéria orgânica dissolvida e redução dos sólidos em suspensão nas estações de tratamento de águas.

Was this helpful?
Manliga könshormoner hos vertebrater; hormoner som har steroid egenskaper, som bidrar till utvecklingen av sekundära manliga könsegenskaper; viktiga exempel är testosteroner och de mindre aktiva androsteroner


androgens: Male sex hormones in vertebrates; hormones of steroid nature, which promote male secondary sexual characteristics; important examples are testosterones and the less active androsterones.

ΑΝΔΡΟΓΟΝΑ: Αρσενικές φυλετικές (σεξουαλικές) ορμόνες των σπονδυλωτών. Πρόκειται για στεροειδείς ορμόνες, οι οποίες προάγουν τα αρσενικά δευτερογενή χαρακτηριστικά. Σημαντικά παραδείγματα αποτελούν οι τεστοστερόνες και οι λιγότερο ενεργές ανδροστερόνες.

androgénos : Hormonas sexuais masculinas nos vertebrados; hormonas de natureza esteróide, que estimulam características sexuais secundárias masculinas; exemplos importantes são as testosteronas e as menos activas androesteronas.

Was this helpful?
Stor grupp av segmenterade maskar (t.ex polychaeter). De är långsträckta djur med mjuka kroppar och med tydlig metameriskt segmentering. Annelider har ett coelom, blodsystem, nefridier och ett centralt nervsystem.


annelids: Large group of segmented worms.(e.g. polychaetes). They are soft-bodied elongated animals with well-marked metameric segmentation. Annelids have a coelom, a blood system, nephridia and a central nervous system.

ΔΑΚΤΥΛIΟΣΚΩΛΗΚΕΣ : Μεγάλη ομάδα σκωλήκων με μεταμέρεια (π.χ. πολύχαιτοι). Είναι ζώα επιμηκυσμένα με μαλακό σώμα και ευδιάκριτη μεταμέρεια. Οι δακτυλιοσκώληκες έχουν κοίλωμα, κυκλοφοριακό σύστημα, νεφρίδια και κεντρικό νευρικό σύστημα.

anelídeos : Grande grupo de vermes segmentados (e.g. Poliquetas). São animais de corpo mole alongado com segmentação metamérica bem marcada. Os anelídeos têm um celoma, um sistema sanguíneo, nefrónios e um sistema nervoso central.

Was this helpful?
Metod att, via en uppdelning av det statistiska materialets totala variation på komponenter, signifikanspröva skillnader mellan medelvärdena för flera grupper av t.ex. människor, jordstycken, föremål osv. som utsätts för olika behandlingar i en eller flera faktorer (”avseenden”).


ANOVA: Analysis of variance: a statistical analysis in which multisample comparisons are performed through partitioning of sources of the total variation. This procedure is used for evaluating the equality of means of a series of samples by testing if they are drawn from populations having the same distribution, through comparing the ratio (F-tests) of components of the total variation. These estimates are derived from the overall variance between and within all subsamples.

ANOVA : ΑNAΛYΣH ΔIAΣΠOPAΣ. Στατιστική μέθοδος για την σύγκριση ενός μεγάλου αριθμού δειγμάτων μεταξύ τους. Η μέθοδος χρησιμοποιείται για να διαπιστωθεί η ισότητα των μέσων όρων ομάδων δειγμάτων, εκτιμώντας την συμβολή διαφόρων πηγών διασποράς στην ολική διασπορά (F-test). Η μέθοδος ελέγχει αν τα δείγματα έχουν ληφθεί από πληθυσμούς που έχουν την ίδια κατανομή. Οι εκτιμήσεις αυτές βασίζονται στην ολική διασπορά εντός και μεταξύ των ομάδων δειγμάτων (μέθοδος ANOVA).

ANOVA: Análise estatística em que comparações de várias amostras são efectuadas através da separação de fontes da variação total. Este procedimento é utilizado para avaliar a igualdade de médias de uma série de amostras testando se foram retiradas de populações com a mesma distribuição, através da comparação da relação (Testes F) de componentes da variação total. Estas estimações derivam da variação total entre e dentro de todas as sub amostras. De modo geral chamada ANOVA .

Was this helpful?
Syrebrist i blodcellerna eller kroppsvävnad på en nivå som kan skapa psykologiska och fysiologiska störningar. Anoxia kan resultera genom brist på syre i omgivningen eller från en oförmåga av kroppsvävnaden att absorbera syre när det omgivande lufttrycket är lågt.


anoxia: Oxygen deficiency in the blood cells or tissues of the body in such degree as to cause psychological and physiological disturbances. Anoxia may result from a scarcity of oxygen in the medium or from an inability of the body tissue to absorb oxygen under conditions of low ambient pressure.

ΑΝΟΞIΑ: Ανεπάρκεια οξυγόνου στα κύτταρα του αίματος ή στους ιστούς του σώματος, σε βαθμό ώστε να προκαλεί φυσιολογικές και ψυχολογικές διαταραχές. Η ανοξία οφείλεται είτε σε έλλειψη οξυγόνου στο μέσον είτε σε αδυναμία του σωματικού ιστού να απορροφήσει οξυγόνο όταν η μερική του πίεση είναι χαμηλή. Βλ. υποξία.

anoxia : Falta de oxigénio nas células sanguíneas ou tecidos do corpo em tal grau que causa distúrbios psicológicos e fisiológicos. A anoxia pode resultar de uma escassez de oxigénio no meio ou de uma incapacidade do tecido do corpo de absorver oxigénio sob condições de baixa pressão ambiente; cf. hipoxia.

Was this helpful?
Syrefri.


anoxic: Devoid of oxygen.

ΑΝΟΞIΚΟΣ: Χωρίς οξυγόνο.

anóxico : Livre de oxigénio

Was this helpful?
Syrefrit område.


anoxic zone: Area devoid of oxygen.

Ανοξική ζώνη : Περιοχή με έλλειψη οξυγόνου.

zona anóxica: Área livre de oxigénio.

Was this helpful?
Syrefri sedimentärt habitat.


anoxic substratum: A sedimentary habitat devoid of molecular oxygen.

Ανοξικό υπόστρωμα: Μαλακό υπόστρωμα που χαρακτηρίζεται από έλλειψη μοριακού οξυγόνου.

substracto anóxico: Habitat sedimentar livre de oxigénio molecular.

Was this helpful?
Syftar på ett tillstånd vari två eller fler ämnen producerar en mindre effekt än det som förväntas utifrån summan av deras individuella effekter. Ant. synergism.


antagonism: Refers to a condition wherein two or more agents produce a lesser effect than would be predicted from the sum of the individual effects. Ant. synergism.

ΑΝΤΑΓΩΝIΣΜΟΣ (ΑΝΤΑΓΩΝIΣΤIΚΗ ΔΡΑΣΗ): Αναφέρεται σε μια κατάσταση όπου δύο ή περισσότεροι παράγοντες παράγουν μικρότερο αποτέλεσμα, απ ότι προβλέπεται από το άθροισμα των αποτελεσμάτων τους (το αντίθετο του συνεργατισμού).

antagonismo : Refere-se a uma condição em que dois ou mais agentes produzem menos efeito do que estaria previsto da soma dos efeitos individuais. Ant. sinergismo.

Was this helpful?
Kall, östgående ytström som strömmar runt Antarktis.


Antarctic cirumpolar current: A major cold surface current that flows eastwards through the Southern Ocean around the Antarctic pole.

Ανταρκτικό Περιπολικό ρεύμα: Ένα μεγάλο, κρύο, επιφανειακό ρεύμα το οποίο κινείται ανατολικά στον Νότιο Ωκεανό , γύρω από το Νότιο Πόλο.

Corrente Antártica Circumpolar : Importante corrente fria de superfície que circula para Este no hemisfério sul em redor do circulo polar Antártico.

Was this helpful?
Område nära Antarktis där massivt uppvällning sker.


Antarctic divergence: The area of massive upwelling near Antarctica where surface water drifting NE in the Antarctic Circumpolar current is replaced by water from intermediate depths.

Ανταρκτική απόκλιση : Η περιοχή σημαντικών αναβλύσεων κοντά στην Ανταρκτική όπου επιφανειακά νερά κινούμενα ΒΑ γύρω από το Νότιο Πόλο αντικαθίστανται από νερά από ενδιάμεσα βάθη.

Divergência Antártica : A área de upwelling perto da Antártida onde a água superfícial que se dirige para NE através da corrente Circumpolar Antártica é substituída por água de profundidades intermédias.

Was this helpful?
Region i den södra hemisfären där kall, nordgående Antarktiskt ytvatten sjunker under varmare, södergående vattenmassor.


Antarctic convergence: That region of the oceans of the southern hemisphere (N500 – 600 S) where cold Antarctic surface water moving NE meets and sinks below warmer water moving south-east.

Ανταρκτική σύγκλιση : Η περιοχή των Ωκεανών στην οποία κρύα επιφανειακά ρεύματα νερού τα οποία κινούνται ΒΑ συναντούν θερμά ρεύματα που κινούνται ΝΑ (συνήθως, Β500– 600 Ν) με αποτέλεσμα την βύθιση των πρώτων κάτω από τα θερμά ρεύματα.

Convergência Antártica: Área dos oceanos onde a água fria Antártica de superfície que se move para NE encontra e se afunda por baixo da água quente que se move para sudeste (normalmente, N500 - 600 S).

Was this helpful?
Generell benämning som används för att beskriva en grupp föreningar (beläggningar eller målarfärger), som ofta innehåller metaller, som aplliceras på föremål och utrustning för att hindra djur, t.ex. havstulpaner, och alger att växa på dem; tributylten TBT är en vanlig förening som används på båtbottnar med denna syfte. Fast dessa föreningar har använts vid många situationer i akvatiska miljöer, så har man börjat reglera deras användning inom akvakultur på grund av skadliga effekter på mollusk


antibiotic: (1) Originally, any microbial product which, in low concentrations (of the order of µg/ml), can inhibit or kill (susceptible) microorganisms. (2) Currently, antibiotic is generally used to refer to natural semi-synthetic and wholly synthetic anti- microbial compounds which are effective at low concentrations. In aquaculture antibiotics are usually administered as chemotherapeutic agents; in nature many or all antibiotics may have important ecological roles. Within the microorganism a gi

ΑΝΤIΒIΟΤIΚΟ: (1) Σύμφωνα με τον αρχικό ορισμό κάθε μικροβιακό παράγωγο, το οποίο σε χαμηλές συγκεντρώσεις (της τάξεως μg/ml), αναστέλλει ή σκοτώνει (ευάλωτους) μικροοργανισμούς. (2) Σήμερα, ο όρος "αντιβιοτικό" χρησιμοποιείται γενικά για ημι-συνθετικές ή πλήρως συνθετικές αντιμικροβιακές ενώσεις, οι οποίες είναι αποτελεσματικες σε χαμηλές συγκεντρώσεις. Στην ιχθυοκαλλιέργεια τα αντιβιοτικά χρησιμοποιούνται ως χημειοθεραπευτικοί παράγοντες. Περιστασιακά, ορισμένα αντιβιοτικά χρησιμοποιούνται για μη-θεραπευτ

antibiótico : (1) Originalmente, qualquer produto microbiótico que, em baixas concentrações (à ordem das µg/ml), podem inibir ou matar (é susceptível de) microorganismos. (2) Presentemente, o termo "antibiótico" é geralmente utilizado para referir componentes anti-microbianos naturais semi-sintéticos e totalmente sintéticos que são eficientes a baixas concentrações. Em aquacultura os antibióticos são normalmente administrados como agentes quimioterapêuticos; na natureza muitos ou todos os antibióticos p

Was this helpful?
Hänför sig till de tempererade regioner på södra hemisfären.


antiboreal: Pertaining to cool or cold temperate regions of the southern hemisphere; austral; notalian.

Αντιβόρεια: Αναφερόμενη σε ιδιαίτερα κρύες ή ψυχρές περιοχές του νοτίου ημισφαιρίου.

antiboreal: Pertencente às regiões frias ou temperadas do hemisfério sul; austral.

Was this helpful?
Små förändringar på antigenspecificitet som sker under en läng tidsperiod inom en art, grupp eller mikroorganismstam. Andra benämningar inkluderar immunologisk drift.


antigenic drift: In a given species, strain or type of microorganism, minor changes in antigenic specificity in a strain or types of microorganisms which occur over an extended period of time (i.e. years). Other terms often used include immunological drift, shift in antigens, variation of antigens.

ΑΝΤIΓΟΝIΚΗ ΠΑΡΕΚΚΛIΣΗ: Ελλάσσονες μεταβλητές στην ειδίκευση των αντιγόνων ενός στελέχους ή τύπου μικροοργανισμών, οι οποίες εμφανίζονται κατά την διάρκεια μιας μακράς χρονικής περιόδου.

detritos antigénicos : Pequenas alterações na especificidade antigénica que ocorrem, numa determinada espécie, raça ou tipo de microorganismo, ao longo de um período de tempo prolongado (i.e. anos). Outros termos utilizados com frequência incluem detritos imunológicos, mudança nos antigénes, variação dos antigénes.

Was this helpful?
Av människan eller mänskliga handlingar framställd eller förorsakad


anthropogenic: Caused as a result of human activities.

Ανθρωπογενές : Αποτέλεσμα των ανθρώπινων δραστηριοτήτων.

antropogénico: Com origem na actividade humana.

Was this helpful?
Tidvatten med minskad amplitud som sker då månen är som längst från jorden.


Apogean tides: The tides of decreasing amplitude occurring at the time the moon is furthest from the earth.

Απόγειες παλίρροιες : Παλίρροιες ελλατούμενης έντασης οι οποίες εμφανίζονται κατά την περίοδο στην οποία η Σελήνη βρίσκεται στο μέγιστο της απόστασης της από την Γη.

marés mortas: Marés de amplitude reduzida que ocorrem na altura em que a Lua se encontra mais afastada da Terra.

Was this helpful?
Sedimentär bergart som är uppgjord av små (0.006-2 milimter i diameter) sandkorn.


arenaceous: A sedimentary rock made up of grains of sand 0.006-2 millimetres in diameter.

Αμμώδης : Ιζηματογενές πέτρωμα το οποίο δημιουργήθηκε από κόκκους άμμου διαμέτρου 0.006-2 mm.

arenoso: Rocha sedimentar formada por grãos de areia com diâmetro de 0.006-2 milimetros.

Was this helpful?
Lerig ämne.


argillaceous: Rich in clay materials.

Αργιλώδης: Πλούσιο σε αργιλώδη υλικά.

argiloso : Rocha sedimentar formada por grãos de areia com diâmetro de 0.006-2 milimetros.

Was this helpful?
Det aritmetiska medelvärdet är det vanligaste måttet på den centrala tendensen för variabler inom ett intervall. Det aritmetiska medelvärdet kallas ofta "medel" och utgörs av summan av de individuella värdena dividerat med antal fall.


arithmetic mean: The sum of the individual values divided by the number of items, usually referred to as ‘average’ or ‘mean’.

Αριθμητικός μέσος όρος : Το άθροισμα των μεμονωμένων τιμών το οποίο διαιρείται με των αριθμό των περιπτώσεων και το οποίο συνήθως αναφέρεται ως ‘μέσος όρος’ ή ‘μέση τιμή’.

média aritmética: A soma dos valores individuais divididos pelo número de itens, normalmente referida como média.

Was this helpful?
Kontinentalsluttningen


archibenthal zone: The continental slope.

Αρχιβενθική ζώνη: Η Ηπειρωτική κατωφέρεια.

zona arquibentical: O talude continental.

Was this helpful?
Vanlig benämning som används inom akvakultur för att beskriva kvantiteten (vanligtvis uttryckt i ton) av marknadsstora organismer producerade av en specifik enhet eller av hela industrin, inom ett kalenderår.


annual production: Term commonly used in aquaculture to describe the quantity (usually expressed in tonnes) of market-sized organisms produced by a specific unit, or the industry, in a calendar year.

ΕΤΗΣIΑ ΠΑΡΑΓΩΓΗ: Ορος που χρησιμοποιείται στην υδατοκαλλιέργεια για να περιγράψει την ποσότητα (συνήθως εκφρασμένη σε τόννους) των οργανισμών εμπορεύσιμου μεγέθους που παράγονται από μια μονάδα ή το σύνολο του κλάδου σε ένα ημερολογιακό έτος.

produção anual : Termo usualmente usado em aquacultura para descrever a quantidade (normalmente expressa em toneladas) de organismos de tamanho comercial produzidos por uma unidade específica, ou industria num ano.

Was this helpful?
Inom systematiken, grupp individer vilka under naturliga förhållanden kan reproducera sig med varandra och som samtidigt är reproduktivt isolerade från andra sådana grupper av individer. Den mest fundamentala enheten i organismvärlden.


species: In systematics, a group of organisms of common ancestry that are able to reproduce only among themselves and which are usually geographically distinct. It constitutes the fundamental rank in the taxonomic hierarchy.

ΕIΔΟΣ: Στην συστηματική, ομάδα οργανισμών κοινής καταγωγής ικανών να ανταλλάξουν γενετικό υλικό. Συνήθως, η εξάπλωση ενός είδους περιορίζεται σε μια ορισμένη γεωγραφική περιοχή. Αποτελεί την θεμελιώδη βαθμίδα στην ταξινομική ιεραρχία.

espécies : Em sistemática, um grupo de organismos de ascendência comum que são capazes de se reproduzir entre si. Constitui a categoria sistemática basilar na hierarquia taxonómica.

Was this helpful?
Bildandet av nya arter.


speciation: The formation of new species

Ειδογένεση : Ο σχηματισμός νέων ειδών.

especiação: A formação de novas espécies.

Was this helpful?
Något som inte naturligt förekommer i en vävnad eller annan struktur, men som introduceras vid preparation eller undersökning (till exempel genom obduktion).


artefact: Something not naturally present in a tissue or other structure, introduced during preparation or investigation (for example by post-mortem manipulation).

ΤΕΧΝΟΥΡΓΗΜΑ: Κάτι που δεν βρίσκεται φυσιολογικά σε έναν ιστό ή άλλη δομή και που έχει εισαχθεί τεχνητά κατά την παρασκευή ή την έρευνα (π.χ. από την μεταθανάτια επεξεργασία του δείγματος).

artefacto : Alguma coisa presente de forma não natural num tecido ou noutra estrutura, introduzida durante a preparação ou investigação (por exemplo manipulação post-mortem).

Was this helpful?
Konstruerad struktur som attraherar fisk. Benämns stundom som extensivt vattenbruk i vilket strukturerna utgör passande nicher för fisk och skaldjur. Anses ofta öka produktionen genom att erbjuda substrat. Det är dock oklart om produktionen ökar totalt per ytenhet eller bara lokalt genom att attrahera individer från angränsande habitat.


artificial reef: Man-made structure that attracts fish and is sometimes considered a form of extensive aquaculture in which these structures provide suitable niches for fish or shellfish. It is often considered to provide substrate for enhanced production. However, in many cases it is not clear whether production is enhanced per unit area or production within an area is concentrated because of the attraction from surrounding habitats.

ΤΕΧΝΗΤΗ ΥΦΑΛΟΣ : Κατασκευή που χρησιμοποιείται στην εκτατική υδροκαλλιέργεια για την προσέλκυση ψαριώνν και όστρακων στα οποία προσφέρει κατάλληλες διαθέσεις (θώκους). Συχνά θεωρείται ότι αποτελούν μέσο για αύξηση της παραγωγής. Πάντως σε πολλές περιπτώσεις δεν είναι σαφές αν η παραγωγή αυξάνεται ανά μονάδα επιφανείας ή αν η παραγωγή μιας περιοχής απλώς συγκεντρώνεται στις τεχνητές υφάλους λόγω της ελκυστικότητάς τους σε σύγκριση με τα γειτονικά ενδιαιτήματα.

recife artificial : Estrutura feita pelo homem a qual atrai o peixe e é algumas vezes considerada uma forma extensiva de aquacultura, em que estas estruturas fornecem um nicho adequada para peixes e moluscos. É frequentemente considerada que fornece um substracto para aumentar a produção. Contudo, em muitos casos, não é claro se a produção é melhorada por unidade de área ou se a produção é concentrada dentro da área devido à atracção que esta exerce nos organismos dos habitats envolventes.

Was this helpful?
Artificiellt utvidgad strand som främjar återbyggandet av stränder nerströms genom naturliga kustströmmar.


feeder beach : An artificially widened beach serving to nourish downdrift beaches by natural littoral currents or forces.

ΤΡΟΦΟΔΟΤΙΚΗ ΑΚΤΗ: Ακτή που έχει διαπλατυνθεί τεχνητά, έτσι ώστε να επιτυγχάνεται, ο εμπλουτισμός με θρεπτικά στοιχεία άλλων παραλιών μέσω των φυσικών ρευμάτων ή δυνάμεων.

praia alimentadora : Uma praia alargada artificialmente para servir de sustento a outras praias a jusante por meio das correntes ou forças litorais naturais.

Was this helpful?
Vetenskapligt namn på en organismart på latin, bestående av två led, släktnamn och artepitet.


specific name: Specific taxonomic name given to a certain species. A Latin name (of Latin or Greek origin) is ascribed to each species and this is used as a common reference term by the international scientific community.

ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΕΙΔΟΥΣ : Tαξινομικό όνομα που δίδεται σε ένα συγκεκριμένο είδος. Σε κάθε είδος αντιστοιχεί λατινικό όνομα (με λατινική ή ελληνική προέλευση), το οποίο χρησιμοποιείται ως κοινή ονομασία από την επιστημονική κοινότητα.

nome específico : Nome taxonómico específico dado a uma certa espécie. Um nome em latim (de origem latina ou grega) é atribuído a cada espécie e é usado como um termo de referência comum pela comunidade científica internacional.

Was this helpful?
Antalet arter i ett givet prov, habitat, etc.


species richness: The number of species in a given sample, assemblage biomass or habitat.

Πλούτος ειδών : Ο αριθμός των ειδών σε ένα δεδομένο δείγμα,σε μια βιομάζα συνεύρεσης ή σε ένα βιότοπο

riqueza especifica : O número de espécies numa dada amostra, biomassa ou habitat.

Was this helpful?
Mekanism där vissa karaktärer eller egenskaper överförs från förälder till avkomma.


heredity: The mechanism of transmission of specific characters or traits from parent to offspring.

ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΟΤΗΤΑ: Ο μηχανισμός της μεταβίβασης των ειδικών χαρακτήρων ή γνωρισ- μάτων από τους γονείς προς τους απογόνους.

hereditariedade : O mecanismo de transmissão de carácteres ou características específicas dos progenitores para os descententes.

Was this helpful?
En organism som lever av redan dött material.


scavenger: An organism that feeds on dead or decomposing organic matter.

ΝΕΚΡΟΦΑΓΟΣ (=πτωματοφάγος): Οργανισμός που τρέφεται με νεκρή ή αποσυντιθέμενη οργανική ύλη.

necrófago : Um organismo que se alimenta de matéria orgânica morta ou em decomposição.

Was this helpful?
Näringinnehållsparameter som bestäms genom att först avgöra en vävnads torrvikt genom upphettning till 105°C under 24 timmar. Provet placeras sedan i 500 - 525°C i en högtemperaturugn under 4-6 timmar och den återstående askan (som mest består av provets mineraldel) uppskattas sedan och dras ifrån torrvikten.


ash-free dry weight: Nutritional parameter in which a tissue samples dry weight is determined by holding it at 1050 C for 24 hours. The sample is subsequently placed in a muffle furnace at 500 - 5250 C for 4 - 6 hours and the weight of the ash (consisting mainly of the mineral content of the sample) is then estimated and extracted from the dry weight.

ΟΡΓΑΝΙΚΟ ΒΑΡΟΣ (ΞΗΡΟ ΒΑΡΟΣ ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΤΕΦΡΑ): Θρεπτική παράμετρος η οποία, ισούται προς την διαφορά του ξηρού βάρους ενός δείγματος ιστού, μετά την ξήρανσή του σε θερμοκρασία 1050C από 24 ώρες και του βάρους της τέφρας που απομένει μετά την καύση του ιστού σε κλί βανο σε θερμοκρασία 500-5250C επί 4 έως 6 ώρες.

peso seco livre de cinzas : Parâmetro nutricional em que o peso seco de uma amostra de tecido é determinado pela sua manutenção a 105V C durante 24 horas. A amostra é subsequentemente colocada numa mufla a 500 - 525 V C durante 4 - 6 horas e o peso da cinza (consistindo principalmente de minerais da amostra) é então calculado e extraído do peso seco.

Was this helpful?
Den del av den upptagna energin av en individ, population eller trofinivå, som deltar i metabolism för produktion och respiration per tids- och areaenhet. Uttryckt i en energibudget: assimilation (A) = produktion (P) + respiration (R), eller: A = konsumtion (C) - faeces (F) - exkretion (E).


assimilation: In terms of energetics, that part of the acquired energy of an individual, population or trophic level which is incorporated into the metabolic system for production and respiration per unit time, per unit area; expressed as assimilation (A) = production (P) + respiration (R), or A = consumption (C) - faeces (F) - excretion (E).

ΑΦΟΜΟIΩΣΗ: Tο μέρος της ενέργειας που καταναλώνεται από έναν οργανισμό, έναν πληθυσμό ή σε μια τροφική βαθμίδα για τον μεταβολισμό (παραγωγή) και την αναπνοή ανά μονάδα χρόνου και επιφάνειας. Η μεταβολιζόμενη ενέργεια εκφράζεται ως: Αφομοίωση (A)= Παραγωγή (P) + Αναπνοή (R) ή A= Κατανάλωση (C) - Περιττώματα (F)- Εκκρίσεις (E).

assimilação : Em termos energéticos é a parte da energia adquirida por um indivíduo, população ou nível trófico que está incorporada no sistema metabólico para a produção e respiração por unidade de tempo, por unidade de área; expressa como assimilação (A) = produção (P) + respiração (R), ou A = consumo (C) - fezes (F) - excreção (E).

Was this helpful?
Kapaciteten hos en individ, population eller trofisk nivå att tillgodogöra den del av konsumption till produktion.


assimilative efficiency: The capacity of an individual, population or trophic level to incorporate that part of the consumption into production.

Αφομοιωτική αποτελεσματικότητα : Η ικανότητα ενός οργανισμού, πληθυσμού ή τροφικού επιπέδου να αφομοιώνει ένα μέρος της κατανάλωσης στην παραγωγή.

eficiência assimiladora : Capacidade de um indivíduo, população ou nivel trófico de incorporar uma parte de consumo em produção.

Was this helpful?
Mått på mängden av avfall som kan slängas i en miljö utan att orsaka ekologisk eller estetisk skada.


assimilative capacity: A measure of the amount of waste that can be deposited in a particular environment without causing it adverse ecological or aesthetic change.

Αφομοιωτική χωρητικότητα: Μια μέτρηση της ποσότητας των λυμάτων που μπορούν να αποτεθούν σε ένα συγκεκριμένο περιβάλλον, χωρίς να προκληθεί οικολογική ή αισθητική αλλαγή.

capacidade assimiladora: Medida da quantidade de desperdício que pode ser depositado num determinado ambiente sem lhe causar alterações ecológicas adversas ou estéticas.

Was this helpful?
(1) Inom ekologi, ett samhälle av organismer som kännetecknas och definieras av en enda (vanligtvis dominant) art. (2) Inom statistik, syftar det till hur beroende eller oberoende två variabler är mot varandra.


association: (1) In ecology, a community of organisms recognised and defined by a particular species, usually dominant. (2) In statistics, the degree of dependence or independence between two or more variables.

Ένωση : (1) Στην Οικολογία, είναι μια κοινωνία οργανισμών που αναγνωρίζεται και καθορίζεται από ένα συγκεκριμένο είδος, συνήθως το επικρατέστερο. (2) Στην στατιστική, είναι ο βαθμός εξάρτησης ή ανεξαρτησίας μεταξύ δύο ή περισσοτέρων μεταβλητών.

associação : (1) Em Ecologia, é uma comunidade de organismos reconhecidos e definidos por uma espécie específica, normalmente dominante. (2) Em Estatística, é o grau de dependência ou independência entre duas ou mais variáveis.

Was this helpful?
Teoretiska tidvattnet som orsakas av solens och månens gravitationskrafter.


astronomic tide: The theoretical tide produced by the gravitational effects of the sun and the moon.

Αστρονομική παλίρροια: Η θεωρητική παλίρροια που παράγεται από τις βαρυτικές δυνάμεις του Ηλίου και της Σελήνης.

maré astronómica: A maré teórica produzida pelos efeitos gravitacionais do sol e da lua.

Was this helpful?
Saknar regulbundenhet i ordning och uppställandet.


asymmetry: Lacking correspondence or regularity in arrangement.

ΑΣΥΜΜΕΤΡIΑ: Η έλλειψη συμμετρίας ή κανονικότητας.

assimetria : Ausência de correspondência ou regularidade numa composição.

Was this helpful?
Sker då en slumpmässigt varierande storhet ungefär följer en normalfördelning.


asymptomatic distribution: The limiting form of a probability or frequency distribution dependent on a parameter, as that parameter tends to a limit.

Ασυμπτωτική κατανομή : Η περιοριστική μορφή μιας πιθανότητας ή κατανομής συχνότητας εξαρτώμενης από μια παράμετρο, καθώς η παράμετρος τείνει προς κάποιο όριο.

distribuição assimptótica: Forma limitante de uma probabilidade ou frequência de distribuição dependente de um parametro, quando esse parâmetro tenda para um limite.

Was this helpful?
Gasformig zon som omger en planet. Jordens atmosfär består av kväve (79.1%), syre (20.9%), koldioxid (ungefär 0.003%) och små mängder av ädla gaser, vattenånga, organiska ämnen , ozon och diverse salter.


atmosphere: The gaseous zone surrounding a planet. The Earths atmosphere consists by volume, of nitrogen (79.1%), oxygen (20.9%), carbon dioxide (about 0.03%) and traces of the noble gases (I.e., argon, krypton, xenon, helium) plus water vapour, traces of ammonia, organic matter, ozone, various salts and suspended solid particles.

Ατμόσφαιρα : Η αέρια ζώνη που περιβάλλει έναν πλανήτη. Η ατμόσφαιρα της Γης αποτελείται κατ΄ όγκο από άζωτο (79.1%), οξυγόνο (20.9%), διοξείδιο του άνθρακα (περίπου 0.03%) και ίχνη ευγενών αερίων (π.χ. αργόν, κρυπτόν, ξένιο, ήλιον) μαζί με υδρατμούς, ίχνη αμμωνίας, οργανικής ύλης, όζοντος, διάφορα άλατα και αιωρούμενα στερεά σωματίδια.

atmosfera: Zona gasosa que envolve um planeta. A atmosfera da Terra consiste em volume, de azoto (79,1 % ) , oxigénio ( 20,9 % ) , dióxido de carbono ( cerca de 0,03 % ) e vestígios de gases raros ( i.e. argon, krypton, xénon, hélio ), vapor de água, vestígios de amonía, matéria orgânica, ozono, sais vários e partículas sólidas em suspensão.

Was this helpful?
Luftföroreningar (t.ex kolmonoxid, svavel) som orsakas av olika processer.


atmospheric inputs: Air pollutants (e.g. carbon monoxide, sulphur and nitrogen oxides) derived from many sources.

Ατμοσφαιρικές εισροές : Ατμοσφαιρικοί ρυπαντές (π.χ. μονοξείδιο του άνθρακα, θείο, ,οξείδια του αζώτου) που προέρχονται από διάφορες πηγές.

entradas atmosféricas: Poluentes do Ar (e.g. monoxido de carbono, óxidos de enxofre e azoto) oriundos de origens diversas.

Was this helpful?
Akvatiska organismer som är fästade på levande eller ickebiologiska substrat, men som inte penetrerar substratet.


aufwuchs: Aquatic organisms attached to, but not penetrating, living and non-biological substrates.

ΒΑΚΤΗΡIΔIΑ: Υδρόβιοι οργανισμοί που αναπτύσσονται προσκολλημένοι σε ζώντα ή μη βιολογικά υποστρώματα αλλά δεν επέρχονται σε αυτά.

aufwuchs: Organismos aquáticos incrustados em substratos vivos e não biológicos, mas que não os penetram.

Was this helpful?
Sydlig: Hänför sig till svala eller kalla tempererade områden på södra hemisfären jfr. antiboreal


austral: Southerly: pertaining to cool or cold temperate regions of the southern hemisphere; antiboreal.

Αυστράλιο : Νότιος: Αναφερόμενη σε ιδιαίτερα κρύες ή ψυχρές περιοχές του νοτίου ημισφαιρίου.

austral: Do Sul: pertencente às regiões frias ou temperadas frias do hemisfério Sul; cf, antiboreal.

Was this helpful?
Ekologin hos enskilda organismer eller arter; jfr. synekologi


autecology: The ecology of individual organisms or species.

ΑΥΤΟIΚΟΛΟΓIΑ: Η οικολογία των μεμονωμένων βλ. συνοικολογία οργανισμών ή ειδών.

autoecologia : A ecologia de organismos individuais ou espécies; cf. Sinecologia

Was this helpful?
(1) Inhemsk i en specifik miljö (2) Syftar på jordlevande mikroorganismer, autochtona populationer, som bibehåller i stort sett ett konstant antal individer eller biomassa och återspeglar en relativt konstant (om än låg) nivå av näring.


autochthonous: (1) Indigenous to a given environment. (2) Referring to soil microorganisms, autochthonous populations, which maintain more or less constant numbers or biomass, reflecting relatively constant (albeit typically low) levels of nutrients.

ΑΥΤΟΧΘΩΝ: (1) Iθαγενής σε ένα δεδομένο περιβάλλον. (2) Αναφέρεται σε αυτόχθονες πληθυσμούς, μικροοργανισμών του εδάφους των οποίων ο αριθμός ή η βιομάζα διατηρούνται λίγο ως πολύ σταθερος, γεγονός το οποίο αντανακλά το σταθερό (αν και κατά κανόνα χαμηλό) επίπεδο των θρεπτικών.

autóctone: (1) Indígena em relação a um dado ambiente.( 2) Que se refere a microorganismos do solo, populações autóctones, que mantêm um número ou biomassa mais ou menos constante, reflectindo níveis de nutrientes relativamente constantes (não obstante simbolicamente baixos).

Was this helpful?
En organism som producerar sin egen näring av inorganiska beståndsdelar, oftast med hjälp av energi som erhålls från ljuset (fototrof organism) eller kemiska källor (kemotrof).


autotroph: An organism that manufactures its own food from inorganic constituents, often through the use of energy obtained from light (phototroph) or chemical sources (chemotroph).

ΑΥΤΟΤΡΟΦΟΣ: Ο οργανισμός ο οποίος παράγει την τροφή του από ανόργανα συστατικά, συνήθως δεσμεύοντας την φωτεινή ενέργεια (φωτότροφος) ή άλλες ενεργειακές πηγές (χημειότροφος).

autótrofico : Um organismo que produz a sua própria alimentação a partir de constituintes inorgânicos, muitas vezes através da utilização de energia obtida da luz (fototrófico, q. v.) ou fontes químicas (quimiotrófico).

Was this helpful?
Överförande av fast eller flytande materia, vanligen vatten, i gasform; processen där vätska omvandlas till ånga.


evaporation: The transition from a liquid to a vapour state; the process by which moisture is lost as vapour.

ΕΞΑΤΜIΣΗ: Η μετάβαση από την υγρή στην αέρια φάση. Μείωση της υγρασίας με την μετατροπή της σε ατμό.

evaporação : A transição de um estado líquido para o estado de vapor; o processo pelo qual a humidade se perde sob a forma de vapor.

Was this helpful?
Allmän term för förkastat eller kasserat material. Inom jordbruket menas ofta det utsläppsvatten som härrör från odlingar och gård.


waste: This term is used to describe any type of discarded material. In aquaculture, it usually refers to the effluent water that emanates from a farm unit.

ΑΠΟΒΛΗΤΑ: Ορος χρησιμοποιούμενος για κάθε τύπο αποβαλλόμενου υλικού. Στην υδατο- καλλιέργεια συχνά αναφέρεται στο νερό που εκρέει από μιά μονάδα.

desperdícios : Este termo é utilizado para descrever qualquer tipo de material rejeitado. Em aquacultura refere-se à água de efluente das instalações.

Was this helpful?
Zon där flytande avfallsprodukter kan upptäckas i den mottagande vattenmassan genom en eller flera karakteristiska egenskaper.


discharge plume: A zone where effluents can be detected in the receiving waters by one or more characteristic properties.

ΘΥΣΑΝΟΣ ΕΚΡΟΗΣ: Η περιοχή του υδάτινου αποδέκτη, στην οποία είναι δυνατός ο εντοπισμός των λυμάτων μέσω μιάς ή περισσότερων χαρακτ- ηριστικών τους ιδιοτήτων.

descarga de pluma : Uma zona onde os efluentes podem ser detectados nas águas receptoras por uma ou mais propriedades características.

Was this helpful?
Minskning av populationen


depopulation: Decrease in the population.

ΑΠΟΠΛΗΘΥΣΜΟΣ: Μείωση του πληθυσμού.

despovoamento : Diminuição na população.

Was this helpful?
Att avlägsna kalciumsalter (1) Används när man fixerar vävnadsmaterial (2) Process som appliceras på intagsvattnet hos akvakultursfaciliteter.


decalcify: To remove calcium salts. (1) Used in the processing of histological preparations. (2) Applied to the intake water of aquaculture facilities.

ΑΠΑΣΒΕΣΤΩΣΗ: Η απομάκρυνση των ασβεστού- χων αλάτων. (1) Χρησιμοποιείται κατά τη διαδικα- σία παραγωγής ιστολογικών παρασκευασμάτων. (2) Εφαρμόζεται στην παροχή νερού στις εγκατα- στάσεις υδατοκαλλιέργειας.

descalcificar : Remoção dos sais de cálcio. (1) Utilizado no processamento de preparações histológicas. (2) Aplicada à entrada de água de instalações aquícolas.

Was this helpful?
Bottensamhälle av mikroskopiska organimer som utvecklas i, av avloppsutsläpp kraftigt förorenade sötvattenmiljöer. Syns som ett vitt eller ljusbrunt slemlager på botten, och domineras vanligen av bakterien Sphaerotilus natans.


sewage fungus: Benthic community of microscopic organisms which develop in fresh water environments that are heavily polluted by sewage effluents. It appears as an attached macroscopic growth which forms a white or light brown slime. It is usually the bacteria Sphaerotilus natans, not a fungus, that dominate in the sewage fungus community.

ΜΥΚΗΤΑΣ ΛΥΜΑΤΩΝ: Βενθική κοινωνία μικροσκοπικών οργανισμών που αναπτυσσονται σε περιβάλλοντα γλυκού νερού βαρέως ρυπασμένου από λύματα. Εμφανίζεται ως μακροσκοπική διάπλαση που έχει μορφή λευκής ή ανοιχτοκίτρινης βλέννας. Η κοινωνία του μύκητα των λυμάτων συνήθως κυριαρχείται όχι από μύκητες αλλά από το βακτήριο Sphaerotilus natans .

fungos de esgostos : Comunidade bentónicas de organismos microscópicos que se desenvolvem em ambientes de água doce fortemente poluídos pelos efluentes dos esgotos. Aparece como um crescimento macroscópico agregado que forma uma lama branca ou castanha clara. Normalmente é a bactéria Sphaerotilus natans, e não um fungo, que domina na comunidade de fungos de esgotos.

Was this helpful?
Flytande eller fast avfalls material som sammlas upp genom avlopp.


sewage: Liquid or solid waste matter collected through sewers.

Αποχετευτικά απόβλητα : Υγρά ή στέρεα απόβλητα που συλλέγονται από τους αποχετευτικούς αγωγούς.

esgotos: Matéria líquida ou sólida captada através das sarjetas.

Was this helpful?
Den del av nederbörden som ej tas upp av jorden utan rinner iväg.


runoff: That part of precipitation (rainfall) that is not held in the soil but drains freely away.

ΑΠΟΡΡΟΗ: Το μέρος της βροχόπτωσης που δεν συγκρατείται στο έδαφος αλλά ρέει επιφανειακά.

escoamento : A parte da precipitação (chuva) que não é retida pelo solo e escorre livremente.

Was this helpful?
Området från vilket en flod, sjö eller reservoar förses med regnvatten; nederbördsområde.


drainage basin: The area from which a river, lake or reservoir is fed by surface run-off of natural rainfall; a catchment area.

ΛΕΚΑΝΗ ΑΠΟΡΡΟΗΣ(1): Η περιοχή, από την οποία ένας ποταμός, μια λίμνη ή υδατοσυλλογή τροφοδοτείται από επιφανειακή απορροή των νερών των βροχοπτώσεων.

bacia de drenagem: A área a partir da qual um rio, lago ou reservatório é alimentado pelo escoamento superficial da chuva; uma área de captação.

Was this helpful?
Utan liv


azoic: Without life.

Αζωικό : Χωρίς ζωή.

azoico: Sem vida.

Was this helpful?

Å

Fördelning av organismer mellan olika åldersklasser i en population; summan av antalet individer i alla åldersklasser är lika med populationens storlek.


age composition: The distribution of organisms among the various age classes present in the population; the sum of the number of individuals over all age classes equals the population size.

ΛIΚIΑΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ: Η κατανομή των ατόμων ενός πληθυσμού σε ηλικιακές κλάσεις. Το άθρο- ισμα του αριθμού των ατόμων σε όλες τις ηλικιακές κλάσεις ισούται με το μέγεθος του πληθυσμού.

composição de idades : A distribuição de organismos entre as várias classes etárias presentes na população; a soma do número de indivíduos em todas as classes etárias dá o tamanho da população.

Was this helpful?
Inom en population benämner termen en kohort organismer av ungefärlig lika ålder.


age group (class): Within a population the term refers to a cohort of organisms of approximately equal age.

ΗΛIKIAKH OMAΔA (KΛAΣH): Oρος της δυναμικής πληθυσμών στα ψάρια, που αναφέρεται σε ψάρια της ίδιας, κατά προσέγγιση, ηλικιακής κλάσης.

grupo etário (classe) : Dentro de uma população o termo refere-se a uma coorte de organismos com aproximadamente a mesma idade.

Was this helpful?
Mättnadsunderskott.


water vapour deficit (WSD) : Saturation deficit.

Έλλειμμα υδρατμών (WSD) : Έλλειμμα κορεσμού.

deficit de vapor de água (WSD) : Deficit de saturação.

Was this helpful?
(1) Inom oceanografi: tillbakaflödet av vatten efter en vågbrytning; Den eroderar och transporterar finkornigt material mot djupare vatten där det temporärt sedimenterar. (2) Inom akvakultur: regenerering av grusfilter genom backspolning för att lösa akumulerade partiklar och förebygga igensättning


backwash: (1) In oceanography: the back flow of water which follows the breaking of a wave; it scours and carries the finer material towards deeper water where it is temporarily deposited. (2) In biofiltration for aquaculture: any regeneration of gravel filters through back flushing in order to remove accumulated particles from the filter and prevent clogging.

ΠΙΤΥΛΟΣ ή ΑΝΤΙΜΑΜΑΛΟ: (1) Στην ωκεανογραφία: η ροή επιστροφής του ύδατος που ακολουθεί την θραύση ενός κύματος. Ξεπλένει και μεταφέρει τα λεπτότερα υλικά προς τα βαθύτερα νερά όπου και αποτίθενται προσωρινά. ΕΚΠΛΥΣΗ: (2) Στην βιοδιήθηση: η αναγέννηση των φίλτρων χαλικιού με διοχέτευση νερού κατά την αντίστροφη κατεύθυνση ώστε να απομακρυνθούν από το φίλτρο συσσωρευμένα σωματίδια και να αποφευχθεί η απόφραξη.

refluxo : (1) Em oceanografia: a corrente de água que se segue à rebentação de uma onda; limpa e leva a matéria mais fina para águas mais profundas onde é temporariamente depositada. (2) Em biofiltração para aquacultura: qualquer regeneração de filtros de areia através de refluxo de modo a remover do filtro partículas acumuladas e evitar a colmatação.

Was this helpful?
Återföring av använt material eller flytande restprodukter i tillverkningsprocesser (materialåtervinning) eller i odling.


recycling: Process of converting material (especially waste) to a previous state so that it is a reusable material.

ΦΙΛΤΡΟ: Πορώδες μέσο γαι την απομάκρυνση προσμίξεων ή σωματιδιακής ύλης από ένα υγρό.

reciclagem : Processo de conversão de matérias (especialmente lixo) a um estado anterior de forma a poder ser reutilizados.

Was this helpful?
Fördelning av organismer mellan olika åldersklasser i en population; summan av antalet individer i alla åldersklasser är lika med populationens storlek.


age composition: The distribution of organisms among the various age classes present in the population; the sum of the number of individuals over all age classes equals the population size.

ΛIΚIΑΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ: Η κατανομή των ατόμων ενός πληθυσμού σε ηλικιακές κλάσεις. Το άθρο- ισμα του αριθμού των ατόμων σε όλες τις ηλικιακές κλάσεις ισούται με το μέγεθος του πληθυσμού.

composição de idades : A distribuição de organismos entre as várias classes etárias presentes na população; a soma do número de indivíduos em todas as classes etárias dá o tamanho da população.

Was this helpful?
Inom en population benämner termen en kohort organismer av ungefärlig lika ålder.


age group (class): Within a population the term refers to a cohort of organisms of approximately equal age.

ΗΛIKIAKH OMAΔA (KΛAΣH): Oρος της δυναμικής πληθυσμών στα ψάρια, που αναφέρεται σε ψάρια της ίδιας, κατά προσέγγιση, ηλικιακής κλάσης.

grupo etário (classe) : Dentro de uma população o termo refere-se a uma coorte de organismos com aproximadamente a mesma idade.

Was this helpful?
Mättnadsunderskott.


water vapour deficit (WSD) : Saturation deficit.

Έλλειμμα υδρατμών (WSD) : Έλλειμμα κορεσμού.

deficit de vapor de água (WSD) : Deficit de saturação.

Was this helpful?
(1) Inom oceanografi: tillbakaflödet av vatten efter en vågbrytning; Den eroderar och transporterar finkornigt material mot djupare vatten där det temporärt sedimenterar. (2) Inom akvakultur: regenerering av grusfilter genom backspolning för att lösa akumulerade partiklar och förebygga igensättning


backwash: (1) In oceanography: the back flow of water which follows the breaking of a wave; it scours and carries the finer material towards deeper water where it is temporarily deposited. (2) In biofiltration for aquaculture: any regeneration of gravel filters through back flushing in order to remove accumulated particles from the filter and prevent clogging.

ΠΙΤΥΛΟΣ ή ΑΝΤΙΜΑΜΑΛΟ: (1) Στην ωκεανογραφία: η ροή επιστροφής του ύδατος που ακολουθεί την θραύση ενός κύματος. Ξεπλένει και μεταφέρει τα λεπτότερα υλικά προς τα βαθύτερα νερά όπου και αποτίθενται προσωρινά. ΕΚΠΛΥΣΗ: (2) Στην βιοδιήθηση: η αναγέννηση των φίλτρων χαλικιού με διοχέτευση νερού κατά την αντίστροφη κατεύθυνση ώστε να απομακρυνθούν από το φίλτρο συσσωρευμένα σωματίδια και να αποφευχθεί η απόφραξη.

refluxo : (1) Em oceanografia: a corrente de água que se segue à rebentação de uma onda; limpa e leva a matéria mais fina para águas mais profundas onde é temporariamente depositada. (2) Em biofiltração para aquacultura: qualquer regeneração de filtros de areia através de refluxo de modo a remover do filtro partículas acumuladas e evitar a colmatação.

Was this helpful?
Återföring av använt material eller flytande restprodukter i tillverkningsprocesser (materialåtervinning) eller i odling.


recycling: Process of converting material (especially waste) to a previous state so that it is a reusable material.

ΦΙΛΤΡΟ: Πορώδες μέσο γαι την απομάκρυνση προσμίξεων ή σωματιδιακής ύλης από ένα υγρό.

reciclagem : Processo de conversão de matérias (especialmente lixo) a um estado anterior de forma a poder ser reutilizados.

Was this helpful?

Ä

(1)Möjligheten att ärvas. (2) Delen av den fenotypiska variationen som baseras på gener. Denna uttrycks vanligtvis som kvoten mellan den genetiska och fenotypiska variansen.


heritability: (1) The capacity of being inherited. (2) That part of the phenotypic variability that is genetically based, usually expressed as the ratio of genetic variance to phenotypic variance.

ΚΛΗΡΟΝΟΜΗΣΙΜΟΤΗΤΑ: (1) Η ικανότητα κληρονομικής μεταβίβασης. (2) Το κλάσμα της φαινοτυπικής ποικιλότητας που έχει γενετική βάση, το οποίο συνήθως εκφράζεται ως ο λόγος της γενετικής διασποράς προς τη φαινοτυπική διασπορά.

hereditabilidade: (1) A capacidade de ser herdado. (2) A parte da variabilidade fenótipica de origem genética, normalmente expressa como a taxa de variação genética sobre a variação fenótipica.

Was this helpful?
En koefficient som uppskattar ärftliga faktorers (till skillnad från omvärldsfaktorers) inverkan på en organisms fenotyp. Ärftlighetskoefficienten uppskattas genom att mäta den observerade variationen hos fenotyper inom en isogen population, i en studie där omvärldsfaktorernas variation begränsas.


heritability coefficient: A coefficient estimating the influence of hereditary factors as opposed to the influence of environmental factors, on an organisms phenotype. This is taken from measuring the observed variation in phenotype of a single isogenic population under limited environmental variation during the study.

ΚΛΗΡΟΝΟΜΗΣΙΜΟΤΗΤΑΣ, ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΗΣ: Συντελεστής που εκφράζει την επίδραση στον φαινότυπο των κληρονομικών παραγόντων σε σύγκριση με τους περιβαλλοντικούς παράγοντες. Εκτιμάται από την παρατηρούμενη ποικιλότητα του φαινοτύπου σε έναν ισογονικό πληθυσμό, κάτω από περιορισμένη περιβαλλοντική ποικιλότητα.

coeficiente de hereditabilidade : Um coeficiente estimativo da influência dos factores hereditários em oposição à influência dos factores ambientais no fenótipo de um organismo. É obtido da medição da variação observada no fenótipo de uma única população isogénica sob uma variação ambiental limitada durante o estudo.

Was this helpful?
(1)Möjligheten att ärvas. (2) Delen av den fenotypiska variationen som baseras på gener. Denna uttrycks vanligtvis som kvoten mellan den genetiska och fenotypiska variansen.


heritability: (1) The capacity of being inherited. (2) That part of the phenotypic variability that is genetically based, usually expressed as the ratio of genetic variance to phenotypic variance.

ΚΛΗΡΟΝΟΜΗΣΙΜΟΤΗΤΑ: (1) Η ικανότητα κληρονομικής μεταβίβασης. (2) Το κλάσμα της φαινοτυπικής ποικιλότητας που έχει γενετική βάση, το οποίο συνήθως εκφράζεται ως ο λόγος της γενετικής διασποράς προς τη φαινοτυπική διασπορά.

hereditabilidade: (1) A capacidade de ser herdado. (2) A parte da variabilidade fenótipica de origem genética, normalmente expressa como a taxa de variação genética sobre a variação fenótipica.

Was this helpful?
En koefficient som uppskattar ärftliga faktorers (till skillnad från omvärldsfaktorers) inverkan på en organisms fenotyp. Ärftlighetskoefficienten uppskattas genom att mäta den observerade variationen hos fenotyper inom en isogen population, i en studie där omvärldsfaktorernas variation begränsas.


heritability coefficient: A coefficient estimating the influence of hereditary factors as opposed to the influence of environmental factors, on an organisms phenotype. This is taken from measuring the observed variation in phenotype of a single isogenic population under limited environmental variation during the study.

ΚΛΗΡΟΝΟΜΗΣΙΜΟΤΗΤΑΣ, ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΗΣ: Συντελεστής που εκφράζει την επίδραση στον φαινότυπο των κληρονομικών παραγόντων σε σύγκριση με τους περιβαλλοντικούς παράγοντες. Εκτιμάται από την παρατηρούμενη ποικιλότητα του φαινοτύπου σε έναν ισογονικό πληθυσμό, κάτω από περιορισμένη περιβαλλοντική ποικιλότητα.

coeficiente de hereditabilidade : Um coeficiente estimativo da influência dos factores hereditários em oposição à influência dos factores ambientais no fenótipo de um organismo. É obtido da medição da variação observada no fenótipo de uma única população isogénica sob uma variação ambiental limitada durante o estudo.

Was this helpful?

B

Bakteriell flora som lever i havets ytskikt; del av neuston som utgörs av bakteria


bacterioneuston: The bacterial flora at the sea surface; the bacterial component of the neuston..

Βακτηριονευστόν : Η βακτηριακή χλωρίδα στην επιφάνεια της θάλασσας. Το βακτηριδιακό συστατικό του νευστού.

neuston bacteriano: A flora bacteriana à superfície do mar;o componente bacteriano do neuston.

Was this helpful?
Varje organism (t.ex en ciliat eller amöba) som har bakterier som dess huvudsakliga eller enda näringskälla.


bacterivore: Any organism (for example, a ciliate or amoeba) which ingests bacteria as its main or sole source of nutrients.

ΒΑΚΤΗΡIΟΒΟΡΟΣ: Οργανισμός (π.χ. βλεφαριδωτά ή αμοιβάδες) που καταναλώνει βακτήρια, ως κύρια ή μοναδική πηγή τροφής (πρβλ. τριπτοβόρος).

bacterívoro: Qualquer organismo (por exemplo um ciliado ou ameba) que ingere bactérias como a sua principal ou única fonte de nutrientes; cf. Detritivoro

Was this helpful?
Ett ämne som dödar bakterier.


bactericide: An agent which kills bacteria.

ΒΑΚΤΗΡIΟΚΤΟΝΟ: Παράγοντας που σκοτώνει βακτήρια.

bactericida : Um agente que mata as bactérias.

Was this helpful?
Som äter bakterier.


bacterivorous: Feeding on bacteria; (sometimes spelled "bactivorous").

ΒΑΚΤΗΡIΟΒΟΡΟΣ: Τρεφόμενος με βακτήρια.

bacterívoro: Que se alimenta de bactérias.

Was this helpful?
Förhållandevis enkla, allestädes närvarande prokaryotiska mikroorganismer.


bacteria: Relatively simple ubiquitous prokaryotic microorganisms.

ΒΑΚΤΗΡIΔIΑ: Σχετικά απλοί, πανταχού παρόντες, προκαρυωτικοί μικροοργανισμοί.

bactéria : Microorganismos relativamente simples, ubiquos e procariótas .

Was this helpful?
Förmågan att inhibera eller fördröja tillväxten eller reproduktionen hos bakterier.


bacteriostatic: Having the ability to inhibit or retard the growth or reproduction of bacteria.

ΒΑΚΤΗΡIΟΣΤΑΤIΚΟΣ: Αυτός που έχει την ικανότητα να αναστέλλει ή να διακόπτει την αύξηση ή την αναπαραγωγή των βακτηρίων.

bacteriostático : Que tem a capacidade de inibir ou retardar o crescimernto ou reprodução das bactérias.

Was this helpful?
Gram negativa bakterier som lever i pelagiska zonen. Gram negative bacteria living in the pelagic zone.


bacteroplankton: Gram negative bacteria living in the pelagic zone.

Βακτηριοπλαγκτόν : Gram-αρνητικά βακτήρια τα οποία ζουν στην πελαγική ζώνη.

bacteroplâncton: Bactéria gram negativa que vive na zona pelágica.

Was this helpful?
Maximala biomassan av en given art som ett begränsat och specifikt habitat kan uppehålla under en angiven tidsintervall. Inom akvakulturen, så är det vanligtvis ansedd att vara den maximala mängd fisk som någon vattenmassa kan uppehålla under en lång tidsperiod utan att framkalla negativa effekter mot fiskarna och miljön.


carrying capacity: The maximum biomass of a given species that a limited and specific habitat may support during a stated interval of time. In aquaculture, usually considered to be the maximum quantity of fish that any particular body of water can support over a long period without negative effects to the fish and to the environment.

ΦΕΡΟΥΣΑ ΙΚΑΝΟΤΗΤΑ: Η μέγιστη βιομάζα ενός ορισμένου είδους, την οποία είναι ικανό να δεχθεί ένα πεπερασμένο ενδιαίτημα επί ένα ορισμένο χρονικό διάστημα. Στην υδατοκαλλιέργεια, συνήθως θεωρείται ότι είναι η μέγιστη ποσότητα ψαριών που μπορεί να δεχθεί ένα ορισμένο σώμα νερού επί μεγάλη χρονική περίοδο, χωρίς αρνητικές επιδράσεις στα ψάρια και στο περιβάλλον.

capacidade de carga : A biomassa máxima de uma dada espécie que um habitat específico e limitado pode suportar durante um determinado intervalo de tempo. Em aquacultura, é normalmente considerada a quantidade máxima de peixe que um determinado volume de água pode suportar durante um período alargado sem efeitos negativos para os peixes e para o ambiente.

Was this helpful?
Vattenmassa som används för att ge fartyg erforderlig stabilitet när de lastas vid hamnar. Vattnet tas ombord genom speciella kärl som är belägna i fartygets skrov, för eller akter. Det beräknas att ungefär 12 miljarder ton barlastvatten transporteras globalt varje år. Ungefär 3000 olika fisk och skaldjurs patogener, parasiter, toxiska alger och mänskliga patogener förflytas genom barlastvatten.


ballast water: The water mass taken up by ships to balance their position while being loaded in harbours or while at sea. The water is taken on board in specially designed tanks distributed along the bottom, or located at the stern and aft of a ship. Several ship types have also top-wing tanks. It is estimated that about 12 billion tonnes of ballast water are annually transported intercontinentally. About 3000 fish and shellfish pathogens, parasites, toxic algae and human pathogens, many of which affect aquac

ΕΡΜΑ: Ποσότητα ύδατος η οποία χρησιμοποιείται στα πλοία ως αντίβαρο κατά τη φόρτωσή τους στα λιμάνια ή κατά τον πλου. Το νερό συσκευάζεται σε κατάλληλες δεξαμενές και τοποθετείται στον πάτο του πλοίου και προς την πρύμνη. Ορισμένα πλοία φέρουν ειδικές δεξαμενές για αυτό το σκοπό οι οποίες προεξέχουν στα πλευρά του σκάφους. Υπολογίζεται πως περίπου 12 δισεκατομμύρια τόνοι νερού το οποίο χρησιμοποιείται ως έρμα, μεταφέρεται ετησίως μεταξύ των ηπείρων. Μαζί με το νερό αυτό υπολογίζεται πως μεταφέρονται ε

água de lastro: O volume de água utilizado para equilibrar os navios enquanto são carregados nos portos ou quanto estão no mar. A água é colocada a bordo em tanques especialmente desenhados distribuídos ao longo do fundo, ou localizados à popa e proa do navio. Alguns tipos de navio têm também tanques nos flancos. Estima-se que cerca de 12 biliões de toneladas de água de lastro sejam transportadas anualmente em todo o mundo. Sabe-se que cerca de 3000 patogénes de peixes e moluscos, parasitas, algas tóxicas e pat

Was this helpful?
(1) Bland vilda blötdjur, kräftdjur och fiskar hänvisar den här termen till den plats där dessa organismer lever mellan larv- och adultstadiet. (2) Inom akvakulturer: ett odlingssystem somligger mellan kläckningen och uttagssteget.


nursery: (1) In wild molluscs, crustaceans and fish: refers to the site occupied by juveniles between the larval and adult stages. (2) In aquaculture: a farming system intermediate between the hatchery and grow-out stages.

ΝΗΠΙΟΤΡΟΦΕΙΟ: (1) Η περιοχή που συγκεντρώνονται τα νεαρά άτομα άγριων πληθυσμών μαλακίων, καρκινοειδών ή ψαριών μετά την προνυμφική και πριν την ενήλικη φάση. (2) Στη υδατοκαλλιέργεια (προπάχυνση): ενδιάμεσο σύστημα καλλιέργειας μεταξύ του εκκολαπτηρίου και της πάχυνσης

pré-engorda : (1) Nos moluscos, crustáceos e peixes selvagens: refere-se ao local ocupado pelos juvenis entre os estados larvar e adulto. (2) Em aquacultura: um sistema de cultura intermédio entre a maternidade e engorda.

Was this helpful?
Lägsta metaboliska aktiviteten som krävs för att bibehålla grundläggande livsprocesser. Den beskrivs och beräknas som mängden syre konsumerat per tidsenhet av ett djur med fastställd kroppsvikt, vid det postabsorbtiva vilostadiet (t.ex hos männsikor, 14-18 timmar efter intagandet av föda).


basal metabolic rate: The minimum metabolic rate required to maintain basic (vital) life processes, usually described and measured as the amount of oxygen consumed per unit of time by an animal of given body weight while at rest in the post-absorptive state (e.g. in humans 14-18 hours after ingestion of food)

ΒΑΣIΚΟΣ ΜΕΤΑΒΟΛIΚΟΣ ΡΥΘΜΟΣ (ή ΤΑΧΟΣ) (BMR): Ο ελάχιστος μεταβολικός ρυθμός που απαιτείται για την διατήρηση της ζωής. Συνήθως περιγράφεται και μετρείται ως η ποσότητα του οξυγόνου που καταναλώνεται ανά μονάδα χρόνου από ένα ζώο δεδομένου βάρους ενώ αναπαύεται μετά την χώνευση (π.χ. στον άνθρωπο 14-18 ώρες μετά την χώνευση).

taxa metabólica basal : A taxa metabólica mínima necessária para manter processos vitais básicos, normalmente descrita e medida pela quantidade de oxigénio consumido por unidade de tempo por um animal de determinado peso enquanto em descanso num estado pós absortivo (e.g. nos humanos 14 a 18 horas após a ingestão de alimento).

Was this helpful?
Se BASAL METABOLISM. ( Lägsta metaboliska aktiviteten som krävs för att bibehålla grundläggande livsprocesser. Den beskrivs och beräknas som mängden syre konsumerat per tidsenhet av ett djur med fastställd kroppsvikt, vid det postabsorbtiva vilostadiet (t.ex hos männsikor, 14-18 timmar efter intagandet av föda).


basal metabolism: The amount of oxygen consumed per unit of time by an animal of given body weight while at rest in the post-absorptive state (e.g. in humans 14-18 hours after ingestion of food)

ΒΑΣIΚΟΣ ΜΕΤΑΒΟΛIΣΜΟΣ: Ο ελάχιστος μεταβολικός ρυθμός που απαιτείται για την διατήρηση της ζωής. Συνήθως περιγράφεται και μετρείται ως η ποσότητα του οξυγόνου που καταναλώνεται ανά μονάδα χρόνου από ένα ζώο δεδομένου βάρους ενώ αναπαύεται μετά την χώνευση (π.χ. στον άνθρωπο 14-18 ώρες μετά την χώνευση).

metabolismo basal : A taxa metabólica mínima necessária para manter processos vitais básicos, normalmente descrita e medida pela quantidade de oxigénio consumido por unidade de tempo por um animal de determinado peso enquanto em descanso num estado pós absortivo (e.g. nos humanos 14 a 18 horas após a ingestão de alimento).

Was this helpful?
BMÅ (Bästa Miljöpraxis): Ett definierat miljömålsprotokoll som bör följas för att minimera interaktioner mellan akvakultur och andra aktiviteter. BMÅ behandlar aspekter såsom utsläppsgränser, utfodringsmetoder och -effektivitet, läkemedelshantering, bottenvändning för återhämtning av sjöbotten. BMÅ kan bestämmas av reglerande myndigheter och näringslivet enligt praxis. BMÅ utvecklas för de flesta akvakultursystemen och har ofta samband med BTT-krav (Bästa tillgängliga teknologi). Ett exempel är


best practicable environmental option: BEP (Best Environmental Practice): A defined environmental target protocol that should be followed to minimise interactions between aquaculture and other activities, covering aspects such as discharge limits, feeding methods and efficiency, management of therapeutics, fallowing to allow sea bed recovery. Can be defined by regulatory authorities and the industry in Codes of Practice. BEPs are being developed for most aquaculture systems and are often linked to BAT (Best Available Technology) requ

BEP (ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗΣ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ): Πρωτόκολλο το οποίο πρέπει να ακολουθείται με σκοπό την ελαχιστοποίηση των αλληλεπιδράσεων μεταξύ υδατοκαλλιεργειών και άλλων δραστηριοτήτων. Καλύπτει θέματα όπως μέγιστες συγκεντρώσεις αποβλήτων, μεθόδους τροφοδοσίας, διαχείριση θεραπευτικών, αγρανά- παυση με σκοπό την ανάκαμψη του βυθού κ.α. Είναι δυνατόν να καθορίζεται από εξουσιοδοτημένες αρχές και τη βιομηχανία. BEP έχουν αναπτυχθεί για τις περισσότερες μεθόδους καλλιέργειας και συνδέονται άμεσα με τις απαιτήσεις των BAT (Βέλτιστη Διαθέσιμη

melhor opção de práticas ambiental: BEP (Best Environmental Practice - Melhor Prática Ambiental): Um protocolo dirigido ao ambiente que deve ser seguido de modo a minimizar as interacções entre a aquacultura e outras actividades, cobrindo aspectos tais como os limites de descarga, métodos e eficiência alimentar, gestão de terapêuticos, recuperação do fundo marinho após aquacultura. Pode ser definido pelas autoridades reguladoras e pela indústria através de Códigos de Boas Práticas. Os BEP estão a ser desenvolvidos para a maioria d

Was this helpful?
BMT används av industrin tillsammans med BMP (Bästa miljöpraxis) som an acceptabel metod att kontrollera miljöpåverkan. Europeisk och internationell lag stödjer användandet av dessa begrepp i ett tvåhövdat angreppssätt för miljökontrol som använder miljökvalitetsmål. Vissa myndigheter lägger in krav på bästa miljöpraxis i sina tillstånd för att bedriva akvakultur.


best available technology (BAT): BATs are used by the industry in conjunction with BATNEECs (Best Available Technology Not Entailing Excessive Cost) as an acceptable method of controlling environmental impacts. European and international legislation supports the use of Best Environmental Practice/Best Available Techniques in a two-tier approach to environmental controls using Environmental Quality Standards. Some regulatory authorities incorporate in their aquaculture licence/permit/ consent procedures the requirement to use B

BAT (ΒΕΛΤΙΣΤΗ ΔΙΑΘΕΣΙΜΗ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ: Μεθοδολογία η οποία εφαρμόζεται από τη βιομηχανία με σκοπό τον έλεγχο των περι- βαλλοντικών επιπτώσεων μιας συγκεκριμένης δράσης χωρίς την υπερβολική αύξηση του κόστους της δράσης. Η ευρωπαϊκή αλλά και η διεθνής νομοθεσία υποστηρίζουν την εφαρμογή ενός πρωτοκόλλου δύο επιπέδων, αυτών της βέλτιστης Περιβαλλοντικής Πρακτικής/Βέλτιστης Διαθέσιμης Τεχνολογίας με σκοπό τον έλεγχο των επιπτώσεων με βάση τα διεθνή κριτήρια ποιότητας του περι- βάλλοντος. Οι αρχές ορισμένων κρατών, προκειμένου να ελαχιστ

melhor tecnologia disponível: As BATs são utilizadas pela indústria em conjunto com a Melhor Tecnologia Disponível que não Implique em Custos Excessivos (BATNEECs - Best Available Technology Not Entailing Excessive Cost) como um método aceitável para o controlo do impacte ambiental. A legislação europeia e internacional apoia a utilização das Melhores Praticas Ambientais/ Melhores Técnicas Disponíveis numa dupla abordagem ao controlo ambiental utilizando os Padrões de Qualidade Ambiental. Algumas autoridades reguladoras inco

Was this helpful?
Generell benämning som används för att beskriva en grupp föreningar (beläggningar eller målarfärger), som ofta innehåller metaller, som aplliceras på föremål och utrustning för att hindra djur, t.ex. havstulpaner, och alger att växa på dem; tributylten TBT (q.v.) är en vanlig förening som används på båtbottnar med denna syfte. Fast dessa föreningar har använts vid många situationer i akvatiska miljöer, så har man börjat reglera deras användning inom akvakultur på grund av skadliga effekter på


anti-fouling agent: A collective term used for that group of compounds (coatings or paints), often containing metals, which are applied to structures and equipment to prevent attachment of fouling organisms; examples include tributyl tin TBT which is commonly used in shipping. Though these compounds have been used in many aquatic situations, their use in aquaculture is now regulated because of detrimental effects on molluscs as well as their accumulation in finfish, when used to treat cage netting. Other anti-foul

ΜΟΡΑΒΙΑ: Γενικός όρος που χρησιμοποιείται για ομάδα ενώσεων (επιστρώματα ή βαφές), που συχνά περιέχουν μέταλλα. Η επάλειψη με αυτές εμποδίζει την προσκόλληση της μαλούπας (βλ.λ) σε κατα- σκευές και άλλο εξοπλισμό που βρίσκεται μέσα στη θάλασσα. Παράδειγμα είναι το TBT (βλ.λ) που χρησιμοποιείται συχνά στα πλοία. Μολονότι αυτές οι ενώσεις έχουν χρησιμοποιηθεί σε πολλές εφαρμογές, η χρήση τους στις υδατοκαλλιέργειες υπόκειται σε πολλές χώρες σε περιοριστικούς κανονισμούς (ή απαγορεύεται) λόγω των βλα

agente anti-vegetativo : Termo comum utilizado para o grupo de componentes (revestimentos ou pinturas), que muitas vezes contêm metais, que são aplicados em estruturas e equipamento para prevenir a fixação de inscrustações (q.v.); como exemplo refere-se o tributil estanho TBT (q.v.) que é normalmente utilizado em embarcações. Embora estes componentes tenham sido utilizados em muitas situações, o seu uso na aquacultura está agora regulamentado devido aos efeitos prejudiciais sobre os moluscos bem como devido à sua acumul

Was this helpful?
Mätning av djupet i ett hav eller sjö och studier av bottentopografi.


bathymetry: The measurement of ocean or lake depth and the study of floor topography.

ΒΑΘΥΜΕΤΡIΑ: Μέτρηση του βάθους μιας θαλάσσιας περιοχής ή μιας λίμνης και η μελέτη της τοπογραφίας του πυθμένα.

batimetria : A medição da profundidade de um oceano ou lago e o estudo da topografia do fundo.

Was this helpful?
Planktoniska organismer som lever i batypelagiska zonen (1000-2500 m)


bathypelagic plankton: Planktonic organisms living in the bathypelagic zone (1000 and 2500 m.)

Βαθυπελαγικό πλαγκτόν : Πλαγκτονικοί οργανισμοί οι οποίοι ζουν στην βαθυπελαγική ζώνη (1000-2500m)

plâncton batipelágico: Organismos planctónicos que vivem na zona batipelágica (1000 e 2500 m).

Was this helpful?
Skala för beskrivning av vindens påverkan på föremål vid jordytan. BEAUFORT-SKALAN: Vindstyrka utryckt numeriskt på en skala från 0 – 12. Inom parentes namnen som används till sjöss.

0. Lugnt (stiltje). Rök stiger nästan rätt upp. 0-0,2 m/s

1. Svag vind (nästan stiltje). Märkbar för känseln. 0,3-1,5 m/s

2. Svag vind (lätt bris). Lyfter en vimpel, sätter små löv i rörelse. 1,6-3,3 m/s

3. Måttlig vind (god bris). Sträcker en vimpel, sätter blad och tunna kvistar i oavbruten


Beaufort wind scale: Wind force scale expressed numerically from 1 - 12. 0. Calm. Calm, smoke rises vertically: 0 - 1 mph.1. Light air. Direction of wind shown by smoke drift but not by wind vanes: 1 - 3 mph. 2. Light breeze. Wind felt on face; leaves rustle; ordinary vane moved by wind: 4 - 7 mph. 3. Gentle breeze. Leaves and small twigs in constant motion; wind extends light flag: 8 - 12 mph. 4. Moderate breeze. Raised dust and loose paper; small branches are moved: 13 - 18 mph. 5. Fresh breeze. Small

ΜΠΟΦΟΡ ΚΛΙΜΑΚΑ ΑΝΕΜΟΥ: Κλίμακα έντασης του ανέμου η οποία εκφράζεται αριθμητικά από 1-12. 0. Νηνεμία, ο καπνός ανεβαίνει κατακόρυφα, 0-1 μίλι ανά ώρα 1. Υποπνέων άνεμος. Η κατεύθυνση του ανέμου γίνεται αντιληπτή από την παρέκκλιση του καπνού αλλά όχι από τους ανεμοδείκτες, 1-3 μίλια ανά ώρα. 2. Ασθενής άνεμος. Ο άνεμος γίνεται αισθητός στο πρόσωπο, τα φύλλα κινούνται, οι συνήθεις ανεμοδείκτες κινούνται από τον αέρα, 4-7 μίλια ανά ώρα. 3. Λεπτός άνεμος. Τα φύλλα και κλαδάκια σε συνεχή κίνηση, ο άνεμος κυματίζει την σ

escala de ventos Beaufort : ESCALA BEAUFORT DE VENTOS: Escala de força de ventos expressa numericamente de 0 – 12.

0. Calmo. Calmo, fumaça sobe verticalmente: 0 – 1 nós.

1. Aragem. Direcção do vento é indicada pela deriva da fumaça mas não pelos cata-ventos: 1 - 3 nós

.

2. Vento fraco. Vento sentido na face; sussurrar das folhas; cata-vento começa a girar: 4 - 7 nós.

3. Vento bonançoso. As folhas e pequenos ramos em permanente movimento; o vento estende pequenas bandeiras: 8 – 12 nós.

4. Vento

Was this helpful?
Enhet för radioaktivitet. 1 Bq= 1 radioaktivt sönderfall per sekund. 1 Bq= 27 x 10 12 Ci.


becquerel: Unit of radioactivity 1 Bq= 1 radioactive disintegration per second. 1 Bq= 27 x 1012 Ci.

ΜΠΕΚΕΡΕΛ (Βq): Μονάδα ραδιενέργειας 1Βq= 1 ραδιενεργός διάσπαση ανά δευτερόλεπτο. 1Βq=27x102 Ci.

becquerel : Unidade de radioactividade 1 Bq = 1 desintegração radioactiva por segundo. 1 Bq = 27 x 10 12 Ci.

Was this helpful?
En process där man försöker optimera planneringstadiet och den framtida regleringen av stora verksamheter genom att göra en bedömning om projektets troliga effekter på miljön. Denna utvärderingsprocess upprättas i samråd med länsstyrelsen, andra myndigheter och enskilda intressenter.


environmental impact assessment: A procedure for optimizing the planning and control of major development projects by assessing the likely impacts. This evaluation process is usually carried out by three parties, the Developer, the Public Authorities and the Planning Authorities.

ΕΚΤIΜΗΣΗ ΠΕΡIΒΑΛΛΟΝΤIΚΩΝ ΕΠIΠΤΩΣΕΩΝ: Διαδικασία που αποβλέπει στη βελτιστοποίηση του σχεδιασμού και του ελέγχου των μεγάλων αναπτυξιακών έργων, με την εκτίμηση των πιθανών επιπτώσεων. Στην εκτίμηση αυτή συμμετέχουν κατά κανόνα τρείς φορείς : ο κύριος του έργου, οι αρμόδιες αρχές και το ενδιαφερόμενο κοινό.

avaliação de impacte ambiental: Um procedimento para optimizar o planeamento e controlo de grandes projectos de desenvolvimento através da avaliação de possíveis impactos. Este processo de avaliação é normalmente levado a cabo por três entidades, o técnico de desenvolvimento, as autoridades públicas e de planeamento.

Was this helpful?
Föreningen av två gameter för att skapa en zygot.


fertilisation (sexual): The union of two gametes to form a zygote.

ΓΟΝIΜΟΠΟIΗΣΗ: Ενωση δύο γαμετών προς σχηματισμό ζυγώτη.

fertilização (sexual) : A união de dois gâmetas para formar um zigoto.

Was this helpful?
En miljöfaktor eller grupp av faktorer som finns närvarande på en ej optimal nivå och därför hindrar organismen att nå sin fulla biologiska potential.


limiting factor: Any environmental factor, or group of related factors, which exists at suboptimal level and thereby prevents an organism from reaching its full biotic potential.

ΠΕΡΙΟΡΙΣΤΙΚΟΣ ΠΑΡΑΓΩΝ : Περιβαλλοντικός, σε επίπεδα κάτω από το άριστο και γιαυτό εμποδίζουν έναν οργανισμό να φθάσει στο πλήρες βιοτικό του δυναμικό.

factor limitante : Qualquer factor ambiental, ou grupo de factores relacionados, que existe ao nível suboptimo e por conseguinte impede um organismo de atingir o seu total potencial biótico.

Was this helpful?
(1) Medicinsk behandling av sjukdom eller störning. (2) Korrigera obalans i miljön (exempelvis kalkning av sur sjö, m.m.)


treatment: (1) The medical management of a disease or disorder as a whole. (2) Correcting an environmental imbalance (e.g pond liming, wastewater purification).

ΘΕΡΑΠΕIΑ: (1) Iατρική αγωγή για την θεραπεία μιας ασθένειας ή μιας διαταραχής . (2) ΕΠΕΞΕΡΓΑΣIΑ : Διόρθωση μιας περιβαλλοντικής ανισορροπίας (με π.χ. ασβέστωση υδατοδεξαμενών, καθαρισμό αποβλήτων)

tratamento : (1) O trato médico de uma doença ou indisposição no seu todo. (2) Correcção de um desiquilíbrio ambiental (e.g. tratamento de reservatórios com cal, purificação de águas residuais.

Was this helpful?
Allmänn benämning åt fiskar som tillhör gruppen Teleostei.


bony fishes: Popular name for teleost fishes.

ΟΣΤΕΪΧΘΥΕΣ: Bony fish είναι στα αγγλικά το λαïκό όνομα των Τελεόστεων και γενικά των ψαριών που δεν είναι χονδριχθύες, είναι αγγλική μετάφραση του εξαγγλισμένου ελληνικού όρου οστεïχθυες.

peixes ósseos: Nome popular para os peixes teleósteos.

Was this helpful?
Hänför sig till bottenterränget hos vattenmassor; beskriver den del av akvatiska miljön där organismer lever på eller i bottensedimentet.


benthic: Pertaining to the bottom terrain of water bodies; describing the portion of the aquatic environment inhabited by organisms that live on or in the sediment.

ΒΕΝΘIΚΟΣ: Ο αναφερόμενος στο έδαφος του βυθού θαλασσών, λιμνών ή ποταμών. Περιγράφει το τμήμα του υδατικού περιβαλλοντος, το οποίο κατοικείται από οργανισμούς που ζουν πάνω ή μέσα στα ιζήματα.

bentónico : Pertencente ao fundo das massas de água; descreve a parte do ambiente aquático habitado por organismos que vivem sobre ou nos sedimentos.

Was this helpful?
Djur som lever på eller nära botten i en vattenmassa.


benthic (benthonic) fauna: Animals living on or near the bottom of a body of water.

ΒΕΝΘIΚΗ ΠΑΝIΔΑ: Οργανισμοί που ζουν πάνω, μέσα ή κοντά στον βυθό, ή σε στενή σχέση με αυτόν.

fauna bêntica (bentónica) : Animais que vivem no fundo ou perto do fundo de uma massa de água.

Was this helpful?
Organism som livnär sig på bentoset.


benthophagous: Organism that feeds on the benthos.

ΒΕΝΘΟΦΑΓΟΣ: Οργανισμός τρεφόμενος με βένθος.

bentofágico : Organismo que se alimenta do bentos

Was this helpful?
Organismer som lever i eller på bottensedimentet i akvatiska miljöer; jfr. meiobentos, epibentos, makrobentos.


benthos: Organisms that live on or in the sediment in aquatic environments.

ΒΕΝΘΟΣ: Οι οργανισμοί που ζουν πάνω ή μέσα στα ιζήματα ενός υδατικού περιβάλλοντος, πρβλ. μειοβένθος,μακροβένθος, επιβένθος.

bentos : Organismos que vivem sobre ou nos sedimentos de ambientes aquáticos ; cf. meiobentos, epibentos, macrobentos.

Was this helpful?
Process där man ökar eller förhöjer en beståndsdel eller egenskap, särskild genom tillsättningen av vissa ämnen. Inom akvakulturen finns det två huvudanvändnigar: (a) tillsättning av nödvändiga vitaminer och mineraler till fiskföda, för att ersätta de ämnen som förloras i fiskmjölsproduktionen och malningsprocessen. (b) tillsättning av organisk material och näringsämnen, syftar till utsläppet av organiska näringsämen från akvakulturer till vattenmassor.


enrichment: The process of increasing or enhancing some constituent or property, particularly through the addition of certain materials. In aquaculture there are two main usages: (a) the addition of necessary vitamins and minerals to formulated fish diets, to replace those nutrients that may be lost in fishmeal processing and milling and (b) organic or nutrient enrichment, referring to the discharges of organic nutrients to water bodies from aquaculture units.

ΕΜΠΛΟΥΤIΣΜΟΣ: Η αύξηση ή βελτίωση ενός συστατικού ή μιάς ιδιότητας, ιδίως με την προσθήκη ορισμένων υλικών. Στην υδατο- καλλιέργεια, ο όρος έχει δύο σημασίες: (α) προσθήκη των απαραίτητων βιταμινών και μεταλλικών στοιχείων στις βιομηχανικές τροφές, για την υποκατάσταση των θρεπτικών στοιχείων που πιθανώς χάνονται κατά την επεξεργασία των ιχθυαλεύρων, και (β) οργανικός ή θρεπτικός εμπλουτισμός που αναφέρεται στη ρίψη οργανικών θρεπτικών υλικών από μονάδες ιχθυοκαλλιέργειας σε υδατοσυλλογές.

enriquecimento : O processo de aumentar ou melhorar algum constituinte ou propriedade através da adição de certos materiais. Em aquacultura há dois tratamentos principais: (a) a adição às dietas de vitaminas e minerais necessários, de modo a substituir os nutrientes que possam ter sido perdidos no processamento do alimento artificial e (b) enriquecimento, orgânico ou por nutrientes, das águas, devido a descargas de nutrientes orgânicos provenientes das unidades de aquacultura.

Was this helpful?
Typ av ätande där djur konsumerar alger eller växter genom att beta av hela volymen som växer.


grazing: A form of feeding in which animals consume algae or plants by cropping the entire volume or surface growth.

Βοσκή : Μια μορφή διατροφής, κατά την οποία τα ζώα καταναλώνουν φύκη ή φυτά συλλέγοντας ολόκληρο τον όγκο ή την επιφανειακή βλάστηση.

pasto/pastagem: Uma forma de alimentação em que os animais consomem algas ou plantas comendo a totalidade ou a superfície crescida.

Was this helpful?
(1) Bevarande metoder med målet att bevara hotade djur eller miljöer i sitt naturliga tillstånd. (2) Inom mat. Metod för att förlänga hållbarheten. (3) Kemisk fixering av biologiskt material (t.ex. genom formailin behandling).


preservation: (1) Conservation practices aimed at preserving disappearing species of organisms, or selected areas, in their natural state. (2) In food, cf. perishability (3) Chemical fixation of biological sample material (e.g. by formalin).

ΔIΑΤΗΡΗΣΗ: (1)Μέθοδος που στοχεύει στην διατήρηση ειδών που απειλούνται με εξαφάνιση ή επιλεγμένων περιοχών στην φυσική τους κατάσταση. (2) στα τροφιμα: πρβλ ΑΛΛΟIΩΣIΜΟΤΗΤΑ (3)ΣΥΝΤΗΡΗΣΗ: Χημκή μονιμοποίηση υλικού βιολογικών δειγμάτων (π.χ. με φορμόλη).

preservação : (1) Práticas de conservação com o objectivo de preservar, no seu estado natural, espécies de organismos ou áreas seleccionadas em risco de desaparecer. (2) Na alimentação, cf. morte. (3) Fixação química de uma amostra de material biológico (e.g. pela formalina).

Was this helpful?
(Statistik) Spridningen av data som har två "modes", två värden med högst frekvens.


bimodal distribution: (Statistics) A distribution of data which has two modes.

ΔIΚΟΡΥΦΗ ΚΑΤΑΝΟΜΗ: (Στατιστική). Κατανομή τιμών, στην οποία υπάρχουν δύο κορυφές.

distribuição bimodal : (Estatística) Uma distribuição de dados que tem dois modos.

Was this helpful?
Matematisk sannolikhetfördelning, som används när man räknar antalet gånger en viss intressant händelse A inträffar då ett försök upprepas flera gånger; används som model när en individ i ett stickprov kan uppvisa en karaktär i två olika tillstånd.


binomial distribution: A mathematical distribution, each value of which gives the probability that a particular event will occur, that event having a constant probability of occurrence from test to test; used as a model when each individual in a sample may exhibit a character in either of two alternative states.

Διωνυμική κατανομη: Μια μαθηματική κατανομή, κάθε τιμή της οποίας εκφράζει την πιθανότητα εμφάνισης ενός συγκεκριμένου γεγονότος, το γεγονός έχει μια συνεχή πιθανότητα εμφάνισης από δοκιμή σε δοκιμή: χρησιμοποιείται σαν μοντέλο όταν κάθε άτομο σε ένα δείγμα μπορεί να παρουσιάσει ένα χαρακτήρα σε οποιαδήποτε εκ των δυο εναλλακτικών καταστάσεων.

distribuição binómial: Distribuição matemática, onde cada valor é a probabilidade de ocorrência de um acontecimento específico, tendo esse acontecimento uma probabilidade constante de ocorrência de teste para teste; utilizado como um modelo em que cada indivíduo numa amostra pode exibir uma característica em cada um de dois estados alternativos.

Was this helpful?
Processen genom vilken en kemikalie, t.ex kadmium, förekommer i högre koncentration i en organism, organ eller vävnad än koncentrationen utanför i miljön eller födan. jfr. biological magnification.


bioaccumulation: The process whereby a chemical, for example, cadmium, is concentrated in an organism, organ or tissue at a concentration higher than that found in the environment or food..

ΒIΟΣΥΣΣΩΡΕΥΣΗ: Διεργασία κατά την οποία μια χημική ουσία συγκεντρώνεται σε έναν οργανισμό, όργανο ή ιστό σε συγκέντρωση υψηλότερη από αυτή που συναντάται στο περιβάλλον ή στην τροφή (Βλ. βιομεγέθυνση).

bioacumulação : O processo em que um químico, por exemplo, cádmio, se encontra concentrado num organismo, orgão ou tecido numa concentração mais elevada do que a encontrada no ambiente ou alimento; cf. Amplificação biológica.

Was this helpful?
Definition på samhället eller samlingen av organismer som lever i en biotop och som utesluter fysiska aspekter av ekosystemet. Exakt definierat så inkluderas bara flora-fauna samlingarna i ett habitat.


biocoenosis: A community or natural assemblage of organisms inhabiting a biotope, specifically excluding physical aspects of the ecosystem. Strictly defined it includes only the flora-fauna assemblages in a given habitat.

ΒIΟΚΟIΝΟΤΗΤΑ (ΒIΟΚΟIΝΩΝIΑ): Κοινότητα ζώντων οργανισμών που ζούν σε έναν βιότοπο, ( ένα συγκεκριμένο φυσικό-χημικό περιβάλλον). Υπό την στενή έννοια, ο ορισμός περιλαμβάνει μόνο τις κοινότητες πανίδας-χλωρίδας σε ένα δεδομένο ενδιαίτημα.

biocenose: Uma comunidade ou associação natural de organismos que habitam um biótopo, excluindo espicificamente os aspectos físicos do ecossistema. Definido com precisão inclui apenas as associações de flora-fauna num dado habitat.

Was this helpful?
Kemikalie som är dödligt för levande organimser.


biocide: A chemical that is lethal to living organisms.

ΒIΟΚΤΟΝΟ: Χημικό, θανατηφόρο για τους ζωντανούς οργανισμούς.

biocida : Um químico que é letal para organismos vivos.

Was this helpful?
Hänför sig till variationen hos biologiska enheter som t.ex antalet eller fördelning av arter, gener eller samhällen i ett visst område. Arters fördelning kan mätas genom att använda olika matematiska funktioner (t.ex Shannon-Weiner index, osv). Biodiversitet kan mätas på habitatsnivå (alphadiversitet) eller mellan habitater i ett region (betadiversitet).


biodiversity: Pertaining to the variation of biological entities such as the number or distribution of species, genes, or communities in a particular area. Distribution of species can be measured using different mathematical functions (e.g. Shannon-Weiner index, etc.). Biodiversity can be measured at the level of the habitat (alpha-diversity) or between habitats within a region (beta-diversity).

Βιοποικιλότητα : Αναφέρεται στη ποικιλία των βιολογικών οντοτήτων, όπως ο αριθμός ή η κατανομή των ειδών, των γονιδίων, η των κοινωνιών σε μια συγκεκριμένη περιοχή. Η κατανομή των ειδών μπορεί να μετρηθεί με την χρήση μαθηματικών συναρτήσεων ( δείκτης Shannon-Weiner, κ.τ.λ) Η βιοποικιλότητα μπορεί να μετρηθεί στο επίπεδο του οικιστή (α-ποικιλότητα) ή μεταξύ των οικιστών σε μια περιοχή (β-ποικιλότητα).

biodiversidade: Refere-se à variação de seres biológicos tal como o número ou distribuição das espécies, genes, ou comunidades numa área particular.A distribuição de espécies pode ser medida utilizando diferentes funções matemáticas (e.g. Índice Shannon-Weiner, etc.). A biodiversidade pode ser medida ao nível do habitat (diversidade alfa) ou entre habitats dentro de uma região (diversidade beta).

Was this helpful?
Beståndsdel i rengöringsenheten av ett kultursystem, där avlägsnandet av organiskt material sker och upplösta biprodukter omsättes (främst genom oxidation) till följd av mikrobiell aktivitet. Viktigaste processerna är nedbrytningen av organiska ämnen av heterotrofa bakterier och oxideringen av kväve, via nitrit, till nitrat (tvåstegs kvävefixering).


biofilter: A component of the treatment units of a culture system in which the removal of organic matter takes place and dissolved metabolic byproducts are converted (mainly oxidized) as a result of micro-biological activity. The most important processes are the degradation of organics by heterotrophic bacteria and the oxidation of ammonia via nitrite to nitrate (two-step nitrification).

ΒIΟΗΘΜΟΣ ή ΒIΟΦIΛΤΡΟ: Μέρος μιας μονάδας κατεργασίας σε ένα σύστημα καλλιέργειας, στο οποίο πραγματοποιείται η απομάκρυνση του οργανικού υλικού και η μετατροπή (οξείδωση) με την βοηθεια μικροοργανισμών των προίόντων του μεταβολισμού, τα διαλυμένα μεταβολικά υποπροïόντα, ως αποτέλεσμα της μικροβιακής δραστηριότητας. Η σημαντικότερη διεργασία είναι η αποδόμηση των οργανικών υλικών από ετεροτροφικά βακτήρια και η οξείδωση της αμμωνίας σε νιτρώδη και των νιτρωδών σε νιτρικά (δύο βήματα νιτροποίησης).

biofiltro : Um componente das unidades de tratamento de um sistema de cultura onde se realiza a remoção de matéria orgânica e onde os produtos metabólicos dissolvidos são convertidos (principalmente oxidados) como resultado de actividade microbiológica. Os processos mais importantes são a degradação de matéria orgânica por bactérias heterotróficas e a oxidação do amónia via nitritos a nitratos (nitrificação em duas fases).

Was this helpful?
Cirkulation av olika komponent mellan atmosfären, geosfären, hydrosfären och biosfären.


biogeochemical cycle: The circulation of components between the atmosphere, geosphere, hydrosphere, and biosphere.

Βιογεωχημικός κύκλος : Η κυκλοφορία συστατικών μεταξύ της ατμόσφαιρας, της γεώσφαιρας και της βιόσφαιρας.

ciclo biogeoquímico: Circulação de componentes entre a atmosfera, geoesfera, hidroesfera e bioesfera.

Was this helpful?
Syremängden som konsumeras av respiratoriska processer hos bakterier. Kan också syfta på processen där organiska ämnen oxideras i ett vattenprov som hålls i mörker och vid en konstant temperatur. Bestämningar av BOD görs på 5-dagars inkubationer vid 200. Man ska alltid vara noga med att uppge om ett vattenprov har filtrerats (löslig BOD) eller inte (total BOD).


biochemical oxyegen demand (BOD): The amount of oxygen consumed by respiratory processes of bacteria and the oxidation of organic material which measured in a water sample maintained in darkness at a specified temperature for a specified amount of time. Standard BOD determinations are for 5-day incubations at 200C (BOD 5). It should always be stated whether a water sample has been filtered (soluble BOD) or not (total BOD). The biochemical oxygen demand is often wrongly reported as biological oxygen demand. Nitrifyin

ΒIΟΧΗΜIΚΩΣ ΑΠΑIΤΟΥΜΕΝΟ ΟΞΥΓΟΝΟ (ΒOD): Η ποσότητα του οξυγόνου που καταναλώνεται από την διεργασία της αναπνοής των βακτηρίων και της οξείδωσης οργανικής ύλης, η οποία μετράται σε ένα δείγμα νερού που επωάζεται στο σκοτάδι και σε συγκεκριμένη θερμοκρασία επί ένα δεδομένο χρονικό διάστημα. Ο τυπικός προσδιορισμός ΒOD γίνεται με επώαση 5 ημερών στους 200C (ΒOD 5). Θα πρέπει πάντα να αναφέρεται εάν το δείγμα του νερού έχει διηθηθεί (ΒOD διαλυτών) ή όχι (ολικό ΒOD). Η βιοχημική απαίτηση οξυγόνου συχνά αναφέρεται λανθασμένα ως

exigência bioquímica de oxigénio (BOD): A quantidade de oxigénio consumido pelo processo respiratório das bactérias e pela oxidação de matéria orgânica medida numa amostra de água mantida na escuridão a uma determinada temperatura durante um período de tempo específico. As determinações padrão de BOD são para incubações de 5 dias a 200 C (BOD 5). Deve ser sempre declarado se a amostra de água foi filtrada (BOD solúvel) ou não (BOD total). A exigência bioquímica de oxigénio é muitas vezes mal referida como exigência biológic

Was this helpful?
Måttet på den grad som en förening (vanligtvis en xenobiot), närvarande i en akvatiskt miljö, ackumuleras i biomassan av organismer (t. ex alger) som lever i den miljön. Bjfr = Co/Cw där Co = koncentrationen av föreningen i organismerna, och Cw är koncentrationen av föreningen i vattnet.


bioconcentration factor (BCF): A measure of the degree to which a compound (commonly a xenobiotic), present in an aquatic environment, is accumulated in the biomass of organisms (e.g. algae) living in that environment. BCF = Co/Cw where Co = concentration of the compound in the organisms, and Cw is the concentration of the compound in the water.

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΗΣ ΒΙΟΕΜΠΛΟΥΤΙΣΜΟΥ: Μέτρο του βαθμού στον οποίο ένα συστατικό (συνήθως ξενοβιοτικό), το οποίο είναι παρόν σε ένα υδάτινο περιβάλλον, συσσωρεύεται στην βιομάζα των οργανισμών (π.χ. φύκη) που ζουν στο περιβάλλον. BCF=Co/Cw, όπου Co= η συγκέντρωση του συστατικού στους οργανισμούς και Cw= η συγκέντρωση του συστατικού στο νερό.

factor de bioconcentração (BCF) : A medição do grau em que um composto (normalmente um xenobiótico), presente num ambiente aquático, está acumulado na biomassa dos organismos (e.g. Algas) que habitam nesse ambiente. BCF = Co/Cw onde Co = concentração do composto nos organismos e Cw é a concentração do composto na água.

Was this helpful?
Förhållandet mellan produktiviteten hos en organism eller population och energin som används.


biological efficiency: The ratio of the productivity of an organisation or population to the energy consumed.

Βιολογική απόδοση : Ο λόγος της παραγωγικότητας ενός οργανισμού ή ενός πληθυσμού προς την ενέργεια που καταναλώνει αυτός.

eficiência biológica: O razão entre a produtividade de uma organização ou população relativamente à energia consumida.

Was this helpful?
Mekanism där beteenden och fysiologiska mönster är styrda genom exogena faktorer och reglerade genom interna mekanismer.


biological clock: A mechanism by which behavioural and physiological patterns of an organism are governed by exogenous factors and regulated by internal mechanisms.

ΒIΟΛΟΓIΚΟ ΡΟΛΟΪ: Μηχανισμός με τον οποίο ηθολογικά και φυσιολογικά πρότυπα ενός οργανισμού ελέγχονται από εξωγενείς παράγοντες και ρυθμίζονται από εσωτερικούς μηχανισμούς.

relógio biológico : Um mecanismo pelo qual os padrões comportamentais e fisiológicos de um organismo são controlados por factores exógenos e regulados por mecanismos internos.

Was this helpful?
Avlägsnandet av föroreningar i miljön genom levande organismer som upptar och omvandlar dessa ämnen.


bioremediation: Removal of environmental pollutants by means of uptake and transformation by living organisms.

Βιοθεραπεία: Αποκομιδή των περιβαλλοντικών ρυπαντών από ζωντανούς οργανισμούς.

bioremediação: Remoção de poluentes ambientais por meio de ingestão e transformação por organismos vivos.

Was this helpful?
Biogenisk gift, som vanligtvis angriper poroteiner.


biotoxin (toxin): A biogenic poison, usually proteinaceous.

Βιοτοξίνη (τοξίνη) : Βιογενετικό δηλητήριο, συνήθως πρωτεϊνικό.

biotoxinas: Um veneno biogenético, usualmente proteico.

Was this helpful?
Nedbrytningsbar genom naturliga processer.


biodegradable: Capable of being decomposed by natural processes.

ΒIΟΔIΑΣΠΑΣIΜΟΣ (Βιοαποκοδομήσιμες): Iκανός να διασπασθεί μεσω ισολογικών διεργασιών.

biodegradável : Susceptível de ser decomposto por processos naturais.

Was this helpful?
Ljus som produceras av levande organismer (t.ex plankton och fiskar). Denna egenskap har haft en mer omfattande utveckling hos organimser som lever i djupare vatten (t.ex blåkäxa). Bioluminescens uppkommer ifrån (a) självlysande bakterier som lever i ett symbiotiskt förhållandet med fisken, eller (b) med hjälp av fotoforer. Bioluminescens kan agera som uppvaktningsbeteende eller som lockbete för att fånga byte.


bioluminescence: Light produced by living organisms (e.g. plankton and fishes). It is most extensively developed in midwater and bottom- dwelling deep sea species (e.g. lantern fishes). It arises from (a) luminous bacteria living on the fish in a symbiotic relationship or (b) from photophores. Bioluminescence may serve as courting behaviour or as a lure for prey.

ΒIΟΦΩΤΑΥΓΕIΑ: Παραγωγή φωτός από ζώντες οργανισμούς (π.χ. πλαγκτόν και ψάρια). Είναι ιδιαίτερα ανεπτυγμένος στα ψάρια που ζούν σε μεσαία βάθη και στα ψάρια που ζούν στο βυθό σε μεγάλα βάθη (π.χ. λυχναρόψαρα). Προέρχεται (α) από φωτοβολούντα βακτήρια που ζουν πάνω στα ψάρια με συμβιωτική σχέση (β) από τα φωτοφόρα. Η βιοφωταύγεια παίζει ρόλο στην αναπαραγωγική συμπεριφορά και την προσέλκυση λείας.

bioluminescência : Luz produzida por organismos vivos (e.g. plâncton e peixes). Está mais desenvolvida em espécies marinhas de meia-água e de grande profundidade (e.g. peixes lanterna). Tem origem numa (a) bactéria luminosa que vive no peixe numa relação simbiótica ou (b) em fotóforos. A bioluminescência pode servir como comportamento de acasalamento ou para atrair presas.

Was this helpful?
Ackumulering av höga koncentrationer av en förening i en organism, genom kvarhållningen av föreningen som finns i låga halter i födan och vattnet.


biomagnification: The accumulation of high concentrations in an organism through the retention of a compound found in low levels in the diet and water. Syn. biomagnification.

ΒIΟΛΟΓIΚΗ ΜΕΓΕΘΥΝΣΗ: Συσσώρευση σε έναν οργανισμό, υψηλών συγκεντρώσεων, με την κατακράτηση ενός συστατικού που βρίσκεται σε χαμηλά επίπεδα στην δίαιτα ή στο νερό (συνώνυμο: Βιομεγέθυνση).

bioampliação : A acumulação de elevadas concentrações num organismo através da retenção de um composto encontrado em baixos níveis na alimentação e na água. Sin. Bioamplificação.

Was this helpful?
Varje kvantitativ uppskattning av den totala vikten av organismer som uppgör hela eller delar av en population eller en given enhet, eller den totala vikten av organismer som befinner sig inom ett viss område vid ett viss tid; uppmätt som volym, vikt (levande, död, torrvikt) eller energi (Joules, kalorier). Syn standing crop; standing stock.


biomass: Any quantitative estimate of the total mass of organisms comprising all or part of a population or any other specified unit, or within a given area at a given time; measured as volume, mass (live, dead, dry or ash-free weight) or energy (Joules, calories). Syn. standing crop; standing stock.

ΒIΟΜΑΖΑ: Ποσοτική εκτίμηση της ολικής μάζας των οργανισμών που συναποτελούν έναν πληθυσμό ή τμήμα ενός πληθυσμού ή οποιαδήποτε άλλη καθορισμένη βιολογική ενότητα σε μια δεδομένη περιοχή και σε μία συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Μετρείται ως όγκος, μάζα (ζωντανή, νεκρή, ξηρό ή οργανικό βάρος) ή ενέργεια (Joules, calories).

biomassa : Qualquer estimação quantitativa da massa total dos organismos compreendendo a totalidade ou parte de uma população ou qualquer outra unidade especificada, ou dentro de uma dada área num dado período; calculada como o volume, peso (vivo, morto, seco ou livre de cinzas) ou energia (Joules, calorias).

Was this helpful?
Användningen av statistiska metoder till biologiska problem och den matematiska analysen av biologiskt data.


biometry: The application of statistical methods to biological problems and the mathematical analysis of biological data.

ΒIΟΜΕΤΡIΑ: Η εφαρμογή στατιστικών μεθόδων σε βιολογικά προβλήματα και η μαθηματική ανάλυση βιολογικών δεδομένων.

biometria : A aplicação de métodos estatísticos a problemas biológicos e a análise matemática de dados biológicos.

Was this helpful?
Mekanism som styr beteenden hos en organism som sker vid regelbundna intervaller.


biological rhythm: Mechanism by which those behavioural activities of an organism occurring at regular intervals, is governed.

ΒIΟΛΟΓIΚΟΣ ΡΥΘΜΟΣ: Μηχανισμός ο οποίος ρυθμίζει σε τακτά χρονικά διαστήματα επαναλαμβόμενα πρότυπα συμπεριφοράς ενός ζωικού ή φυτικού οργανισμού.

ritmo biológico : Mecanismo através do qual são controladas as actividades comportamentais de um organismo que ocorrem a intervalos regulares.

Was this helpful?
Mekanism som kontrollerar rytmiska förlopp i en biologisk process eller funktion.


biorhythm: Mechanism by which those behavioural activities of an organism occurring at regular intervals, is governed.

ΒIOPYΘMOΣ: Mηχανισμος ο οποιος ρυθμιζει σε τακτα χρονικα διαστηματα επαναλαμβομενα προτυπα συμπεριφορας ενος ζωικου η φυτικοθ οργανισμοθ.

bioritmo : Mecanismo através do qual são controladas as actividades comportamentais de um organismo que ocorrem a intervalos regulares.

Was this helpful?
Plankton, nekton och svävande organiska partiklar som har sitt ursprung från levande organismer; biologiska komponenten av seston.


bioseston: Plankton, nekton and suspended organic particulate matter derived from living organisms; the biological component of seston.

ΒIΟΣΗΣΤΟΝ: Πλαγκτόν, νηκτόν και αιωρούμενα οργανικά σωματίδια προερχόμενα από ζώντες οργανισμούς. Η βιολογική συνιστώσα του σηστού.

bioseston: Plâncton, necton e matéria orgânica em suspensão oriundos de organismos vivos; o componente biológico do seston.

Was this helpful?
Det globala ekosystemet; den del av jorden och atmosfären som har förmågan att uppehålla levande organismer.


biosphere: The global ecosystem; that part of the earth and its atmosphere capable of supporting living organisms.

ΒIΟΣΦΑIΡΑ: Το παγκόσμιο οικοσύστημα. Το τμήμα εκείνο της Γης και της ατμόσφαιρας όπου είναι δυνατόν να αναπτυχθεί η ζωή.

biosfera : O ecossistema global; a região da terra e da sua atmosfera capazes de sustentar organismos vivos.

Was this helpful?
Bildning av organiska föreningar genom levande organismer.


biosynthesis: Formation of organic compounds by living organisms.

Βιοσύνθεση: Δημιουργία οργανικών συστατικών από ζωντανούς οργανισμούς.

biosíntese: Formação de compostos orgânicos por organismos vivos.

Was this helpful?
Användningen av avancerat genetiskt teknik för att skapa nya stammar av organismer eller framställa muterade "former" som kan framkalla förhöjd kvalitet eller kvantitet.


biotechnology: The use of advanced genetic techniques to create new strains of organisms and obtain mutated forms which can produce enhanced quantity or quality.

ΒIΟΤΕΧΝΟΛΟΓIΑ: Η χρήση προηγμένων γενετικών τεχνικών στην παραγωγή νέων στελεχών οργανισμών ή μεταλλαγμένων τύπων με σκοπό αύξηση της παραγωγικότητας και την βελτίωση της ποσότητας.

biotecnologia : A utilização de técnicas genéticas avançadas para criar novas raças de organismos e obter formas mutantes que possam originar uma melhoria na quantidade e qualidade.

Was this helpful?
Försök där organismer används för att spåra eller mäta förekomsten eller effekten av en eller flera ämnen eller tillstånd.


bioassay: Any test in which organisms are used to detect or measure the presence or effect of one or more substances or conditions.

ΒIΟΑΝΑΛΥΣΗ: Δοκιμασία στην οποία χρησιμοποιούνται οργανισμοί για τον εντοπισμό ή την μέτρηση της παρουσίας ή της επίδρασης μιάς ή περισσοτέρων ενώσεων ή συνθηκών.

bioanálise : Qualquer teste em que são utilizados organismos para detectar ou medir a presença ou o efeito de uma ou mais substâncias ou condições.

Was this helpful?
Relaterat till liv eller levande substans.


biotic: Relating to life or living matter.

ΒIΟΤIΚΟΣ: Σχετιζόμενος με την ζωή ή με την ζώσα ύλη.

biótico : Relativo à vida ou matéria viva.

Was this helpful?
Påverkan som utövas på ett habitat av växt- och djursamhällen som lever där. Kausalitet som orsakas av organsimer.


biotic factor: The influence exerted upon a habitat by the plant and animal organisms which inhabit the area. Causality generated by organisms.

Βιοτικός δείκτης : Η επιρροή που ασκείται σε ένα περιβάλλον από τους φυτικούς και ζωικούς οργανισμούς που εντοπίζονται στην περιοχή.

factor biótico: Influência exercida sobre um habitat pelas plantas e animais que habitam a área. Causalidade gerada pelos organismos.

Was this helpful?
Område där de huvudsakliga miljöförhållanden, och biotyperna som har anpassats till dem, är enhetliga.


biotope: An area in which the main environmental conditions and biotypes adapted to them are uniform.

ΒIΟΤΟΠΟΣ: Περιοχή στην οποία οι κύριες περιβαλλοντικές συνθήκες καθώς και οι βιότυποι που είναι προσαρμοσμένοι σε αυτές, είναι ομοιόμορφα.

biótopo : Uma área na qual as principais condições ambientais são uniformes

Was this helpful?
Omrörningen av sediment, på grund av grävandet, ätandet eller något annat beteende av organismer, som skapar ett bioturbit sediment.


bioturbation: The mixing of a sediment by the burrowing, feeding or other activity of living organisms, forming a bioturbated sediment.

ΒIΟΑΝΑΔΕΥΣΗ (=βιοδιατάραξη): Ανάμειξη ενός υποστρώματος, ως αποτέλεσμα της δραστηριότητας ζωντανών οργανισμών (αναζήτηση τροφής, ανασκάλευση), οι οποίοι με τον τρόπο αυτό παράγουν ένα βιοαναδευόμενο ίζημα.

bioturbação : A mistura do sedimento ocasionada pela escavação, alimentação ou outra actividade de organismos vivos, formando sedimento bioturbado.

Was this helpful?
Alla individer som har ett identiskt genotyp; hos bakterier, en taxa som urskiljes genom vissa fysiologiska kännetecknen; typexemplaret av en organism.


biotype: All the individuals of identical genotype; in bacteria, a taxon distinguished by certain physiological features; type specimen of an organism.

ΒIΟΤΥΠΟΣ: Το σύνολο των ατόμων που έχουν ταυτόσημο γονότυπο. Στα βακτήρια, ταξινομική ομάδα που διακρίνεται από ορισμένους φυσιολογικούς χαρακτήρες. Τυπικό δείγμα ενός οργανισμού.

biótipo : todos os individuos com genótipo idêntico; nas bactérias, um grupo taxonómico distinguido por certas características fisiológicas; tipo de espécime de um organismo.

Was this helpful?
Obehaglig smak hos fisk, skaldjur, och dylikt pågrund av kontakt med petrolium/olja. Produkterna blir oätlig och går ej att sälja.


tainting: Unpleasant flavour imparted to sea-food as a result of exposure to petroleum/oil or a chemical, rendering it unpalatable and consequently unmarketable.

Μόλυνση : Η δυσάρεστη γεύση στα θαλασσινά σαν αποτέλεσμα έκθεσης σε πετρέλαιο ή σε κάποια χημική ουσία, καθιστώντας την τροφή άγευστη και κατά συνέπεια ακατάλληλη προς πώληση

manchar: Sabor desagradável transmitido ao alimento de origem marinha em resultado de exposição a petróleo/óleo ou a um químico, tornando-o desagradável ao paladar e consequentemente não vendável.

Was this helpful?
Klass av akvatiska blötdjur, som karakteriseras genom två kalkartade skal som binds ihop av ett elastiskt ligament. Denna klass innehåller ett antal ätbara arter, varav många odlas ( t.ex musslor, ostron, kammuslor). Syn. Lamellibranchia; Pelecypoda.


bivalvia: Class of aquatic molluscs characterized by two calcareous valves joined by a flexible ligament along a hinge line. This class includes various edible species, many of which are cultivated (e.g. mussels, oysters, scallops, clams). Commonly known as bivalves. Syn. Lamellibranchia; Pelecypoda.

ΔIΘΥΡΑ: Ομοταξία υδροβίων μαλακίων των οποίων το ασβεστικό κέλυφος αποτελείται από δύο κόγχες που ενώνονται με έναν σύνδεσμο. Η ομοταξία των δ. περιλαμβάνει διάφορα βρώσιμα είδη, πολλά από τα οποία καλλιεργούνται (π.χ. μύδια, στρείδια κ.λ.π.).Συν. Ελασματοβράγχια, Πελεκύποδα. Κοινώς είναι γνωστά σαν δίθυρα.

bivalves: Classe de moluscos aquáticos caracterizados por possuirem duas valvas calcárias unidas por um ligamento flexível. Esta classe inclui várias espécies comestíveis, muitas das quais são cultivadas (e.g. Mexilhões, ostras, vieiras, ameijoas). Conhecidos geralmente por bivalves. Sin. Lamelibrânquios.

Was this helpful?
Cyanofyta, den enda algen där fotosyntetiserande pigment inte är lokaliserade i kromatoplaster och inte har någon cellkärna. Pigmenten maskeras av den blåa pigmenten fycocyanin.


blue green algae: Cyanophyta, the only algae in which photosynthetic pigments are not localized in chromatoplasts and which do not have a nucleus. The pigments are masked by the blue pigment phycocyanin.

ΚΥΑΝΟΦΥΚΗ: Κυανόφυτα, τα μοναδικά φύκη στα οποία οι φωτοσυνθετικές χρωστικές δεν είναι εντοπισμένες στους χρωματοπλάστες και τα οποία δεν έχουν πυρήνα. Οι χρωστικές περιβάλλονται από κυανή χρωστική, την φυκοκυανίνη.

algas azuis-esverdeadas: Cianófitas, as únicas algas em que os pigmentos fotossintéticos não estão localizados nos cromoplastos e que não têm um núcleo. Os pigmentos estão dissimulados pelos pigmentos azuis de ficocianina.

Was this helpful?
En snabb, lokal ökning av en eller flera planktoniska arter, oftast under våren och hösten, som orsakar tillfälligt höga koncentrationer av dessa organismer och påföljande dominans av planktonsamhället. Detta kan resultera i missfärgat vatten (ex. röd blomning). Algblomningar kan leda till frisättande av toxiner (som i t.ex. fallet med dinoflagellaten Gymnodinium)


bloom: Rapid and localized increase of one or more planktonic species, often in spring or autumn, causing large temporary concentrations of these organisms to dominate the community; can result in discoloured waters (red tides). Phytoplankton (algal) blooms may be associated with the release of toxins (e.g. blooms of the dinoflagellate Gymnodinium).

ΑΝΘIΣΗ (ΠΛΑΓΚΤΟΥ) : Ταχεία και εντοπισμένη αύξηση ενός ή περισσοτέρων πλαγκτονικών ειδών. Η αύξηση αυτή παρατηρείται συνήθως την ανοιξη ή το φθινόπωρο και προκαλεί μεγάλες εποχιακές συγκεντρώσεις αυτών των οργανισμών, οι οποίοι κυριαρχούν στην βιοκοινότητα. Μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα τον χρωματισμό του νερού. Η άνθιση του φυτοπλαγκτού μπορεί να συνοδεύεται από απελευθέρωση τοξινών (π.χ. άνθιση των δινομαστιγωτών Gymnodinium).

bloom : Aumento rápido e localizado de uma ou mais espécies planctónicas, frequentemente na Primavera ou Outono, originando grandes concentrações temporárias destes organismos que passam a dominar a comunidade; pode resultar em águas descoloradas (marés vermelhas). Os blooms de fitoplâncton (algas) podem estar associados à libertação de toxinas (e.g. blooms de dinoflagelados Gymnodinium).

Was this helpful?
Liten ofta ganska jämn kant på botten eller marken på grund av vattenströmmar eller vind. Eftersom de oftast är vinkelräta mot strömmen är de bra för att kunna bestämma strömmriktningen med blotta ögat.


ripple marks: Small, fairly regular ridges in the bed of a waterway or on a land surface caused by water currents or wind. As their form is approximately normal to the direction of current or wind, they indicate both the presence and the direction of currents or winds.

ΡΥΤΙΔΩΣΕΙΣ ΣΗΜΑΔΙΑ: Μικρά, σχεδόν κανονικά ζαρώματα στην κοίτη μιας υδάτινης οδού ή στην επιφάνεια μιας χέρσου που προκαλούνται από ρεύματα νερού ή αέρα. Επειδή η μορφή τους είναι σχεδόν κανονική ως προς την διεύθυνση του ρεύματος ή του αέρα, υποδεικνύουν την παρουσία καθώς και την διεύθυνση των ρευμάτων ή των ανέμων.

ripple marks : Sulcos pequenas e razoavelmente uniformes na superficie superior da camada sedimentar originados pelas correntes marinhas sobre o fundo ou pelo vento. Uma vez que a sua forma é aproximadamente correspondente à direcção da corrente ou do vento, indicam tanto a presença como a direcção das correntes ou ventos.

Was this helpful?
Hänför sig till dom svala eller kalla temperarade regionerna i den norra hemisfären.


boreal: Pertaining to cool or cold temperate regions of the northern hemisphere.

ΑΡΚΤIΚΟΣ: Αναφέρεται στις ψυχρές ή στις ψυχρές ώς εύκρατες περιοχές του βόρειου ημισφαιρίου, στις βόρειες ζώνες κωνοφόρων και την τάïγκα.

boreal : Pertencente a regiões frias ou geladas do hemisfério norte.

Was this helpful?
Ämnen som bildas under oljeborrning. Dessa ämnen är vanligtvis förorenade av olja.


drill cuttings: Rock fragments produced during the oil drilling operation normally contaminated with oil during the operation.

Υπολείμματα εξόρυξης : Τα πετρώδη θραύσματα που δημιουργούνται κατά την διάρκεια εξόρυξης πετρελαίου, και τα οποία συνήθως μολύνονται από πετρέλαιο κατά την διάρκεια της επιχείρησης.

perfurações: Fragmentos de rochas produzidos durante as actividades de perfuração petrolífera e normalmente contaminados.

Was this helpful?
Finkornigt ämne som innehåller olja eller vatten och används vid oljeborrning för att bibehålla tryck, smörja borren och förflytta ämnen upp till ytan.


drilling mud: Fine sedimentary material containing oil or water, used during oil drilling in order to maintain a head of pressure, to lubricate the drill and carry the cuttings back to the surface.

Λάσπη εξόρυξης : Λεπτή ιζηματογενής ύλη που περιέχει πετρέλαιο ή νερό και χρησιμοποιείται κατά την διάρκεια της εξόρυξης πετρελαίου για την διατήρηση της πίεσης, την λίπανση του τρυπανιού και τη μεταφορά των the cuttings πίσω στην επιφάνεια.

lamas de perfuração: Sedimentos finos contendo óleo ou água, utilizados durante as perfurações, com o objectivo de manter um ponto de pressão, lubrificar a broca e trazer para a superfície os fragmentos.

Was this helpful?
Fixerad eller fastsatt; ej fritt simmande.


sessile: Fixed or attached; not free-moving.

ΕΔΡΑIΟΣ: Εγκατεστημένος, σταθεροποιημένος, μη κινούμενος ελεύθερα.

séssil : Fixo ou ligado; que não se move livremente.

Was this helpful?
Vatten som är en blandning av saltvatten och sötvatten och har en salinitet av 0.50 till 17.0%, påträffas vanligtvis vid ytan i miljöer nära flodmyningar.


brackish water: Water arising from mixing of salt water and fresh water and having a salinity of 0.50 to 17.0‰, commonly occurring in near-surface estuarine environments.

ΥΦΑΛΜΥΡΑ ΝΕΡΑ : Νερά που προέρχονται από ανάμειξη αλμυρών και γλυκών νερών και έχουν αλατότητα απο 0.50 έως 17‰. Συνήθως υφάλμυρα είναι τα επιφανειακά νερά στις εκβολές ποταμών και τις λιμνοθάλασσες.

água salobra : Água originada pela mistura da água salgada e doce com uma salinidade de 0.50 a 17.0‰, ocorrendo normalmente perto da superfície em ambientes estuarinos.

Was this helpful?
Organiskt bränsle (kol eller olja) som används av fartyg.


bunker fuel: Coal or oil fuel used by a ship.

Καύσιμος άνθρακας : Κάρβουνο ή πετρέλαιο που χρησιμοποιείται ως καύσιμο από τα πλοία.

depósito de combustível: Carvão ou combustível utilizado por um navio.

Was this helpful?
Klass of ryggradsdjur som innehåller gruppen selachii (hajar, pigghaj, rokkor) och karakteriseras genom avsaknadet av kalkartade ben (har brosk), avsaknad av simblåsor och innehavandet av komplicerade koppulationsorgan. Gruppen innefattar nästan uteslutet marina arter.


cartilagenous fish: Class of vertebrates containing the Selachii (sharks, dogfish, skates, rays) characterized by the absence of true bone (the presence of cartilage), no air bladder, and the presence of complicated copulatory organs. Almost exclusively marine.

ΧΟΝΔΡΪΧΘΥΕΣ: Ομοταξία σπονδυλωτών που περιλαμβάνει τα Σελάχια (καρχαρίες, σκυλόψαρα, ράγιες). Χαρακτηρίζονται από απουσία πραγματ- ικών οστών, που έχουν αντικατασταθεί από χόνδρο, απουσία νηκτικής κύστης και παρουσία πολύ- πλοκων οργάνων σύζευξης. Είναι σχεδόν απο- κλειστικά θαλάσσιοι οργανισμοί.

peixe cartilaginoso : Classe de vertebrados que inclui os Seláceos (tubarões, cações, raias, mantas) caracterizada pela ausência de verdadeiros ossos (a presença de cartilagens), sem bexiga natatória, e a presença de orgãos copuladores complicados. Quase exclusivamente marinhos.

Was this helpful?
Phaeophyceae; klass av marina alger som lever i intertidala zoner och som innefattar fler än 1500 arter.


brown algae: Phaeophyceae; class of marine seaweed of the intertidal and shallow subtidal zones of more than 1500 species.

ΦΑΙΟΦΥΚΗ: Phaeophycae, ομοταξία θαλασσίων φυκών της παλιρροιακής και της ρηχής υποπαλιρροιακής ζώνης. Η ομοταξία περιλαμβάνει πάνω από 1500 είδη Πρβλ. Λαμιναριώδη.

algas castanhas : Feofíceas; classe de algas marinhas de zonas intertidal e zonas subtidais pouco profundas com mais de 1500 espécies; cf. Sargaço.

Was this helpful?
Pelagiskt sediment som består av en ackumulation av vulkaniskt och aeolisk damm, med mindre eän 10% biogeniskt material.


brown clay: A pelagic sediment comprising an accumulation of volcanic and aeolian dust with less than 10% biogenic material; red clay.

Καφέ άμμος : Πελαγικό υπόστρωμα στο οποίο εμφανίζεται απόθεση ηφαιστειακής και αιολικής σκόνης με λιγότερο από 10% βιογενετικό υλικό: κόκκινη άμμος.

Argila castanha : Sedimento pelágico que inclui uma acumulação de poeira vulcânica e eólica, com menos de 10% de material biogénico; argila vermelha.

Was this helpful?
Den totala energin som finns i födan (kan uttryckas som den totala antal kalorier).


gross energy: The total energy present in a unit of food (also given as gross calories).

ΣΥΝΟΛΙΚΗ (ΜΙΚΤΗ) ΕΝΕΡΓΕΙΑ: Η συνολική ενέργεια που περιέχεται σε μια μονάδα τροφής (δίνεται επίσης και ως συνολικές θερμίδες).

energia bruta : A energia total presente numa unidade de alimento (também referida como calorias brutas).

Was this helpful?
Förändringshastigheten i biomassa, inklusive alla förluster som t.ex. respiration, under ett specifikt tidsintervall.The production of new organic matter by autotrophs, such as photosynthetic algae. This is very often the first step in a food chain. The total amount of organic matter produced per unit time by an individual, a population, an area or a water volume, is termed the gross primary production. When simultaneous losses of organic matter by catabolism (q.v.) (e.g. respiration q.v.) are s


gross primary production (GPP): The production of new organic matter by autotrophs, such as photosynthetic algae. This is very often the first step in a food chain. The total amount of organic matter produced per unit time by an individual, a population, an area or a water volume, is termed the gross primary production. When simultaneous losses of organic matter by catabolism (e.g. respiration) are subtracted from the gross primary production, a measure of net primary production is obtained. For photosynthetic algae, gross an

ΟΛΙΚΗ ΠΡΩΤΟΓΕΝΗΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗ: Η παραγωγή νέας οργανικής ύλης από τους αυτότροφους οργανισμούς, όπως τα φωτοσυνθετικά φύκη. Πολύ συχνά αποτελεί τον πρώτο κρίκο της τροφικής αλυσίδας. Η ολική ποσότητα οργανικής ύλης που παράγεται ανά μονάδα χρόνου από ένα άτομο, έναν πληθυσμό, μια επιφάνεια ή έναν όγκο νερού ονομάζεται ολική πρωτογενής παραγωγή. Με την αφαίρεση των απωλειών οργανικής ύλης μέσω του καταβολισμού (π.χ. αναπνοή) προσδιορίζεται η καθαρή πρωτογενής παραγωγή. Για τα φωτοσυνθετικά φύκη, ή ολική και η καθαρή παραγω

produção primária bruta (PPB) : Ver PRODUÇÃO PRIMÁRIA. A produção de nova matéria orgânica pelos autotróficos, tais como as algas fotossintéticas. Este é, muito frequentemente, o primeiro passo numa cadeia alimentar. Chama-se produção primária bruta a quantidade total de matéria orgânica produzida por unidade de tempo por um indivíduo, uma população, uma área ou um volume de água. Quando perdas simultâneas de matéria orgânica por catabolismo (e.g. respiração) são subtraídas à produção primária bruta, obtém-se uma medição da p

Was this helpful?
(1) Den process som ändrar riktningen på vågor som rör sig över grunt vatten i vinkel mot bottenkonturen. Den del av vågen som befinner sig på grundare vatten rör sig långsammare än den del som befinner fig på djupare vatten vilket leder till att vågen böjer sig och följer bottenkonturen. (2) När strömmar får vågorna att böja sig.


refraction of water waves: (1) The process by which the direction of a wave moving in shallow water at an angle to the contours is changed. The part of the wave advancing in shallower water moves more slowly than that part still advancing in deeper water, causing the wave crest to bend toward alignment with the underwater contours. (2) The bending of wave crests by currents.

ΔIΑΘΛΑΣΗ ΤΩΝ ΚΥΜΑΤΩΝ: (1) Η διαδικασία βάσει της οποίας αλλάζει η διεύθυνση ενός κύματος που κινείται σε ρηχά νερά με γωνία ως προς τις ισοβαθείς. Το τμήμα του κύματος που προχωράει στα ρηχότερα νερά, κινείται πιο αργά από το τμήμα που εξακολουθεί να προχωράει σε βαθύτερα νερά, έτσι ώστε η κορυφή του κύματος καμπτεται ώστε να τείνει να ευθυγραμμισθεί με τις υποθαλάσσιες ισοβαθείς. (2) Η κάμψη της κορυφής των κυμάτων από τα ρεύματα.

refracção das ondas: (1) O processo pelo qual a direcção de uma onda que se move em águas pouco profundas sofre uma mudança de ângulo. A parte da onda que avança em águas menos profundas move-se mais lentamente do que a parte que ainda se desloca em águas mais profundas, fazendo com que a crista da onda se incline em direcção ao contorno do fundo. (2) A curvatura da crista de uma onda causada pela corrente.

Was this helpful?
Kemikalie som används för att bibehålla pH-värdet inom ett visst smalt intervall genom att uppta eller frige vätejoner.


buffer: A chemical used to maintain the pH within a given narrow range by taking up or releasing hydrogen ions.

ΡΥΘΜΙΣΤΙΚΟ ΔΙΑΛΥΜΑ: Διάλυμα το οποίο χρησιμοποιείται για να διατηρεί το pΗ σχεδόν σταθερό (ώστε οι διακυμάνσεις του να περιορίζονται σε ένα στενό δεδομένο εύρος τιμών), ελευθερώνοντας ή δεσμεύοντας υδρογονοïόντα.

tampão : Químico usado para manter o pH dentro de um determinado intervalo restrito quer pela absorção ou libertação de iões de hidrogénio.

Was this helpful?
Inbuktning i kustlinjen som bildar en öppen vik.


embayment: A shoreline indentation that forms an open bay.

ΚΟΛΠΟΣ ΑΝΟΙΧΤΟΣ: Ελαφρά καμπύλωση της ακτογραμμής.

baía: Um recorte da linha da costa que forma uma baía aberta.

Was this helpful?
Djur som jagas och äts av predatorer (rovdjur).


prey: Animal that is hunted and eaten by predators.

ΛΕΙΑ: Ζώο το οποίο κυνηγούν και τρώγουν ζώα θηρευτές.

presa : Animal que é caçado e comido por predadores.

Was this helpful?
Bakteriell flora som lever i havets ytskikt; del av neuston som utgörs av bakteria


bacterioneuston: The bacterial flora at the sea surface; the bacterial component of the neuston..

Βακτηριονευστόν : Η βακτηριακή χλωρίδα στην επιφάνεια της θάλασσας. Το βακτηριδιακό συστατικό του νευστού.

neuston bacteriano: A flora bacteriana à superfície do mar;o componente bacteriano do neuston.

Was this helpful?
Varje organism (t.ex en ciliat eller amöba) som har bakterier som dess huvudsakliga eller enda näringskälla.


bacterivore: Any organism (for example, a ciliate or amoeba) which ingests bacteria as its main or sole source of nutrients.

ΒΑΚΤΗΡIΟΒΟΡΟΣ: Οργανισμός (π.χ. βλεφαριδωτά ή αμοιβάδες) που καταναλώνει βακτήρια, ως κύρια ή μοναδική πηγή τροφής (πρβλ. τριπτοβόρος).

bacterívoro: Qualquer organismo (por exemplo um ciliado ou ameba) que ingere bactérias como a sua principal ou única fonte de nutrientes; cf. Detritivoro

Was this helpful?
Ett ämne som dödar bakterier.


bactericide: An agent which kills bacteria.

ΒΑΚΤΗΡIΟΚΤΟΝΟ: Παράγοντας που σκοτώνει βακτήρια.

bactericida : Um agente que mata as bactérias.

Was this helpful?
Som äter bakterier.


bacterivorous: Feeding on bacteria; (sometimes spelled "bactivorous").

ΒΑΚΤΗΡIΟΒΟΡΟΣ: Τρεφόμενος με βακτήρια.

bacterívoro: Que se alimenta de bactérias.

Was this helpful?
Förhållandevis enkla, allestädes närvarande prokaryotiska mikroorganismer.


bacteria: Relatively simple ubiquitous prokaryotic microorganisms.

ΒΑΚΤΗΡIΔIΑ: Σχετικά απλοί, πανταχού παρόντες, προκαρυωτικοί μικροοργανισμοί.

bactéria : Microorganismos relativamente simples, ubiquos e procariótas .

Was this helpful?
Förmågan att inhibera eller fördröja tillväxten eller reproduktionen hos bakterier.


bacteriostatic: Having the ability to inhibit or retard the growth or reproduction of bacteria.

ΒΑΚΤΗΡIΟΣΤΑΤIΚΟΣ: Αυτός που έχει την ικανότητα να αναστέλλει ή να διακόπτει την αύξηση ή την αναπαραγωγή των βακτηρίων.

bacteriostático : Que tem a capacidade de inibir ou retardar o crescimernto ou reprodução das bactérias.

Was this helpful?
Gram negativa bakterier som lever i pelagiska zonen. Gram negative bacteria living in the pelagic zone.


bacteroplankton: Gram negative bacteria living in the pelagic zone.

Βακτηριοπλαγκτόν : Gram-αρνητικά βακτήρια τα οποία ζουν στην πελαγική ζώνη.

bacteroplâncton: Bactéria gram negativa que vive na zona pelágica.

Was this helpful?
Maximala biomassan av en given art som ett begränsat och specifikt habitat kan uppehålla under en angiven tidsintervall. Inom akvakulturen, så är det vanligtvis ansedd att vara den maximala mängd fisk som någon vattenmassa kan uppehålla under en lång tidsperiod utan att framkalla negativa effekter mot fiskarna och miljön.


carrying capacity: The maximum biomass of a given species that a limited and specific habitat may support during a stated interval of time. In aquaculture, usually considered to be the maximum quantity of fish that any particular body of water can support over a long period without negative effects to the fish and to the environment.

ΦΕΡΟΥΣΑ ΙΚΑΝΟΤΗΤΑ: Η μέγιστη βιομάζα ενός ορισμένου είδους, την οποία είναι ικανό να δεχθεί ένα πεπερασμένο ενδιαίτημα επί ένα ορισμένο χρονικό διάστημα. Στην υδατοκαλλιέργεια, συνήθως θεωρείται ότι είναι η μέγιστη ποσότητα ψαριών που μπορεί να δεχθεί ένα ορισμένο σώμα νερού επί μεγάλη χρονική περίοδο, χωρίς αρνητικές επιδράσεις στα ψάρια και στο περιβάλλον.

capacidade de carga : A biomassa máxima de uma dada espécie que um habitat específico e limitado pode suportar durante um determinado intervalo de tempo. Em aquacultura, é normalmente considerada a quantidade máxima de peixe que um determinado volume de água pode suportar durante um período alargado sem efeitos negativos para os peixes e para o ambiente.

Was this helpful?
Vattenmassa som används för att ge fartyg erforderlig stabilitet när de lastas vid hamnar. Vattnet tas ombord genom speciella kärl som är belägna i fartygets skrov, för eller akter. Det beräknas att ungefär 12 miljarder ton barlastvatten transporteras globalt varje år. Ungefär 3000 olika fisk och skaldjurs patogener, parasiter, toxiska alger och mänskliga patogener förflytas genom barlastvatten.


ballast water: The water mass taken up by ships to balance their position while being loaded in harbours or while at sea. The water is taken on board in specially designed tanks distributed along the bottom, or located at the stern and aft of a ship. Several ship types have also top-wing tanks. It is estimated that about 12 billion tonnes of ballast water are annually transported intercontinentally. About 3000 fish and shellfish pathogens, parasites, toxic algae and human pathogens, many of which affect aquac

ΕΡΜΑ: Ποσότητα ύδατος η οποία χρησιμοποιείται στα πλοία ως αντίβαρο κατά τη φόρτωσή τους στα λιμάνια ή κατά τον πλου. Το νερό συσκευάζεται σε κατάλληλες δεξαμενές και τοποθετείται στον πάτο του πλοίου και προς την πρύμνη. Ορισμένα πλοία φέρουν ειδικές δεξαμενές για αυτό το σκοπό οι οποίες προεξέχουν στα πλευρά του σκάφους. Υπολογίζεται πως περίπου 12 δισεκατομμύρια τόνοι νερού το οποίο χρησιμοποιείται ως έρμα, μεταφέρεται ετησίως μεταξύ των ηπείρων. Μαζί με το νερό αυτό υπολογίζεται πως μεταφέρονται ε

água de lastro: O volume de água utilizado para equilibrar os navios enquanto são carregados nos portos ou quanto estão no mar. A água é colocada a bordo em tanques especialmente desenhados distribuídos ao longo do fundo, ou localizados à popa e proa do navio. Alguns tipos de navio têm também tanques nos flancos. Estima-se que cerca de 12 biliões de toneladas de água de lastro sejam transportadas anualmente em todo o mundo. Sabe-se que cerca de 3000 patogénes de peixes e moluscos, parasitas, algas tóxicas e pat

Was this helpful?
(1) Bland vilda blötdjur, kräftdjur och fiskar hänvisar den här termen till den plats där dessa organismer lever mellan larv- och adultstadiet. (2) Inom akvakulturer: ett odlingssystem somligger mellan kläckningen och uttagssteget.


nursery: (1) In wild molluscs, crustaceans and fish: refers to the site occupied by juveniles between the larval and adult stages. (2) In aquaculture: a farming system intermediate between the hatchery and grow-out stages.

ΝΗΠΙΟΤΡΟΦΕΙΟ: (1) Η περιοχή που συγκεντρώνονται τα νεαρά άτομα άγριων πληθυσμών μαλακίων, καρκινοειδών ή ψαριών μετά την προνυμφική και πριν την ενήλικη φάση. (2) Στη υδατοκαλλιέργεια (προπάχυνση): ενδιάμεσο σύστημα καλλιέργειας μεταξύ του εκκολαπτηρίου και της πάχυνσης

pré-engorda : (1) Nos moluscos, crustáceos e peixes selvagens: refere-se ao local ocupado pelos juvenis entre os estados larvar e adulto. (2) Em aquacultura: um sistema de cultura intermédio entre a maternidade e engorda.

Was this helpful?
Lägsta metaboliska aktiviteten som krävs för att bibehålla grundläggande livsprocesser. Den beskrivs och beräknas som mängden syre konsumerat per tidsenhet av ett djur med fastställd kroppsvikt, vid det postabsorbtiva vilostadiet (t.ex hos männsikor, 14-18 timmar efter intagandet av föda).


basal metabolic rate: The minimum metabolic rate required to maintain basic (vital) life processes, usually described and measured as the amount of oxygen consumed per unit of time by an animal of given body weight while at rest in the post-absorptive state (e.g. in humans 14-18 hours after ingestion of food)

ΒΑΣIΚΟΣ ΜΕΤΑΒΟΛIΚΟΣ ΡΥΘΜΟΣ (ή ΤΑΧΟΣ) (BMR): Ο ελάχιστος μεταβολικός ρυθμός που απαιτείται για την διατήρηση της ζωής. Συνήθως περιγράφεται και μετρείται ως η ποσότητα του οξυγόνου που καταναλώνεται ανά μονάδα χρόνου από ένα ζώο δεδομένου βάρους ενώ αναπαύεται μετά την χώνευση (π.χ. στον άνθρωπο 14-18 ώρες μετά την χώνευση).

taxa metabólica basal : A taxa metabólica mínima necessária para manter processos vitais básicos, normalmente descrita e medida pela quantidade de oxigénio consumido por unidade de tempo por um animal de determinado peso enquanto em descanso num estado pós absortivo (e.g. nos humanos 14 a 18 horas após a ingestão de alimento).

Was this helpful?
Se BASAL METABOLISM. ( Lägsta metaboliska aktiviteten som krävs för att bibehålla grundläggande livsprocesser. Den beskrivs och beräknas som mängden syre konsumerat per tidsenhet av ett djur med fastställd kroppsvikt, vid det postabsorbtiva vilostadiet (t.ex hos männsikor, 14-18 timmar efter intagandet av föda).


basal metabolism: The amount of oxygen consumed per unit of time by an animal of given body weight while at rest in the post-absorptive state (e.g. in humans 14-18 hours after ingestion of food)

ΒΑΣIΚΟΣ ΜΕΤΑΒΟΛIΣΜΟΣ: Ο ελάχιστος μεταβολικός ρυθμός που απαιτείται για την διατήρηση της ζωής. Συνήθως περιγράφεται και μετρείται ως η ποσότητα του οξυγόνου που καταναλώνεται ανά μονάδα χρόνου από ένα ζώο δεδομένου βάρους ενώ αναπαύεται μετά την χώνευση (π.χ. στον άνθρωπο 14-18 ώρες μετά την χώνευση).

metabolismo basal : A taxa metabólica mínima necessária para manter processos vitais básicos, normalmente descrita e medida pela quantidade de oxigénio consumido por unidade de tempo por um animal de determinado peso enquanto em descanso num estado pós absortivo (e.g. nos humanos 14 a 18 horas após a ingestão de alimento).

Was this helpful?
BMÅ (Bästa Miljöpraxis): Ett definierat miljömålsprotokoll som bör följas för att minimera interaktioner mellan akvakultur och andra aktiviteter. BMÅ behandlar aspekter såsom utsläppsgränser, utfodringsmetoder och -effektivitet, läkemedelshantering, bottenvändning för återhämtning av sjöbotten. BMÅ kan bestämmas av reglerande myndigheter och näringslivet enligt praxis. BMÅ utvecklas för de flesta akvakultursystemen och har ofta samband med BTT-krav (Bästa tillgängliga teknologi). Ett exempel är


best practicable environmental option: BEP (Best Environmental Practice): A defined environmental target protocol that should be followed to minimise interactions between aquaculture and other activities, covering aspects such as discharge limits, feeding methods and efficiency, management of therapeutics, fallowing to allow sea bed recovery. Can be defined by regulatory authorities and the industry in Codes of Practice. BEPs are being developed for most aquaculture systems and are often linked to BAT (Best Available Technology) requ

BEP (ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗΣ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ): Πρωτόκολλο το οποίο πρέπει να ακολουθείται με σκοπό την ελαχιστοποίηση των αλληλεπιδράσεων μεταξύ υδατοκαλλιεργειών και άλλων δραστηριοτήτων. Καλύπτει θέματα όπως μέγιστες συγκεντρώσεις αποβλήτων, μεθόδους τροφοδοσίας, διαχείριση θεραπευτικών, αγρανά- παυση με σκοπό την ανάκαμψη του βυθού κ.α. Είναι δυνατόν να καθορίζεται από εξουσιοδοτημένες αρχές και τη βιομηχανία. BEP έχουν αναπτυχθεί για τις περισσότερες μεθόδους καλλιέργειας και συνδέονται άμεσα με τις απαιτήσεις των BAT (Βέλτιστη Διαθέσιμη

melhor opção de práticas ambiental: BEP (Best Environmental Practice - Melhor Prática Ambiental): Um protocolo dirigido ao ambiente que deve ser seguido de modo a minimizar as interacções entre a aquacultura e outras actividades, cobrindo aspectos tais como os limites de descarga, métodos e eficiência alimentar, gestão de terapêuticos, recuperação do fundo marinho após aquacultura. Pode ser definido pelas autoridades reguladoras e pela indústria através de Códigos de Boas Práticas. Os BEP estão a ser desenvolvidos para a maioria d

Was this helpful?
BMT används av industrin tillsammans med BMP (Bästa miljöpraxis) som an acceptabel metod att kontrollera miljöpåverkan. Europeisk och internationell lag stödjer användandet av dessa begrepp i ett tvåhövdat angreppssätt för miljökontrol som använder miljökvalitetsmål. Vissa myndigheter lägger in krav på bästa miljöpraxis i sina tillstånd för att bedriva akvakultur.


best available technology (BAT): BATs are used by the industry in conjunction with BATNEECs (Best Available Technology Not Entailing Excessive Cost) as an acceptable method of controlling environmental impacts. European and international legislation supports the use of Best Environmental Practice/Best Available Techniques in a two-tier approach to environmental controls using Environmental Quality Standards. Some regulatory authorities incorporate in their aquaculture licence/permit/ consent procedures the requirement to use B

BAT (ΒΕΛΤΙΣΤΗ ΔΙΑΘΕΣΙΜΗ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ: Μεθοδολογία η οποία εφαρμόζεται από τη βιομηχανία με σκοπό τον έλεγχο των περι- βαλλοντικών επιπτώσεων μιας συγκεκριμένης δράσης χωρίς την υπερβολική αύξηση του κόστους της δράσης. Η ευρωπαϊκή αλλά και η διεθνής νομοθεσία υποστηρίζουν την εφαρμογή ενός πρωτοκόλλου δύο επιπέδων, αυτών της βέλτιστης Περιβαλλοντικής Πρακτικής/Βέλτιστης Διαθέσιμης Τεχνολογίας με σκοπό τον έλεγχο των επιπτώσεων με βάση τα διεθνή κριτήρια ποιότητας του περι- βάλλοντος. Οι αρχές ορισμένων κρατών, προκειμένου να ελαχιστ

melhor tecnologia disponível: As BATs são utilizadas pela indústria em conjunto com a Melhor Tecnologia Disponível que não Implique em Custos Excessivos (BATNEECs - Best Available Technology Not Entailing Excessive Cost) como um método aceitável para o controlo do impacte ambiental. A legislação europeia e internacional apoia a utilização das Melhores Praticas Ambientais/ Melhores Técnicas Disponíveis numa dupla abordagem ao controlo ambiental utilizando os Padrões de Qualidade Ambiental. Algumas autoridades reguladoras inco

Was this helpful?
Generell benämning som används för att beskriva en grupp föreningar (beläggningar eller målarfärger), som ofta innehåller metaller, som aplliceras på föremål och utrustning för att hindra djur, t.ex. havstulpaner, och alger att växa på dem; tributylten TBT (q.v.) är en vanlig förening som används på båtbottnar med denna syfte. Fast dessa föreningar har använts vid många situationer i akvatiska miljöer, så har man börjat reglera deras användning inom akvakultur på grund av skadliga effekter på


anti-fouling agent: A collective term used for that group of compounds (coatings or paints), often containing metals, which are applied to structures and equipment to prevent attachment of fouling organisms; examples include tributyl tin TBT which is commonly used in shipping. Though these compounds have been used in many aquatic situations, their use in aquaculture is now regulated because of detrimental effects on molluscs as well as their accumulation in finfish, when used to treat cage netting. Other anti-foul

ΜΟΡΑΒΙΑ: Γενικός όρος που χρησιμοποιείται για ομάδα ενώσεων (επιστρώματα ή βαφές), που συχνά περιέχουν μέταλλα. Η επάλειψη με αυτές εμποδίζει την προσκόλληση της μαλούπας (βλ.λ) σε κατα- σκευές και άλλο εξοπλισμό που βρίσκεται μέσα στη θάλασσα. Παράδειγμα είναι το TBT (βλ.λ) που χρησιμοποιείται συχνά στα πλοία. Μολονότι αυτές οι ενώσεις έχουν χρησιμοποιηθεί σε πολλές εφαρμογές, η χρήση τους στις υδατοκαλλιέργειες υπόκειται σε πολλές χώρες σε περιοριστικούς κανονισμούς (ή απαγορεύεται) λόγω των βλα

agente anti-vegetativo : Termo comum utilizado para o grupo de componentes (revestimentos ou pinturas), que muitas vezes contêm metais, que são aplicados em estruturas e equipamento para prevenir a fixação de inscrustações (q.v.); como exemplo refere-se o tributil estanho TBT (q.v.) que é normalmente utilizado em embarcações. Embora estes componentes tenham sido utilizados em muitas situações, o seu uso na aquacultura está agora regulamentado devido aos efeitos prejudiciais sobre os moluscos bem como devido à sua acumul

Was this helpful?
Mätning av djupet i ett hav eller sjö och studier av bottentopografi.


bathymetry: The measurement of ocean or lake depth and the study of floor topography.

ΒΑΘΥΜΕΤΡIΑ: Μέτρηση του βάθους μιας θαλάσσιας περιοχής ή μιας λίμνης και η μελέτη της τοπογραφίας του πυθμένα.

batimetria : A medição da profundidade de um oceano ou lago e o estudo da topografia do fundo.

Was this helpful?
Planktoniska organismer som lever i batypelagiska zonen (1000-2500 m)


bathypelagic plankton: Planktonic organisms living in the bathypelagic zone (1000 and 2500 m.)

Βαθυπελαγικό πλαγκτόν : Πλαγκτονικοί οργανισμοί οι οποίοι ζουν στην βαθυπελαγική ζώνη (1000-2500m)

plâncton batipelágico: Organismos planctónicos que vivem na zona batipelágica (1000 e 2500 m).

Was this helpful?
Skala för beskrivning av vindens påverkan på föremål vid jordytan. BEAUFORT-SKALAN: Vindstyrka utryckt numeriskt på en skala från 0 – 12. Inom parentes namnen som används till sjöss.

0. Lugnt (stiltje). Rök stiger nästan rätt upp. 0-0,2 m/s

1. Svag vind (nästan stiltje). Märkbar för känseln. 0,3-1,5 m/s

2. Svag vind (lätt bris). Lyfter en vimpel, sätter små löv i rörelse. 1,6-3,3 m/s

3. Måttlig vind (god bris). Sträcker en vimpel, sätter blad och tunna kvistar i oavbruten


Beaufort wind scale: Wind force scale expressed numerically from 1 - 12. 0. Calm. Calm, smoke rises vertically: 0 - 1 mph.1. Light air. Direction of wind shown by smoke drift but not by wind vanes: 1 - 3 mph. 2. Light breeze. Wind felt on face; leaves rustle; ordinary vane moved by wind: 4 - 7 mph. 3. Gentle breeze. Leaves and small twigs in constant motion; wind extends light flag: 8 - 12 mph. 4. Moderate breeze. Raised dust and loose paper; small branches are moved: 13 - 18 mph. 5. Fresh breeze. Small

ΜΠΟΦΟΡ ΚΛΙΜΑΚΑ ΑΝΕΜΟΥ: Κλίμακα έντασης του ανέμου η οποία εκφράζεται αριθμητικά από 1-12. 0. Νηνεμία, ο καπνός ανεβαίνει κατακόρυφα, 0-1 μίλι ανά ώρα 1. Υποπνέων άνεμος. Η κατεύθυνση του ανέμου γίνεται αντιληπτή από την παρέκκλιση του καπνού αλλά όχι από τους ανεμοδείκτες, 1-3 μίλια ανά ώρα. 2. Ασθενής άνεμος. Ο άνεμος γίνεται αισθητός στο πρόσωπο, τα φύλλα κινούνται, οι συνήθεις ανεμοδείκτες κινούνται από τον αέρα, 4-7 μίλια ανά ώρα. 3. Λεπτός άνεμος. Τα φύλλα και κλαδάκια σε συνεχή κίνηση, ο άνεμος κυματίζει την σ

escala de ventos Beaufort : ESCALA BEAUFORT DE VENTOS: Escala de força de ventos expressa numericamente de 0 – 12.

0. Calmo. Calmo, fumaça sobe verticalmente: 0 – 1 nós.

1. Aragem. Direcção do vento é indicada pela deriva da fumaça mas não pelos cata-ventos: 1 - 3 nós

.

2. Vento fraco. Vento sentido na face; sussurrar das folhas; cata-vento começa a girar: 4 - 7 nós.

3. Vento bonançoso. As folhas e pequenos ramos em permanente movimento; o vento estende pequenas bandeiras: 8 – 12 nós.

4. Vento

Was this helpful?
Enhet för radioaktivitet. 1 Bq= 1 radioaktivt sönderfall per sekund. 1 Bq= 27 x 10 12 Ci.


becquerel: Unit of radioactivity 1 Bq= 1 radioactive disintegration per second. 1 Bq= 27 x 1012 Ci.

ΜΠΕΚΕΡΕΛ (Βq): Μονάδα ραδιενέργειας 1Βq= 1 ραδιενεργός διάσπαση ανά δευτερόλεπτο. 1Βq=27x102 Ci.

becquerel : Unidade de radioactividade 1 Bq = 1 desintegração radioactiva por segundo. 1 Bq = 27 x 10 12 Ci.

Was this helpful?
En process där man försöker optimera planneringstadiet och den framtida regleringen av stora verksamheter genom att göra en bedömning om projektets troliga effekter på miljön. Denna utvärderingsprocess upprättas i samråd med länsstyrelsen, andra myndigheter och enskilda intressenter.


environmental impact assessment: A procedure for optimizing the planning and control of major development projects by assessing the likely impacts. This evaluation process is usually carried out by three parties, the Developer, the Public Authorities and the Planning Authorities.

ΕΚΤIΜΗΣΗ ΠΕΡIΒΑΛΛΟΝΤIΚΩΝ ΕΠIΠΤΩΣΕΩΝ: Διαδικασία που αποβλέπει στη βελτιστοποίηση του σχεδιασμού και του ελέγχου των μεγάλων αναπτυξιακών έργων, με την εκτίμηση των πιθανών επιπτώσεων. Στην εκτίμηση αυτή συμμετέχουν κατά κανόνα τρείς φορείς : ο κύριος του έργου, οι αρμόδιες αρχές και το ενδιαφερόμενο κοινό.

avaliação de impacte ambiental: Um procedimento para optimizar o planeamento e controlo de grandes projectos de desenvolvimento através da avaliação de possíveis impactos. Este processo de avaliação é normalmente levado a cabo por três entidades, o técnico de desenvolvimento, as autoridades públicas e de planeamento.

Was this helpful?
Föreningen av två gameter för att skapa en zygot.


fertilisation (sexual): The union of two gametes to form a zygote.

ΓΟΝIΜΟΠΟIΗΣΗ: Ενωση δύο γαμετών προς σχηματισμό ζυγώτη.

fertilização (sexual) : A união de dois gâmetas para formar um zigoto.

Was this helpful?
En miljöfaktor eller grupp av faktorer som finns närvarande på en ej optimal nivå och därför hindrar organismen att nå sin fulla biologiska potential.


limiting factor: Any environmental factor, or group of related factors, which exists at suboptimal level and thereby prevents an organism from reaching its full biotic potential.

ΠΕΡΙΟΡΙΣΤΙΚΟΣ ΠΑΡΑΓΩΝ : Περιβαλλοντικός, σε επίπεδα κάτω από το άριστο και γιαυτό εμποδίζουν έναν οργανισμό να φθάσει στο πλήρες βιοτικό του δυναμικό.

factor limitante : Qualquer factor ambiental, ou grupo de factores relacionados, que existe ao nível suboptimo e por conseguinte impede um organismo de atingir o seu total potencial biótico.

Was this helpful?
(1) Medicinsk behandling av sjukdom eller störning. (2) Korrigera obalans i miljön (exempelvis kalkning av sur sjö, m.m.)


treatment: (1) The medical management of a disease or disorder as a whole. (2) Correcting an environmental imbalance (e.g pond liming, wastewater purification).

ΘΕΡΑΠΕIΑ: (1) Iατρική αγωγή για την θεραπεία μιας ασθένειας ή μιας διαταραχής . (2) ΕΠΕΞΕΡΓΑΣIΑ : Διόρθωση μιας περιβαλλοντικής ανισορροπίας (με π.χ. ασβέστωση υδατοδεξαμενών, καθαρισμό αποβλήτων)

tratamento : (1) O trato médico de uma doença ou indisposição no seu todo. (2) Correcção de um desiquilíbrio ambiental (e.g. tratamento de reservatórios com cal, purificação de águas residuais.

Was this helpful?
Allmänn benämning åt fiskar som tillhör gruppen Teleostei.


bony fishes: Popular name for teleost fishes.

ΟΣΤΕΪΧΘΥΕΣ: Bony fish είναι στα αγγλικά το λαïκό όνομα των Τελεόστεων και γενικά των ψαριών που δεν είναι χονδριχθύες, είναι αγγλική μετάφραση του εξαγγλισμένου ελληνικού όρου οστεïχθυες.

peixes ósseos: Nome popular para os peixes teleósteos.

Was this helpful?
Hänför sig till bottenterränget hos vattenmassor; beskriver den del av akvatiska miljön där organismer lever på eller i bottensedimentet.


benthic: Pertaining to the bottom terrain of water bodies; describing the portion of the aquatic environment inhabited by organisms that live on or in the sediment.

ΒΕΝΘIΚΟΣ: Ο αναφερόμενος στο έδαφος του βυθού θαλασσών, λιμνών ή ποταμών. Περιγράφει το τμήμα του υδατικού περιβαλλοντος, το οποίο κατοικείται από οργανισμούς που ζουν πάνω ή μέσα στα ιζήματα.

bentónico : Pertencente ao fundo das massas de água; descreve a parte do ambiente aquático habitado por organismos que vivem sobre ou nos sedimentos.

Was this helpful?
Djur som lever på eller nära botten i en vattenmassa.


benthic (benthonic) fauna: Animals living on or near the bottom of a body of water.

ΒΕΝΘIΚΗ ΠΑΝIΔΑ: Οργανισμοί που ζουν πάνω, μέσα ή κοντά στον βυθό, ή σε στενή σχέση με αυτόν.

fauna bêntica (bentónica) : Animais que vivem no fundo ou perto do fundo de uma massa de água.

Was this helpful?
Organism som livnär sig på bentoset.


benthophagous: Organism that feeds on the benthos.

ΒΕΝΘΟΦΑΓΟΣ: Οργανισμός τρεφόμενος με βένθος.

bentofágico : Organismo que se alimenta do bentos

Was this helpful?
Organismer som lever i eller på bottensedimentet i akvatiska miljöer; jfr. meiobentos, epibentos, makrobentos.


benthos: Organisms that live on or in the sediment in aquatic environments.

ΒΕΝΘΟΣ: Οι οργανισμοί που ζουν πάνω ή μέσα στα ιζήματα ενός υδατικού περιβάλλοντος, πρβλ. μειοβένθος,μακροβένθος, επιβένθος.

bentos : Organismos que vivem sobre ou nos sedimentos de ambientes aquáticos ; cf. meiobentos, epibentos, macrobentos.

Was this helpful?
Process där man ökar eller förhöjer en beståndsdel eller egenskap, särskild genom tillsättningen av vissa ämnen. Inom akvakulturen finns det två huvudanvändnigar: (a) tillsättning av nödvändiga vitaminer och mineraler till fiskföda, för att ersätta de ämnen som förloras i fiskmjölsproduktionen och malningsprocessen. (b) tillsättning av organisk material och näringsämnen, syftar till utsläppet av organiska näringsämen från akvakulturer till vattenmassor.


enrichment: The process of increasing or enhancing some constituent or property, particularly through the addition of certain materials. In aquaculture there are two main usages: (a) the addition of necessary vitamins and minerals to formulated fish diets, to replace those nutrients that may be lost in fishmeal processing and milling and (b) organic or nutrient enrichment, referring to the discharges of organic nutrients to water bodies from aquaculture units.

ΕΜΠΛΟΥΤIΣΜΟΣ: Η αύξηση ή βελτίωση ενός συστατικού ή μιάς ιδιότητας, ιδίως με την προσθήκη ορισμένων υλικών. Στην υδατο- καλλιέργεια, ο όρος έχει δύο σημασίες: (α) προσθήκη των απαραίτητων βιταμινών και μεταλλικών στοιχείων στις βιομηχανικές τροφές, για την υποκατάσταση των θρεπτικών στοιχείων που πιθανώς χάνονται κατά την επεξεργασία των ιχθυαλεύρων, και (β) οργανικός ή θρεπτικός εμπλουτισμός που αναφέρεται στη ρίψη οργανικών θρεπτικών υλικών από μονάδες ιχθυοκαλλιέργειας σε υδατοσυλλογές.

enriquecimento : O processo de aumentar ou melhorar algum constituinte ou propriedade através da adição de certos materiais. Em aquacultura há dois tratamentos principais: (a) a adição às dietas de vitaminas e minerais necessários, de modo a substituir os nutrientes que possam ter sido perdidos no processamento do alimento artificial e (b) enriquecimento, orgânico ou por nutrientes, das águas, devido a descargas de nutrientes orgânicos provenientes das unidades de aquacultura.

Was this helpful?
Typ av ätande där djur konsumerar alger eller växter genom att beta av hela volymen som växer.


grazing: A form of feeding in which animals consume algae or plants by cropping the entire volume or surface growth.

Βοσκή : Μια μορφή διατροφής, κατά την οποία τα ζώα καταναλώνουν φύκη ή φυτά συλλέγοντας ολόκληρο τον όγκο ή την επιφανειακή βλάστηση.

pasto/pastagem: Uma forma de alimentação em que os animais consomem algas ou plantas comendo a totalidade ou a superfície crescida.

Was this helpful?
(1) Bevarande metoder med målet att bevara hotade djur eller miljöer i sitt naturliga tillstånd. (2) Inom mat. Metod för att förlänga hållbarheten. (3) Kemisk fixering av biologiskt material (t.ex. genom formailin behandling).


preservation: (1) Conservation practices aimed at preserving disappearing species of organisms, or selected areas, in their natural state. (2) In food, cf. perishability (3) Chemical fixation of biological sample material (e.g. by formalin).

ΔIΑΤΗΡΗΣΗ: (1)Μέθοδος που στοχεύει στην διατήρηση ειδών που απειλούνται με εξαφάνιση ή επιλεγμένων περιοχών στην φυσική τους κατάσταση. (2) στα τροφιμα: πρβλ ΑΛΛΟIΩΣIΜΟΤΗΤΑ (3)ΣΥΝΤΗΡΗΣΗ: Χημκή μονιμοποίηση υλικού βιολογικών δειγμάτων (π.χ. με φορμόλη).

preservação : (1) Práticas de conservação com o objectivo de preservar, no seu estado natural, espécies de organismos ou áreas seleccionadas em risco de desaparecer. (2) Na alimentação, cf. morte. (3) Fixação química de uma amostra de material biológico (e.g. pela formalina).

Was this helpful?
(Statistik) Spridningen av data som har två "modes", två värden med högst frekvens.


bimodal distribution: (Statistics) A distribution of data which has two modes.

ΔIΚΟΡΥΦΗ ΚΑΤΑΝΟΜΗ: (Στατιστική). Κατανομή τιμών, στην οποία υπάρχουν δύο κορυφές.

distribuição bimodal : (Estatística) Uma distribuição de dados que tem dois modos.

Was this helpful?
Matematisk sannolikhetfördelning, som används när man räknar antalet gånger en viss intressant händelse A inträffar då ett försök upprepas flera gånger; används som model när en individ i ett stickprov kan uppvisa en karaktär i två olika tillstånd.


binomial distribution: A mathematical distribution, each value of which gives the probability that a particular event will occur, that event having a constant probability of occurrence from test to test; used as a model when each individual in a sample may exhibit a character in either of two alternative states.

Διωνυμική κατανομη: Μια μαθηματική κατανομή, κάθε τιμή της οποίας εκφράζει την πιθανότητα εμφάνισης ενός συγκεκριμένου γεγονότος, το γεγονός έχει μια συνεχή πιθανότητα εμφάνισης από δοκιμή σε δοκιμή: χρησιμοποιείται σαν μοντέλο όταν κάθε άτομο σε ένα δείγμα μπορεί να παρουσιάσει ένα χαρακτήρα σε οποιαδήποτε εκ των δυο εναλλακτικών καταστάσεων.

distribuição binómial: Distribuição matemática, onde cada valor é a probabilidade de ocorrência de um acontecimento específico, tendo esse acontecimento uma probabilidade constante de ocorrência de teste para teste; utilizado como um modelo em que cada indivíduo numa amostra pode exibir uma característica em cada um de dois estados alternativos.

Was this helpful?
Processen genom vilken en kemikalie, t.ex kadmium, förekommer i högre koncentration i en organism, organ eller vävnad än koncentrationen utanför i miljön eller födan. jfr. biological magnification.


bioaccumulation: The process whereby a chemical, for example, cadmium, is concentrated in an organism, organ or tissue at a concentration higher than that found in the environment or food..

ΒIΟΣΥΣΣΩΡΕΥΣΗ: Διεργασία κατά την οποία μια χημική ουσία συγκεντρώνεται σε έναν οργανισμό, όργανο ή ιστό σε συγκέντρωση υψηλότερη από αυτή που συναντάται στο περιβάλλον ή στην τροφή (Βλ. βιομεγέθυνση).

bioacumulação : O processo em que um químico, por exemplo, cádmio, se encontra concentrado num organismo, orgão ou tecido numa concentração mais elevada do que a encontrada no ambiente ou alimento; cf. Amplificação biológica.

Was this helpful?
Definition på samhället eller samlingen av organismer som lever i en biotop och som utesluter fysiska aspekter av ekosystemet. Exakt definierat så inkluderas bara flora-fauna samlingarna i ett habitat.


biocoenosis: A community or natural assemblage of organisms inhabiting a biotope, specifically excluding physical aspects of the ecosystem. Strictly defined it includes only the flora-fauna assemblages in a given habitat.

ΒIΟΚΟIΝΟΤΗΤΑ (ΒIΟΚΟIΝΩΝIΑ): Κοινότητα ζώντων οργανισμών που ζούν σε έναν βιότοπο, ( ένα συγκεκριμένο φυσικό-χημικό περιβάλλον). Υπό την στενή έννοια, ο ορισμός περιλαμβάνει μόνο τις κοινότητες πανίδας-χλωρίδας σε ένα δεδομένο ενδιαίτημα.

biocenose: Uma comunidade ou associação natural de organismos que habitam um biótopo, excluindo espicificamente os aspectos físicos do ecossistema. Definido com precisão inclui apenas as associações de flora-fauna num dado habitat.

Was this helpful?
Kemikalie som är dödligt för levande organimser.


biocide: A chemical that is lethal to living organisms.

ΒIΟΚΤΟΝΟ: Χημικό, θανατηφόρο για τους ζωντανούς οργανισμούς.

biocida : Um químico que é letal para organismos vivos.

Was this helpful?
Hänför sig till variationen hos biologiska enheter som t.ex antalet eller fördelning av arter, gener eller samhällen i ett visst område. Arters fördelning kan mätas genom att använda olika matematiska funktioner (t.ex Shannon-Weiner index, osv). Biodiversitet kan mätas på habitatsnivå (alphadiversitet) eller mellan habitater i ett region (betadiversitet).


biodiversity: Pertaining to the variation of biological entities such as the number or distribution of species, genes, or communities in a particular area. Distribution of species can be measured using different mathematical functions (e.g. Shannon-Weiner index, etc.). Biodiversity can be measured at the level of the habitat (alpha-diversity) or between habitats within a region (beta-diversity).

Βιοποικιλότητα : Αναφέρεται στη ποικιλία των βιολογικών οντοτήτων, όπως ο αριθμός ή η κατανομή των ειδών, των γονιδίων, η των κοινωνιών σε μια συγκεκριμένη περιοχή. Η κατανομή των ειδών μπορεί να μετρηθεί με την χρήση μαθηματικών συναρτήσεων ( δείκτης Shannon-Weiner, κ.τ.λ) Η βιοποικιλότητα μπορεί να μετρηθεί στο επίπεδο του οικιστή (α-ποικιλότητα) ή μεταξύ των οικιστών σε μια περιοχή (β-ποικιλότητα).

biodiversidade: Refere-se à variação de seres biológicos tal como o número ou distribuição das espécies, genes, ou comunidades numa área particular.A distribuição de espécies pode ser medida utilizando diferentes funções matemáticas (e.g. Índice Shannon-Weiner, etc.). A biodiversidade pode ser medida ao nível do habitat (diversidade alfa) ou entre habitats dentro de uma região (diversidade beta).

Was this helpful?
Beståndsdel i rengöringsenheten av ett kultursystem, där avlägsnandet av organiskt material sker och upplösta biprodukter omsättes (främst genom oxidation) till följd av mikrobiell aktivitet. Viktigaste processerna är nedbrytningen av organiska ämnen av heterotrofa bakterier och oxideringen av kväve, via nitrit, till nitrat (tvåstegs kvävefixering).


biofilter: A component of the treatment units of a culture system in which the removal of organic matter takes place and dissolved metabolic byproducts are converted (mainly oxidized) as a result of micro-biological activity. The most important processes are the degradation of organics by heterotrophic bacteria and the oxidation of ammonia via nitrite to nitrate (two-step nitrification).

ΒIΟΗΘΜΟΣ ή ΒIΟΦIΛΤΡΟ: Μέρος μιας μονάδας κατεργασίας σε ένα σύστημα καλλιέργειας, στο οποίο πραγματοποιείται η απομάκρυνση του οργανικού υλικού και η μετατροπή (οξείδωση) με την βοηθεια μικροοργανισμών των προίόντων του μεταβολισμού, τα διαλυμένα μεταβολικά υποπροïόντα, ως αποτέλεσμα της μικροβιακής δραστηριότητας. Η σημαντικότερη διεργασία είναι η αποδόμηση των οργανικών υλικών από ετεροτροφικά βακτήρια και η οξείδωση της αμμωνίας σε νιτρώδη και των νιτρωδών σε νιτρικά (δύο βήματα νιτροποίησης).

biofiltro : Um componente das unidades de tratamento de um sistema de cultura onde se realiza a remoção de matéria orgânica e onde os produtos metabólicos dissolvidos são convertidos (principalmente oxidados) como resultado de actividade microbiológica. Os processos mais importantes são a degradação de matéria orgânica por bactérias heterotróficas e a oxidação do amónia via nitritos a nitratos (nitrificação em duas fases).

Was this helpful?
Cirkulation av olika komponent mellan atmosfären, geosfären, hydrosfären och biosfären.


biogeochemical cycle: The circulation of components between the atmosphere, geosphere, hydrosphere, and biosphere.

Βιογεωχημικός κύκλος : Η κυκλοφορία συστατικών μεταξύ της ατμόσφαιρας, της γεώσφαιρας και της βιόσφαιρας.

ciclo biogeoquímico: Circulação de componentes entre a atmosfera, geoesfera, hidroesfera e bioesfera.

Was this helpful?
Syremängden som konsumeras av respiratoriska processer hos bakterier. Kan också syfta på processen där organiska ämnen oxideras i ett vattenprov som hålls i mörker och vid en konstant temperatur. Bestämningar av BOD görs på 5-dagars inkubationer vid 200. Man ska alltid vara noga med att uppge om ett vattenprov har filtrerats (löslig BOD) eller inte (total BOD).


biochemical oxyegen demand (BOD): The amount of oxygen consumed by respiratory processes of bacteria and the oxidation of organic material which measured in a water sample maintained in darkness at a specified temperature for a specified amount of time. Standard BOD determinations are for 5-day incubations at 200C (BOD 5). It should always be stated whether a water sample has been filtered (soluble BOD) or not (total BOD). The biochemical oxygen demand is often wrongly reported as biological oxygen demand. Nitrifyin

ΒIΟΧΗΜIΚΩΣ ΑΠΑIΤΟΥΜΕΝΟ ΟΞΥΓΟΝΟ (ΒOD): Η ποσότητα του οξυγόνου που καταναλώνεται από την διεργασία της αναπνοής των βακτηρίων και της οξείδωσης οργανικής ύλης, η οποία μετράται σε ένα δείγμα νερού που επωάζεται στο σκοτάδι και σε συγκεκριμένη θερμοκρασία επί ένα δεδομένο χρονικό διάστημα. Ο τυπικός προσδιορισμός ΒOD γίνεται με επώαση 5 ημερών στους 200C (ΒOD 5). Θα πρέπει πάντα να αναφέρεται εάν το δείγμα του νερού έχει διηθηθεί (ΒOD διαλυτών) ή όχι (ολικό ΒOD). Η βιοχημική απαίτηση οξυγόνου συχνά αναφέρεται λανθασμένα ως

exigência bioquímica de oxigénio (BOD): A quantidade de oxigénio consumido pelo processo respiratório das bactérias e pela oxidação de matéria orgânica medida numa amostra de água mantida na escuridão a uma determinada temperatura durante um período de tempo específico. As determinações padrão de BOD são para incubações de 5 dias a 200 C (BOD 5). Deve ser sempre declarado se a amostra de água foi filtrada (BOD solúvel) ou não (BOD total). A exigência bioquímica de oxigénio é muitas vezes mal referida como exigência biológic

Was this helpful?
Måttet på den grad som en förening (vanligtvis en xenobiot), närvarande i en akvatiskt miljö, ackumuleras i biomassan av organismer (t. ex alger) som lever i den miljön. Bjfr = Co/Cw där Co = koncentrationen av föreningen i organismerna, och Cw är koncentrationen av föreningen i vattnet.


bioconcentration factor (BCF): A measure of the degree to which a compound (commonly a xenobiotic), present in an aquatic environment, is accumulated in the biomass of organisms (e.g. algae) living in that environment. BCF = Co/Cw where Co = concentration of the compound in the organisms, and Cw is the concentration of the compound in the water.

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΗΣ ΒΙΟΕΜΠΛΟΥΤΙΣΜΟΥ: Μέτρο του βαθμού στον οποίο ένα συστατικό (συνήθως ξενοβιοτικό), το οποίο είναι παρόν σε ένα υδάτινο περιβάλλον, συσσωρεύεται στην βιομάζα των οργανισμών (π.χ. φύκη) που ζουν στο περιβάλλον. BCF=Co/Cw, όπου Co= η συγκέντρωση του συστατικού στους οργανισμούς και Cw= η συγκέντρωση του συστατικού στο νερό.

factor de bioconcentração (BCF) : A medição do grau em que um composto (normalmente um xenobiótico), presente num ambiente aquático, está acumulado na biomassa dos organismos (e.g. Algas) que habitam nesse ambiente. BCF = Co/Cw onde Co = concentração do composto nos organismos e Cw é a concentração do composto na água.

Was this helpful?
Förhållandet mellan produktiviteten hos en organism eller population och energin som används.


biological efficiency: The ratio of the productivity of an organisation or population to the energy consumed.

Βιολογική απόδοση : Ο λόγος της παραγωγικότητας ενός οργανισμού ή ενός πληθυσμού προς την ενέργεια που καταναλώνει αυτός.

eficiência biológica: O razão entre a produtividade de uma organização ou população relativamente à energia consumida.

Was this helpful?
Mekanism där beteenden och fysiologiska mönster är styrda genom exogena faktorer och reglerade genom interna mekanismer.


biological clock: A mechanism by which behavioural and physiological patterns of an organism are governed by exogenous factors and regulated by internal mechanisms.

ΒIΟΛΟΓIΚΟ ΡΟΛΟΪ: Μηχανισμός με τον οποίο ηθολογικά και φυσιολογικά πρότυπα ενός οργανισμού ελέγχονται από εξωγενείς παράγοντες και ρυθμίζονται από εσωτερικούς μηχανισμούς.

relógio biológico : Um mecanismo pelo qual os padrões comportamentais e fisiológicos de um organismo são controlados por factores exógenos e regulados por mecanismos internos.

Was this helpful?
Avlägsnandet av föroreningar i miljön genom levande organismer som upptar och omvandlar dessa ämnen.


bioremediation: Removal of environmental pollutants by means of uptake and transformation by living organisms.

Βιοθεραπεία: Αποκομιδή των περιβαλλοντικών ρυπαντών από ζωντανούς οργανισμούς.

bioremediação: Remoção de poluentes ambientais por meio de ingestão e transformação por organismos vivos.

Was this helpful?
Biogenisk gift, som vanligtvis angriper poroteiner.


biotoxin (toxin): A biogenic poison, usually proteinaceous.

Βιοτοξίνη (τοξίνη) : Βιογενετικό δηλητήριο, συνήθως πρωτεϊνικό.

biotoxinas: Um veneno biogenético, usualmente proteico.

Was this helpful?
Nedbrytningsbar genom naturliga processer.


biodegradable: Capable of being decomposed by natural processes.

ΒIΟΔIΑΣΠΑΣIΜΟΣ (Βιοαποκοδομήσιμες): Iκανός να διασπασθεί μεσω ισολογικών διεργασιών.

biodegradável : Susceptível de ser decomposto por processos naturais.

Was this helpful?
Ljus som produceras av levande organismer (t.ex plankton och fiskar). Denna egenskap har haft en mer omfattande utveckling hos organimser som lever i djupare vatten (t.ex blåkäxa). Bioluminescens uppkommer ifrån (a) självlysande bakterier som lever i ett symbiotiskt förhållandet med fisken, eller (b) med hjälp av fotoforer. Bioluminescens kan agera som uppvaktningsbeteende eller som lockbete för att fånga byte.


bioluminescence: Light produced by living organisms (e.g. plankton and fishes). It is most extensively developed in midwater and bottom- dwelling deep sea species (e.g. lantern fishes). It arises from (a) luminous bacteria living on the fish in a symbiotic relationship or (b) from phot