AMC LIMITED

Greek (GR)

Α

H μηχανική μείξη αέρα και νερού. Γενικά αναφέρεται στη διεργασία με την οποία τα αέρια που περιέχονται στον ατμοσφαιρικό αέρα, μεταφέρονται μέσω της διεπιφάνειας αέρα-υγρού στο υγρό. (σε αντιδιαστολή με την αποκλειστική μεταφορά οξυγόνου γιά την οποία βλ.λ. Oξυγόνωση).


aeration: The mechanical mixing of air and water; this generally refers to a process by which gases contained in air are transferred across the air-liquid interface (in contrast to the transfer of oxygen alone).

arejamento : A mistura mecânica de ar e água, geralmente refere-se a um processo através do qual os gases contidos no ar são transferidos através da interface ar-liquído (em contraste com a transferência apenas de oxigénio); cf. Oxigenação.

luftning: Mekanisk omblandning av luft och vatten; det benämner generellt den process där luftens gaser transporteras över från luft till vätska (till skillnad från trasport av enbart syre); se vidare syresättning.

Was this helpful?
(1) H κατάσταση ή η διεργασία κατά την οποία το αέριο οξυγόνο είναι παρόν ή απαιτούμενο (πρβλ. μεταβολισμός). 2) Στην μικροβιολογία όρος του Pasteur, για τους μικροοργανισμούς οι οποίοι αναπτύσσονται μόνο παρουσία αερίου οξυγόνου. Eκείνοι που αναπτύσσονται χωρίς αυτό ονομάζονται αναερόβιοι.


aerobic: (1) A condition or process where gaseous oxygen is present or required. (2) In microbiology: Pasteurs term for micro-organisms which grow only in the presence of gaseous oxygen; those which grow without it are anaerobic.

aeróbico : (1) Uma condição ou processo em que o oxigénio está presente ou é necessário; cf. Metabolismo. (2) Em microbiologia: termo utilizado por Pasteur para um micro-organismo que crescem apenas na presença de oxigénio; os que crescem na ausência de oxigénio são anaeróbicos.

aerob: (1) Ett tillstånd eller process där syrgas finns närvarande eller krävs; se vidare metabolism. (2) I mikrobiologi: Pasteurs benämning på mikroorganismer som växer enbart i närvaro av syrgas; de som växer utan är anaeroba.

Was this helpful?
Eναποθέσεις υλικού από τον αέρα, όπως θίνες (αμμόλοφοι) και εναποθέσεις λαµς (ασβεστιτικός πηλός).


aeolian depostis: Wind-deposited material such as dune sands and loess deposits.

depósitos eólicos: Materiais depositados pelo vento tais como areias dunares e depósitos de loess (periglaciais).

eolisk avlagring: Avlagring vilken transporterats med vindens hjälp till den plats där den nu finns.

Was this helpful?
Ζώο που τρέφεται με πολύ μικρά τεμαχίδια που φιλτράρει από το νερό μέσα στο οποίο ζει. Πολλά απο τα καλλιεργούμενα δίθυρα (μύδια, στρείδια) είναι διηθηματοφάγα, καθώς επίσης και ορισμένα προνυμφικά στάδια των καρκινοειδών.


suspension feeder: Animal that feeds by filtering minute particles from the water in which it lives. Many reared bivalve molluscs are filter feeders (mussels, oysters, etc.) as are certain larval stages of cultured crustaceans.

suspensívoro : Animal que se alimenta pela filtração de partículas minúsculas da água em que vive. Muitos moluscos bivalves são filtradores (mexilhões, ostras, etc.) assim como certos estados larvares de crustáceos cultivados.

filtrerare: Djur som lever av att filtrera småpartiklar från vattnet de lever i. Många odlade mollusker är filtrerare (musslor, ostron, etc.) liksom vissa larvstadier hos odlade skaldjur.

Was this helpful?
Αναφέρεται σε μή ζώντα περιβάλλοντα, ουσίες, παράγοντες.


abiotic : Refers to non-living substances, factors, environments.

abiótico : Refere-se a substâncias, factores e ambientes não vivos.

abiotisk: Syftar på icke-levande substanser, faktorer och miljöer

Was this helpful?
Μια επίπεδη περιοχή του βυθού των ωκεανών μεγάλου βάθους πέρα από την ηπειρωτική κατωφέρεια και την ηπειρωτική ανύψωση


abyssal plain: A flat area of the deep ocean floor beyond the continental slope and continental rise.

planicie abissal: Área plana do fundo oceânico para além do talude e elevações continentais.

djuphavsslätt: Djuphavsslätten. Plan område som sträcker sig vidare från kontinentaranden och kontinentalsluttningen.

Was this helpful?
Οργανισμοί που ζουν πάνω ή μέσα στα ιζήματα της αβύσσου.


abyssobenthic: A flat area of the deep ocean floor beyond the continental slope and continental rise.

abissobentónicos: Organismos que vivem sobre ou nos sedimentos do fundo abissal.

djuphavsbotten: Djuphavsslätten. Plan område som sträcker sig vidare från kontinentaranden och kontinentalsluttningen.

Was this helpful?
Πελαγικοί οργανισμοί οι οποίοι ζουν σε βάθη μεγαλύτερα των 3000 μέτρων.


abyssopelagic: Pelagic organisms living at water depths greater than 3000 metres.

abissopelágicos: Organismos pelágicos que vivem a profundidades superiores a 3000 metros.

djuphavspelagial: Pelagiska organismer som lever under 3000 meters djup.

Was this helpful?
Ο βυθός των βαθειών θαλασσών, όπου το βάθος είναι μεγαλύτερο από 2.000 μέτρα. Αντιπροσωπεύει έναν από τους σταθερότερους θαλάσσιους βιοχώρους, με θερμοκρασία μεταξύ 00 και 20 C.


abyss : The bottom of the deep oceans, with a depth greater than 2000 metres, representing one of the most constant marine biomes, with temperature between 02 and 22 C.

abissal : O fundo do oceano profundo, com um profundidade superior a 2000 metros, representa um dos biomas marinhos mais constantes, com uma temperatura entre 00 e 20 C

djuphav: Djuphavens botten, på djup över 2000 meter, representerar ett av de mest konstanta marina biomen, med temperaturer mellan 00 och 20 C.

Was this helpful?
H κοινωνική αλληλεπίδραση μεταξύ μελών ενός είδους, η οποία εμπεριέχει επίθεση ή απειλή και συμβιβασμό ή υποχώρηση.


agonistic behaviour: The social interaction between members of a species, involving aggression, or threat and conciliation, or retreat.

comportamento agonístico : A interacção social entre membros de uma espécie, envolvendo agressão ou ameaça e conciliação ou retirada.

agonistikt beteende: Den sociala interaktion mellan artfränder som involverar aggression, eller hot och försoning, eller flykt.

Was this helpful?
Iδιότητα ενός ηλεκτρικού αγωγού (π.χ. ενός μέσου). Η αγωγιμότητα ορίζεται ως το πηλίκον του ηλεκτρικού ρεύματος ανά μονάδα επιφάνειας προς την μείωση της διαφοράς δυναμικού ανά μονάδα μήκους. Η αγωγιμότητα του ύδατος παρουσιάζει σημαντικές διακυμάνσεις ανάλογα με την συγκέντρωση ιόντων. Η ιδιότητα αυτή καθορίζει την αποτελεσματικότητα της αλιείας με ηλεκτρισμό, η οποία καθίσταται αδύνατη σε πολύ χαμηλή αγωγιμότητα.


conductivity: A property of an electrical conductor (e.g. a medium) defined as the electrical current per unit area divided by the voltage drop per unit length. The conductivity of water can vary considerably depending on ion concentration. This property determines the effectiveness of electrofishing which may not be possible at very low conductivity.

condutibilidade : Uma propriedade de um condutor eléctrico (e.g. um meio) definida como a corrente eléctrica por unidade de área dividida pela queda de tensão por unidade de comprimento. A condutividade da água pode variar consideravelmente dependendo da concentração de iões. Esta propriedade determina a eficácia da pesca eléctrica a qual pode não ser possível com muito baixa condutividade.

ledningsförmåga: Egenskap hos en elektrisk ledare (t. ex ett medium) som definieras som elektriska strömmen per ytenhet delad genom spänningsfallet per längdenhet. Ledningsförmågan hos vatten kan variera avsevärt beroende på jonkoncentrationen. Denna egenskap bestämmer effektiviteteten av elektrofiske, ett metod som kanske inte kan användas vid låg ledningsförmåga.

Was this helpful?
Το βάθος των ωκεανών το οποίο είναι μικρότερο από 6000 m.


hadal zone: The ocean depths below 6000 m.

zona hadal: Profundidades oceânicas abaixo dos 6000 m.

hadala regionen: Havsdjup under 6000m.

Was this helpful?
Η διαχείριση και διατήρηση των φυσικών πόρων καθώς και ο τεχνολογικός και ιδρυματικός προσανατολισμός με τρόπο ώστε να είναι η δυνατή η ικανοποίηση των ανθρώπινων αναγκών για τις τωρινές και τις μελλοντικές γενιές. Αυτή η αειφόρος ανάπτυξη (στον τομέα της γεωργίας, της δασοπονίας και της αλιείας) έχει σαν αποτέλεσμα την διατήρηση του φυσικού πλούτου (γης, υδάτων, φυτών και ζώων) καθώς και την αποφυγή της υποβάθμισης αυτού του πλούτου με τρόπο ο οποίος είναι τεχνικά, οικονομικά και κοινωνικά αποδ


sustainable development: The management and conservation of the natural resource base and the orientation of technological and institutional change in such a manner as to ensure the attainment and continued satisfaction of human needs for present and future generations. Such sustainable development (in the agriculture, forestry and fisheries sectors) conserves land, water, plant and animal genetic resources, is environmentally non-degrading, technically appropriate, economically viable and socially acceptable.

desenvolvimento sustentável: A gestão e conservação dos recursos naturais e a orientação das mudanças ambientais e tecnológicas de modo a assegurar a obtenção e continua satisfação das necessidades humanas para as gerações presentes e futuras. Tal desenvolvimento sustentável (nos sectores da agricultura, silvicultura e pescas) conserva a terra, água, recursos genéticos das plantas e animais, é ambientalmente não degradante, tecnicamente apropriado, economicamente viável e socialmente satisfatório

uthållig utveckling: Skötandet och bevarandet av naturens resurser på ett sätt som tillfredsställer dagens behov utan att äventyra kommande generationers möjligheter att tillfredsställa sina behov. Hållbar utveckling (inom jord-, skogsbruk, och fiske) bevarar land, vatten, växter och djurs genetiska resurser, är ej miljöförstörande, ekonomiskt stabilt och socialt accepterat.

Was this helpful?
Μείγμα των αερίων που περιβάλλουν την γη: περίπου 78% άζωτο, 21% οξυγόνο, 0.9% αργόν, 0.03% διοξείδιο του άνθρακα και ίχνη ηλίου, κρυπτού, νέου και ξένου, καθώς επίσης και υδρατμοί.


air: A mixture of gases around the earth: about 78% nitrogen, 21% oxygen, 0.9% argon, 0.03% carbon dioxide and traces of helium, krypton, neon and xenon, plus water vapour.

ar : Uma mistura de gases à volta da terra: cerca de 78% de azoto, 21% de oxigénio, 0,9 % de árgon, 0,03% de dióxido de carbono e vestígios de hélio, crípton, néon e xénon, mais vapor de água.

luft: En blandning av gaser runt jorden; ungefär 78% kväve, 21% syre, 0.9% argon, 0.03% koldioxid och spår av helium, krypton, neon and xenon, samt vattenånga.

Was this helpful?
Συγκεντρωτικός όρος που χρησιμοποιείται για να περιγράψει τα αέρια (διοξείδιο του άνθρακα, μεθάνιο, κ.τ.λ.) που ευθύνονται για το φαινόμενο του Θερμοκηπίου.


greenhouse gases: Collective term used when referring to gases (e.g. carbon dioxide, methane, etc.) that are responsible for the green house effect.

gases de estufa: Termo colectivo utilizado quando se refere a gases ( e.g. dióxido de carbono, metano, etc.) que são responsáveis pelo efeito de estufa.

växthusgaser: Kollektiv benämning på gaser (koldioxid, metan) som orsakar växthuseffekten.

Was this helpful?
Βακτηρίδια που ζουν παρουσία αέριου οξυγόνου.


aerobic bacteria: Bacteria living in the presence of gaseous oxygen.

bactéria aeróbica: Bactéria que vive na presença de oxigénio.

aeroba bakterier: Bakterier som lever i närvaro till syre i gastillstånd.

Was this helpful?
Χωρίς ζωή.


azoic: Without life.

azoico: Sem vida.

azoisk: Utan liv

Was this helpful?
Η μετατροπή του ατμοσφαιρικού αζώτου (Ν2 ) σε ανόργανες μορφές που είναι δυνατόν να προσλαμβάνονται από τα φυτά. Η δέσμευση αζώτου δεν είναι αποκλειστικά βιολογική. Τα βιολογικά αζωτο-δεσμευτικά συστήματα περιλαμβάνουν: (α) ελεύθερα βακτήρια και κυανοφύκη (αρκετά υποχρεωτικά αερόβια, προαιρετικά και υποχρεωτικά αναερόβια, φωτοσυνθετικά βακτήρια και είδη κυανοφυκών των κλάσεων Nostocales, Stigonemetales, Chroococcales και Oscillatoriales, (β) κοινωνίες φυτών και συμβιωτικών συστημάτω


nitrogen fixation: The conversion of atmospheric nitrogen (N2 ) to inorganic forms which are available to plants. Nitrogen fixation is not exclusively biological. Biological nitrogen-fixing systems include: (a) free-living bacteria and blue-green algae (several obligate aerobes, facultative and obligate anaerobes, photosynthetic bacteria and species of blue-greens of the orders nostocales, stigone metales, chroococcales, and oscillatoria; (b) plant associations and symbiotic systems (i.e. lichens: f

fixação do Azoto : A conversão do azoto atmosférico (N2) em formas inorgânicas que estão disponíveis para as plantas. A fixação de azoto não é exclusivamente biológica. Os sistemas biológicos de fixação de azoto incluem: (a) bactérias vivas livres e algas azuis-verdes (alguns aeróbios obrigatórios, anaeróbios facultativos e obrigatórios, bactérias fotossintéticas e espécies de algas azul-verdes da ordem das nostocales, stigone, metales, chroococcales e oscillatoria; (b) associações de plantas e sistema

kvävefixering: Naturlig eller industriell process som omvandlar luftens kväve till mer reaktiva föreningar, t.ex. ammoniak eller kväveoxider. Huvuddelen av den naturliga kvävefixeringen sker i marken med hjälp av kvävebindande bakterier. Vid den bakteriella kvävefixeringen omvandlas luftens kväve till ammoniak, som assimileras i form av aminosyrorna glutamin och glutamat. Dessa utnyttjas som kvävekälla vid syntes av andra kväveinnehållande föreningar. De kvävebindande bakterier som lever i symbios med växter b

Was this helpful?
Έλαια ή πετρέλαιο στην φυσική του μορφή, πριν υποστεί οποιαδήποτε επεξεργασία.


crude oil: Oil or petroleum in its natural state before undergoing refining.

crude: Óleo ou petróleo no seu estado natural antes de passar pela refinação.

råolja: Olja eller petroleum innan förädling har skett.

Was this helpful?
Ενέργεια που εκπέμπεται και που διαδίδεται στο χώρο ή σ ένα υλικό μέσον υπό μορφή ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων ή σωματιδίων. Η ακτινοβολία προέρχεται ορισμένες φορές από ραδιενεργές πηγές.


radiation: Energy, emitted from radioactive nuclei, propagated through space or a material medium as waves or particles.

Radiação : Energia emitida de um núcleo radioactivo, propagada através do espaço ou de um meio material como as ondas ou partículas.

strålning: Överföring av energi utan medverkan av något medium. Man kan beskriva strålningen som en vågrörelse eller som en partikelström.

Was this helpful?
Μια ιζηματογενής ακτή που αποτελείται από σωματίδια μεγέθους 4 έως 64 mm (χαλίκι μεσαίου μεγέθους).


pebble beach: A sedimentary shore consisting of particles between 4 – 64 mm (medium gravel).

praia de Seixos: Uma praia sedimentária formada por partículas entre 4 – 64 mm (grão médio).

stenstrand: En strand bestående av partiklar i storleken 4 - 64 mm.

Was this helpful?
Αυθόρμητη αποσύνθεση του πυρήνα, στοιχείων που σχετίζονται με την εκπομπή ιονισμένων σωματιδίων Άλφα μικρής διεισδυτικής δύναμης. Η ακτινοβολία που εκπέμπεται από ένα πυρήνα Ηλίου-4 και η οποία μπορεί να διεισδύσει μερικά εκατοστά αέρα, ωστόσο μπορεί να εμποδιστεί από ένα φύλλο χαρτιού. Αυτή η ακτινοβολία Άλφα είναι συνήθως ακίνδυνη για τον άνθρωπο εκτός και αν απορροφηθεί άμεσα από το σώμα.


alpha-radiation: A form of radiation with little penetrative capabilities.This alpha radiation is normally not hazardous to humans unless ingested directly into the body.

radiação alfa: Uma forma de radiação com pouca força penetrante. Esta radiação alfa não é por norma perigosa para o homem, a não ser quando introduzida directamente no corpo.

alfastrålning: En typ av radioaktiv strålning som består av en heliumkärna. Heliumkärnan är dock lättstoppad, det räcker med en bit papper, så det är ovanligt att människor skadas av denna typ av strålning (såtillvida man inte äter något som strålar alfapartiklar).

Was this helpful?
Μια μορφή ακτινοβολίας υψηλής διεισδυτικότητας.


gamma-radiation: A form of radiation with high penetrative capabilities.

radiação gama: Uma forma de radiação com capacidades altamente penetrantes.

gammastrålning: Typ av strålning som har hög penetrerande förmåga.

Was this helpful?
Τo βάρος σε γραμμάρια των διαλελυμένων αλάτων σε 1 kg νερού, μετά την υποκατάσταση των Β2- και I- από ισοδύναμη ποσότητα Cl- και όλων των ΝCΟ3- και CΟ3= από οξείδια. Η αλατότητα δίνεται και ως (αδιάσπαστο) ποσοστό επί τοις χιλίοις (ο/οο). Τα τελευταία χρόνια έχουν αναζητηθεί αυστηρότεροι ορισμοί της αλατότητας. Η απόλυτη αλατότητα ορίζεται ως ο λόγος της μάζας των διαλελυμένων υλικών στο θαλάσσιο νερό προς την μάζα του θαλάσσιου νερού. Στην πράξη, το μέγεθος αυτό δεν εί


salinity: This term, which describes the quantity of inorganic salts in a solution or water sample, is the subject of much confusion and extensive learned discourse. Traditionally, salt was defined as the weight in grams of the dissolved inorganic matter in one kg of water after all Br- and I- had been replaced by the equivalent quantity of Cl- and all HCO3 and CO3= converted to oxide. In this way, salinity scales were defined on a mass fraction basis (in theory, dimensionless in

salinidade : Este termo, o qual descreve a quantidade de sais inorgânicos numa solução ou amostra de água, dá origem a muita confusão e a um discurso extensivo. Tradicionalmente, o sal foi definido como o peso em gramas da matéria inorgânica dissolvida em um kg de água após todo o Br- e I- terem sido substituídos pela quantidade equivalente de Cl- e todo o HCO3 e CO3= convertidos para óxido. Deste modo, as escalas de salinidade foram definidas na base de uma fracção de massas (em teoria

salinitet: Runt denna term som beskriver mängden oorganiskt salt i en lösning eller vattenprov råder en del förvirring. Traditionellt sett har mängden salt definierats som vikten i gram av det i ett kg vatten lösta oorganiska ämnena, efter det att alla Br- och I- blivit utbytta mot motsvarande mängd Cl- och all HCO3 och CO3= gjorts om till oxider. Salinitetskalor var genom detta sätt att räkna baserade på förhållandet mellan massorna (i teorin dimensionslöst, enligt SI systemet) och u

Was this helpful?
Μεγάλη κατηγορία χημικών ενώσεων που προέρχονται από τις πρωτοταγείς αλκοόλες με οξείδωση και που περιέχουν την ομάδα -CHO.


aldehydes: Large class of chemical compounds derived from the primary alcohols by oxidation and containing the -CHO group.

aldeídos : Grande classe de compostos químicos derivados da oxidação dos alcoóis primários e contendo o grupo - CHO.

aldehyder: Stor grupp av kemiska föreningar som innehåller en -CHO grupp, och produceras av primära alkoholer genom oxidering.

Was this helpful?
Μέτρο της οξύτητας (του pΗ) του νερού, το οποίο υπολογίζεται ως ο αριθμός των χιλιοστο-ισοδυνάμων των υδρογονοκατιόντων που εξουδετερώνονται από ένα λίτρο δείγματος στους 200C. Αυτή η εξουδετέρωση οφείλεται στην συνδυασμένη επίδραση των διαλυμένων ανόργανων ουσιών (κυρίως CO2 και ΗCΟ3).Συνήθως εκφράζεται σε ισοδύναμες συγκεντώσεις ανθρακικού ασβεστίου.


alkalinity: A measure of the pH of water calculated as the number of milliequivalents of hydrogen ions that is neutralized by one litre at 200C. This neutralization is due to the combined effect of dissolved mineral (mainly CO2 and the anions of bicarbonates) and is usually expressed in equivalents concentration of calcium carbonate.

alcalinidade : Uma medição do pH da água calculada como o número de miliequivalentes de iões de hidrogénio que são neutralizados por um litro a 200 C. Esta neutralização dá-se pelo efeito combinado do mineral dissolvido (principalmente CO2 e os aniões de bicabornatos) e é normalmente expressa em equivalentes de concentração de carbonato de cálcio.

alkalinitet: Mått på vattens pH beräknad som antal milliekvivalenter vätejoner som neutraliseras av en liter vid 200C. Denna neutralisering sker av den kombinerade effekten av lösta mineral (huvudsakligen CO2 och bikarbonats anjoner) och uttrycks vanligen som motsvarande koncentration av kalciumkarbonat.

Was this helpful?
Ο όρος "ολική αλκαλι- κότητα" αναφέρεται στην ολική συγκέντρωση των βάσεων στο νερό και εκφράζεται σε χιλιοστόγραμμα ανά λίτρο ισοδυνάμου ανθρακικού ασβεστίου. Ο προσδιορισμός της αλκαλικότητας γίνεται με τιτλο- δότηση σε δύο τελικά σημεία. Το πρώτο τιτλο- δοτείται με ένα τυπικό οξύ σε ένα τελικό σημείο φαινολοφθαλεïνης και το δεύτερο τιτλοδοτείται σε ένα τελικό σημείο πορτοκαλόχροος του μεθυλ- αινίου. Η ολική ποσότητα του οξέος που χρησι- μοποιείται στην τιτλοδότηση, εκφρασμένη σε ισοδύναμο ανθ


alkalinity, total: The term "total alkalinity" refers to the total concentration of bases in water expressed in milligrams per litre of equivalent calcium carbonate. Determination of alkalinity is carried out by titration to two end points; first, by titrating with standard acid to a phenolphthalein endpoint, and second by titration to a methyl orange endpoint. The total amount of acid used in the titration, expressed as equivalent calcium carbonate, represents the total alkalinity. The amount of acid require

alcalinidade, total : A expressão "alcalinidade total" refere-se à concentração total de bases na água expressa em miligramas por litro de carbonato de cálcio. A determinação da alcalinidade é levada a cabo pela titulação de dois pontos limite: primeiro, titulando com um ácido padrão até um limite de fenoftaleína, e segundo pela titulação até um limite de alaranjado de metilo. A quantidade total de ácido utilizado na titulação, expressa em carbonato de cálcio equivalente, representa a alcalinidade total. A quantidade

alkalinitet, total: Termen "total alkanitet" refererar till den totala koncentrationen av baser i vattnet uttryckt i milligram per liter av motsvarande kalciumkarbonat. Bestämning av alkanitet utförs genom två titreringar; först titreras med en standard syra till fenolftalein, och sedan titreras till metyl orange. Den totala mängd syra som behövs för att titrera till fenolftalein (pH 8,3), uttryckt som motsvarande kalciumkarbonat, är fenolftalein alkaniteten.

Was this helpful?
Mια από τις δύο ή περισσότερες εναλλακτικές μορφές ενός γονιδίου. Kαθέ μία έχει μια μοναδική νουκλεοτιδική αλληλουχία.


allele: One of two or more alternative forms of a gene, each possessing a unique nucleotide sequence.

alelo : Uma de duas ou mais formas alternativas de um gene, cada uma possuindo uma sequência nucleótida única.

allel: En av två eller fler alternativa gener, som var och en består av en unik nukleotidsekvens.

Was this helpful?
Tο ποσοστό ενός αλληλομόρφου ως προς τον ολικό αριθμό όλων των αλληλομόρφων, στον ίδιο γενετικό τόπο, μιας γονιδιακής δεξαμενής


allelic frequency: The proportion of one allele to the total number of all alleles at the same locus in the gene pool.

frequência alélica : A proporção de um alelo sobre o total de todos os alelos num mesmo local do mapa genético.

allelfrekvens: En allels proportion av totala antalet alleler vid samma locus i genpoolen.

Was this helpful?
Mη αυτόχθον. Eίδος που υπάρχει σε μια περιοχή στην οποία δεν είναι αυτόχθον (γηγενές). Mη ιθαγενές είδος.


alien: Non-native; a species occurring in an area to which it is not native; non-indigenous.

alienígena : Não nativo; uma espécie que aparece numa área da qual não é oriunda; não indígena.

främmande art: Inte inhemsk; en art som förekommer i ett område där den inte är inhemsk; inte ursprunglig.

Was this helpful?
O όρος χρησιμοποιείται για πληθυσμούς, είδη ή τάξα που βρίσκονται σε διαχωρισμένες γεωγραφικές περιοχές


allopatric: Used of populations, species or taxa occurring in separate geographical areas.

alopátrico : Termo referente a populações, espécies ou taxa que ocorre em áreas geográficas diferentes.

allopatrisk: Används för populationer, arter eller taxa som förekommer i geografiskt skilda områden.

Was this helpful?
Επίπεδη παράκτια ελώδης περιοχή, επάνω από το όριο της πλήμμης που πλημμυρίζει μόνο κατά την διάρκεια των συζυγιακών παλιρροιών ή κατά την διάρκεια θυελλών.


salt marsh: Flat littoral marsh area, at or above the high-water mark, that is flooded by spring tides or during storm surges.

sapal(2) : Área litoral plana, alagadiça, junto ou acima da marca de preia-mar, que é alagada pelas marés vivas ou durante tempestades.

träsk: Platt fuktig strandmark ovanför högvattenmärket som översvämmas vid springflod och stormar.

Was this helpful?
Συστατικά των οργανικών υδρογονανθράκων τα οποία βρίσκονται στο περιβάλλον, όπως το φθόριο, το χλώριο, το βρώμιο και το ιώδιο.


halogens: Organic hydrocarbon compounds that are persistent in the environment, such as fluorine, chlorine, bromine, and iodine.

halogéneos: Compostos de hidrocarbonetos orgânicos que são persistentes no meio ambiente, tais como o flúor, cloro, bromo e iodo.

halogener: Kolhydrater som är beständiga i miljön, t.ex ädelgaserna.

Was this helpful?
Στρώμα που χαρακτηρίζεται από απότομη αύξηση της αλατότητας σε συνάρτηση με το βάθος.


halocline: A layer characterized by a sharp increase in salinity with depth.

haloclina: Uma camada caracterizada por um aumento rápido da salinidade com a profundidade.

haloklin: Vertikal zon i havet där salthalten förändras snabbt med djupet.

Was this helpful?
Ένα φυτό που αναπτύσσεται σε έδαφος που περιέχει μεγάλη συγκέντρωση άλατος.


halophyte: A plant that grows in soil containing a high concentration of salt.

halófita : Planta que cresce em solos contendo uma elevada concentração de sal.

halofyt: Växt som växer i salthaltig jord med.

Was this helpful?
Η προστασία και αρωγή σε συντρόφους που βρίσκονται σε κίνδυνο.


altruistic behaviour: The protection of and assistance given to endangered companions.

comportamento altruísta : A protecção e assistência dada a companheiros em perigo.

altruistiskt beteende: Skydd och hjälp som ges till utsatta artfränder

Was this helpful?
Μέθοδος με την οποία πολλαπλασιάζονται εκθετικά συγκεκριμένες περιοχές DNA, χρησιμοποιώντας κατάλληλους πριμοδότες (βλ.λ.) μαζί με μια ανθεκτική στη θερμοκρασία DNA πολυμεράση. Η τεχνική αυτή μπορεί να χρησιμοποιηθεί μαζί με την ανάστροφη μεταγραφή (βλ.λ) ενός συγκεκριμένου RNA (RT-PCR), παράγοντας ένα ενισχυμένο, δίκλωνο DNA, το οποίο είναι συμπληρωματικό στο RNA στόχος. Σε ορισμένες περιπτώσεις είναι δυνατόν να προσδιοριστεί με την τεχνική αυτή ακόμα και ένα μοναδικό μόριο DNA.


PCR: Polymerase Chain Reaction. Method to exponentially amplify specific regions of DNA using primers and a heat-stable DNA polymerase. This technique may be coupled to the reverse transcription of a specific RNA (RT-PCR) producing an amplified double-stranded DNA that is complementary to the target RNA. In some cases it is possible to detect and identify a single target DNA molecule with this technique.

PCR: Método para amplificar exponencialmente regiões específicas do ADN utilizando primers (q.v.) e uma polimerase de ADN estável aquecida. Esta técnica pode ser ligada à transcrição inversa (q.v.) de um ARN específico (RT-PCR) produzindo uma dupla hélice de ADN amplificado que é complementar ao ARN alvo. Nalguns casos é possível detectar e identificar uma única molécula de ADN com esta técnica.

PCR: Polymerase chain reaction, genetisk metod (utvecklad av Kary B. Mullis) som gör det möjligt att inom några timmar göra ett stort antal kopior av ett önskat DNA-segment.

Was this helpful?
Aπουσία ή ανεπάρκεια χρωστικών στα ζώα.


albinism: The absence or deficiency of pigmentation in animals.

albinismo : A ausência ou deficiência de pigmentação nos animais; cf. Despigmentação.

albinism: Frånvaro eller brist på pigmentering hos djur; se vidare felpigmentering.

Was this helpful?
Κατηγορία οργανικών ενώσεων που περιέχουν τουλάχιστον μια καρβοξυλική ομάδα και μια αμινοομάδα: τα άλφα-αμινοξέα RCΗ ΝΗ2 CΟΟΗ, είναι θεμελιώδη συστατικά της ζώσας ύλης, και συνδυάζονται για να σχηματίσουν πρωτεϊνικά μόρια. Εικοσιδύο αμινοξέα κωδικοποιούνται από το DNA και ένας αριθμός άλλων είναι μετασχημ- ατισμοί αυτών. Τα μη βασικά αμινοξέα συνθέτονται από τον οργανισμό, ενώ τα βασικά αμινοξέα πρέπει να περιέχονται στη δίαιτα.


amino acid: Class of organic compounds containing at least one carboxyl group and one amino group: the alpha-amino acids RCH NH2 COOH are fundamental constituents of living matter which combine together to make protein molecules. Twenty amino acids are coded for in DNA and several others are modifications of these. Non-essential amino acids are synthesized by the organism, whereas essential amino acids must be present in the diet.

aminoácido : Classe de componentes orgânicos que contem pelo menos um grupo carboxilo e um grupo amina: os aminoácidos alfa RCH NH2 COOH são constituintes fundamentais da matéria viva que se associam para produzir moléculas de proteína. No DNA estão codificados 20 aminoácidos e vários outros são modificações destes. Os aminoácidos não essenciais são sintetizados pelo organismo, ao passo que os aminoácidos essenciais têm de estar presentes na dieta.

aminosyra: Klass av organiska föreningar som innehåller åtminstone en karboxylgrupp och en aminogrupp: alfa-aminosyrorna RCH NH2 COOH är fundamentala beståndsdelar i levande organismer som kan kombineras och bilda proteinmolekyler.Tjugo aminosyror finns kodade i DNA och flera andra är modifikationer av dessa. Icke-essentiella aminosyror syntetiseras av en organism medan de essentiella aminosyrorna måste finnas representerade i dess diet.

Was this helpful?
Χαλαρό υλικό που αποτελείται από μικρούς αλλά εύκολα διακριτούς κόκκους διαμέτρου που ποικίλλει από 0.0625 έως 2.0000 mm.


sand: Loose detrital material consisting of small but easily distinguishable separate grains ranging between 0.0625 and 2.0000 mm ( 0.0025 and 0.0787 inch) in diameter.

areia : Matéria detrítica solta que consiste de pequenos grãos facilmente separáveis variando em diâmetro entre 0.0625 e 2.0000 mm (0.0025 e 0.0787 polegadas).

sand: Kornfraktion som består av partiklar med en diameter mellan 0,06 till 2 mm ( 0.0025 till 0.0787 tum).

Was this helpful?
Ιζηματογενές πέτρωμα το οποίο δημιουργήθηκε από κόκκους άμμου διαμέτρου 0.006-2 mm.


arenaceous: A sedimentary rock made up of grains of sand 0.006-2 millimetres in diameter.

arenoso: Rocha sedimentar formada por grãos de areia com diâmetro de 0.006-2 milimetros.

arenit: Sedimentär bergart som är uppgjord av små (0.006-2 milimter i diameter) sandkorn.

Was this helpful?
Μια ακτή που χαρακτηρίζεται από κινούμενα ιζήματα.


sand beach: A shore characterised by mobile coarse sediments.

praia de areia: Uma costa caracterizada por sedimentos móveis grosseiros.

sandstrand: En strand karakteriserad av rörligt grovt sediment.

Was this helpful?
Ολική Αμμωνία είναι γενικός όρος που αναφέρεται στο συνδυασμό ΝΗ4+ και ΝΗ3. Στην παλαιότερη βιβλιογραφία, ο όρος "αμμωνία" έχει συχνά χρησιμοποιηθεί από πολλούς συγγραφείς, αλλά δεν συνιστάται για μελλοντική χρήση χωρίς τον προσδιορισμό του τύπου των ιόντων. Αμμώνιο: είναι ειδικός όρος για το ιόν ΝΗ4+, το οποίο είναι η ιονισμένη μορφή της αμμωνίας. Μοριακή Αμμωνία ή Αέριος Αμμωνία: είναι ειδικός όρος για το διαλυμένο αέριο ΝΗ3. Α


ammonia: Total Ammonia is a general term referring to NH4+ and NH3 combined. In the earlier literature the term "ammonia" is frequently used by many authors, but its use is not recommended for future application without the identification of its ionic speciation.

amónia : A amónia total é um termo genérico que se refere à combinação do NH4+ e NH3. Na bibliografia anterior o termo "amónia" é utilizado frequentemente por muitos autores, mas o seu uso não é recomendado no futuro, sem a identificação da sua especificação iónica.

ammoniak: Total ammoniak är en generell benämning för kombinationen av NH4+ och NH3. I tidigare litteratur användes benämningen "ammoniak" flitigt av många författare, men dess användning är inte rekommenderad för framtida bruk utan att ha fastställt den joniska specificeringen.

Was this helpful?
Παραγωγή αμμωνίας με βακτηριακή αποσύνθεση του αζωτούχου οργανικού υλικού.


ammonification: The production of ammonia through the bacterial decomposition of nitrogenous organic material.

amonificação : Produção de amónia através da decomposição bacteriana de matéria orgânica azotada.

ammonifikation: Produktionen av ammoniak genom bakteriell nedbrytning av kväveinnehållande organiskt material.

Was this helpful?
Τοξική δηλητηρίαση οφειλόμενη στην κατανάλωση μολυσμένων οστρακοδέρμων. Στα συμπτώματα περιλαμβάνονται απώλεια της μνήμης και της δυνατότητας προσανατολισμού. Προκαλείται από το νευροτοξικό δομοϊκό οξύ, το οποίο παράγεται από διάτομα, που αποτελούν τροφή για τα μύδια. Γαλάζια μύδια που καταναλώ- θηκαν στην νήσο Prince Edward (Καναδάς) προσέβαλαν 129 άτομα και ήταν η αιτία δύο θανάτ- ων. Κατάσταση που συναντάται σε ανθρώπους που καταναλώνουν μολυσμένα οστρακόδερμα. Αυτά καθ αυτά τα οστρακόδερ


amnesic shellfish poisoning (ASP): Condition found in humans that have consumed contaminated shellfish; symptoms include memory loss and disorientation which are caused by neurotoxin domoic acid, apparently produced by a diatom eaten by the mussels. Blue mussels eaten in Prince Edward Island (Canada) affected 129 people, causing two deaths.

ASP(amnesic shellfish poisoning): Estado encontrado nos humanos que ingeriram marisco contaminado; os sintomas incluem perda de memória e desorientação, causadas pela neurotoxina do ácido domoico, aparentemente produzida por uma diatomácea ingerida pelos mexilhões. Uma espécie de mexilhões ingeridos na ilha Prince Edward (Canadá) afectaram 129 pessoas, causando duas mortes.

amnesisk skaldjursförgiftning: Tillstånd hos människor som har ätit kontaminerade skaldjur; symtomen innefattar minnesförlust och desorientering och orsakas av neurotoxinet "domoic" syra, vilken troligen produceras av en diatom som musslorna livnär sig på. Blåmusslor som konsumerades på Prince Edward Island (Kanada) gav symtom hos 129 människor och orsakade två dödsfall.

Was this helpful?
Χωρίς σχήμα, μη κρυσταλλικός.


amorphous: Without shape; non-crystalline.

amorfo : Sem forma; não cristalino.

amorf: Utan form; icke kristallin.

Was this helpful?
Μη τεχνικός όρος που αναφέρεται στο χρονικό διάστημα μεταξύ μιας πλήμμης και της επόμενης ρηχίας. Φθίνουσα παλίρροια.


ebb tide: A non-technical term referring to that period of the tide between a high water and the succeeding low water; falling tide. The term is also used to describe the low water level.

baixa-mar : Termo não técnico utilizado para descrever o nível da maré baixa.

lågvatten: Icke fackmässig term som hänvisar till tidvattensperioden mellan högvatten och det påföljande lågvattnet; avtagande tidvatten. Termen används också för att beskriva lågvattennivån.

Was this helpful?
(1) Οργανισμός που έχει υδρόβια νυμφικά στάδια και χερσαία ενήλικα άτομα. ΑΜΦIΒIΟΤIΚΟΣ: (2) Χρησιμοποιείται και για έναν μικροοργανισμό που συμμετέχει σε μια συμβιωτική σχέση με ένα συγκεκριμένο ξενιστή ο οποίος μπορεί να δρα είτε παρασιτικά είτε αμοιβιωτικά.


amphibiotic: (1) Having aquatic larval stages and terrestrial adults. (2) Used of a microorganism participating in a symbiotic relationship with a given host that can act either parasitically or mutualistically.

anfibiótico : (1) Que tem fases larvares aquáticas e adultos terrestres. (2) Referente a microorganismos que participam numa relação simbiótica, parasitariamente quer mutualisticamente, com um dado hospedeiro.

amfibiotisk: (1) Med akvatiska larvstadier och terrestra adulter. (2) Used of a microorganism participating in a symbiotic relationship with a given host that can act either parasitically or mutualistically.

Was this helpful?
Ψάρια που μεταναστεύουν απο το γλυκό νερό, στην θάλασσα και αντίθετα, όχι για αναπαραγωγή, αλλά για λόγους που σχετίζονται με άλλα στάδια του κύκλου ζωής τους. Στα αμφίδρομα ψάρια, η χρονική περίοδος που βρίσκονται στα γλυκά ή θαλάσσια νερά ποικίλλει ευρέως. Το κύριο χαρακτηριστικό αυτού του είδους μετανάστευσης είναι ότι αυτή δεν συμβαίνει για λόγους αναπαραγωγής, αλλά χαρακτηρίζεται από μετακίνηση καλά ανεπτυγμένων νεαρών ψαριών, τα οποία συνεχίζουν να τρέφονται και να αυξάνονται επί μήνες ή


amphidromous: Used to describe those fishes whose migration from fresh water to the sea or vice-versa is not for the purpose of breeding but occurs regularly at other stages of the life cycle. In amphidromous species occupation of fresh and marine waters varies widely, and the key point is that the migration is not for the purpose of breeding, but is typified by a return migration of well-grown juveniles, which continue to feed and grow for months or even years prior to maturation and breeding.

anfidrómicas : Termo utilizado para descrever os peixes cuja migração da água doce para o mar ou vice-versa não tem por finalidade a reprodução, mas ocorre regularmente noutras fases do ciclo de vida. Nas espécies anfidrómicas a ocupação das águas doces e salgadas varia grandemente e o ponto chave é que a migração não tem por finalidade a reprodução, mas é tipificada por um retorno de juvenis bem desenvolvidos, que continuam a alimentar-se e crescer durante meses ou mesmo anos antes da maturação ou reprodução.

amfidrom: Används för att beskriva de fiskar där migrationen från sötvatten till havet (eller vice-versa) inte sker med fortplantning som syfte utan sker istället regelbundet vid flera livsstadier.

Was this helpful?
Εμφανίζεται και στις δύο ακτές του Ατλαντικού Ωκεανού.


amphiatlantic: Occurring on both sides of the Atlantic ocean.

AmbiAtlântico: Ocorre em ambos os lados do Oceano Atlântico.

amfiatlantisk: Något som sker på båda sidor om atlanten.

Was this helpful?
Διαδικασία κατά την οποία υδάτινες μάζες μεταφέρονται από μεγαλύτερα βάθη στην επιφάνεια. Το φαινόμενο αυτό οφείλεται συνήθως στην απόκλιση θαλασσιων ρευμάτων . Τα ανερχόμενα νερά είναι συνήθως ψυχρότερα και πιο πλούσια σε θρεπτικά από τα επιφανειακά νερά που εντοπίζουν και ως εκ τούτου έχουν υψηλότερη παραγωγικότητα. Αυτό πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την εγκατάσταση πχ. μονάδων καλλιέργειας μαλακίων. Βλ. και Μεταφορά Ekman.


upwelling: The process by which deep water masses rise, usually as a result of divergence and offshore currents. Upwelling water is usually colder and more nutrient-rich than the replaced surface water and results in higher productivity. This can have an influence on the siting of, for example, mollusc farms.

upwelling: O processo pelo qual massas de água profunda sobem, normalmente em resultado de correntes de divergência e do alto. As águas de upwelling são normalmente mais frias e mais ricas em nutrientes do que a água à superfície e resulta numa maior productividade. Este fenómeno pode ter influência na instalação, por exemple, de viveiros de moluscos; cf. transporte de Eckman.

upwellning: Uppström som för med sig vatten från större djup till ytan. Vattnet är ofta kallare och mer näringsrikt än ytvattnet vilket leder till en hög produktivitet i dess områden. Har betydelse vid placering av olika odlingar, exempelvis musselodlingar. Jmf. Ekman transport.

Was this helpful?
Η συνεχής τροποποίηση ή ο έλεγχος ενός συστήματος ή ενός ομοιοστατικού μηχανισμού, μέσω των προϊόντων ή των επιπτώσεών τους. Η ανάδραση διακρίνεται σε αρνητική, όταν το προίόν επιδρά ανασταλτικά στην περαιτέρω παραγωγή του, οπότε διατηρείται η σταθερότητα του συστήματος (ομοιόσταση) και σε θετική, όταν το προϊόν επιδρά ενισχυτικά στην περαιτέρω παραγωγή του ( καταστροφική εξέλιξη). Ως παράδειγμα αναφέρουμε τη μέθοδο ελέγχου μιας βιοχημικής οδού, που περιλαμβάνει μια σειρά ενζύμων και που καταλ


feedback: Those elements of a control system or homeostatic mechanism linked by reciprocal influences, so that the source or input is continuously modified by a product of the process in order to maintain the necessary degree of constancy; a feedback loop may be of negative or positive effect, for example, as a method of biochemical pathway control, where a pathway of successive enzymes leads to the formation of an important metabolite. The amount of the metabolite present may control the activity of one

reacção/retorno : Os elementos de um sistema de controlo ou mecanismo homeoestático ligados por influências recíprocas, de modo a que a fonte ou entrada é continuamente modificada por um produto do processo a fim de manter o necessário grau de constância; um ciclo de retorno pode ser de efeito negativo ou positivo, por exemplo, como um método de controlo do percurso bioquímico, onde um percurso de sucessivas enzimas conduz à formação de um metabolito importante. A quantidade de matabolito presente pode controlar

feedback: Reglertekniskt begrepp som innebär att information om det styrda systemets beteende återförs till den styrande mekanismen. Därigenom kan systemet styras mot det önskade målet trots förändringar eller störningar i omgivningen. Det finns både negativ feedback och positiv feedback. Feedback kan fungera som en metod att kontrollera kemiska reaktionssekvenser, där en reaktionssekvens som innefattar flera enzymer leder till bildningen av en viktig metabolit. Metaboliten kan kontrollera aktiviteten hos

Was this helpful?
Ο όρος αναφέρεται σε υδρόβια ζώα όπως τα περισσότερα σολομοειδή, μουρούνες, και ορισμένα μέλη της οικογένειας Clupeidae, τα οποία ζουν το μεγαλύτερο τμήμα της ζωής τους και ωριμάζουν στην θάλασσα, αλλά επιστρέφουν στα γλυκά νερά για να ζευγαρώσουν και να γεννήσουν τα αυγά τους (πρβλ. κατάδρομος και διάδρομος).


anadromous: Describing aquatic animals such as most salmonids, sturgeons and certain members of the family Clupeidae which mature and live most of their lives in the sea, but return to freshwater to breed and spawn.

anádromo : Descreve os animais aquáticos tal como os salmonídeos, esturjões e certos membros da família dos clupeideos que se desenvolvem e vivem a maior parte das suas vidas no mar, mas regressam à água doce para procriar e desovar; cf. Catádromo, diadromo.

anadroma: Beskriver akvatiska djur som de flesta laxfiskar, störar och vissa medlemmar ur familjen Clupeidae, som utvecklas och lever en stor del av sitt liv i havet men återvänder till sötvattensmiljöer för att fortplanta sig.

Was this helpful?
Αναφέρεται σε κατάσταση ή διεργασία κατά την οποία δεν υπάρχει ή δεν απαιτείται αέριο οξυγόνο.


anaerobic: Referring to a condition or process where gaseous oxygen is not present or not necessary.

anaeróbico : Que se refere a uma condição ou processo em que o oxigénio gasoso não está presente ou não é necessário.

anaerob: Refererar till ett tillstånd eller en process där gasformigt syre inte finns närvarande eller är nödvändigt.

Was this helpful?
Αναπνοή υπό αναερόβιες συνθήκες, όταν ο τελικός αποδέκτης ηλεκτρονίων δεν είναι το αέριο οξυγόνο (ανάλογα με το είδος και/ή το περιβάλλον). Σχετίζεται επίσης με την ανομοιωτική αναγωγή θειϊκών, την αναπνοή φουμαρικών, την μεθανογένεση, την αναπνοή νιτρικών και την αναπνοή θείου.


anaerobic respiration: Respiration under anaerobic conditions, when the terminal electron acceptor is not gaseous oxygen (according to species and/or environment). Also involved in dissimilatory sulphate reduction, fumarate respiration, methano- genesis, nitrate respiration, sulphur respiration.

respiração anaeróbica : Respiração sob condições anaeróbicas, quando o electrão receptor terminal não é oxigénio gasoso (de acordo com as espécies e/ou ambiente). Também envolvida na redução de sulfato, na genese do metano, respiração nitrica e sulfidrica

anaerob respiration: Respiration, under anaeroba förhållanden, som inte fordrar tillgång till fritt syre (beroende på art och miljö). Denna anaeroba process sker också i samband med metanbildning, dissimilatorisk sulfatreduktion, fumaratrespiration och nitratrespiration.

Was this helpful?
Η αναερόβιος αποικοδόμηση σύνθετων οργανικών υλικών σε απλούστερες ενώσεις, μεγάλο μέρος από τις οποίες είναι αέριες ή διαλυτές. Στην διάσπαση συμμετέχει ένα ευρύ φάσμα βακτηρηδίων με στενά διαπλεκόμενες διεργασίες μεταβολισμού. Τα βακτηρίδια αυτά απαντούν στην βενθική ιλύ, στο στομάχι διαφόρων μυρηκαστικών, σε ορισμένους τύπους σταθμών επεξεργασίας λυμάτων. Η αναερόβιος "χώνευση" οδηγεί σε σημαντική μείωση του όγκου των βιο-αποκοδομήσιμων στερεών. Η μετατροπή, κατά την διαδικασία αυτή του οργ


anaerobic digestion: The anaerobic break- down of complex organic materials to simple sub- stances which include a high proportion of gaseous and soluble products; it involves a diverse range of bacteria whose metabolic pathways are closely interrelated, and it occurs in benthic muds, in the rumen, in certain types of sewage treatment plant, etc. The process of anaer- obic digestion results in an appreciable reduction in the bulk of biodegradable solids, with the conversion of organic carbon to methane forming an i

digestão anaeróbica : Degradação anaeróbica de matéria orgânica complexa em substâncias simples que incluem uma elevada proporção de produtos gasosos e solúveis; envolve uma quantidade variada de bactérias cujas vias metabólicas estão interligadas e ocorre em fundos bentónicos ludosos, no rúmen, em certos tipos de instalações de tratamento de esgotos, etc. O processo de digestão anaeróbica resulta numa considerável redução do volume de sólidos biodegradáveis, com a transformação do carbono orgânico em metano constitu

anaerob matsmältning: Den anaeroba nedbrytningen av komplexa organiska substanser till enkla substanser som innefattar en hög andel gasformiga och fasta produkter; processen innefattar många olika bakterier som har liknande metaboliska system, och sker i bentisk lera, i rumen hos idisslare, vissa typer av reningsverk osv. Anaerobiska processer (jäsning) resulterar i en stor reduktion av nedbrytningsbara fasta ämnen, där omvandlingen av organiskt kol till metan utgör en viktig del av kolcykeln. I avfallshantering (och

Was this helpful?
Βακτηρίδια προσαρμοσμένα να ζουν σε ένα αναερόβιο περιβάλλον και ικανά να χρησιμοποιούν την αποθηκευμένη ενέργεια διαφόρων χημικών συστατικών όπως τα διάφορα σουλφίδια.


anaerobic bacteria: Bacteria adapted to live in an anoxic environment, capable of utilising the potential energy of several reduced chemical compounds, such as various sulphides.

bactéria anaeróbica: Bactéria adaptada a viver num ambiente anóxico, capaz de utilizar a energia potencial de vários compostos químicos reduzidos, tais como vários sulfuretos.

anaeroba bakterier: Baterier som är anpassade till att leva i en syrefri miljö. De utnytjar the potentiella energi i flertalet reducerade kemiska ämnen, som till exempel sulfider.

Was this helpful?
Κύμα που επιστρέφει προς τα ανοιχτά της θάλασσας όταν προσκρούει σε μια πολύ απότομη ακτή, ένα φράγμα ή σε μια άλλη ανακλαστική επιφάνεια.


reflected wave: The wave that is returned seaward when a wave impinges upon a very steep beach, barrier, or other reflecting surface.

onda reflectida : A onda que é reenviada em direcção ao mar após chocar com um praia escarpada, barreira ou outra superfície reflectora.

reflekterad våg: Den våg som reflekteras ut mot havet när en våg träffar på ne brant strand, barriär eller annan reflekterande yta.

Was this helpful?
Η αναλογία αζώτου προς φώσφορο που βρίσκεται σε θαλάσσια περιβάλλοντα. Μια τυπική αναλογία 10:1 απαιτείται για την ανάπτυξη των κυττάρων του φυτοπλαγκτόν.


N/P ratios: The ratio of nitrogen to phosphorus found in marine environments. A typical 10:1 proportion is required for phytoplankton cells to grow.

rácio Azoto/Fósforo: O rácio de azoto para fósforo encontrado no meio ambiente marinho. Uma proporção típica de 10:1 é necessária para que as células de fitoplancton cresçam.

N/P kvot: Förhållandet mellankväve och fosfor. För att fytoplanktonceller ska växa krävs ett 10:1 förhållande.

Was this helpful?
Στατιστική μέθοδος για την σύγκριση ενός μεγάλου αριθμού δειγμάτων μεταξύ τους. Η μέθοδος χρησιμοποιείται για να διαπιστωθεί η ισότητα των μέσων όρων ομάδων δειγμάτων, εκτιμώντας την συμβολή διαφόρων πηγών διασποράς στην ολική διασπορά (F-test). Η μέθοδος ελέγχει αν τα δείγματα έχουν ληφθεί από πληθυσμούς που έχουν την ίδια κατανομή. Οι εκτιμήσεις αυτές βασίζονται στην ολική διασπορά εντός και μεταξύ των ομάδων δειγμάτων (μέθοδος ANOVA).


analysis of variance: A statistical analysis in which multisample comparisons are performed through partitioning of sources of the total variation. This procedure is used for evaluating the equality of means of a series of samples by testing if they are drawn from populations having the same distribution, through comparing the ratio (F-tests) of components of the total variation. These estimates are derived from the overall variance between and within all subsamples. Commonly referred to as ANOVA.

análise de variância : Análise estatística em que comparações de várias amostras são efectuadas através da separação de fontes da variação total. Este procedimento é utilizado para avaliar a igualdade de médias de uma série de amostras testando se foram retiradas de populações com a mesma distribuição, através da comparação da relação (Testes F) de componentes da variação total. Estas estimações derivam da variação total entre e dentro de todas as sub amostras. De modo geral chamada ANOVA .

variansanalys: A statistical analysis in which multisample comparisons are performed through partitioning of sources of the total variation. This procedure is used for evaluating the equality of means of a series of samples by testing if they are drawn from populations having the same distribution, through comparing the ratio (F-tests) of components of the total variation. These estimates are derived from the overall variance between and within all subsamples. Commonly referred to as ANOVA.

Was this helpful?
Μια τεχνική που χρησιμοποιείται για την αξιολόγηση και διαφοροποίηση μεταξύ των διαφόρων επενδυτικών προτάσεων.


cost-benefit analysis: A technique used to evaluate and distinguish between alternative investment proposals.

análise custo-benefício: Uma técnica utilizada para avaliar e distinguir entre propostas alternativas de investimento.

kostnads-nyttoanalys : Metod som används för att beräkna kostanden och skilja mellan olika investeringsförslag.

Was this helpful?
Ομάδα τεχνικών στην στατιστική γιά την ταυτόχρονη ανάλυση περισσοτέρων της μίας ανεξάρτητων μεταβλητών. Περιλαμβάνει την ανάλυση διακυμά- νσεων και συνδιακυμάνσεων, την παλινδρομική ανάλυση και την συσχέτιση.


multivariate analysis: In statistics a group of techniques for the simultaneous analysis of more than one independent variable, including analysis of variance and of covariance, regression and correlation methods.

análise multivariada : Em estatística um conjunto de técnicas para a análise simultânea de mais do que uma variável independente, incluindo a análise de variância (q.v.) e covariância, métodos de regressão e correlação.

multivariataanalys: Statistiska metoder för beskrivning, inte sällan grafisk, och analys av mångdimensionella datamängder. Inkluderar bl a ANOVA, regressinons- och korrelationsanalyser.

Was this helpful?
Μια μέθοδος στατιστικής ανάλυσης για τον καθορισμό των μεταβλητών που επεξηγούν την παρατηρούμενη διαφοροποίηση. Σε αυτή τη μέθοδο οι άξονες του πολυδιάστατου χώρου μετασχηματίζονται, ώστε ο πρώτος άξονας να εκφράζει τη μέγιστη ποσότητα διαφοροποίησης, ο δεύτερος άξονας εκφράζει τη μέγιστη υπολειπόμενη διαφοροποίηση κ.ο.κ.


principal component analysis: A statistical analysis method for determining the variables that explain the observed variation. In this method, the axes of multi-dimensional space are transformed so that the first axis explains the maximum amount of variance, the second axis explains the maximum remaining variance, and so forth.

análise dos componentes principais : Um método estatístico de análise para determinar as variáveis que explicam a variação observada. Neste método, os eixos do espaço multi-dimensional são transformados de modo a que o primeiro eixo mostre o valor máximo da variação, o segundo eixo mostre a variação máxima restante e assim por diante.

Principal Component Analysis: En statistisk analysmetod för att bestämma vilken variabel som är ansvarig för en observerad variation.

Was this helpful?
Μια πηγή η οποία μπορεί να επαναλειτουργήσει.


renewable resource: A resource which can be regenerated.

recurso renovável: Um recurso que pode ser regenerado.

förnyelsebar resurs: En resurs som kan återskapas.

Was this helpful?
Η περίοδος ανάμεσα στην εκκόλαψη και την πρώτη ωοτοκία μιας δεδομένης γενεάς ενός είδους.


breeding cycle: A period between hatching and the first spawning of a given generation.

ciclo de reprodução : O período entre a incobação e a primeira desova de uma dada geração.

fortplantningsomgång : Tid mellan födsel och fecunditet hos en kohort.

Was this helpful?
Λόγος της ποσότητας διοξειδίου του άνθρακα που εκπνέεται προς την ποσότητα οξυγόνου που καταναλώνεται στον ίδιο χρόνο.


respiratory quotient: Ratio of the amount of carbon dioxide expired and the amount of oxygen consumed during the same time period.

quociente respiratório : Razão entre a quantidade de dióxido de carbono expirado e a quantidade de oxigénio consumido no mesmo período de tempo.

respirations kvotient: Förhållandet mellan mängden utsläppt koldioxid och mängden konsumerat syre under samma tidsperiod.

Was this helpful?
(1) κυτταρική αναπνοή: η μεταβολική διεργασία σε φυτά και ζώα κατά την οποία οι οργανικές ουσίες διασπώνται σε απλούστερα παράγωγα απελευθερώνοντας ενέργεια. (2) φυσική αναπνοή: ανταλλαγή αερίων δια μέσου μιας αναπνευστικής επιφάνειας (π.χ. βράγχια).


respiration: (1) Cellular respiration: the metabolic process in plants and animals whereby organic substances are broken down to simpler products with the generation of energy. (2) Physical respiration: gas exchange across a respiratory surface (e.g. gills)

respiração : (1) Respiração celular: o processo metabólico nas plantas e animais em que substâncias orgânicas são degradadas em produtos mais simples com a produção de energia. (2) Respiração física : troca de gases através de uma superfície respiratória (e.g. guelras).

andning: (1) Sker i organismers celler och utgörs av de livsprocesser vilka producerar biologiskt användbar energi genom spjälkning av organiska molekyler under upptagande av syre och bildning av koldioxid. (2) Luft eller vatten passerar genom andningsorgan.

Was this helpful?
(1) Μεταβατική φάση στον κύκλο ζωής χαρακτηριζόμενη από την παρουσία ή εμφάνιση ειδικών μορφολογικών στοιχείων ή δομών. (2) Ενα στάδιο σε μία ανοδική σειρά κλίμακα. (3) Στάδιο κατά τη μετάβαση από μια κατώτερη σε μια ανώτερη μορφή οργάνωσης.


developmental stage: (1) An intermediate form in the life cycle characterized by the presence or appearance of specific morphological elements or structures. (2) A ranking within an ascending line. (3) A stage in the transition from lower to higher organisational structures.

estádio de desenvolvimento : (1) Um fase intermédia no ciclo de vida caracterizada pela presença ou aparecimento de elementos ou estruturas morfológicas específicas. (2) Uma posição numa linha ascendente. (3) Uma etapa na transição de uma estrutura organizacional inferior para uma superior.

utvecklingsstadie: (1) En intermediär form i livscykeln som karakteriseras genom närvaron eller företeelsen av specifika morfologiska beståndsdel eller strukturer. (2) Rangorning inom ett stigande line. (3) Ett stadie i övergången från lägre till högre organisationsnivåer.

Was this helpful?
Αρσενικές φυλετικές (σεξουαλικές) ορμόνες των σπονδυλωτών. Πρόκειται για στεροειδείς ορμόνες, οι οποίες προάγουν τα αρσενικά δευτερογενή χαρακτηριστικά. Σημαντικά παραδείγματα αποτελούν οι τεστοστερόνες και οι λιγότερο ενεργές ανδροστερόνες.


androgens: Male sex hormones in vertebrates; hormones of steroid nature, which promote male secondary sexual characteristics; important examples are testosterones and the less active androsterones.

androgénos : Hormonas sexuais masculinas nos vertebrados; hormonas de natureza esteróide, que estimulam características sexuais secundárias masculinas; exemplos importantes são as testosteronas e as menos activas androesteronas.

androgener: Manliga könshormoner hos vertebrater; hormoner som har steroid egenskaper, som bidrar till utvecklingen av sekundära manliga könsegenskaper; viktiga exempel är testosteroner och de mindre aktiva androsteroner

Was this helpful?
Η επίδραση του ανέμου να δημιουργεί υπερβολική διείσδυση ψύχους ιδίως στα φυτά.


windchill: The effect of the wind in causing excessive cold penetration especially into plants.

windchill: O efeito do vento ao causar uma excessiva penetração do frio especialmente nas plantas.

vindkylning: Genomträngande kyla till följd av vind, speciellt för växter.

Was this helpful?
Ταχεία και εντοπισμένη αύξηση ενός ή περισσοτέρων πλαγκτονικών ειδών. Η αύξηση αυτή παρατηρείται συνήθως την ανοιξη ή το φθινόπωρο και προκαλεί μεγάλες εποχιακές συγκεντρώσεις αυτών των οργανισμών, οι οποίοι κυριαρχούν στην βιοκοινότητα. Μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα τον χρωματισμό του νερού. Η άνθιση του φυτοπλαγκτού μπορεί να συνοδεύεται από απελευθέρωση τοξινών (π.χ. άνθιση των δινομαστιγωτών Gymnodinium).


bloom: Rapid and localized increase of one or more planktonic species, often in spring or autumn, causing large temporary concentrations of these organisms to dominate the community; can result in discoloured waters (red tides). Phytoplankton (algal) blooms may be associated with the release of toxins (e.g. blooms of the dinoflagellate Gymnodinium).

bloom : Aumento rápido e localizado de uma ou mais espécies planctónicas, frequentemente na Primavera ou Outono, originando grandes concentrações temporárias destes organismos que passam a dominar a comunidade; pode resultar em águas descoloradas (marés vermelhas). Os blooms de fitoplâncton (algas) podem estar associados à libertação de toxinas (e.g. blooms de dinoflagelados Gymnodinium).

blomning: En snabb, lokal ökning av en eller flera planktoniska arter, oftast under våren och hösten, som orsakar tillfälligt höga koncentrationer av dessa organismer och påföljande dominans av planktonsamhället. Detta kan resultera i missfärgat vatten (ex. röd blomning). Algblomningar kan leda till frisättande av toxiner (som i t.ex. fallet med dinoflagellaten Gymnodinium)

Was this helpful?
Ταχεία και εντοπισμένη αύξηση ενός ή περισσοτέρων πλαγκτονικών ειδών. Η αύξηση αυτή παρατηρείται συνήθως την ανοιξη ή το φθινόπωρο και προκαλεί μεγάλες εποχιακές συγκεντρώσεις αυτών των οργανισμών, οι οποίοι κυριαρχούν στην βιοκοινότητα. Μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα τον χρωματισμό του νερού. Η άνθιση του φυτοπλαγκτού μπορεί να συνοδεύεται από απελευθέρωση τοξινών (π.χ. άνθιση των δινομαστιγωτών Gymnodinium)


dinoflagellate bloom: Rapid and localized increase of planktonic species, often in spring or autumn, can cause large temporary concentrations of these organisms to dominate the community and result in discoloured waters (red tides). Phytoplankton (algal) blooms may be associated with the release of toxins (e.g. blooms of the dinoflagellate Gymnodinium).

bloom dinoflagelados : Aumento rápido e localizado de uma ou mais espécies planctónicas, frequentemente na Primavera ou Outono, originando grandes concentrações temporárias destes organismos que passam a dominar a comunidade; pode resultar em águas descoloradas (marés vermelhas). Os blooms de fitoplâncton (algas) podem estar associados à libertação de toxinas (e.g. blooms de dinoflagelados Gymnodinium).

dinoflaggelatblomning: Hastig och lokal ökning av mängden planktonalger eller bakterier i hav, sjöar och andra vattensamlingar. Sker vanligtvis på hösten eller våren och kan orsaka i stora blomningar där dessa organismer dominerar samhället. Algblomningar kan förknippas med frigörandet av toxiska substanser (när dinoflaggelaten Gymnodioum blommar).

Was this helpful?
(CaCΟ3) Ορυκτό που βρίσκεται κυρίως σε δύο τύπους, ως ασβεστίτης και αραγωνίτης. Σχηματίζονται από ανόργανα ιζήματα ή βιολογικές εκκρίσεις που σχηματίζουν τα ασβεστούχα μέρη οργανισμών. Ο αραγωνίτης είναι περισσότερο ανθεκτικός στις πιέσεις και για το λόγο αυτό αποτελεί συστατικό των οστράκων πολλών οργανισμών.


calcium carbonate: (CaCO3). A mineral found in two main forms, calcite and aragonite; they can form as inorganic precipitates or as biological secretions in the calcified parts of organisms. Aragonite is capable of withstanding greater degrees of pressure than calcite and hence the shells of many organisms are made of this compound.

Carbonato de cálcio : (CaCo3) Um mineral encontrado em duas formas principais, calcite e aragonite; podem formar-se como precipitados inorgânicos ou como secreções biológicas nas partes calcificadas dos organismos. A aragonite pode suportar maiores pressões do que a calcite e por isso as conchas de muitos organismos são feitas deste composto.

kalciumkarbonat: (CaCO3) Mineral som finns i två huvudformer, kalkspat och aragonit; de kan bildas som inorganiska fällningar eller som biologiska utsöndringar i kalcifierade delar av organismer. Aragonit har förmågan att tåla mer tryck än kalkspat och följaktligen så är skalen hos många organismer gjorda av denna förening.

Was this helpful?
Αποτέλεσμα των ανθρώπινων δραστηριοτήτων.


anthropogenic: Caused as a result of human activities.

antropogénico: Com origem na actividade humana.

antropogen: Av människan eller mänskliga handlingar framställd eller förorsakad

Was this helpful?
Στην παραλιακή ορολογία η σχετικά επίπεδη ζώνη μεταβλητού πλάτους, εκτεινόμενη από την ζώνη θραύσης των κυμάτων έως το όριο της υφαλοκρηπίδας. (2) H κατεύθυνση από την ακτή προς την θάλασσα.


offshore: (1) In beach terminology, the comparatively flat zone of variable width, extending from the breaker zone to the seaward edge of the continental shelf. (2.) The seaward direction from the shore.

largo / mar alto : (1) Em terminologia de praia, a zona relativamente plana de largura variável, que se estende da zona de rebentação para o lado do mar até à margem da plataforma continental. (2) A direcção para o mar a partir da costa.

utanför kusten: (1) Den jämförelsevis platta zonen av varierande bredd som sträcker sig från vågbrytarzonen till kontinentalbranten. (2) Riktningnen från stranden ut mot havet.

Was this helpful?
Ανεπάρκεια οξυγόνου στα κύτταρα του αίματος ή στους ιστούς του σώματος, σε βαθμό ώστε να προκαλεί φυσιολογικές και ψυχολογικές διαταραχές. Η ανοξία οφείλεται είτε σε έλλειψη οξυγόνου στο μέσον είτε σε αδυναμία του σωματικού ιστού να απορροφήσει οξυγόνο όταν η μερική του πίεση είναι χαμηλή. Βλ. υποξία.


anoxia: Oxygen deficiency in the blood cells or tissues of the body in such degree as to cause psychological and physiological disturbances. Anoxia may result from a scarcity of oxygen in the medium or from an inability of the body tissue to absorb oxygen under conditions of low ambient pressure.

anoxia : Falta de oxigénio nas células sanguíneas ou tecidos do corpo em tal grau que causa distúrbios psicológicos e fisiológicos. A anoxia pode resultar de uma escassez de oxigénio no meio ou de uma incapacidade do tecido do corpo de absorver oxigénio sob condições de baixa pressão ambiente; cf. hipoxia.

anoxi: Syrebrist i blodcellerna eller kroppsvävnad på en nivå som kan skapa psykologiska och fysiologiska störningar. Anoxia kan resultera genom brist på syre i omgivningen eller från en oförmåga av kroppsvävnaden att absorbera syre när det omgivande lufttrycket är lågt.

Was this helpful?
Χωρίς οξυγόνο.


anoxic: Devoid of oxygen.

anóxico : Livre de oxigénio

anoxisk: Syrefri.

Was this helpful?
Περιοχή με έλλειψη οξυγόνου.


anoxic zone: Area devoid of oxygen.

zona anóxica: Área livre de oxigénio.

anoxisk zon: Syrefrit område.

Was this helpful?
Μαλακό υπόστρωμα που χαρακτηρίζεται από έλλειψη μοριακού οξυγόνου.


anoxic substratum: A sedimentary habitat devoid of molecular oxygen.

substracto anóxico: Habitat sedimentar livre de oxigénio molecular.

anoxiskt substrat: Syrefri sedimentärt habitat.

Was this helpful?
Χημικές ενώσεις που δεν περιέχουν άνθρακα με εξαίρεση τις ανθρακικές, κυανιούχες και κυανικές ουσίες.


inorganic: Chemical compounds not containing carbon as the principal element, with the exception of carbonates, cyanides and cyanates.

inorgânico : Compostos químicos que não contêm carbono como elemento principal, com excepção dos carbonatos, cianidos e cianatos.

oorganisk: Kemisk förening som inte innehåller kol, med undantag för karbider, karbonater, cyanider, cyanater.

Was this helpful?
Ορος χρησιμοποιούμενος σε μονάδες ανακύκλωσης και ενυδρεία για την περιγραφή της διάσπασης της οργανικής ύλης στα ανόργανα συστατικά της, π.χ. αμμωνιοποίηση όπου η οργανική ύλη αποσυντίθεται σε αμμωνία.


mineralization: Term used in recirculation units and aquaria to describe the breakdown of organic matter to its inorganic constituents, e.g. ammonification where the organic matter decomposes to ammonia.

mineralização : Termo usado nas unidades de recirculação e aquários para descrever a decomposição da matéria orgância nos seus constituintes inorgânicos, e.g. amonificação onde a matéria orgânica se decompõe em amónia.

mineralisering: Process i naturen där organiskt material, främst döda växter, svampar, alger och djur, omvandlas till framför allt oorganiska molekyler.

Was this helpful?
Η ικανότητα ενός οργανισμού τα αντέχει μεγάλες ή αυξανόμενες δόσεις ενός φαρμάκου.


tolerance: The power of enduring large or increasing doses of a drug.

tolerância : A capacidade de suportar grandes ou acrescidas doses de uma droga.

tolerans: Förmågan att uthärda stora eller ökande doser av en drog.

Was this helpful?
(1) Σύμφωνα με τον αρχικό ορισμό κάθε μικροβιακό παράγωγο, το οποίο σε χαμηλές συγκεντρώσεις (της τάξεως μg/ml), αναστέλλει ή σκοτώνει (ευάλωτους) μικροοργανισμούς. (2) Σήμερα, ο όρος "αντιβιοτικό" χρησιμοποιείται γενικά για ημι-συνθετικές ή πλήρως συνθετικές αντιμικροβιακές ενώσεις, οι οποίες είναι αποτελεσματικες σε χαμηλές συγκεντρώσεις. Στην ιχθυοκαλλιέργεια τα αντιβιοτικά χρησιμοποιούνται ως χημειοθεραπευτικοί παράγοντες. Περιστασιακά, ορισμένα αντιβιοτικά χρησιμοποιούνται για μη-θεραπευτ


antibiotic: (1) Originally, any microbial product which, in low concentrations (of the order of µg/ml), can inhibit or kill (susceptible) microorganisms. (2) Currently, antibiotic is generally used to refer to natural semi-synthetic and wholly synthetic anti- microbial compounds which are effective at low concentrations. In aquaculture antibiotics are usually administered as chemotherapeutic agents; in nature many or all antibiotics may have important ecological roles. Within the microorganism a gi

antibiótico : (1) Originalmente, qualquer produto microbiótico que, em baixas concentrações (à ordem das µg/ml), podem inibir ou matar (é susceptível de) microorganismos. (2) Presentemente, o termo "antibiótico" é geralmente utilizado para referir componentes anti-microbianos naturais semi-sintéticos e totalmente sintéticos que são eficientes a baixas concentrações. Em aquacultura os antibióticos são normalmente administrados como agentes quimioterapêuticos; na natureza muitos ou todos os antibióticos p

antibiotika: Generell benämning som används för att beskriva en grupp föreningar (beläggningar eller målarfärger), som ofta innehåller metaller, som aplliceras på föremål och utrustning för att hindra djur, t.ex. havstulpaner, och alger att växa på dem; tributylten TBT är en vanlig förening som används på båtbottnar med denna syfte. Fast dessa föreningar har använts vid många situationer i akvatiska miljöer, så har man börjat reglera deras användning inom akvakultur på grund av skadliga effekter på mollusk

Was this helpful?
Ελλάσσονες μεταβλητές στην ειδίκευση των αντιγόνων ενός στελέχους ή τύπου μικροοργανισμών, οι οποίες εμφανίζονται κατά την διάρκεια μιας μακράς χρονικής περιόδου.


antigenic drift: In a given species, strain or type of microorganism, minor changes in antigenic specificity in a strain or types of microorganisms which occur over an extended period of time (i.e. years). Other terms often used include immunological drift, shift in antigens, variation of antigens.

detritos antigénicos : Pequenas alterações na especificidade antigénica que ocorrem, numa determinada espécie, raça ou tipo de microorganismo, ao longo de um período de tempo prolongado (i.e. anos). Outros termos utilizados com frequência incluem detritos imunológicos, mudança nos antigénes, variação dos antigénes.

antigenskifte: Små förändringar på antigenspecificitet som sker under en läng tidsperiod inom en art, grupp eller mikroorganismstam. Andra benämningar inkluderar immunologisk drift.

Was this helpful?
Η απόκριση σε ένα ερέθισμα.


reaction: A response to a stimulus.

reacção: A resposta a um estímulo.

reaktion: En respons på ett stimuli.

Was this helpful?
Ενα επιλεγμένο δείγμα ή άτομο (ολότυπος, λεκτότυπος, νεότυπος) ή ένα δείγμα από μία σειρά δειγμάτων (σύντυπος) που θεωρείται αντιπροσωπευτικός τύπος ενός είδους ή υποείδους.


type specimen: A designated specimen or individual (holotype, lectotype, neotype) or one of a series of specimens (syntype) that is the type of a species or subspecies.

espécime tipo : Um dado espécime ou indivíduo (holótipo, neótipo) ou um de uma série de espécimes (síntipo) que é o tipo de uma espécie ou subespécie.

typexemplar: Det eller de exemplar som beskrivningen av en för vetenskapen ny organismart baseras på och som tjänar som referens för arten.

Was this helpful?
Η ένταση του φωτός στο βάθος αντιστάθμισης.


compensation light intensity: The light intensity at compensation depth.

intensidade luminosa de compensação : A intensidade da luz à profundidade de compensação.

kompensations ljusintensitet: Ljusintensiteten vid kompensationsdjupet.

Was this helpful?
Διεργασία με την οποία τα φυλετικά χαρακτηριστικά του ψαριού αλλάζουν. Συνήθως η αλλαγή αυτή προκαλείται με την βοήθεια ορμονών. Τα παραγόμενα ψάρια που είναι φαινοτυπικά ενός φύλου αλλά γενετικά του αντιθέτου φύλου.


sex reversal: Process by which the sexual characteristics of fish are changed, usually through sex hormones. This produces fish which are phenotypically of one sex yet genetically of the other.

reversão sexual: Processo pelo qual as características sexuais dos peixes são alteradas, normalmente através de hormonas sexuais. Este fenómeno produz peixes que são fenotipicamente de um sexo, embora geneticamente sejam de outro.

könsändring: Process som innebär förändring av sexuella karaktärer hos t.ex. fiskar, vanligen genom tillsättning av hormoner. Resultatet blir en individ med en fenotyp av ett kön och en genotyp av det andra könet.

Was this helpful?
Η ταυτόχρονη διεκδίκηση από δύο ή περισσότερα άτομα ή είδη, ενός κοινού βασικ- ού πόρου, ο οποίος είναι πράγματι ή εν δυνάμει περιορισμένος (Ανταγωνιστική νομή), ή η επιβλαβής αλληλεπίδραση μεταξύ δύο ή περισσοτέρων οργαν- ισμών ή ειδών που αναζητούν ένα κοινό πόρο ο οποίος δεν είναι περιορισμένος (Ανταγωνιστική παρενόχληση).


competition: The simultaneous demand by two or more organisms or species for an essential common resource that is actually or potentially in limited supply (exploitation competition), or the detrimental interaction between two or more organisms or species seeking a common resource that is not limited (interference competition).

competição : A reivindicação simultânea, por parte de dois ou mais organismos ou espécies, de um recurso comum essencial que está efectivamente ou potencialmente em abastecimento limitado (competição pela utilização), ou a interacção prejudicial entre dois ou mais organismos ou espécies que procuram um recurso comum que não está limitado (competição de intervenção).

konkurrens: Samtidig krav av två eller fler organismer (eller arter) för en viktig gemensam resurs som är i själva verket (eller möjligtvis) i begränsad tillgång (exploativ konkurrens). Eller så är det den skadliga interaktionen mellan två eller fler organismer (eller arter) som söker efter en gemensam resurs vars tillgång inte är begränsad.

Was this helpful?
Αναφέρεται σε μια κατάσταση όπου δύο ή περισσότεροι παράγοντες παράγουν μικρότερο αποτέλεσμα, απ ότι προβλέπεται από το άθροισμα των αποτελεσμάτων τους (το αντίθετο του συνεργατισμού).


antagonism: Refers to a condition wherein two or more agents produce a lesser effect than would be predicted from the sum of the individual effects. Ant. synergism.

antagonismo : Refere-se a uma condição em que dois ou mais agentes produzem menos efeito do que estaria previsto da soma dos efeitos individuais. Ant. sinergismo.

antagonism: Syftar på ett tillstånd vari två eller fler ämnen producerar en mindre effekt än det som förväntas utifrån summan av deras individuella effekter. Ant. synergism.

Was this helpful?
Η διεύρυνση του εύρους του ενδιαιτήματος και των τροφικών προτιμήσεων, που οφείλεται στην μείωση της έντασης του διαειδικού ανταγωνισμού.


competitive release: Expansion of the habitat range and food preferences caused by a reduction in intensity of interspecific competition.

liberdade competitiva : Expansão da amplitude do habitat e preferências alimentares provocada por uma redução na intensidade da competição interespecífica.

konkurensfri: Utbredningen av habitat och födopreferenser som orsakas av en minskad intensitet i interspecifikt konkurrens.

Was this helpful?
Συνυπάρχουσες ομάδες ειδών, τα όρια κατανομής των οποίων προσδιορίζονται από τον ανταγωνισμό για τον χώρο ή τους φυσικούς πόρους.


competitive association: Coexisting groups of species, the distributional boundaries of which are determined by competition for space or resources.

associação competitiva : Coexistência de grupos de espécies, em que os limites de distribuição são determinados pela competição pelo espaço ou recursos.

konkurerande samhälle: Samexisterande arter, vars utbredning bestäms av konkurrensen för utrymme eller resurser.

Was this helpful?
Ο αποκλεισμός ενός είδους από ένα άλλο όταν ανταγωνίζονται για έναν κοινό πόρο, η προσφορά του οποίου είναι περιορισμένη.


competitive exclusion: The exclusion of one species by another when they compete for a common resource that is in limited supply.

exclusão competitiva : A exclusão de uma espécie por outra quando ambas competem por um recurso comum que é limitado.

utkonkurens: Uteslutning av en art när den konkurrerar med en annan art för en gemensam resurs vars tillgång är begränsad.

Was this helpful?
Η περιοχή σημαντικών αναβλύσεων κοντά στην Ανταρκτική όπου επιφανειακά νερά κινούμενα ΒΑ γύρω από το Νότιο Πόλο αντικαθίστανται από νερά από ενδιάμεσα βάθη.


Antarctic divergence: The area of massive upwelling near Antarctica where surface water drifting NE in the Antarctic Circumpolar current is replaced by water from intermediate depths.

Divergência Antártica : A área de upwelling perto da Antártida onde a água superfícial que se dirige para NE através da corrente Circumpolar Antártica é substituída por água de profundidades intermédias.

Antarktiska divergensen: Område nära Antarktis där massivt uppvällning sker.

Was this helpful?
Η περιοχή των Ωκεανών στην οποία κρύα επιφανειακά ρεύματα νερού τα οποία κινούνται ΒΑ συναντούν θερμά ρεύματα που κινούνται ΝΑ (συνήθως, Β500– 600 Ν) με αποτέλεσμα την βύθιση των πρώτων κάτω από τα θερμά ρεύματα.


Antarctic convergence: That region of the oceans of the southern hemisphere (N500 – 600 S) where cold Antarctic surface water moving NE meets and sinks below warmer water moving south-east.

Convergência Antártica: Área dos oceanos onde a água fria Antártica de superfície que se move para NE encontra e se afunda por baixo da água quente que se move para sudeste (normalmente, N500 - 600 S).

Antarktiska konvergensen: Region i den södra hemisfären där kall, nordgående Antarktiskt ytvatten sjunker under varmare, södergående vattenmassor.

Was this helpful?
Ένα μεγάλο, κρύο, επιφανειακό ρεύμα το οποίο κινείται ανατολικά στον Νότιο Ωκεανό , γύρω από το Νότιο Πόλο.


Antarctic cirumpolar current: A major cold surface current that flows eastwards through the Southern Ocean around the Antarctic pole.

Corrente Antártica Circumpolar : Importante corrente fria de superfície que circula para Este no hemisfério sul em redor do circulo polar Antártico.

Antarktiska cirkumpolarströmmen: Kall, östgående ytström som strömmar runt Antarktis.

Was this helpful?
Αναφερόμενη σε ιδιαίτερα κρύες ή ψυχρές περιοχές του νοτίου ημισφαιρίου.


antiboreal: Pertaining to cool or cold temperate regions of the southern hemisphere; austral; notalian.

antiboreal: Pertencente às regiões frias ou temperadas do hemisfério sul; austral.

antiboreal: Hänför sig till de tempererade regioner på södra hemisfären.

Was this helpful?
Η φυσική ικανότητα ενός οργανισμού να αντέχει τις επιδράσεις διαφόρων φυσικών, χημικών και βιολογικών παραγόντων , χωρίς να εξασθενεί.


resistance: The natural ability of an organism to withstand the effects of various physical, chemical, and biological agents which might otherwise act to debilitate the organism.

resistência : A capacidade natural de um organismo de se opôr aos efeitos potencialmente debilitadores de vários agentes físicos, químicos e biológicos.

motstånd: En organisms naturliga förmåga att motstå fysiska, keniska och biologiska faktorer som annars skulle försvaga dess hälsa.

Was this helpful?
Iκανότητα επιβίωσης ενός οργανισμού που εκτίθεται σε θερμοκρασίες κάτω από 00C.


cold resistance: The ability to survive exposure to temperatures below 00C.

resistência ao frio : A capacidade de sobrevivência a exposição de temperaturas inferiores a 00 C

köldtålig: Förmågan att överleva exponering till temperaturer under 0 grader.

Was this helpful?
Αναφέρεται στα αναπτυξιακά στάδια ενός οργανισμού πριν από την γεννητική ωριμότητα.


immature: The developmental stages of an organism preceding the attainment of sexual maturity.

imaturo : O estado de desenvolvimento de um organismo antes de atingir a maturidade sexual.

omogen: Utvecklingsstadium hos organismer som föregår könsmognaden.

Was this helpful?
Η καθαρή προς τα άνω δύναμη που ασκείται σε ένα αντικείμενο ή τμήμα υγρού και η οποία οφείλεται στην διαφορά πυκνότητας του αντικειμένου και του υγρού. Ποσοτικά είναι ίση με το βάρος του υγρού που εκτοπίζει το αντικείμενο.


buoyancy: The net upward force exerted on an object or parcel of fluid due to the difference in density between it and the surrounding fluid; quantitatively equal to the weight of the water displaced by the object.

flutuabilidade : A força ascendente exercida sobre um objecto ou parte de um fluido devido à diferença de densidade entre este e o fluido envolvente; quantitativamente é igual ao peso da água deslocada pelo objecto.

flytförmåga: Uppåtriktad kraft som utövas på ett föremål eller vattenmassa på grund av skillnaden i densitet mellan den och den omgivande vätskan; kvantitativt lika med vikten på vattenmassan som trängs undan av föremålet.

Was this helpful?
Η ποσότητα διαλελυμένου στο νερό οξυγόνου που είναι απαραί- τητη γιά την επιβιώνει και γιά την άριστη ανάπτυξη ενός οργανισμού.


oxygen requirements: The amount of oxygen which is necessary for life and for the optimal development of an organism.

necessidades de oxigénio: O volume de oxigénio que é necessário para a vida e desenvolvimento óptimo de um organismo.

syre behov: Den mängd syre som behövs för att en organsim ska kunna leva och utvecklas optimalt.

Was this helpful?
Η απομάκρυνση των ασβεστού- χων αλάτων. (1) Χρησιμοποιείται κατά τη διαδικα- σία παραγωγής ιστολογικών παρασκευασμάτων. (2) Εφαρμόζεται στην παροχή νερού στις εγκατα- στάσεις υδατοκαλλιέργειας.


decalcify: To remove calcium salts. (1) Used in the processing of histological preparations. (2) Applied to the intake water of aquaculture facilities.

descalcificar : Remoção dos sais de cálcio. (1) Utilizado no processamento de preparações histológicas. (2) Aplicada à entrada de água de instalações aquícolas.

avkalka: Att avlägsna kalciumsalter (1) Används när man fixerar vävnadsmaterial (2) Process som appliceras på intagsvattnet hos akvakultursfaciliteter.

Was this helpful?
Είδος που απειλείται με εξαφάνιση.


endangered species: A species threatened with extinction.

espécie em perigo : Uma espécie ameaçada de extinção.

hotade arter: Art som hotas av utrotning.

Was this helpful?
Η αποβολή αποβλήτων υλικών.


excretion: The process of discharging waste matter.

excreção: O processo de descarga de desperdícios.

exkretion: Utsöndring av avfallsprodukter (exkret).

Was this helpful?
Αφόδευση


egestion: Defaecation

evacuação: Defecação.

egestion: Defekering

Was this helpful?
Η μεταβολική αποδόμηση της οργανικής ύλης σε απλές οργανικές και ανόργανες ενώσεις. Συνοδεύεται από έκλυση ενέργειας.


decomposition: The degradation of organic matter into simple organic and inorganic compounds, with consequent liberation of energy.

decomposição : A degradação de matéria orgânica em compostos orgânicos e inorgânicos simples, com a consequente libertação de energia.

nedbrytning: Omvandlingen av organisk material till enkla organiska och inorganiska föreningar, med frigörelsen av energi som följd.

Was this helpful?
Οργανισμός που τρέφεται διασπώντας οργανική ύλη.


decomposer: Any organism that feeds by degrading organic matter.

decompositor : Qualquer organismo que se alimenta degradando matéria orgânica.

nedbrytare: Varje organism som livnär sig genom nedbrytning av organiskt material.

Was this helpful?
Ορος χρησιμοποιούμενος για κάθε τύπο αποβαλλόμενου υλικού. Στην υδατο- καλλιέργεια συχνά αναφέρεται στο νερό που εκρέει από μιά μονάδα.


waste: This term is used to describe any type of discarded material. In aquaculture, it usually refers to the effluent water that emanates from a farm unit.

desperdícios : Este termo é utilizado para descrever qualquer tipo de material rejeitado. Em aquacultura refere-se à água de efluente das instalações.

avfall: Allmän term för förkastat eller kasserat material. Inom jordbruket menas ofta det utsläppsvatten som härrör från odlingar och gård.

Was this helpful?
Μικρά ψήγματα άμμου και άνθρακα με μεγάλη περιεκτικότητα σε μέταλλα και τα οποία είναι τα κατάλοιπα των διαδικασιών εξόρυξης άνθρακα.


colliery waste: Small fragments of shale, sandstone and coal having a high metal content from coal mining operations, dumped as wastes.

desperdícios de minas de carvão: Pequenos fragmentos de argila xistosa, grés e carvão contendem elevado teor de metal resultante da actividade das minas de carvão, eliminados como desperdícios.

gruvavfall: Små fragment av skiffer, sandsten och kol som innehåller höga metalhalter, och bildas vid olika gruvverksamheter.

Was this helpful?
Απόβλητα που προέρχονται από σταθμούς καύσης άνθρακα και αποτελούνται από καμένο άνθρακα και ψιλή σκόνη.


fly ash: Waste material from coal-fired power stations consisting of lumps of partly-burnt coal and very fine powder.

cinza volante : Desperdício das centrais de carvão consistindo em pedaços de carvão parcialmente queimados e de pó muito fino.

flygaska: Avfall från koldrivna kraftverk, bestående av delvis eldade kolklumpar och väldigt finkornig puder.

Was this helpful?
(1) Κάθε ρεύμα στα ανοιχτά. 2) Κάθε ρεύμα που ρέει προς τα ανοιχτά.


offshore current: (1) Any offshore current. (2) Any current flowing away from the shore.

corrente offshore : (1) Qualquer corrente de largo. (2) Qualquer corrente que se afasta da costa.

frånlands ström: (1) En ström utanför stranden (2) En ström som flyter från stranden.

Was this helpful?
Ανεμος ο οποίος πνέει από την ξηρά προς την θάλασσα στην παράκτια περιοχή.


offshore wind: A wind blowing seaward from the land in the coastal area.

vento offshore : Nas áreas costeiras o vento que sopra, a partir de terra, no sentido do mar.

frånlands vind: En vind som blåser från land ut mot havet i ett kustområde.

Was this helpful?
Παλίρροιες ελλατούμενης έντασης οι οποίες εμφανίζονται κατά την περίοδο στην οποία η Σελήνη βρίσκεται στο μέγιστο της απόστασης της από την Γη.


Apogean tides: The tides of decreasing amplitude occurring at the time the moon is furthest from the earth.

marés mortas: Marés de amplitude reduzida que ocorrem na altura em que a Lua se encontra mais afastada da Terra.

apogeiskt tidvatten: Tidvatten med minskad amplitud som sker då månen är som längst från jorden.

Was this helpful?
Η μετακίνηση ενός ατόμου ή ομάδας έξω από μια περιοχή ή πληθυσμό.


emigration: (1) The movement of an individual or group out of an area or population. (2) Active movement of cells in response to a stimulus, e.g., macrophages.

emigração : (1) O movimento de um indivíduo ou grupo para fora de uma área ou população. (2) Movimento activo das células em resposta a um estímulo, e.g., macrófagos (q.v.).

emigration: (1) Förtflyttning av en individ eller grupp ur ett område eller en population (2) Aktiv rörelse av celler i respons till en stimuli, t.ex makrofager (q.v.).

Was this helpful?
Ωκεάνιος κυματισμός με μεγάλο μήκος και πλατος κύματος. Το ύψος των κυμάτων σε ρηχά νερά είναι σημαντικό, χωρίς ωστόσο να φθάνει το ύψος ( και την επικινδυνότητα) των blind rollers. Ωκεάνεια φουσκοθαλασσιά. καθώς υψώνεται σε σημαντικό ύψος στα ρηχά νερά, χωρίς ωστόσο να φθάνει στο ύψος ή να είναι τόσο επικίνδυνη, όσο τα περιστρεφόμενα διογκούμενα κύματα (blind rollers).


ground swell: A long, high ocean swell; also used to describe a swell as it rises to a discernible height in shallow water (not usually as high or as dangerous as blind rollers).

vaga: Vaga oceânica alta e larga; termo também utilizado para descrever uma onda à medida que sobe até uma altura perceptível em águas baixas (normalmente não tão altas ou perigosas como as ondas que formam um tubo).

grunddyning: Lång och hög dyning; används också för att beskriva en dyning medan den stiger till en urskiljbar höjd i grund vatten.

Was this helpful?
Η διαδικασία κατά την οποία μια χημική ουσία ή ένα στοιχείο εναποτίθεται στο περιβάλλον ή στον ιστό ενός οργανισμού


accumulation: A process whereby a chemical or element is concentrated in the environment or the tissue of an organism.

acumulação: Processo em que um químico ou elemento está concentrado no ambiente ou no tecido de um organismo.

ackumulering: Process varigenom en kemikalie eller ämne koncentreras i miljön eller vävnaden hos en organism.

Was this helpful?
(1) Η εμφάνιση ανόμοιων χαρακτήρων ή γνωρισμάτων σε συγγενείς οργανισμούς. Απο- κλίνουσα εξέλιξη. (2) Ζώνη ωκεάνιας ανάβλυσης (up-welling), όπου νερό ανέρχεται από βαθειά στρώματα και απλώνεται στην επιφάνεια, όπως π.χ. στην απόκλιση της Ανταρκτικής (πρβ. σύγκλιση).


divergence: (1) The acquisition of dissimilar characters or traits by related organisms; divergent evolution. (2) A zone of oceanic upwelling where deep water rises and spreads out over the surface, as in the Antarctic divergence.

divergência : (1) A aquisição de caracteres ou características diferentes por organismos relacionados; evolução divergente. (2) uma zona de upwelling oceânico onde a água do fundo sobe e se propaga à superfície, como na divergência Antártica; cf. convergência.

divergens: (1) Utvecklingen av olika karaktärer eller egenskaper hos närbesläktade organismer; divergerande evolution. (2) Oceaniska uppvällningszoner där djupt vatten stiger och sprider ut sig på ytan, as in the Antarctic divergence; jfr. konvergens.

Was this helpful?
Η βιοχημική αναγωγή των νιτρικών, μέσω νιτρωδών, προς μοριακό (αέριο) άζωτο και διοξείδιο του άνθρακα. Η διεργασία αυτή είναι αποτελεσματικότερη σε περιβάλλοντα με μειωμένο οξυγόνο (π.χ. κάτω από 0.5 mg/L). Τα βακτήρια που συμμετέχουν σ αυτή τη διεργασία ονομάζονται γενικά απονιτροποιά. Στην υδατο- καλλιέργεια η απονίτρωση αποτελεί απαραίτητη διαδικασία για την διαχείριση ανακυκλωνομένων συστημάτων με μικρή ή μηδενική ανανέωση του νερού, οφειλόμενη στην ταχεία συσσώρευση νιτρι- κών από τη


denitrification: The biochemical reduction of nitrate via the intermediate nitrite to molecular (gaseous) nitrogen and carbon dioxide through microbiological activity. This process occurs most efficiently in oxygen-deficient environments (e.g. below 0.5 mg/L). The bacterial groups involved are generally called denitrifiers. In aquaculture, denitrification becomes a necessary treatment process in recycling systems with little or no water exchange because of the rapid nitrate accumultion derived from effective bio

desnitrificação : A redução bioquímica de nitratos via nitritos para azoto molecular (gasoso) e dióxido de carbono através de actividade microbiológica. Este processo ocorre mais eficientemente em ambientes pobres em oxigénio (e.g. abaixo de 0,5 mg/l). Os grupos de bactérias envolvidas são geralmente chamadas desnitrificadoras. Em aquacultura, a desnitrificação torna-se um processo de tratamento necessário em sistemas onde a água é reciclada devido à rápida acumulação de nitratos derivada da efectiva nitrificaçã

denitrifikation: Sönderfall av oxiderade kväveföreningar (nitrat, NO-3r, eller nitrit, NO-2q) under bildande av kvävgas (N2), kväveoxid (NO) eller dikväveoxid (N2O). Denna process är mest effektiv i syrefria miljöer (t.ex under 0.5 mg/L). Bakterierna som är inblandade i processen kallas för denitrifierare. Denitrifiering kan användas inom akvakultur för att In aquaculture, denitrification becomes a necessary treatment process in recycling systems with little or no water exchange because of

Was this helpful?
Αναφέρεται σε περιβάλλον στερούμενο ελεύθερου οξυγόνου (βλ. αναερόβιος).


deoxygenated: Used of an environment depleted of free oxygen.

desoxigenado : ambiente sem oxigénio; cf. anaeróbico.

syrefri: Används för att beskriva en miljö som är syrefri.

Was this helpful?
Μείωση του πληθυσμού.


depopulation: Decrease in the population.

despovoamento : Diminuição na população.

avfolkning: Minskning av populationen

Was this helpful?
Το μέρος της βροχόπτωσης που δεν συγκρατείται στο έδαφος αλλά ρέει επιφανειακά.


runoff: That part of precipitation (rainfall) that is not held in the soil but drains freely away.

escoamento : A parte da precipitação (chuva) que não é retida pelo solo e escorre livremente.

avrinning: Den del av nederbörden som ej tas upp av jorden utan rinner iväg.

Was this helpful?
(1) Η πρόσληψη και αφομοίωση αερίων, υγρών και άλλων υλικών από το δέρμα, τις βλεννογόνους μεμβράνες και τα αιμοφόρα αγγεία. (2) Η μεταφορά θρεπτικών δια μέσου των κυτταρικών μεμβρανών κατά την πέψη.


absorption: (1) The uptake and assimilation of gases, liquids, and other matter by the skin, mucous membranes, and blood vessels. (2) The transfer of nutrients across cell membranes following digestion.

absorção : (1) Captação e assimilação através da pele, membranas mucosas e vasos sanguíneos de gases, liquidos e outra matéria. (2) A transferência de nutrientes através das membranas celulares após a digestão.

absorption: (1) Upptag och assimilering av gaser, vätskor och annan materia av hud, membran och blodkroppar. (2) Transport av föda över cell membran efter nedbrytning.

Was this helpful?
Τασιενεργή χημική ένωση που μειώνει την επιφανειακή τάση του νερού. Αποτελείται από μία μη πολική, υδρόφοβη αλυσίδα υδρογονάνθρακα, με ένα πολικό άκρο. Τα απορρυπαντικά περιέχονται συχνά σε διαλύματα καθαρισμού, επειδή γαλακτοματοποιούν τους ρύπους και τα έλαια. Η παρουσία τους στα οικιακά και βιομηχανικά απόβλητα μπορεί να έχει δυσμενή επίδραση στην ποιότητα του νερού των μονάδων ιχθυοκαλλιέργειας. Ο όρος συχνά χρησιμοποιείται εσφαλμένα για οποιοδήποτε καθαριστικό, των σαπουνιών συμπεριλαμβανο


detergent: Tensio-active surfactant compound that features a non-polar, hydrophobic hydrocarbon chain with a polar end. Detergents are often included in cleaning solutions as they emulsify dirt and oil. As waste products of industrial and domestic processes they may have a detrimental effect on the water quality of aquaculture units. In English the term detergent is often used loosely, to describe any cleaning agent, including soaps.

detergente: Composto surfactante tensio-activo característico de cadeias hidrofóbicas de hidrocarbonetos, não polares, com uma terminação polar. Os detergentes são muitas vezes incluindos em soluções para lavagem devido a emulsionarem a sujidade e o óleo. Como produtos de desperdicio industrial e doméstico podem ter um efeito nocivo na qualidade da água das unidades de aquacultura. Em Inglês o termo detergente é muitas vezes utilizado livremente para descrever qualquer agente de limpeza, incluindo sabões.

rengöringsmedel: Ytaktivt ämne som innehåller en opolär, hydrofobisk kolhydrat med en polär ända. I en snäv bemärkelse avses en detergent som ett ytaktivt ämne som kan användas för rengörande ändamål eftersom de kan emulgera oljor och fettämnen. Som avfallsprodukter inom industriella verksamheter och hushålls processer kan de ha en negativ effekt på vattenkvaliteten inom akvakulturen.

Was this helpful?
Φυσικές, χημικές και βιολογικές αλλαγές που οφείλονται στην έκθεση στην ατμόσφαιρα και που συνοδεύουν τον σχηματισμό του εδάφους από τον γονικό βράχο, π.χ. βιολογική, χημική ή μηχανική αποσάθρωση.


weathering: Physical, chemical and biological changes resulting from exposure to the atmosphere, that accompany soil formation from parent rock; e.g. biological weathering, chemical weathering, mechanical weathering.

intemperismo : Alterações físicas, químicas e biológicas que resultam da exposição à atmosfera, que acompanha a formação do solo a partir da rocha mãe; e.g. desgaste biológico, desgaste químico, desgaste mecânico.

vittring: Nedbrytning och sönderfall av bergarter i jordskorpan p.g.a. mekanisk och kemisk påverkan från atmosfären.

Was this helpful?
Η χημική μετατροπή μιας ξενοβιοτικής ουσίας η οποία την καθιστά ακίνδυνη.


detoxification: The chemical modification of a xenobiotic substance that renders it harmless.

detoxificação: A modificação química de uma substância xenobiotica que a torna inofensiva

detoxifiering: Kemisk modifikation som oskadliggör en xenobiotisk substans.

Was this helpful?
Αντίδραση (-σεις) ενός οργανισμού που του επιτρέπει να αποφεύγει συγκεντρώσεις επιβλαβών ουσιών ή άλλες δυσμενείς συνθήκες. Η αντίδραση αυτή συνίσταται στην ενεργητική ή παθητική μετακίνηση του οργανισμού εκτός της περιοχής των δυσμενών συνθηκών.


avoidance response: The action(s) of organisms to avoid concentrations of materials or other conditions which cause active or passive movements out of a zone of unfavourable conditions.

resposta de fuga : A acção (ou acções) dos organismos de modo a evitar concentrações de materiais ou outras condições que conduzem a movimentações activas ou passivas para fora de uma zona de condições desfavoráveis.

undvikande beteende: Ett beteende hos organismer som innebär aktiv eller passiv förflyttning från ett område, detta för att undvika höga koncentrationer av skadliga ämnen eller andra ogynnsamma förhållanden.

Was this helpful?
Υγρά ή στέρεα απόβλητα που συλλέγονται από τους αποχετευτικούς αγωγούς.


sewage: Liquid or solid waste matter collected through sewers.

esgotos: Matéria líquida ou sólida captada através das sarjetas.

avloppsvatten: Flytande eller fast avfalls material som sammlas upp genom avlopp.

Was this helpful?
Ο μόνιμος καθαρισμός μιας δασικής έκτασης και η μετατροπή της σε μη-δασική περιοχή.


deforestation: The permanent clearing of forest land and its conversion to non-forest uses.

desflorestação: Limpeza permanente de terrenos florestais e sua conversão para usos não florestais.

skogsskövling: Permanent hygge av skogsområde och dess omvandling för annat bruk.

Was this helpful?
Συστατικό του εδάφους αποτελούμενο από πολύ λεπτούς (κολλοειδείς) κόκκους. Οταν η άργιλος υγρανθεί, διογκώνεται και αποκτά πλαστικές ιδιότητες, ενώ όταν ξηρανθεί στον αέρα συρρικνώνεται και αποκτά μεγάλη ανθεκτικότητα. Με βάση τις μηχανικές της ιδιότητες η άργιλος χαρακτηρίζεται ως πολύ μαλακή (0-10 psi), ενδιάμεση (10-20 psi), σκληρή (20-40 psi), πολύ σκληρή (πάνω από 40 psi). Η υφή της αργίλου περιγράφεται ψαμμώδης ως λεία, πλαστική, κολλώδης. Οι πολιτικοί μηχανικοί χρησιμοποιούν τον όρο γι


clay(clay soil): Very fine-grained soil of colloid size; a plastic (putty-like cohesive soil which shrinks on drying, expands on wetting and when compressed gives up water, exhibiting considerable strength when air-dry. Clays are described for engineering purposes by their consistency limits. A clay may be defined as very soft (less than 5 psi), soft (5 - 10 psi), medium or firm (10 - 20 psi), stiff (20 - 40 psi), hard or very stiff (over 40 psi). The texture of a clay soil is described as being neither grit

argila (solo argiloso) : solo de grão muito fino de tamanho coloidal; um solo de coesão do tipo plástico que encolhe quando seco, expande-se quando molhado e quando comprimido larga água, exibindo uma considerável resistência quando seco ao ar. As argilas são aplicadas na engenharia devido à sua consistência. A argila pode ser considerada muito mole (menos de 5 psi), mole (5 - 10 psi), média ou firme (10 - 20 psi) , dura (20 - 40 psi), sólida ou muito dura (acima de 40 psi). A textura de um solo argiloso é definida como

lera: Mycket finkornig jord av kolloid storlek; plastiskt (degartad) sammanhållande jord som krymper vid torka, expanderar vid väta, avger vatten när den komprimeras och uppvisar en betydlig styrka när den är lufttorkad. Leror beskrivs inom ingenjörssammanhang genom deras fasthet. En lera kan beskrivas som väldigt mjuk (mindre än 5 psi), mjuk (5-10 psi), medelhård eller fast (10-20 psi), hård (20-40 psi), mycket hård (över 40 psi). Strukturen hos en lerig jord beskrivs som varken grynig eller slät, el

Was this helpful?
Πλούσιο σε αργιλώδη υλικά.


argillaceous: Rich in clay materials.

argiloso : Rocha sedimentar formada por grãos de areia com diâmetro de 0.006-2 milimetros.

argillaceous: Lerig ämne.

Was this helpful?
Το άθροισμα των μεμονωμένων τιμών το οποίο διαιρείται με των αριθμό των περιπτώσεων και το οποίο συνήθως αναφέρεται ως ‘μέσος όρος’ ή ‘μέση τιμή’.


arithmetic mean: The sum of the individual values divided by the number of items, usually referred to as ‘average’ or ‘mean’.

média aritmética: A soma dos valores individuais divididos pelo número de itens, normalmente referida como média.

aritmetiskt medelvärde: Det aritmetiska medelvärdet är det vanligaste måttet på den centrala tendensen för variabler inom ett intervall. Det aritmetiska medelvärdet kallas ofta "medel" och utgörs av summan av de individuella värdena dividerat med antal fall.

Was this helpful?
Αδιάστατη παράμετρος η οποία προσδιορίζει την μετάβαση από laminar σε ροή δίνης


reynolds number: Dimensionless parameter which indicates transition from laminar to turbulent flow.

número de reynolds: Parâmetro sem dimensão que indica a transição de corrente laminar para turbulenta.

reynolds nummer: Dimensionslös storhet inom hydromekaniken för uppskattning av inverkan av inre friktion på en gas eller vätska i rörelse. Anger ofta om strömmningar är laminära eller turbulenta.

Was this helpful?
Αναφέρεται στις ψυχρές ή στις ψυχρές ώς εύκρατες περιοχές του βόρειου ημισφαιρίου, στις βόρειες ζώνες κωνοφόρων και την τάïγκα.


boreal: Pertaining to cool or cold temperate regions of the northern hemisphere.

boreal : Pertencente a regiões frias ou geladas do hemisfério norte.

boreal: Hänför sig till dom svala eller kalla temperarade regionerna i den norra hemisfären.

Was this helpful?
Μέτρο της απόκρισης των οργανισμών στη φυσική επιλογή. Η σχετική ανταγωνιστική ικανότητα ενός γονοτύπου, η οποία απορρέει από τα μορφολογικά, φυσιολογικά ή ηθολογικά του προσαρμοστικά χαρακτηριστικά. Ποσοτικά εκφράζεται συνήθως ως ο μέσος αριθμός των απογόνων ανταγωνιζόμενων γονοτύπων.


fitness: A measure of the response of a population of organisms to natural selection; the relative competitive ability of a given genotype conferred by adaptive morphological, physiological or behavioural characters; expressed and usually quantified as the average number of surviving progeny of competing genotypes.

aptidão: A medição da resposta de um população de organismos à selecção natural; a capacidade competitiva relativa de um dado genótipo conferida por caracteres morfológicos, fisiológicos ou comportamentais adaptativos; expressa e geralmente quantificada como o número médio de descendentes dos genótipos competidores que sobrevivem.

fitness: Mått på en populations respons på naturlig urval; den konkurrenskraftiga förmågan hos en genotyp beroende på de anpassade morfologiska, fysiologiska eller betteendeegenskaper; uttrycks och vanligtvis kvantifierat som medelantalet av överlevande avkomma av konkurrande genotyper.

Was this helpful?
Μια μαθηματική κατανομή η οποία χρησιμοποιείται σαν μοντέλο ενός συνολικά ή τμηματικά κατανεμημένου πληθυσμού, στον οποίο η παρουσία ενός ατόμου σε μια δεδομένη στιγμή αυξάνει την πιθανότητα εμφάνισης ενός άλλου ατόμου σε κοντινή απόσταση, με την απόκλιση να είναι μεγαλύτερη από τον μέσο όρο.


negative binomial distribution: A mathematical distribution used as a model of an aggregated or contagiously distributed population in which the presence of an individual at any given point increases the probability of another individual occurring nearby and in which the variance is greater than the mean.

distribuição binómia negativa: Distribuição matemática utilizada como modelo de uma população distribuída por agregação ou por contágio na qual a presença de um indivíduo num dado ponto aumenta a probabilidade do aparecimento de outro nas proximidades e em que a variação é maior do que a média.

negativ binomialfördelning: En matematisk distribution som används som model för populations distribution, där närvaron av en individ oavsett tidpunkt ökar sannolikheten för att en annan individ skall uppträda i närheten, och där variationen är större än medlet.

Was this helpful?
Τεχνική με την οποία προκαλείται η παραγωγή σπέρματος από γονοτυπικά θήλεα άτομα. Σε μερικά είδη ψαριών π.χ. σολομοειδή. είναι σχετικά εύκολη διαδικασία και οικονομικά αλλά και οικολογικά ωφέλιμη η παραγωγή απογόνων αποτελούμενων μόνο από θήλεα ψάρια. Η αρρενοποίηση ενός θήλεος αποθέματος επιτυγχάνεται με χορήγηση δίαιτας που περιέχει το κατάλληλο φυλετικό στεροειδές. Το αρρενοποιηθέν θήλυ παράγει σπέρμα με ομοιογαμετικά (ΧΧ) χρωμοσώματα κι έτσι από την γονιμοποίηση με το σπέρμα κανονικών αυγώ


masculinization: Technique of inducing genotypically female fish to produce sperm. In some species of fish,e.g. salmonids, it is a relatively easy procedure and economically as well as ecologically advantageous to produce offspring comprising only female fish. It is achieved by inducing masculinization in female broodstock through administering a diet containing the appropriate sex steroid. The female fish that undergo masculinization produce sperm with homogametic ( XX) chromosomes, and thus crossing with norm

masculinização : Técnica para induzir um peixe genotipicamente fêmea a produzir esperma. Nalgumas espécies de peixe, e.g. Salmonídeos, produzir descendentes apenas do sexo feminino é um processo relativamente fácil e economica e ecologicamente vantajoso. É obtida pela indução da masculinização nas fêmeas progenitoras através da administração de uma dieta contendo o esteroide sexual apropriado. O peixe fêmea que sofre o processo de masculinização produz esperma com cromossomas homogâmicos (XX) , e assim o cruzame

maskulinisering: Teknik för att inducera spermiebildande hos honfiskar. Hos vissa arter är detta relativt enkelt, exempelvis hos laxfiskar. Genom tillförsel av könshormoner i maten bildar honfiskarna spermier med homogametiska kromosomer (XX).

Was this helpful?
Μία προσέγγιση η οποία βασίζεται στην αρχή ότι η απουσία πλήρους επιστημονικής βεβαιότητας δεν εμποδίζει οποιαδήποτε ενέργεια για να αποφευχθεί η περιβαλλοντική υποβάθμιση.


precautionary principle: An approach based on the principle that lack of full scientific certainty does not impede action to prevent environmental degradation.

princípio da precaução: Um conceito baseado no príncipio de que a falta de total certeza científica não impede as acções para prevenir a degradação ambiental.

försiktighetsprincipen: Koncept som utformades under Rio de Janeiro Convention on Biological Diversity (1992), som säger att åtgärder skall vidtas för att förhindra storskalig irreversibel skada från klimatförändring eller olika typer av mänsklig påverkan.

Was this helpful?
Προοδευτική μη-γραμμική μεταβολή στην σύνθεση μιας κοινωνίας οργανισμών.


succession principle: Progressive nonlinear change in the composition of a community of organisms.

princípio da sucessão : Alteração progressiva não linear na composição de uma comunidade de organismos.

successions princip: Progressiv, ej linjär föränding av sammansättningen i ett organism samhälle.

Was this helpful?
Η Ηπειρωτική κατωφέρεια.


archibenthal zone: The continental slope.

zona arquibentical: O talude continental.

arkibentalen: Kontinentalsluttningen

Was this helpful?
Απόκλιση από την κατάσταση της πλήρους φυσικής ή κοινωνικής ευεξίας ενός οργανισμού, η οποία περιλαμβάνει μια καλά καθορισμένη ομάδα συμπτωμάτων και αιτιολογία και που οδηγεί σε διαταραχή της ομαλής του λειτουργίας. Κάθε κατάσταση που έχει ως αποτέλεσμα την βαθμιαία κατάρρευση της ομοιόστασης (βλ.λ.).


disease: A deviation from the state of complete physical or social well-being of an organism involving a well-defined set of symptoms and aetiology and leading to an impairment of its normal function; any state which results in a gradual degeneration of homeostasis.

doença : Um desvio de um organismo do estado de completo bem estar físico ou social envolvendo um conjunto de sintomas e etiologias bem definidos e que conduzem a um enfraquecimento da sua função normal; qualquer estado que resulta numa degeneração gradual da homeostasia (q.v.).

sjukdom: Avvikelse från ett tillstånd av fullständigt fysiskt eller socialt välmående hos en organism. Involverar väldefinierade symtomer och orsaker och leder till en försämrad funktion; Varje tillstånd som leder till en gradvis försämring av homeostasen (q.v.).

Was this helpful?
(1) Στρατηγική που αποσκοπεί στη διατήρηση της υγείας των καλλιεργούμενων ειδών. Επιτυγχάνεται με τακτικό έλεγχο για την ανίχνευση παθογόνων, έτσι ώστε να διαγιγνώσκεται και να αντιμετωπίζεται εγκαίρως η ύπαρξη ασθενειών. Αυτό βοηθά να διατηρείται το απόθεμα σε υγιή κατάσταση, έτσι ώστε να επιτυγχάνεται άριστη αύξηση. (2) Αντιμετώπιση μιας ασθένειας που εκδηλώθηκε σε συγκεκριμένη περιοχή και χρόνο. Μέθοδοι ή διαδικασίες που χρησιμοποιούνται για την παρεμπόδιση της εξάπλωσης παθογόνων σε περ


disease control: (1) Husbandry strategy aiming to maintain health of cultured species, achieved by frequent monitoring for pathogens so that the presence of diseases is noticed and reacted to quickly. This helps to maintain the stock in a healthy condition for optimal growth. (2) The management of an outbreak of disease in a specific area and time; methods or procedures used to limit the spread of pathogens to areas where they are not known to exist.

controlo de doenças : (1) Estratégia de cultivo com o objectivo de manter saudáveis as espécies cultivadas, conseguida pela monitorização frequente de patogénes de modo a que seja notada a presença de doenças de modo a serem atacadas imediatamente. Deste modo o stock é mantido em boas condições de saúde para um crescimento óptimo. (2) A gestão de um ataque violento de uma doença numa área e tempo específicos; métodos ou procedimentos utilizados para limitar a dispersão de patogénes para áreas onde se desconhece a su

skukdomskontroll: (1) Strategi inom jordbruk som syftar till att hålla odlade arter friska, vilket uppnås genom frekvent övervakning av förekomst av patogener för att på så sätt kunna upptäcka sjukdomar och snabbt agera mot dem. Detta hjälper att hålla beståndet friskt för att uppnå optimal tillväxt. (2) Skötseln av ett sjukdomsutbrott i ett specifikt område och tid; metoder eller procedurer som används för att begränsa spridningen av patogener till områden där de inte existerar redan.

Was this helpful?
Λύματα προερχόμενα από τις αστικές κοινωνίες.


munipical waste: Wastes deriving from urban communities.

lixo municipal: Lixos oriundos das comunidades urbanas.

kommunalt avfall: Avfall och sopor från urbana samhällen.

Was this helpful?
Η θεωρητική παλίρροια που παράγεται από τις βαρυτικές δυνάμεις του Ηλίου και της Σελήνης.


astronomic tide: The theoretical tide produced by the gravitational effects of the sun and the moon.

maré astronómica: A maré teórica produzida pelos efeitos gravitacionais do sol e da lua.

astronomiskt tidvatten: Teoretiska tidvattnet som orsakas av solens och månens gravitationskrafter.

Was this helpful?
Η έλλειψη συμμετρίας ή κανονικότητας.


asymmetry: Lacking correspondence or regularity in arrangement.

assimetria : Ausência de correspondência ou regularidade numa composição.

asymmetri: Saknar regulbundenhet i ordning och uppställandet.

Was this helpful?
Η περιοριστική μορφή μιας πιθανότητας ή κατανομής συχνότητας εξαρτώμενης από μια παράμετρο, καθώς η παράμετρος τείνει προς κάποιο όριο.


asymptomatic distribution: The limiting form of a probability or frequency distribution dependent on a parameter, as that parameter tends to a limit.

distribuição assimptótica: Forma limitante de uma probabilidade ou frequência de distribuição dependente de um parametro, quando esse parâmetro tenda para um limite.

asymptotisk fördelning: Sker då en slumpmässigt varierande storhet ungefär följer en normalfördelning.

Was this helpful?
Η αέρια ζώνη που περιβάλλει έναν πλανήτη. Η ατμόσφαιρα της Γης αποτελείται κατ΄ όγκο από άζωτο (79.1%), οξυγόνο (20.9%), διοξείδιο του άνθρακα (περίπου 0.03%) και ίχνη ευγενών αερίων (π.χ. αργόν, κρυπτόν, ξένιο, ήλιον) μαζί με υδρατμούς, ίχνη αμμωνίας, οργανικής ύλης, όζοντος, διάφορα άλατα και αιωρούμενα στερεά σωματίδια.


atmosphere: The gaseous zone surrounding a planet. The Earths atmosphere consists by volume, of nitrogen (79.1%), oxygen (20.9%), carbon dioxide (about 0.03%) and traces of the noble gases (I.e., argon, krypton, xenon, helium) plus water vapour, traces of ammonia, organic matter, ozone, various salts and suspended solid particles.

atmosfera: Zona gasosa que envolve um planeta. A atmosfera da Terra consiste em volume, de azoto (79,1 % ) , oxigénio ( 20,9 % ) , dióxido de carbono ( cerca de 0,03 % ) e vestígios de gases raros ( i.e. argon, krypton, xénon, hélio ), vapor de água, vestígios de amonía, matéria orgânica, ozono, sais vários e partículas sólidas em suspensão.

atmosfär: Gasformig zon som omger en planet. Jordens atmosfär består av kväve (79.1%), syre (20.9%), koldioxid (ungefär 0.003%) och små mängder av ädla gaser, vattenånga, organiska ämnen , ozon och diverse salter.

Was this helpful?
Ατμοσφαιρικοί ρυπαντές (π.χ. μονοξείδιο του άνθρακα, θείο, ,οξείδια του αζώτου) που προέρχονται από διάφορες πηγές.


atmospheric inputs: Air pollutants (e.g. carbon monoxide, sulphur and nitrogen oxides) derived from many sources.

entradas atmosféricas: Poluentes do Ar (e.g. monoxido de carbono, óxidos de enxofre e azoto) oriundos de origens diversas.

atmosfäriskt nedfall: Luftföroreningar (t.ex kolmonoxid, svavel) som orsakas av olika processer.

Was this helpful?
Η φυσιολογική διαδικασία της αύξησης του μεγέθους ενός ιστού, οργάνου ή οργανισμού.


growth: A normal process of increase in size of a tissue, organ or organism.

crescimento: Processo normal de aumento de tamanho de um tecido, orgão ou organismo.

tillväxt: En normal process som ökar mängden av en vävnad, organism eller ett organ.

Was this helpful?
Απελευθέρωση καλλιεργούμενων ή άγριων υδρόβιων ζώων (συνήθως νεαρών) στο περιβάλλον. Η τεχνική αυτή είναι αναπόσπαστο μέρος της ΕΝIΣΧΥΣΗΣ ΑΠΟΘΕΜΑΤΟΣ.


restocking: Releasing cultured or wild caught aquatic species (usually juveniles) into the wild environment. This technique is an integral element of stock enhancement.

repovoamento : A libertação de espécies aquáticas (normalmente juvenis) no ambiente natural. Esta técnica é um elemento importante de programas de melhoramento.

utsättning: Att sätta ut odlade eller vildfångade akvatiska arter i det vilda.

Was this helpful?
Νότιος: Αναφερόμενη σε ιδιαίτερα κρύες ή ψυχρές περιοχές του νοτίου ημισφαιρίου.


austral: Southerly: pertaining to cool or cold temperate regions of the southern hemisphere; antiboreal.

austral: Do Sul: pertencente às regiões frias ou temperadas frias do hemisfério Sul; cf, antiboreal.

austral: Sydlig: Hänför sig till svala eller kalla tempererade områden på södra hemisfären jfr. antiboreal

Was this helpful?
Η οικολογία των μεμονωμένων βλ. συνοικολογία οργανισμών ή ειδών.


autecology: The ecology of individual organisms or species.

autoecologia : A ecologia de organismos individuais ou espécies; cf. Sinecologia

autekologi: Ekologin hos enskilda organismer eller arter; jfr. synekologi

Was this helpful?
Ο οργανισμός ο οποίος παράγει την τροφή του από ανόργανα συστατικά, συνήθως δεσμεύοντας την φωτεινή ενέργεια (φωτότροφος) ή άλλες ενεργειακές πηγές (χημειότροφος).


autotroph: An organism that manufactures its own food from inorganic constituents, often through the use of energy obtained from light (phototroph) or chemical sources (chemotroph).

autótrofico : Um organismo que produz a sua própria alimentação a partir de constituintes inorgânicos, muitas vezes através da utilização de energia obtida da luz (fototrófico, q. v.) ou fontes químicas (quimiotrófico).

autotrof: En organism som producerar sin egen näring av inorganiska beståndsdelar, oftast med hjälp av energi som erhålls från ljuset (fototrof organism) eller kemiska källor (kemotrof).

Was this helpful?
(1) Iθαγενής σε ένα δεδομένο περιβάλλον. (2) Αναφέρεται σε αυτόχθονες πληθυσμούς, μικροοργανισμών του εδάφους των οποίων ο αριθμός ή η βιομάζα διατηρούνται λίγο ως πολύ σταθερος, γεγονός το οποίο αντανακλά το σταθερό (αν και κατά κανόνα χαμηλό) επίπεδο των θρεπτικών.


autochthonous: (1) Indigenous to a given environment. (2) Referring to soil microorganisms, autochthonous populations, which maintain more or less constant numbers or biomass, reflecting relatively constant (albeit typically low) levels of nutrients.

autóctone: (1) Indígena em relação a um dado ambiente.( 2) Que se refere a microorganismos do solo, populações autóctones, que mantêm um número ou biomassa mais ou menos constante, reflectindo níveis de nutrientes relativamente constantes (não obstante simbolicamente baixos).

autokton: (1) Inhemsk i en specifik miljö (2) Syftar på jordlevande mikroorganismer, autochtona populationer, som bibehåller i stort sett ett konstant antal individer eller biomassa och återspeglar en relativt konstant (om än låg) nivå av näring.

Was this helpful?
Η αποβολή περιττωμάτων.


defaecate: To discharge faeces or egesta.

defecar : Libertação de fezes.

defekera: Ha avföring eller exkrementer.

Was this helpful?
Tο μέρος της ενέργειας που καταναλώνεται από έναν οργανισμό, έναν πληθυσμό ή σε μια τροφική βαθμίδα για τον μεταβολισμό (παραγωγή) και την αναπνοή ανά μονάδα χρόνου και επιφάνειας. Η μεταβολιζόμενη ενέργεια εκφράζεται ως: Αφομοίωση (A)= Παραγωγή (P) + Αναπνοή (R) ή A= Κατανάλωση (C) - Περιττώματα (F)- Εκκρίσεις (E).


assimilation: In terms of energetics, that part of the acquired energy of an individual, population or trophic level which is incorporated into the metabolic system for production and respiration per unit time, per unit area; expressed as assimilation (A) = production (P) + respiration (R), or A = consumption (C) - faeces (F) - excretion (E).

assimilação : Em termos energéticos é a parte da energia adquirida por um indivíduo, população ou nível trófico que está incorporada no sistema metabólico para a produção e respiração por unidade de tempo, por unidade de área; expressa como assimilação (A) = produção (P) + respiração (R), ou A = consumo (C) - fezes (F) - excreção (E).

assimilering: Den del av den upptagna energin av en individ, population eller trofinivå, som deltar i metabolism för produktion och respiration per tids- och areaenhet. Uttryckt i en energibudget: assimilation (A) = produktion (P) + respiration (R), eller: A = konsumtion (C) - faeces (F) - exkretion (E).

Was this helpful?
Η ικανότητα ενός οργανισμού, πληθυσμού ή τροφικού επιπέδου να αφομοιώνει ένα μέρος της κατανάλωσης στην παραγωγή.


assimilative efficiency: The capacity of an individual, population or trophic level to incorporate that part of the consumption into production.

eficiência assimiladora : Capacidade de um indivíduo, população ou nivel trófico de incorporar uma parte de consumo em produção.

assimileringseffektivitet: Kapaciteten hos en individ, population eller trofisk nivå att tillgodogöra den del av konsumption till produktion.

Was this helpful?
Μια μέτρηση της ποσότητας των λυμάτων που μπορούν να αποτεθούν σε ένα συγκεκριμένο περιβάλλον, χωρίς να προκληθεί οικολογική ή αισθητική αλλαγή.


assimilative capacity: A measure of the amount of waste that can be deposited in a particular environment without causing it adverse ecological or aesthetic change.

capacidade assimiladora: Medida da quantidade de desperdício que pode ser depositado num determinado ambiente sem lhe causar alterações ecológicas adversas ou estéticas.

assimileringskapacitet: Mått på mängden av avfall som kan slängas i en miljö utan att orsaka ekologisk eller estetisk skada.

Was this helpful?
Η απώλεια νερού π.χ. από το σώμα ή έναν ιστό.


dehydration: The loss of water, as from the body or a tissue.

desidratação : A perda de água de um corpo ou tecido.

uttorkning: Vätskeförlust från kroppen eller från en vävnad.

Was this helpful?
Τα βαθύτερα τμήματα των θαλασσών και λιμνών στα οποία δεν φτάνει ηλιακό φως.


aphotic: The deeper parts of seas and lakes where light does not penetrate.

afótico: As partes mais profundas dos oceanos e lagos onde a luz não penetra.

afotisk: En djup zon i hav eller sjö, som saknar tillgång till solljus

Was this helpful?

Β

Mηχανισμος ο οποιος ρυθμιζει σε τακτα χρονικα διαστηματα επαναλαμβομενα προτυπα συμπεριφορας ενος ζωικου η φυτικοθ οργανισμοθ.


biorhythm: Mechanism by which those behavioural activities of an organism occurring at regular intervals, is governed.

bioritmo : Mecanismo através do qual são controladas as actividades comportamentais de um organismo que ocorrem a intervalos regulares.

biorytm: Mekanism som kontrollerar rytmiska förlopp i en biologisk process eller funktion.

Was this helpful?
Ανάμειξη ενός υποστρώματος, ως αποτέλεσμα της δραστηριότητας ζωντανών οργανισμών (αναζήτηση τροφής, ανασκάλευση), οι οποίοι με τον τρόπο αυτό παράγουν ένα βιοαναδευόμενο ίζημα.


bioturbation: The mixing of a sediment by the burrowing, feeding or other activity of living organisms, forming a bioturbated sediment.

bioturbação : A mistura do sedimento ocasionada pela escavação, alimentação ou outra actividade de organismos vivos, formando sedimento bioturbado.

bioturbation: Omrörningen av sediment, på grund av grävandet, ätandet eller något annat beteende av organismer, som skapar ett bioturbit sediment.

Was this helpful?
Δοκιμασία στην οποία χρησιμοποιούνται οργανισμοί για τον εντοπισμό ή την μέτρηση της παρουσίας ή της επίδρασης μιάς ή περισσοτέρων ενώσεων ή συνθηκών.


bioassay: Any test in which organisms are used to detect or measure the presence or effect of one or more substances or conditions.

bioanálise : Qualquer teste em que são utilizados organismos para detectar ou medir a presença ou o efeito de uma ou mais substâncias ou condições.

biotest: Försök där organismer används för att spåra eller mäta förekomsten eller effekten av en eller flera ämnen eller tillstånd.

Was this helpful?
Iκανός να διασπασθεί μεσω ισολογικών διεργασιών.


biodegradable: Capable of being decomposed by natural processes.

biodegradável : Susceptível de ser decomposto por processos naturais.

biologiskt nedbrytbar : Nedbrytningsbar genom naturliga processer.

Was this helpful?
Μέρος μιας μονάδας κατεργασίας σε ένα σύστημα καλλιέργειας, στο οποίο πραγματοποιείται η απομάκρυνση του οργανικού υλικού και η μετατροπή (οξείδωση) με την βοηθεια μικροοργανισμών των προίόντων του μεταβολισμού, τα διαλυμένα μεταβολικά υποπροïόντα, ως αποτέλεσμα της μικροβιακής δραστηριότητας. Η σημαντικότερη διεργασία είναι η αποδόμηση των οργανικών υλικών από ετεροτροφικά βακτήρια και η οξείδωση της αμμωνίας σε νιτρώδη και των νιτρωδών σε νιτρικά (δύο βήματα νιτροποίησης).


biofilter: A component of the treatment units of a culture system in which the removal of organic matter takes place and dissolved metabolic byproducts are converted (mainly oxidized) as a result of micro-biological activity. The most important processes are the degradation of organics by heterotrophic bacteria and the oxidation of ammonia via nitrite to nitrate (two-step nitrification).

biofiltro : Um componente das unidades de tratamento de um sistema de cultura onde se realiza a remoção de matéria orgânica e onde os produtos metabólicos dissolvidos são convertidos (principalmente oxidados) como resultado de actividade microbiológica. Os processos mais importantes são a degradação de matéria orgânica por bactérias heterotróficas e a oxidação do amónia via nitritos a nitratos (nitrificação em duas fases).

biofilter: Beståndsdel i rengöringsenheten av ett kultursystem, där avlägsnandet av organiskt material sker och upplösta biprodukter omsättes (främst genom oxidation) till följd av mikrobiell aktivitet. Viktigaste processerna är nedbrytningen av organiska ämnen av heterotrofa bakterier och oxideringen av kväve, via nitrit, till nitrat (tvåstegs kvävefixering).

Was this helpful?
Ομάδα οργανισμών οι οποίοι ανήκουν σε δισφορετικά είδη, και συνυπάρχουν στο ίδιο ενδιαίτημα ή περιοχή και αλληλεπιδρούν μέσω τροφικών και χωρικών σχέσεων. Χαρακτηρίζονται συνήθως με την αναφορά ενός ή περισσοτέρων κυρίαρχων ειδών.


community: Any group of organisms belonging to a number of different species that co-occur in the same habitat or area and interact through trophic and spatial relationships; typically characterized by reference to one or more dominant species.

comunidade : Qualquer grupo de organismos pertencentes a um número de diferentes espécies que ocorrem no mesmo habitat ou área e interagem através de relações tróficas e espaciais; tipicamente caracterizados com referência a uma ou mais espécies dominantes.

samhälle: Varje grupp av organismer, som tillhör ett antal olika arter, som samexisterar i samma habitat eller område och interagerar genom trofiska och spatiala förhållanden; karakteriseras ofta genom att hänvisa till en eller fler dominanta arter.

Was this helpful?
Κοινότητα ζώντων οργανισμών που ζούν σε έναν βιότοπο, ( ένα συγκεκριμένο φυσικό-χημικό περιβάλλον). Υπό την στενή έννοια, ο ορισμός περιλαμβάνει μόνο τις κοινότητες πανίδας-χλωρίδας σε ένα δεδομένο ενδιαίτημα.


biocoenosis: A community or natural assemblage of organisms inhabiting a biotope, specifically excluding physical aspects of the ecosystem. Strictly defined it includes only the flora-fauna assemblages in a given habitat.

biocenose: Uma comunidade ou associação natural de organismos que habitam um biótopo, excluindo espicificamente os aspectos físicos do ecossistema. Definido com precisão inclui apenas as associações de flora-fauna num dado habitat.

biocenos: Definition på samhället eller samlingen av organismer som lever i en biotop och som utesluter fysiska aspekter av ekosystemet. Exakt definierat så inkluderas bara flora-fauna samlingarna i ett habitat.

Was this helpful?
Χημικό, θανατηφόρο για τους ζωντανούς οργανισμούς.


biocide: A chemical that is lethal to living organisms.

biocida : Um químico que é letal para organismos vivos.

biocid: Kemikalie som är dödligt för levande organimser.

Was this helpful?
Τεχνητή ή φυσική ουσία χρησιμοποιούμενη γιά την εξολόθρευση ανεπιθύμητων οργανισμών.


pesticide: Artificial or natural substance used to kill pests.

pesticida : Substância artificial ou natural utilizada para matar pragas.

pesticid: Artificellt eller naturligt förekommande medel som används för att döda skadedjur.

Was this helpful?
Συσσώρευση σε έναν οργανισμό, υψηλών συγκεντρώσεων, με την κατακράτηση ενός συστατικού που βρίσκεται σε χαμηλά επίπεδα στην δίαιτα ή στο νερό (συνώνυμο: Βιομεγέθυνση).


biomagnification: The accumulation of high concentrations in an organism through the retention of a compound found in low levels in the diet and water. Syn. biomagnification.

bioampliação : A acumulação de elevadas concentrações num organismo através da retenção de um composto encontrado em baixos níveis na alimentação e na água. Sin. Bioamplificação.

biomagnifiering: Ackumulering av höga koncentrationer av en förening i en organism, genom kvarhållningen av föreningen som finns i låga halter i födan och vattnet.

Was this helpful?
Μηχανισμός με τον οποίο ηθολογικά και φυσιολογικά πρότυπα ενός οργανισμού ελέγχονται από εξωγενείς παράγοντες και ρυθμίζονται από εσωτερικούς μηχανισμούς.


biological clock: A mechanism by which behavioural and physiological patterns of an organism are governed by exogenous factors and regulated by internal mechanisms.

relógio biológico : Um mecanismo pelo qual os padrões comportamentais e fisiológicos de um organismo são controlados por factores exógenos e regulados por mecanismos internos.

biologisk klocka: Mekanism där beteenden och fysiologiska mönster är styrda genom exogena faktorer och reglerade genom interna mekanismer.

Was this helpful?
Είδος, του οποίου η παρουσία ή απουσία είναι ενδεικτική ενός ορισμένου ενδιαιτήματος, κοινότητας ή ενός συνόλου περιβαλλοντικών συνθηκών.


indicator species: A species, the presence or absence of which is indicative of a particular habitat, community or set of environmental conditions; characteristic species; guide species; index species.

espécie indicadora : Uma espécie, cuja presença ou ausência é indicativa de uma habitat, comunidade ou conjunto de condições ambientais particulares; espécie característica; espécie guia; espécie índice.

indikatorart: En art vars närvaro eller avsaknad indikerar en visst typ av habitat, samhälle eller uppsättning miljöfaktorer; karaktärsart, guidart, indexart.

Was this helpful?
Η αλληλουχία των σταδίων της ζωής ενός ατόμου, από την γονιμοποίηση του ωαρίου ως τον θάνατό του.


life cycle-life history: The sequence of stages from the zygote to the death of an individual. Life history: those significant features (such as strategies of survival and reproduction) present in an organisms life cycle.

ciclo de vida - história da vida : A sequência de estados desde o zigoto até à morte de um indivíduo. História da vida: as características significativas (tais como estratégias de sobrevivência e reprodução) presentes no ciclo de vida de um organismo.

livscykel - livshistoria: Sekvens av olika steg från zygot till en individs död. Life history: olika egenskaper som finns i en organisms livscykel (överlevnadsstrategi, reproduktion, m.m.).

Was this helpful?
Μηχανισμός ο οποίος ρυθμίζει σε τακτά χρονικά διαστήματα επαναλαμβόμενα πρότυπα συμπεριφοράς ενός ζωικού ή φυτικού οργανισμού.


biological rhythm: Mechanism by which those behavioural activities of an organism occurring at regular intervals, is governed.

ritmo biológico : Mecanismo através do qual são controladas as actividades comportamentais de um organismo que ocorrem a intervalos regulares.

biorytm: Mekanism som styr beteenden hos en organism som sker vid regelbundna intervaller.

Was this helpful?
Ποσοτική εκτίμηση της ολικής μάζας των οργανισμών που συναποτελούν έναν πληθυσμό ή τμήμα ενός πληθυσμού ή οποιαδήποτε άλλη καθορισμένη βιολογική ενότητα σε μια δεδομένη περιοχή και σε μία συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Μετρείται ως όγκος, μάζα (ζωντανή, νεκρή, ξηρό ή οργανικό βάρος) ή ενέργεια (Joules, calories).


biomass: Any quantitative estimate of the total mass of organisms comprising all or part of a population or any other specified unit, or within a given area at a given time; measured as volume, mass (live, dead, dry or ash-free weight) or energy (Joules, calories). Syn. standing crop; standing stock.

biomassa : Qualquer estimação quantitativa da massa total dos organismos compreendendo a totalidade ou parte de uma população ou qualquer outra unidade especificada, ou dentro de uma dada área num dado período; calculada como o volume, peso (vivo, morto, seco ou livre de cinzas) ou energia (Joules, calorias).

biomassa: Varje kvantitativ uppskattning av den totala vikten av organismer som uppgör hela eller delar av en population eller en given enhet, eller den totala vikten av organismer som befinner sig inom ett viss område vid ett viss tid; uppmätt som volym, vikt (levande, död, torrvikt) eller energi (Joules, kalorier). Syn standing crop; standing stock.

Was this helpful?
Η εφαρμογή στατιστικών μεθόδων σε βιολογικά προβλήματα και η μαθηματική ανάλυση βιολογικών δεδομένων.


biometry: The application of statistical methods to biological problems and the mathematical analysis of biological data.

biometria : A aplicação de métodos estatísticos a problemas biológicos e a análise matemática de dados biológicos.

biometri: Användningen av statistiska metoder till biologiska problem och den matematiska analysen av biologiskt data.

Was this helpful?
Πλαγκτόν, νηκτόν και αιωρούμενα οργανικά σωματίδια προερχόμενα από ζώντες οργανισμούς. Η βιολογική συνιστώσα του σηστού.


bioseston: Plankton, nekton and suspended organic particulate matter derived from living organisms; the biological component of seston.

bioseston: Plâncton, necton e matéria orgânica em suspensão oriundos de organismos vivos; o componente biológico do seston.

bioseston: Plankton, nekton och svävande organiska partiklar som har sitt ursprung från levande organismer; biologiska komponenten av seston.

Was this helpful?
Διεργασία κατά την οποία μια χημική ουσία συγκεντρώνεται σε έναν οργανισμό, όργανο ή ιστό σε συγκέντρωση υψηλότερη από αυτή που συναντάται στο περιβάλλον ή στην τροφή (Βλ. βιομεγέθυνση).


bioaccumulation: The process whereby a chemical, for example, cadmium, is concentrated in an organism, organ or tissue at a concentration higher than that found in the environment or food..

bioacumulação : O processo em que um químico, por exemplo, cádmio, se encontra concentrado num organismo, orgão ou tecido numa concentração mais elevada do que a encontrada no ambiente ou alimento; cf. Amplificação biológica.

bioackumulation: Processen genom vilken en kemikalie, t.ex kadmium, förekommer i högre koncentration i en organism, organ eller vävnad än koncentrationen utanför i miljön eller födan. jfr. biological magnification.

Was this helpful?
Το παγκόσμιο οικοσύστημα. Το τμήμα εκείνο της Γης και της ατμόσφαιρας όπου είναι δυνατόν να αναπτυχθεί η ζωή.


biosphere: The global ecosystem; that part of the earth and its atmosphere capable of supporting living organisms.

biosfera : O ecossistema global; a região da terra e da sua atmosfera capazes de sustentar organismos vivos.

biosfär: Det globala ekosystemet; den del av jorden och atmosfären som har förmågan att uppehålla levande organismer.

Was this helpful?
Σχετιζόμενος με την ζωή ή με την ζώσα ύλη.


biotic: Relating to life or living matter.

biótico : Relativo à vida ou matéria viva.

biotisk: Relaterat till liv eller levande substans.

Was this helpful?
Η χρήση προηγμένων γενετικών τεχνικών στην παραγωγή νέων στελεχών οργανισμών ή μεταλλαγμένων τύπων με σκοπό αύξηση της παραγωγικότητας και την βελτίωση της ποσότητας.


biotechnology: The use of advanced genetic techniques to create new strains of organisms and obtain mutated forms which can produce enhanced quantity or quality.

biotecnologia : A utilização de técnicas genéticas avançadas para criar novas raças de organismos e obter formas mutantes que possam originar uma melhoria na quantidade e qualidade.

bioteknik: Användningen av avancerat genetiskt teknik för att skapa nya stammar av organismer eller framställa muterade "former" som kan framkalla förhöjd kvalitet eller kvantitet.

Was this helpful?
Περιοχή στην οποία οι κύριες περιβαλλοντικές συνθήκες καθώς και οι βιότυποι που είναι προσαρμοσμένοι σε αυτές, είναι ομοιόμορφα.


biotope: An area in which the main environmental conditions and biotypes adapted to them are uniform.

biótopo : Uma área na qual as principais condições ambientais são uniformes

biotop: Område där de huvudsakliga miljöförhållanden, och biotyperna som har anpassats till dem, är enhetliga.

Was this helpful?
Το σύνολο των ατόμων που έχουν ταυτόσημο γονότυπο. Στα βακτήρια, ταξινομική ομάδα που διακρίνεται από ορισμένους φυσιολογικούς χαρακτήρες. Τυπικό δείγμα ενός οργανισμού.


biotype: All the individuals of identical genotype; in bacteria, a taxon distinguished by certain physiological features; type specimen of an organism.

biótipo : todos os individuos com genótipo idêntico; nas bactérias, um grupo taxonómico distinguido por certas características fisiológicas; tipo de espécime de um organismo.

biotyp: Alla individer som har ett identiskt genotyp; hos bakterier, en taxa som urskiljes genom vissa fysiologiska kännetecknen; typexemplaret av en organism.

Was this helpful?
Παραγωγή φωτός από ζώντες οργανισμούς (π.χ. πλαγκτόν και ψάρια). Είναι ιδιαίτερα ανεπτυγμένος στα ψάρια που ζούν σε μεσαία βάθη και στα ψάρια που ζούν στο βυθό σε μεγάλα βάθη (π.χ. λυχναρόψαρα). Προέρχεται (α) από φωτοβολούντα βακτήρια που ζουν πάνω στα ψάρια με συμβιωτική σχέση (β) από τα φωτοφόρα. Η βιοφωταύγεια παίζει ρόλο στην αναπαραγωγική συμπεριφορά και την προσέλκυση λείας.


bioluminescence: Light produced by living organisms (e.g. plankton and fishes). It is most extensively developed in midwater and bottom- dwelling deep sea species (e.g. lantern fishes). It arises from (a) luminous bacteria living on the fish in a symbiotic relationship or (b) from photophores. Bioluminescence may serve as courting behaviour or as a lure for prey.

bioluminescência : Luz produzida por organismos vivos (e.g. plâncton e peixes). Está mais desenvolvida em espécies marinhas de meia-água e de grande profundidade (e.g. peixes lanterna). Tem origem numa (a) bactéria luminosa que vive no peixe numa relação simbiótica ou (b) em fotóforos. A bioluminescência pode servir como comportamento de acasalamento ou para atrair presas.

bioluminiscens: Ljus som produceras av levande organismer (t.ex plankton och fiskar). Denna egenskap har haft en mer omfattande utveckling hos organimser som lever i djupare vatten (t.ex blåkäxa). Bioluminescens uppkommer ifrån (a) självlysande bakterier som lever i ett symbiotiskt förhållandet med fisken, eller (b) med hjälp av fotoforer. Bioluminescens kan agera som uppvaktningsbeteende eller som lockbete för att fånga byte.

Was this helpful?
Η ποσότητα του οξυγόνου που καταναλώνεται από την διεργασία της αναπνοής των βακτηρίων και της οξείδωσης οργανικής ύλης, η οποία μετράται σε ένα δείγμα νερού που επωάζεται στο σκοτάδι και σε συγκεκριμένη θερμοκρασία επί ένα δεδομένο χρονικό διάστημα. Ο τυπικός προσδιορισμός ΒOD γίνεται με επώαση 5 ημερών στους 200C (ΒOD 5). Θα πρέπει πάντα να αναφέρεται εάν το δείγμα του νερού έχει διηθηθεί (ΒOD διαλυτών) ή όχι (ολικό ΒOD). Η βιοχημική απαίτηση οξυγόνου συχνά αναφέρεται λανθασμένα ως


biochemical oxyegen demand (BOD): The amount of oxygen consumed by respiratory processes of bacteria and the oxidation of organic material which measured in a water sample maintained in darkness at a specified temperature for a specified amount of time. Standard BOD determinations are for 5-day incubations at 200C (BOD 5). It should always be stated whether a water sample has been filtered (soluble BOD) or not (total BOD). The biochemical oxygen demand is often wrongly reported as biological oxygen demand. Nitrifyin

exigência bioquímica de oxigénio (BOD): A quantidade de oxigénio consumido pelo processo respiratório das bactérias e pela oxidação de matéria orgânica medida numa amostra de água mantida na escuridão a uma determinada temperatura durante um período de tempo específico. As determinações padrão de BOD são para incubações de 5 dias a 200 C (BOD 5). Deve ser sempre declarado se a amostra de água foi filtrada (BOD solúvel) ou não (BOD total). A exigência bioquímica de oxigénio é muitas vezes mal referida como exigência biológic

biokemisk syreförbrukning -BOD: Syremängden som konsumeras av respiratoriska processer hos bakterier. Kan också syfta på processen där organiska ämnen oxideras i ett vattenprov som hålls i mörker och vid en konstant temperatur. Bestämningar av BOD görs på 5-dagars inkubationer vid 200. Man ska alltid vara noga med att uppge om ett vattenprov har filtrerats (löslig BOD) eller inte (total BOD).

Was this helpful?
Μονάδες που χρησιμοποιούνται για τη μέτρηση της διάρκειας τού κύκλου ζωής ή μιας συγκεκριμένης φάσης της ανάπτυξης ενός οργανισμού (π.χ. της ανάπτυξης του ωαρίου). Υπολογίζεται ως το γινόμενο τού χρόνου επί τη μέση θερμοκρασία κατά τη διάρκεια ενός συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος.


degree days: Units used in the measurement of the duration of a life cycle or a particular growth phase of an organism (e.g. egg development); calculated as the product of time and temperature average over a specific interval.

fase gradual : Unidades utilizadas na medição da duração de um ciclo de vida ou de uma fase particular do crescimento de um organismo (e.g. o desenvolvimento do ovo); calculada como o produto do tempo e temperatura médios num intervalo específico.

graddagar: Tidsenheter som används att mäta längden av ett livscykel eller ett specifikt tillväxtfas av en organism (t.ex tillverkning av ägg); beräknad som produkten av tid och medeltemperaturen under en viss tidsintervall.

Was this helpful?
(1) Το βάθος στο οποίο η φωτοσυνθετική παραγωγή οξυγόνου και η αναπνευστική κατανάλωση είναι ίσες. Θεωρείται ότι υπάρχει συσχετισμός ανάμεσα στο βάθος αντι- στάθμισης και το βάθος στο οποίο το φως έχει το 1% της προσπίπτουσας έντασής του. Κάτω από αυτό το βάθος δεν υπάρχει καθαρή φυτοπλαγκτονική παραγωγή. Για πρακτικούς λόγους το αντι- σταθμιστικό βάθος μπορεί να θεωρηθεί ως το κατώτερο όριο της ευφωτικής ζώνης. (2) Ο όρος χρησιμοποιείται επίσης για να περιγράψει το βάθος του ωκεανού στο οποίο


compensation depth: (1) The depth of water at which photosynthetic oxygen production is balanced by respiratory uptake. The compensation depth is generally assumed to correlate with the depth at which light is 1% of its incident intensity. Below this depth there will be no net phytoplankton growth. For practical purposes the compensation depth can be taken to represent the lower limit of the photic zone (2) The term is also used to describe the ocean depth at which the rate of solution of calcium carbonate increas

profundidade de compensação : (1) A profundidade a que a produção fotossintética de oxigénio é compensada pela respiração. A profundidade de compensação é geralmente correlecionada com a profundidade em que a luz está a 1% da sua intensidade de incidência. Abaixo desta profundidade não haverá crescimento de fitoplâncton. Para efeitos práticos a profundidade de compensação pode ser entendida como o limite inferior da zona fótica. (2) O termo é também utilizado para descrever a profundidade no oceano a que a taxa da solução de

kompensationsdjup: (1) Vattendjupet där fotosyntesen kompenserar nedbrytningen. Ljusintensiteten vid kompensationsdjupet motsvarar ungefär 1 % av det vid ytan infallande ljuset. Under denna djup sker ingen nettotillväxt av fytoplankton. För praktiska anledningar så kan kompensationsdjupet antas representera undre gränsen av fotiska zonen. (2) Termen används också för att beskriva havsdjupet där lösningshastigheten av kalcium karbonat ökar till den grad att kalkartade snäckor börjar upplösas; vanligen ett djup unde

Was this helpful?
Το βάθος στο οποίο πραγματοποιείται μια δυναμική χημική ισορροπία μεταξύ του ρυθμού τροφοδοσίας και του ρυθμού διάλυσης του άνθρακα.


carbon compensation depth (CCD): The depth at which a dynamic chemical balance between the supply rate and the dissolution rate of carbonate takes place.

profundidade de compensação de carbono (PCC): A profundidade na qual ocorre um equilíbrio químico dinâmico entre a taxa de fornecimento e a taxa de dissolução de carbonato.

kol kompensations punkten: Dynamisk kemisk balans mellan ett karbonats tillförselhastighet och upplösningshastighet.

Was this helpful?
Deep Scattering Layer. Λιγότερο ή περισσότερο καλά καθορισμένο στρώμα που υπάρχει στα περισσότερα ωκεάνεια ύδατα, το οποίο ανακλά τον ήχο των ηχοβολιστικών συσκευών. Παράγεται από στρωματοποιημένους πληθυσμούς οργανισμών που ανακλούν τα ηχητικά κύματα που καταγράφονται ως οριζόντιο στρώμα από έναν ηχοβολιστή. Ψευδοπυθμένας. Εμφανίζεται στις περισσότερες θάλασσες και ωκεανούς.


deep scattering layer (DSL): A more or less well-defined layer present in most oceanic waters which reflects sound from echosounding equipment; produced by stratified populations of organisms which scatter sound waves and are recorded on an echo-sounder as a horizontal layer; false bottom.

camada de dispersão profunda (CDP) : Uma camada mais ou menos bem definida presente na maioria das águas oceânicas a qual reflecte o som de equipamento com ecosondas; produzido por populações estratificadas de organismos que dispersam as ondas sonoras e são gravadas em ecosonda como uma camada horizontal; fundo falso.

fantombotten: Ett mer eller mindre välavgränsad lager som finns i de flesta havsvatten och som reflekterar ljudvågor från ett ekolod; framkallas av stratifierade (skiktade) populationer av organismer som skingrar ljudvågor och registreras på ett ekolod som ett horizontellt lager, ett falskt botten.

Was this helpful?
Μέτρηση του βάθους μιας θαλάσσιας περιοχής ή μιας λίμνης και η μελέτη της τοπογραφίας του πυθμένα.


bathymetry: The measurement of ocean or lake depth and the study of floor topography.

batimetria : A medição da profundidade de um oceano ou lago e o estudo da topografia do fundo.

batymetri: Mätning av djupet i ett hav eller sjö och studier av bottentopografi.

Was this helpful?
Πλαγκτονικοί οργανισμοί οι οποίοι ζουν στην βαθυπελαγική ζώνη (1000-2500m)


bathypelagic plankton: Planktonic organisms living in the bathypelagic zone (1000 and 2500 m.)

plâncton batipelágico: Organismos planctónicos que vivem na zona batipelágica (1000 e 2500 m).

batypelagisk plankton: Planktoniska organismer som lever i batypelagiska zonen (1000-2500 m)

Was this helpful?
Υδρόβιοι οργανισμοί που αναπτύσσονται προσκολλημένοι σε ζώντα ή μη βιολογικά υποστρώματα αλλά δεν επέρχονται σε αυτά.


aufwuchs: Aquatic organisms attached to, but not penetrating, living and non-biological substrates.

aufwuchs: Organismos aquáticos incrustados em substratos vivos e não biológicos, mas que não os penetram.

aufwuchs: Akvatiska organismer som är fästade på levande eller ickebiologiska substrat, men som inte penetrerar substratet.

Was this helpful?
Σχετικά απλοί, πανταχού παρόντες, προκαρυωτικοί μικροοργανισμοί.


bacteria: Relatively simple ubiquitous prokaryotic microorganisms.

bactéria : Microorganismos relativamente simples, ubiquos e procariótas .

bakterier: Förhållandevis enkla, allestädes närvarande prokaryotiska mikroorganismer.

Was this helpful?
Οργανισμός (π.χ. βλεφαριδωτά ή αμοιβάδες) που καταναλώνει βακτήρια, ως κύρια ή μοναδική πηγή τροφής (πρβλ. τριπτοβόρος).


bacterivore: Any organism (for example, a ciliate or amoeba) which ingests bacteria as its main or sole source of nutrients.

bacterívoro: Qualquer organismo (por exemplo um ciliado ou ameba) que ingere bactérias como a sua principal ou única fonte de nutrientes; cf. Detritivoro

bacterivor: Varje organism (t.ex en ciliat eller amöba) som har bakterier som dess huvudsakliga eller enda näringskälla.

Was this helpful?
Τρεφόμενος με βακτήρια.


bacterivorous: Feeding on bacteria; (sometimes spelled "bactivorous").

bacterívoro: Que se alimenta de bactérias.

bakterieätare: Som äter bakterier.

Was this helpful?
Παράγοντας που σκοτώνει βακτήρια.


bactericide: An agent which kills bacteria.

bactericida : Um agente que mata as bactérias.

baktericid: Ett ämne som dödar bakterier.

Was this helpful?
Αυτός που έχει την ικανότητα να αναστέλλει ή να διακόπτει την αύξηση ή την αναπαραγωγή των βακτηρίων.


bacteriostatic: Having the ability to inhibit or retard the growth or reproduction of bacteria.

bacteriostático : Que tem a capacidade de inibir ou retardar o crescimernto ou reprodução das bactérias.

bakteriostas: Förmågan att inhibera eller fördröja tillväxten eller reproduktionen hos bakterier.

Was this helpful?
Η βακτηριακή χλωρίδα στην επιφάνεια της θάλασσας. Το βακτηριδιακό συστατικό του νευστού.


bacterioneuston: The bacterial flora at the sea surface; the bacterial component of the neuston..

neuston bacteriano: A flora bacteriana à superfície do mar;o componente bacteriano do neuston.

bacterisk neuston: Bakteriell flora som lever i havets ytskikt; del av neuston som utgörs av bakteria

Was this helpful?
Gram-αρνητικά βακτήρια τα οποία ζουν στην πελαγική ζώνη.


bacteroplankton: Gram negative bacteria living in the pelagic zone.

bacteroplâncton: Bactéria gram negativa que vive na zona pelágica.

bakterisk plankton: Gram negativa bakterier som lever i pelagiska zonen. Gram negative bacteria living in the pelagic zone.

Was this helpful?
Ο ελάχιστος μεταβολικός ρυθμός που απαιτείται για την διατήρηση της ζωής. Συνήθως περιγράφεται και μετρείται ως η ποσότητα του οξυγόνου που καταναλώνεται ανά μονάδα χρόνου από ένα ζώο δεδομένου βάρους ενώ αναπαύεται μετά την χώνευση (π.χ. στον άνθρωπο 14-18 ώρες μετά την χώνευση).


basal metabolic rate: The minimum metabolic rate required to maintain basic (vital) life processes, usually described and measured as the amount of oxygen consumed per unit of time by an animal of given body weight while at rest in the post-absorptive state (e.g. in humans 14-18 hours after ingestion of food)

taxa metabólica basal : A taxa metabólica mínima necessária para manter processos vitais básicos, normalmente descrita e medida pela quantidade de oxigénio consumido por unidade de tempo por um animal de determinado peso enquanto em descanso num estado pós absortivo (e.g. nos humanos 14 a 18 horas após a ingestão de alimento).

basalmetabolism: Lägsta metaboliska aktiviteten som krävs för att bibehålla grundläggande livsprocesser. Den beskrivs och beräknas som mängden syre konsumerat per tidsenhet av ett djur med fastställd kroppsvikt, vid det postabsorbtiva vilostadiet (t.ex hos männsikor, 14-18 timmar efter intagandet av föda).

Was this helpful?
Ο ελάχιστος μεταβολικός ρυθμός που απαιτείται για την διατήρηση της ζωής. Συνήθως περιγράφεται και μετρείται ως η ποσότητα του οξυγόνου που καταναλώνεται ανά μονάδα χρόνου από ένα ζώο δεδομένου βάρους ενώ αναπαύεται μετά την χώνευση (π.χ. στον άνθρωπο 14-18 ώρες μετά την χώνευση).


basal metabolism: The amount of oxygen consumed per unit of time by an animal of given body weight while at rest in the post-absorptive state (e.g. in humans 14-18 hours after ingestion of food)

metabolismo basal : A taxa metabólica mínima necessária para manter processos vitais básicos, normalmente descrita e medida pela quantidade de oxigénio consumido por unidade de tempo por um animal de determinado peso enquanto em descanso num estado pós absortivo (e.g. nos humanos 14 a 18 horas após a ingestão de alimento).

basalmetabolism: Se BASAL METABOLISM. ( Lägsta metaboliska aktiviteten som krävs för att bibehålla grundläggande livsprocesser. Den beskrivs och beräknas som mängden syre konsumerat per tidsenhet av ett djur med fastställd kroppsvikt, vid det postabsorbtiva vilostadiet (t.ex hos männsikor, 14-18 timmar efter intagandet av föda).

Was this helpful?
Οργανισμοί που ζουν πάνω, μέσα ή κοντά στον βυθό, ή σε στενή σχέση με αυτόν.


benthic (benthonic) fauna: Animals living on or near the bottom of a body of water.

fauna bêntica (bentónica) : Animais que vivem no fundo ou perto do fundo de uma massa de água.

bentisk fauna: Djur som lever på eller nära botten i en vattenmassa.

Was this helpful?
Ο αναφερόμενος στο έδαφος του βυθού θαλασσών, λιμνών ή ποταμών. Περιγράφει το τμήμα του υδατικού περιβαλλοντος, το οποίο κατοικείται από οργανισμούς που ζουν πάνω ή μέσα στα ιζήματα.


benthic: Pertaining to the bottom terrain of water bodies; describing the portion of the aquatic environment inhabited by organisms that live on or in the sediment.

bentónico : Pertencente ao fundo das massas de água; descreve a parte do ambiente aquático habitado por organismos que vivem sobre ou nos sedimentos.

bentalen: Hänför sig till bottenterränget hos vattenmassor; beskriver den del av akvatiska miljön där organismer lever på eller i bottensedimentet.

Was this helpful?
Αυτός που ζει πάνω ή κοντά στον πυθμένα μιας υδατοσυλλογής, λίμνης ή της θάλασσας.


demersal: Living on or close to the bottom of a pond, lake, or the sea.

demersal : Que vive no, ou perto do, fundo de um tanque, lago ou mar.

djupvattensorganismer: Organism som lever på eller nära botten i dammar, en sjöar eller havet.

Was this helpful?
Οι οργανισμοί που ζουν πάνω ή μέσα στα ιζήματα ενός υδατικού περιβάλλοντος, πρβλ. μειοβένθος,μακροβένθος, επιβένθος.


benthos: Organisms that live on or in the sediment in aquatic environments.

bentos : Organismos que vivem sobre ou nos sedimentos de ambientes aquáticos ; cf. meiobentos, epibentos, macrobentos.

bentos: Organismer som lever i eller på bottensedimentet i akvatiska miljöer; jfr. meiobentos, epibentos, makrobentos.

Was this helpful?
Οργανισμός τρεφόμενος με βένθος.


benthophagous: Organism that feeds on the benthos.

bentofágico : Organismo que se alimenta do bentos

bentofag: Organism som livnär sig på bentoset.

Was this helpful?
Η κυκλοφορία συστατικών μεταξύ της ατμόσφαιρας, της γεώσφαιρας και της βιόσφαιρας.


biogeochemical cycle: The circulation of components between the atmosphere, geosphere, hydrosphere, and biosphere.

ciclo biogeoquímico: Circulação de componentes entre a atmosfera, geoesfera, hidroesfera e bioesfera.

biogeokemisk kretslopp: Cirkulation av olika komponent mellan atmosfären, geosfären, hydrosfären och biosfären.

Was this helpful?
Αποκομιδή των περιβαλλοντικών ρυπαντών από ζωντανούς οργανισμούς.


bioremediation: Removal of environmental pollutants by means of uptake and transformation by living organisms.

bioremediação: Remoção de poluentes ambientais por meio de ingestão e transformação por organismos vivos.

biologisk rening: Avlägsnandet av föroreningar i miljön genom levande organismer som upptar och omvandlar dessa ämnen.

Was this helpful?
Ο λόγος της παραγωγικότητας ενός οργανισμού ή ενός πληθυσμού προς την ενέργεια που καταναλώνει αυτός.


biological efficiency: The ratio of the productivity of an organisation or population to the energy consumed.

eficiência biológica: O razão entre a produtividade de uma organização ou população relativamente à energia consumida.

biologisk effektivitet: Förhållandet mellan produktiviteten hos en organism eller population och energin som används.

Was this helpful?
Αναφέρεται στη ποικιλία των βιολογικών οντοτήτων, όπως ο αριθμός ή η κατανομή των ειδών, των γονιδίων, η των κοινωνιών σε μια συγκεκριμένη περιοχή. Η κατανομή των ειδών μπορεί να μετρηθεί με την χρήση μαθηματικών συναρτήσεων ( δείκτης Shannon-Weiner, κ.τ.λ) Η βιοποικιλότητα μπορεί να μετρηθεί στο επίπεδο του οικιστή (α-ποικιλότητα) ή μεταξύ των οικιστών σε μια περιοχή (β-ποικιλότητα).


biodiversity: Pertaining to the variation of biological entities such as the number or distribution of species, genes, or communities in a particular area. Distribution of species can be measured using different mathematical functions (e.g. Shannon-Weiner index, etc.). Biodiversity can be measured at the level of the habitat (alpha-diversity) or between habitats within a region (beta-diversity).

biodiversidade: Refere-se à variação de seres biológicos tal como o número ou distribuição das espécies, genes, ou comunidades numa área particular.A distribuição de espécies pode ser medida utilizando diferentes funções matemáticas (e.g. Índice Shannon-Weiner, etc.). A biodiversidade pode ser medida ao nível do habitat (diversidade alfa) ou entre habitats dentro de uma região (diversidade beta).

biodiversitet: Hänför sig till variationen hos biologiska enheter som t.ex antalet eller fördelning av arter, gener eller samhällen i ett visst område. Arters fördelning kan mätas genom att använda olika matematiska funktioner (t.ex Shannon-Weiner index, osv). Biodiversitet kan mätas på habitatsnivå (alphadiversitet) eller mellan habitater i ett region (betadiversitet).

Was this helpful?
Δημιουργία οργανικών συστατικών από ζωντανούς οργανισμούς.


biosynthesis: Formation of organic compounds by living organisms.

biosíntese: Formação de compostos orgânicos por organismos vivos.

biosyntes: Bildning av organiska föreningar genom levande organismer.

Was this helpful?
Η επιρροή που ασκείται σε ένα περιβάλλον από τους φυτικούς και ζωικούς οργανισμούς που εντοπίζονται στην περιοχή.


biotic factor: The influence exerted upon a habitat by the plant and animal organisms which inhabit the area. Causality generated by organisms.

factor biótico: Influência exercida sobre um habitat pelas plantas e animais que habitam a área. Causalidade gerada pelos organismos.

biotisk faktor: Påverkan som utövas på ett habitat av växt- och djursamhällen som lever där. Kausalitet som orsakas av organsimer.

Was this helpful?
Βιογενετικό δηλητήριο, συνήθως πρωτεϊνικό.


biotoxin (toxin): A biogenic poison, usually proteinaceous.

biotoxinas: Um veneno biogenético, usualmente proteico.

biologisk toxin : Biogenisk gift, som vanligtvis angriper poroteiner.

Was this helpful?
Το γλοιώδες έκκριμα των βλεννογόνων αδένων το οποίο περιέχει βλεννίνη.


mucus: The slimy secretion of the mucous glands containing mucin.

muco : A secreção viscosa das glândulas mucosas que contêm mucina.

mucus: Slemmigt sekret som utsöndras av speciella körtlar och innehåller mucin.

Was this helpful?
Ομάδα οργανισμών που ανήκει στα πρωτόζωα (υπόφυλο Ciliophora), εκ των οποίων 250 είδη τουλάχιστον έχουν βρεθεί να σχετίζονται με τα ψάρια. Σε πολλές παράκτιες περιοχές έχει βρεθεί πως περίπου το 80% των πληθυσμών των ψαριών φέρουν στο δέρμα τους μικρό αριθμό βλεφαριδοφόρων τα οποία χαρακτηρίζονται ως αβλαβή εκτοπαράσιτα. Οι αριθμοί αυτοί μπορεί να αυξηθούν σε ορισμένες περιπτώσεις όπως συμβαίνει για παράδειγμα στις υδατοκαλλιέργειες όπου τα νερά έχουν σημαντικό οργανικό φορτίο. Σε αυτές τις περι


ciliates: Class of Protozoa, about 250 ciliates (sub phylum Ciliophora) are associated with fish. In many coastal areas, more than 80% of the local fish populations were found to carry ciliates which may usually be considered as harmless ectocommensals occurring in small numbers on the skin. Numbers may increase considerably in waters with a high organic load, as in aquaculture. They may then become serious pathogens, rapidly covering a large part of the body surface, occasionally also invading internal

ciliados : Classe de Protozoários, cerca de 250 ciliados ( subfilo Ciliophora) estão associados aos peixes. Em muitas áreas costeiras, verificou-se que mais de 80 % das populações piscícolas locais são portadoras de ciliados que normalmente podem ser considerados ectoparasitas inofensivos que aparecem em pequeno número sobre a pele. O seu número pode aumentar consideravelmente em águas com uma elevada carga orgânica, tal como na aquacultura. Nesse caso podem tornar-se patogénes graves, cobrindo rapidamente

ciliater: En klass inom protozoa, innehåller ungefär 250 cilitater (subfylum ciliofora) som associeras med fiskar. Vid många kustområden, har man funnit att mer än 80% av de lokala fiskpopulationerna bär på ciliater. Dessa ciliater betraktas vanligtvis som harmlösa ektocommensaler som förekommer i få antal på huden. Antalet kan öka avsevärt i vattenmassor med hög organiskt material, som i akvakulturer. Då kan de bli allvarliga patogener som snabbt täcker en stor del av kroppsytan, invaderar emellanåt int

Was this helpful?
Ένα ζεστό, επιφανειακό, ωκεάνιο ρεύμα το οποίο κινείται ανατολικά στην Ισημερινή ζώνη του Ειρηνικού ωκεανού.


South Equatorial Countercurrent: A warm surface ocean current that flows east in the equatorial Pacific.

Contracorrente Equatorial Sul : Uma corrente quente de superfície que corre para Este no Pacífico equatorial.

sydekvatoriala kustströmmen: En varm, ytlig havsström som flyter österut längs ekvatorn i stillahavet.

Was this helpful?
Μια νοτιοανατολική συνέχεια/επέκταση του ρεύματος του κόλπου του Μεξικού στα ανατολικά του Β.Ατλαντικού.


North Atlantic Drift: A north-easterly continuation of the Gulf Stream current into the eastern North Atlantic.

Corrente do Atlântico Norte : Continuação nordeste da corrente do Golfo para Este do Atlântico Norte.

Nordatlantiska strömmen: En nordöstlig förlängning av golfströmmen som flyter in i östra nordatlanten.

Was this helpful?
Το νότιο τμήμα του Β. Ειρηνικού, το ζεστό επιφανειακό ωκεάνιο ρεύμα που κινείται δυτικά στο Βορρά.


North Equatorial current: The southern part of the North Pacific gyre, the warm surface ocean current flowing west in the North.

Corrente Equatorial Norte : A parte sul do Pacífico Norte, a corrente quente à superfície do oceano que corre para Oeste a Norte.

Nord ekvatoriala strömmen: Den södra delen av den nordliga stillahavsvirveln, den varma ythavsström som flyter mot väst i norr.

Was this helpful?
Μια μορφή διατροφής, κατά την οποία τα ζώα καταναλώνουν φύκη ή φυτά συλλέγοντας ολόκληρο τον όγκο ή την επιφανειακή βλάστηση.


grazing: A form of feeding in which animals consume algae or plants by cropping the entire volume or surface growth.

pasto/pastagem: Uma forma de alimentação em que os animais consomem algas ou plantas comendo a totalidade ou a superfície crescida.

betning: Typ av ätande där djur konsumerar alger eller växter genom att beta av hela volymen som växer.

Was this helpful?
Μια ακτή που χαρακτηρίζεται από σταθερά στέρεα υποστρώματα.


rocky beach: A shore characterised bv solid stable substrates.

praia rochosa: Uma costa caracterizada por substratos sólidos estáveis.

klippstrand: En strand karakteriserad av fast, stabilt substrat.

Was this helpful?
Η εγκατάσταση ή προσκόλληση των νεαρών στρειδιών που έχουν ολοκληρώσει τα νυμφικά τους στάδια.


spat-fall: The settling or attachment of young bivalve molluscs which have completed their larval stages.

fixação de juvenis de bivalves : A fixação ou ligação de moluscos bivalves jovens após completarem os seus estado larvares.

settling: Processen när unga musslor sätter sig fast på hårt underlag efter passerat larvstadie.

Was this helpful?

Γ

Γάμα εξαχλωρο-υδρο-εξάνιο: τοξικός χλωριούχος υδρογονάνθρακας που χρησιμοποιείται σαν εντομοκτόνο. Π.χ. Lindane.


gamma-HCH: Gamma hexachlorohydrohexane; toxic chlorinated hydrocarbon which is used as an insecticide, i.e., Lindane.

gama - HCH: Gamma hexachlorohydrohexane; hidrocarboneto de cloro tóxico que é usado como insecticida, i.e., Lindane.

gamma-HCH: Gamma hexahydroxicyklohexan.; toxisk kolhydrat som används som beskämpningsmedel, t.ex Lindane.

Was this helpful?
Ωριμο γεννητικό κύτταρο, απλοειδές, το οποίο ενώνεται με ένα άλλο (ισογαμέτη ή ανισογαμέτη) του αντίθετου φύλου, προς σχηματισμό του διπλοειδούς ζυγώτη (ζυγωτού) Η ένωση αυτή είναι απαραίτητη στην φυλετική (αμφιγονική, σεξουαλική) αναπαραγωγή.


gamete: Mature sex cell, haploid, that unites with another (iso- or aniso-gamete) of the opposite sex to form a diploid zygote; such a union is essential for true sexual reproduction.

gâmeta : Célula haplóide, sexualmente madura, que se une com outra de sexo oposto para formar um zigoto diplóide; esta união é essencial para uma verdadeira reprodução sexual.

gamet: Mogen könscell, haploid, som förenar sig med en annan gamet (isogamet eller anisogamet) av andra könet och bildar en diploid zygot; sådan förening är nödvändigt för sann sexuell reproduktion.

Was this helpful?
Η απελευθέρωση αρσενικών ή θηλυκών γαμετών (σπέρμα και ωάρια) που έχει ως αποτέλεσμα γονιμοποιημένα αυγά.


spawning: The release of male and female gametes (sperm and ova) resulting in fertilized eggs.

desova : A libertação de gâmetas masculinos e femininos (esperma e óvulos) resultando em ovos fertilizados.

lek: Processen när hanliga och honliga könsceller släpps ut vilket resulterar i ett befruktat ägg.

Was this helpful?
Η μετακίνηση των ψαριών από τα πεδία διατροφής ή διαχείμασης στα πεδία ωοτοκίας.


spawning migration: The movement of fishes from the feeding or overwintering grounds to the spawning grounds.

migração para postura : A deslocação dos peixes das zonas de alimentação ou de passagem do inverno para as zonas de desova.

kläcknings migration: Förflyttning hos fiskar från födosöksplats eller övervintringslokal till lekområde.

Was this helpful?
Κλάδος της βιολογίας που ασχολείται με την κληρονομικότητα και την ποικιλότητα των οργανισμών και με τους μηχανισμούς, με τους οποίους αυτές πραγματοποιούνται.


genetics: A branch of biology that deals with the heredity and variation of organisms and with the mechanisms by which these are effected.

genética : Ramo da biologia que trata da hereditariedade e variação dos organismos e dos mecanismos dai resultantes.

genetik: Avdelning inom biologi som har att göra med ärftlighet och variation hos organismer och med mekanismerna som påverkar dessa.

Was this helpful?
Μέτρο της γενετικής ανομοιότητας δύο ατόμων ή πληθυσμών. Εκφρά- ζεται ως η πιθανότητα να διαθέτουν ένα όμοιο γονίδιο ή χαρακτήρα.


genetic distance: A measure of the genetic disparity of two individuals or populations, in terms of the probability of the common possession of a given gene or character.

distância genética : O grau de disparidade genética entre dois indivíduos ou populações, em relação à probabilidade de possuirem um determinado gene ou carácter comum.

genetiskt avstånd: Mått på den genetiska skillnaden mellan två individer eller populationer, uttryckt som sannolikheten av gemensamm innehavande av en viss gen eller karaktär.

Was this helpful?
Η εμφάνιση τυχαίων αλλαγών στις γονιδιακές συχνότητες μικρών, απομονωμένων πληθυσμών, που δεν οφείλονται σε επιλογή, μεταλλαγή ή μετανάστευση.


genetic drift: The occurrence of random changes in the gene frequency of a population from one generation to another due to chance fluctuations not caused by selection, mutation and immigration.

deriva genética : A ocorrência de alterações aleatórias na frequência genética de uma população de uma geração para a seguinte devido a flutuações ocorridas ao acaso, e não como consequência de selecção, mutação ou imigração.

genetisk drift: Förekomsten av slumpmässiga förändringar i genfrekvensen hos en population från en generation till den andra, på grund av slumpmässiga fluktuationer som inte orsakas av selektion, mutation och migration.

Was this helpful?
Το σύνολο της γενετικής ποικιλότητας ενός ατόμου πληθυσμού ή είδους.


genetic diversity: All of the genetic variation in an individual, population or species.

diversidade genética : Toda a variação genética num indivíduo, espécie ou população.

genetisk mångfald: Hela den genetiska variationen i en individ, population eller art.

Was this helpful?
Γενικός (μη ειδικός), όρος για την απώλεια γενετικής ποικιλότητας, που παρατηρείται σε άγρια αποθέματα όταν διασταυ- ρωθούν με φυγάδες από καλλιεργητικές μονάδες.


genetic pollution: General, non-specific term for the loss in genetic variation seen in wild stocks when they interbreed with farm-bred escapees.

poluição genética : Termo geral, não específico, para a perda de variação genética observada nos mananciais selvagens, devido ao cruzamento de indivíduos destas populações com peixes que escapam de viveiros (q.v.).

genetisk förorening: Allmänn, ickespecifik term som beskriver förlusten i genetisk variation som observeras när vilda bestånd förökar sig med rymda tamdjur.

Was this helpful?
Διεργασία που προκαλείται από τις γοναδοτροπικές ορμόνες της υπόφυσης, η οποία συνίσταται στην ανάπτυξη των γενετικών και γοναδικών χαρακτηριστικών ενός οργανισμού, ο οποίος αποκτά ικανότητα αναπαραγωγής.


sexual maturity: Process mediated by gonadotrophic hormones from the pituitary in which an organism undergoes development of gonadal and sexual characteristics to such a degree that it is then capable of reproduction.

maturidade sexual : Processo mediado por hormonas gonadotróficas da pituitária em que um organismo sofre um desenvolvimento de características gonadais e sexuais a ponto de ser capaz de reproduzir.

könsmognad: Process som innebär att en organism utvecklar gonader och könskaraktärer med hjälp av hormoner, vilket möjliggör reproduktion.

Was this helpful?
Η βιοχημική βάση της κληρονομικότητας. Ο κώδικας συνίσταται σε μια σειρά από τριάδες νουκλεοτιδικών ζευγών βάσεων (κωδικονιών), στα μόρια του αγγελιοφόρου RNA (mRNA). Κάθε κωδικόνιο καθορίζει ένα αμινοξύ κατά την πρωτεïνοσύνθεση (μετάφραση). Η αλληλουχία των νουκλεοτιδίων στο mRNA, προκύπτει από την αλληλουχία του DNA με τη διαδικασία της μεταγραφής.


genetic code: The biochemical basis of heredity. The code consists of series of three successive nucleotide base pairs (codons) on messenger RNA (mRNA) molecules coding for the individual amino acids in translated protein molecules. The specific sequence of mRNA nucleotides is derived from that of the DNA by the process of transcription.

código genético : A base bioquímica da hereditariedade. O código consiste de séries de três pares base de nucleótidos sucessivos (codões) nas moléculas ARN mensageiro (mARN), as quais codificam para amino-ácidos específicos na transcrição de moléculas proteícas. A sequência específica de nucleótidos de ARNm provem do ADN por transcrição.

genetisk kod: Den biokemiska basen av arvsmassan. Koden består av upprepade nukleotidtripletter (kodoner), som sitter på budbärar-RNA (mRNA), och utgör koden för aminosyror. Budbädar-RNA bildas då DNA-koden skall avläsas (transkription).

Was this helpful?
Μια μετάλλαξη στο κληρονομικό υλικό του DNA ενός οργανισμού. Εμφανίζεται συνήθως σαν αποτέλεσμα έκθεσης του οργανισμού σε ορισμένα χημικά, ακτινοβολία, ή ραδιενέργεια.


genetic damage: An alteration in the hereditary DNA material of an organism. Usually occurs as a result of exposure to certain chemicals, and/ or radioactivity.

dano genético: Uma alteração no ADN hereditário de um organismo. Normalmente ocorre como resultado da exposição a certos quimicos, e/ou radioactividade.

genskada: Ändring av en organisms DNA. Detta sker vanligtvis i smaband med exponering till vissa kemikalier och viss typ av strålning.

Was this helpful?
Κατηγορία της βιολογικής κατάταξης, που περιλαμβάνει ένα ή περισσότερα φυλογενετικώς συγγενή και μορφολογικώς ομοιάζοντα είδη. Βαθ- μίδα της ταξινομικής κατάταξης, που αποτελεί την κύρια κατηγορία μεταξύ της οικογένειας και του είδους.


genus: A category in biological classification comprising one or more phylogenetically related, and morphologically similar species; a rank in the hierarchy of taxonomic classification forming the principal category between family and species.

género : Uma categoria na classificação biológica que compreende uma ou mais espécies filogeneticamente relacionadas e morfologicamente similares; uma classificação na hierarquia de classificação taxonómica localizada entre a família e a espécie.

genus: Kategori inom hierarkiska systemet som består av en eller fler fylogentiskt besläktade, och morfologiskt likformiga, arter; kategori som ligger mellan familje- och artnivån.

Was this helpful?
Συστήματα προς χρήση στους Η/Υ για τη διαχείριση δεδομένων και πληροφοριών που κατανέμονται στον χώρο. Χρησιμοποιούνται για την εκτίμηση και μελέτη περιβαλλοντικών διεργασιών και την περιγραφή των πιθανών επιπτώσεων μιας σειράς "σεναρίων". Στην υδατο- καλλιέργεια χρησιμοποιούνται για την εκτίμηση της καταλληλότητας γεωγραφικων περιοχών, καθώς επίσης και για τη μελέτη της καταλληλότητας ενός είδους για μια περιοχή.


geographic information systems: Computer-based tools developed for handling spatially-referenced data and information. GIS can be used to evaluate and study environmental processes and can illustrate the possible consequences of a variety of scenarios. In aquaculture, it has been used to assess the suitability of geographical sectors, and also to investigate the suitability of a species to an area.

sistemas de informação geográfica : Ferramentas computorizadas desenvolvidas para o manusemanento de dados e informação referenciados espacialmente. Os SIGs podem ser utilizados para avaliar e estudar processos ambientais e podem ilustrar as possíveis consequências de uma multiplicidade de cenários. Na aquacultura, têm sido utilizados para avaliar a conveniência de alguns sectores geográficos e investigar a aptidão de espécies a uma determinada área.

geografiskt informationssystem: Databaserat verktyg som har utvecklats för att hantera spatiell data och information. GIS system kan användas för att utvärdera och studera miljöprocesser och kan belysa eventuella konsekvenser hos ett antal händelseförlopp. Inom akvakulturen så har den använts för att bedömma olika geografiska områdens lämplighet och för att undersöka en arts lämplighet i förhållande till ett speciellt område.

Was this helpful?
Αναφέρεται στα όρια της γεωγραφικής κατανομής ενός ζώου ή μιας ομάδας ζώων.


range: Refers to the limits of the geographical distribution of an animal or group of animals

habitat: Refere-se aos limites da distribuição geográfica de um animal ou grupo de animais.

utbredning: Syftar på en arts eller grupp av djurs begränsning i geografisk utbredning.

Was this helpful?
Η νιοστή ρίζα του γινομένου ν τιμών. Η τιμή του είναι μεταξύ των τιμών του αριθμητικού και του αρμονικού μέσου.


geometric mean: A measure of location, lying between the arithmetic mean and the harmonic mean, calculated as the nth root of the product of n values. See also ARITHMETIC MEAN.

média geométrica : Uma medição de localização, situada entre a média aritmética e a média harmónica, calculada como a raiz do produto de n valores. Ver também MÉDIA ARITMÉTICA.

geometriskt medel: Mått som ligger mellan aritmetiska medelvärdet och harmoniska delningen, räknas som den n:de roten av produkten på n värden.

Was this helpful?
(1) Ο κλάδος της φυσικής γεωγραφίας που ασχολείται με τη μορφή της γης, τη γενική διαμόρφωση της επιφάνειάς της, την κατανομή της ξηράς και του νερού, κ.λ.π. (2) Η μελέτη της ιστορίας των γεωλογικών αλλαγών, μέσω της ερμηνείας των τοπογραφικών μορφών.


geomorphology: (1) That branch of physical geography which deals with the form of the Earth, the general configuration of its surface, the distribution of the land, water, etc. (2) The investigation of the history of geologic changes through the interpretation of topographic forms.

geomorfologia : (1) O ramo da geografia física que trata da forma da Terra, da configuração geral da sua superfície, da distribuição do solo e água, etc. (2) A investigação da história das alterações geológicas através da interpretação de formas topográficas.

geomorfologi: (1) Avdelning inom fysisk geografi som har att göra med jordens form, jordens allmänna ytbildning, landmassornas distribution, vattenmassor osv. (2) Undersökningen av dom historiska geologiska förändringarna genom tolkandet av topografiska variationen.

Was this helpful?
Απόβλητα και παραπροϊόντα της γεωργικής δραστηριότητας, όπως ανόργανα λιπάσματα και εντομοκτόνα.


agricultural waste: Wastes and by-products of agricultural activity, such as inorganic fertilisers and pesticides.

lixo agrícola: Desperdícios e produtos acessórios da actividade agrícola, tais como fertilizantes inorgânicos e pesticidas.

jordbruksavfall: Avfall och biprodukter som orsakas av olika jordbruks aktiviteter.

Was this helpful?
Νερό που περιέχει 2 ‰ ή και λιγότερο διαλυμένα άλατα.


freshwater: Water with 2 parts per thousand, or less, of dissolved salts.

água doce : Água com duas partes por mil, ou menos, de sais dissolvidos.

sötvatten: Vatten som innehåller mindre än två tusendelar lösta salter.

Was this helpful?
Υδατάνθρακας ο οποίος χρησιμεύει για την αποθήκευση ενέργειας στο συκώτι και άλλους ιστούς. Οταν ο οργανισμός χρειάζεται ενέργεια, το γλυκογόνο μετατρέπεται σε γλυκόζη. Το γλυκογόνο είναι πολυσακχαρίτης με μακριά αλυσίδα.


glycogen: A carbohydrate storage material in liver and other tissues which is converted into glucose when required for energy. Glycogen is a long-chain polysaccharide.

glicogénio : Um armazenamento de hidratos de carbono no fígado e outros tecidos, os quais são convertidos em glucose quando necessários para a obtenção de energia. O glicogénio é um polissacarídeos de cadeia longa.

glykogen: Ämne som lagrar kolhydrater inne i levern och andra vävnader och som kan konverteras till glukos när energi behövs. Glykogen är en polysackarid.

Was this helpful?
Σάκχαρο με 6 άτομα άνθρακα, το οποίο παράγεται από την υδρόλυση αμύλου, σακχαρόζης, μαλτόζης, λακτόζης κ.α. Το κύριο σάκχαρο του αίματος.


glucose: A six-carbon sugar obtained from the hydrolysis of starches, sucrose, maltose, lactose and others; the major sugar found in the blood.

glucose : açúcar obtido da hidrólise do amido, sacarose, maltose, lactose e outros; o principal açúcar encontrado no sangue.

glukos: Socker som innehåller sex kolmolekyler (hexos) och som bildas när kolhydrater hydrolyseras; huvudsakliga sockret som finns i blodet.

Was this helpful?
Το σύνολο του γενετικού υλικού ενός πληθυσμού με αμφιγονική αναπαραγωγή σε μια συγκεκριμένη γενιά ή χρονική στιγμή.


gene pool: The totality of the genetic information within a population or subpopulation. Especially includes all of the different alleles of each gene.

pool genético : A totalidade da informação genética dentro de uma população ou subpopulação. Inclui todos os diferentes alelos de cada gene.

genpool: Den totala genetiska informationen inom en population eller subpopulation. Inkluderar alla olika alleller hos en gen.

Was this helpful?
Η θέση ενός γονιδίου σε ένα χρωμόσωμα.


gene locus: Position of genes in a chromosome representing a specific property; a locus can be occupied by any allele of a gene.

locus genético : Posição dos genes num cromossoma representando uma característica específica; um locus pode ser ocupado por qualquer alelo de um gene.

locus: En gens position på en kromosom som representerar en specifik egenskap; ett locus kan upptas av varje allel av ett gen.

Was this helpful?
Η βασική μονάδα της κληρονομικότητας, που αποτελείται από μια ειδική αλληλουχία νουκλεοτιδίων σε μια αλυσίδα DNA, κωδικοποιεί ένα συγκεκριμένο πολυπεπτίδιο και καταλαμβάνει μια συγκεκριμένη θέση (τόπο) σε ένα χρωμόσωμα. Οι εναλλακτικές μορφές ενός γονιδίου είναι γνωστές ως αλληλόμορφα.


gene: The basic unit of inheritance, comprising a specific sequence of nucleotides on a DNA chain, that occupies a specific locus on a chromosome; coding for a specific RNA or polypeptide molecule; alternative forms of a gene on the same relative position on homologous chromosomes are known as alleles.

gene : A unidade básica da hereditariedade, engloba uma sequência específica de nucleótidos de uma cadeia de ADN e ocupa um locus específico num cromossoma, codificando para um ARN ou molécula polipeptídea específicos; formas alternativas de um gene, que ocupam a mesma posição relativa, em cromossomas homólogos são conhecidos por alelos.

gen: Beståndsel av arvsmassan, som utgörs av en specifik nukleotidsekvens på en DNA-kedja, som innehar en specifik lokus på kromosomet; bestämmer sammansättningen hos en viss RNA-molekyl eller polypeptid; många gener förekommer i två eller flera varianter, som då kallas alleler.

Was this helpful?
Ενωση δύο γαμετών προς σχηματισμό ζυγώτη.


fertilisation (sexual): The union of two gametes to form a zygote.

fertilização (sexual) : A união de dois gâmetas para formar um zigoto.

befruktning: Föreningen av två gameter för att skapa en zygot.

Was this helpful?
Ο αριθμός των αυγών ή των απογόνων που παράγονται ετησίως από ένα θηλυκό ζώο ή ο αριθμός αυγών ανά μονάδα βάρους σώματος ενός θηλυκού.


fecundity: The number of eggs or young produced annually by a female animal or per unit body weight of a female.

fecundidade: O número de ovos ou juvenis produzidos anualmente por uma fêmea ou por unidade de peso do corpo de uma fêmea.

fekunditet: Antalet ägg eller avkomma som produceras årligen av en djurhona, eller kroppsvikten hos en hona.

Was this helpful?
Το πρωταρχικό σεξουαλικό όργανο. όρχις ή ωοθήκη.


gonad: The primary sexual organ: testis or ovary.

gónada : O principal orgão sexual: testículos e ovários.

gonad: Primära könsorganet: testikel eller äggstock.

Was this helpful?
Η σχέση του βάρους της γονάδας προς το συνολικό βάρος του σώματος, εκφρασμένη συνήθως %.


gonadosomatic index: The relationship of gonad weight to total body weight, or total body weight to gonad weight, usually expressed in %.

índice gonadossomático : A relação do peso do gónada sobre o peso total do corpo, ou o peso total do corpo sobre o peso do gónada, normalmente expressa em %.

gonadosomatiskt index: Förhållandet mellan gonadvikten och den totala kroppsvikten, vanligen uttryckt i procent.

Was this helpful?
Η ροή του γενετικού υλικού εντός και μεταξύ διαφορετικών γονιδιακών δεξαμενών (συνδ.) που προκύπτει όταν μετακινούνται άτομα ή γαμέτες ανάμεσα σε διαφορετικούς πληθυσμούς.


gene flow: The flow of genetic material within and between gene pools brought about by the movement of individuals, or gametes, between populations or sub populations.

fluxo genético: O fluxo de material genético dentro e entre pools genéticos (q.v.) provocado pelo movimento de indivíduos, ou gâmetas, entre populações ou sub populações.

genflöde: Flöde av genetiskt material inom och mellan genpooler (q.v.) som uppstår på grund av individers eller gameters rörelse mellan populationer eller subpopulationer.

Was this helpful?
Ορος που χρησιμοποιείται για την περιγραφή ενός νεαρού ψαριού στο μετα-προνυμφικό στάδιο. Ολα τα στάδια από την εκκόλαψη μέχρι το στάδιο του fingerling (=λιανώματα), μπορεί να καλυφθούν από τον όρο "ιχθύδιο". Μεταλεκιθικό ιχθύδιο: Κάθε νεαρό ψάρι από την αρχή της εξωγενούς διατροφής (μετά την απορρόφηση της λεκίθου). Για τον σολομό και τη μεταναστευτική πέστροφα βλ. "PARR". Λεκιθοφόρο ιχθύδιο: νεαρό ψάρι από τη στιγμή της εκκόλαψης μέχρι την απορρόφηση του λεκιθικού σάκκου.


fry: A term used to describe a young fish at the post-larval stage. All stages from hatching to fingerling stage can potentially be covered by "fry". Advanced fry: any young fish from the start of exogenous feeding (after the yolk is absorbed).

juvenil: Termo utilizado para descrever um peixe jovem no estado pós-larvar. Todos os estados desde a eclosão até ao estado de pós-larva podem ser potencialmente chamados “juvenil”. Advanced fry: qualquer peixe jovem desde o início da alimentação exógena (após o saco vitelino ter sido absorvido). Para o salmão e trutas, ver PARR.Larvas com saco vitelino: peixes desde o tempo de eclosão até ao momento em que o saco vitelino é absorvido.

yngel: En allmän term som beskriver en ung fisk som befinner sig mellan larvstadiet och könsmognad. Avancerat yngel [Advanced fry]: en ung fisk som tar upp föda utifrån (efter gulsäcken är absorberad). För lax och öring se STIRR.Säckyngel [Sac fry]: ung fisk från det att den kläcks till gulsäcken är absorberad

Was this helpful?
Νεαρά δίθυρα (πχ στρείδια) που μόλις πέρασαν το στάδιο της πεπλοφόρου, τα οποία έχουν εγκατασταθεί σε κάποιο σκληρό αντικείμενο.


spat: Young bivalve molluscs (e.g. oysters) just past the veliger stage, which have settled and become attached to some hard object.

juvenis de bivalves : Moluscos bivalves jovens (e.g. ostras) logo após o estado velígera, que se estabeleceram e fixaram a um objecto duro.

musselyngel: Ung mussla som precis satt sig fast på ett hårt substrat.

Was this helpful?
(1) Το κληρονομικό υλικό ενός ατόμου. Το σύνολο του γενετικού υλικού ενός κυττάρου, συνήθως μόνο του πυρηνικού υλικού. (2) Το σύνολο των ατόμων με την ίδια γενετική σύσταση. Βιότυπος. (3) Το άτομο στο οποίο βασίστηκε ο προσδιορισμός ενός τάξου στο επίπεδο του γένους. Ο αρχέτυπος ενός είδους. (4) Το σύνολο των γονιδίων που περιέχονται στα χρωμοσώματα ενός ατόμου, τόσο εκείνων που εκφράζονται, όσο και των αδρανών.


genotype: (1) The heredity or genetic constitution of an individual; all the genetic material of a cell, usually referring only to the nuclear material. (2) All the individuals sharing the same genetic constitution; biotype. (3) The specimen on which a genus-group taxon is based; the primary type of the type species. (4) The sum total of the genes contained in the chromosomes of an individual organism, both those that are expressed and those that are latent.

genótipo : (1) A hereditariedade ou constituição genética de um indivíduo; todo o material genético de uma célula, normalmente refere-se apenas ao material nuclear. (2) Todos os indivíduos que partilham a mesma constituição genética; biótipo. (3) O espécime no qual um género-grupo taxonómico se baseia; (4) A soma do total de genes contidos nos cromossomas de um único organismo, tanto os expresso como os latentes.

genotyp: (1) Arvsmassan eller den genetiska sammansättningen hos en individ; all genetisk material i en cell, vanligtvis syftar det på cellkärnans innehåll. (2) Alla individer som delar på samma genetiska sammansättning; biotyp (3) Provexemplaret som ett genus baseras på; första exemplaret av en typexemplar (4) Alla gener som finns på kromosomerna i en enskild organism, både de som uttrycks och de som är latenta.

Was this helpful?
Η τομή του επιπέδου της μέσης πλήμμης με την ακτή. Η ακτογραμμή των ναυτικών χαρτών της "Coast and Geodetic Survey" είναι μια προσέγγιση της γραμμής της πλήμμης.


high water line: The intersection of the plane of mean high water with the shore. The shore line delineated of the nautical charts of the Coast and Geodetic Survey is an approximation to the high water line.

linha da maré alta : A intersecção do linha da meia maré com a costa. A linha de costa delineada nas cartas náuticas da costa e estudos geodésicos são uma aproximação à linha de maré alta.

högvattenlinje: Brytpunkten mellan medelhögvattennivån och stranden. Strandlinjen på kartor över kusten utgörs av en uppskattning av högvattenlinjen.

Was this helpful?
Η τομή της μέσης στάθμης της ραχης επιπέδου με την ακτή.


low water line: The intersection of any standard low tide datum plane with the shore.

linha de maré baixa : A intersecção de qualquer dado padrão de maré baixa com a costa.

lågvattenlinje: Skärningen mellan lågvatten planet och stranden.

Was this helpful?

Δ

Παροχή τροφής, σύμφωνα με προκαθορισμένο πρόγραμμα.


diet: Natural or prescribed feeding regime.

dieta : Regime alimentar natural ou fornecido

diet: Naturligt eller föreskriven födoregim.

Was this helpful?
(1) Ο ρυθμός αλλαγής μιας μεταβλητής συναρτήσει της απόστασης. (2) Ομαλή αύξηση ή μείωση ενός παράγοντα, όπως, π.χ., η θερμοκρασία και η αλατότητα.


gradient: (1) The rate of change of a variable with distance. (2) A regularly increasing or decreasing change in a factor, such as ambient temperature and salinity.

gradiente: (1) O grau de alteração de uma variável com a distância. (2) Uma mudança regular crescente ou decrescente num factor, tal como a temperatura ambiente e salinidade.

gradient: (1) Hastigheten med vilken en variabel förändras med ökad avstånd. (2) Regelbunden ökning eller minskning på en faktor, som omgivande temperatur och salinitet.

Was this helpful?
Το φαινόμενο της αποσάθρωσης της επιφάνειας ενός υλικού από την υδραυλική δράση ενός κινούμενου ρεύματος ρευστού. (Βλ. επίσης Αποσυνθεση (σηψη) των πτερυγιων).


erosion: The phenomenon of wearing away the surface of a material by the hydraulic action of a moving stream of fluid.

erosão : O fenómeno de desgaste da superfície de um material pela acção hidraúlica de uma corrente de um fluido.

erosion: Process där ytan hos en material nöts ner genom den hydrauliska kraften hos en strömmande vattenmassa; jfr. finrot.

Was this helpful?
Ζώο ή φυτό στο οποίο έχουν εισαχθεί σκόπιμα, γονίδια από άλλο είδος μέσω γενετικής μηχανικής.


transgenic species: Animal or plant into which genes from another species have been deliberately introduced by genetic engineering.

espécies transgénicas : Animal ou planta em que foram deliberadamente introduzidos genes de outras espécies pela engenharia genética

transgena arter: Ett djur eller en växt som med hjälp av genteknik fått gener från en annan art insatta i sitt genom.

Was this helpful?
Ορος που αναφέρεται σε ψάρια που μεταναστεύουν ελεύθερα μεταξύ του θαλασσινού και του γλυκού νερού. Τα ανάδρομα ψάρια μεταναστεύουν από το αλμυρό στο γλυκό νερό και τα κατάδρομα κινούνται από το γλυκό στο αλμυρό νερό (κυρίως για γαμετοτοκία).


diadromous: A comprehensive term used of fish which migrate freely between the sea and fresh water. Anadromous fish move from salt to fresh water and catadromous fish move from fresh to salt water (mainly to spawn).

diádromo : Termo utilizado para referir peixes que migram livremente entre o mar e a água doce. Peixes anádromos (q.v.) movem-se da água salgada para a água doce e peixes catádromos (q.v.) movem-se da água doce para a água salgada (principalmente para desovar).

diadroma fiskar: Omfattande term som beskriver fiskar som migrerar fritt mellan havet och sötvattensmiljöer. Anadroma fiskar (q.v.) flyttar från salt- till sötvattensmiljöer och katadroma fiskar (q.v.) flyttar från söt- till saltvattensmiljöer (huvudsakligen för att leka).

Was this helpful?
Η οριζόντια απόσταση ( προς την φορά του ανέμου), επί της οποίας πνέει ο άνεμος που προκαλεί κυματισμό.


fetch: In wave forecasting, the horizontal distance (in the direction of the wind) over which the wind blows.

alcance : Na previsão da ondulação, a distância horizontal (na direcção do vento) sobre a qual o vento sopra.

fetch: Vindens väglängd över öppet vatten till en viss plats.

Was this helpful?
Ανταγωνισμός μεταξύ ατόμων διαφορετικών ειδών γιά τον ίδιο φυσικό πόρο.


interspecific competition: Competition among members of different species for the same resource.

competição interespecífica : Competição pelo mesmo recurso entre membros de diferentes espécies.

mellanartkonkurrens: Kamp mellan olika arter för en och samma resurs.

Was this helpful?
(1) Η διαδικασία βάσει της οποίας αλλάζει η διεύθυνση ενός κύματος που κινείται σε ρηχά νερά με γωνία ως προς τις ισοβαθείς. Το τμήμα του κύματος που προχωράει στα ρηχότερα νερά, κινείται πιο αργά από το τμήμα που εξακολουθεί να προχωράει σε βαθύτερα νερά, έτσι ώστε η κορυφή του κύματος καμπτεται ώστε να τείνει να ευθυγραμμισθεί με τις υποθαλάσσιες ισοβαθείς. (2) Η κάμψη της κορυφής των κυμάτων από τα ρεύματα.


refraction of water waves: (1) The process by which the direction of a wave moving in shallow water at an angle to the contours is changed. The part of the wave advancing in shallower water moves more slowly than that part still advancing in deeper water, causing the wave crest to bend toward alignment with the underwater contours. (2) The bending of wave crests by currents.

refracção das ondas: (1) O processo pelo qual a direcção de uma onda que se move em águas pouco profundas sofre uma mudança de ângulo. A parte da onda que avança em águas menos profundas move-se mais lentamente do que a parte que ainda se desloca em águas mais profundas, fazendo com que a crista da onda se incline em direcção ao contorno do fundo. (2) A curvatura da crista de uma onda causada pela corrente.

brytning av vateen vågor: (1) Den process som ändrar riktningen på vågor som rör sig över grunt vatten i vinkel mot bottenkonturen. Den del av vågen som befinner sig på grundare vatten rör sig långsammare än den del som befinner fig på djupare vatten vilket leder till att vågen böjer sig och följer bottenkonturen. (2) När strömmar får vågorna att böja sig.

Was this helpful?
Μέτρο του μεγέθους ενός αναλαμβανομένου κινδύνου. Είναι ανάλογο προς την πιθανότητα του κινδύνου και την ένταση και την έκταση της αναμενόμενης ζημίας.


risk: Chance or possibility of danger, loss or injury or other adverse consequences.

risco : Risco ou possibilidade de perigo, perda ou lesão ou outras consequências adversas.

risk: Sannolikheten för skada, förlust, fara eller andra negativa konsekvenser.

Was this helpful?
Το υπό- λειμμα από την ανάλυση των ολικών διαλελυμένων στερεών αναφλέγεται στους 5500C και μετράται η απώλεια βάρους. Με τη μέτρηση αυτή προσδιορί- ζεται η συγκέντρωση τού διαλελυμένου οργανικού άνθρακα.


dissolved volatile solids: The residue from the total dissolved solid analysis is ignited at 5500C and the weight loss is determined. This measurement indicates the concentration of dissolved organic carbon.

sólidos voláteis dissolvidos : A determinação do peso perdido através da análise do resíduo do total de sólidos dissolvidos quando inflamados a 5500 C. Esta medição indica a concentração de carbono orgânico dissolvido.

lösta flyktiga ämnen: Kvarvarande ämne efter att ett prov upphettats till 550 grade C. Detta mått indikerar concentrationen av löst organiskt kol

Was this helpful?
Μέτρο του οργανικού φορτίου που είναι διαλυμένο σε δεδομένο όγκο νερού. Συνήθως εκφράζεται ως mg l-1.


DOM: Dissolved Organic Matter. A measure of the organic load dissolved in a given volume of water. Usually expressed as mg l-1.

matéria orgância dissolvida : Medição da carga orgânica dissolvida num dado volume de água. Normalmente expressa em mg I - 1.

DOM: Mängden organisk material som förekommer i löst form i en given volym vatten. Vanligtvis uttryckt i mg l-1.

Was this helpful?
Η ποσότητα του εν διαλύσει οξυγόνου, Ο2, υπό την κρατούσα ατμοσφαιρική πίεση και θερμοκρασία.


dissolved oxygen: The amount of oxygen, O2, in solution under existing atmospheric pressure and temperature.

oxigénio dissolvido : A quantidade de oxigénio, O22, em solução à pressão atmosférica e temperatura existentes.

löst syre: Mängden av syre, O2, i en lösning under rådande atmosferisk tryck och temperatur.

Was this helpful?
Dissolved Organic Carbon. Μέτρο του ανθρακικού φορτίου που είναι διαλυμένο σε μια ορισμένη ποσότητα νερού. Συνήθως εκφράζεται σε mg Cl-1.


dissolved organic carbon (DOC): A measure of the carbon load dissolved in a given volume of water. Usually expressed as mg C l-1.

carbono orgânico dissolvido (COD) : Medição da carga de carbono dissolvido num dado volume de água. Normalmente expresso em mg C I -1 .

löst organisk kol: Mängden löst kol i en fastställd volym vatten. Vanligtvis uttryckt som mg C l-1.

Was this helpful?
Dissolved Organic Carbon. Μέτρο του ανθρακικού φορτίου που είναι διαλυμένο σε μια ορισμένη ποσότητα νερού. Συνήθως εκφράζεται σε mg Cl-1.


DOC: Dissolved Organic Carbon. A measure of the carbon load dissolved in a given volume of water. Usually expressed as mg C l-1.

D.O.C.: CARBONO ORGÂNICO DISSOLVIDO. Medição da carga de carbono dissolvido num dado volume de água. Normalmente expresso em mg C I -1 .

DOC: Mängden kol som förekommer i löst form i en given volym vatten. Vanligtvis uttryckt i mg C l-1.

Was this helpful?
Γενετικός τόπος με δύο διαφορετικά αλληλόμορφα.


diallelic: Genetic locus with two different alleles.

dialélico : Local genético com dois alelos diferentes.

diallelic: Genetisk locus med två alleler.

Was this helpful?
Η αριθμητική τιμή που καταλαμβάνει την μέση θέση σε μια σειρά τιμών που έχουν διαταχθεί σε φθίνουσα σειρά.


median: The median is the numerical value of the middle case or the case lying exactly on the 50th percentile, when all the cases have been rank-ordered from highest to lowest.

mediana: A mediana é o valor numérico do caso do meio ou que se encontra exactamente no percentil 50, quando todos os casos foram ordenados por ordem decrescente.

median: Det värde för ett ordnat datamaterial som delar materialet i två lika stora delar, dvs. det ligger lika många värden över medianen som under den.

Was this helpful?
Διαμήκες κύμα είναι ένα κύμα στο οποίο η μετατόπιση των σωματιδίων του υλικού μέσου (υγρού) είναι κάθετη προς το μέτωπο του κύματος. Τα ηχητικά κύματα στον αέρα ή στο νερό είναι διαμήκη κύματα.


longitudinal wave: A longitudinal wave is a wave in which the direction of displacement of each particle in the medium is perpendicular to the wave itself. Sound waves in air or water are longitudinal waves.

onda longitudinal : Um onda longitudinal é uma onda em que a direcção de deslocamento de cada partícula no meio é perpendicular à própria onda. As ondas sonoras, no ar ou na água, são ondas longitudinais.

longitudinell våg: Vågrörelse i vilken svängningarna sker i samma riktning som vågutbredningen. Ljudvågor är exempel på longitudinella vågor.

Was this helpful?
H εκροή υγρού από αγωγούς (αγγεία) προς τα περιβάλλοντα μέρη.


effusion: Escape of fluid from vessels into the surrounding parts.

efusão : Fuga de um fluido de um navio para as zonas circundantes.

utgjutelse: Utströmning av vätska från kärl till de omgivande delarna.

Was this helpful?
Φάση αδράνειας. Περίοδος αναστολής της αύξησης ή της ανάπτυξης, η οποία χαρα- κτηρίζεται από έντονα μειωμένη μεταβολική δραστηριότητα, συνήθως κατά τη διάρκεια της χειμέριας ή της θερινής νάρκης.


diapause: A resting phase; a period of suspended growth or development, characterized by greatly reduced metabolic activity, usually during hibernation or estivation.

diapausa : Uma fase de descanso; um período de suspensão do crescimento ou desenvolvimento, caracterizado por uma grande redução da actividade metabólica, normalmente durante a hibernação ou estivação.

diapaus: Vilostadie; en period av suspenderad tillväxt eller utveckling, som karakteriseras av en kraftigt nedsatt metaboliskt aktivitet. Sker vanligtvis när ett organism går i ide.

Was this helpful?
H δυνατότητα μιας πορώδους ουσίας ή μεμβράνης να επιτρέπει την διέλευση ενός υγρού δια μέσου της. Στην γεωργία χρησιμοποιείται ειδικότερα αναφορικά με την ευκολία με την οποία αέρας, νερό ή φυτικές ρίζες διαπερνούν τον ορίζοντα του εδάφους.


permeability: The rate at which food deteriorates from a high quality to a low quality condition, eventually rendering it unfit for consumption.

permeabilidade : A taxa de deterioração do alimento de um estado de alta qualidade para um de baixa qualidade, tornando-a eventualmente imprópria para consumo.

permeabilitet: Ett poröst mediums genomsläpplighet för en fluid (gas eller vätska). Det porösa mediet kan exempelvis vara sand, jord, sprickigt berg, tobak eller snö och genomsläppligheten kan vara olika i skilda riktningar. Permeabilitetens storlek beror både på mediets struktur och på fluidens dynamiska viskositet, dvs. dess "trögflutenhet".

Was this helpful?
Η μέγιστη ή μέση διάρκεια ζωής ενός ατόμου ή ομάδος.


life span: Longevity; the maximum or mean duration of the life of individuals or groups.

longevidade : A duração máxima ou média de vida de indivíduos ou grupos.

livslängd: Maximala eller medel längden på en organisms eller grupps liv.

Was this helpful?
Ορος που αναφέρεται στη διάρκεια της φωτεινής περιόδου ενός ορισμένου 24ώρου. Πρβ. φωτοπερίοδος.


day length: Term used to describe the duration of the light period in a given 24 hours.

comprimento do dia : Termo utilizado para descrever a duração do período de luz em 24 horas: cf. fotoperíodo

daglängd: Term som används att beskriva varaktigheten av ljusperioden under 24 timmar ; jfr. photoperiod.

Was this helpful?
(1) Η διεύρυνση της εξάπλωσης στον χώρο οργανισμών ή μονάδων εξάπλωσης (propagules), από το σημείο καταγωγής ή ελευθέρωσής τους. (2) Η διεύρυνση του φάσματος κατανομής ενός είδους, κατά κανόνα εξαιτίας τυχαίου γεγονότος. Βλ. ωκεανοκαλλιέργεια, βλ. δραπέτης.


dispersal: (1) Outward spreading of organisms or propagules from their point of origin or release. (2) The outward extension of a species range, typically by a chance event; accidental migration.

dispersivo : (1) Dispersão em direcção ao exterior de organismos ou propagadores do seu ponto de origem ou libertação. (2) A extensão para o exterior de uma espécie, tipicamente por um acontecimento fortuito; migração acidental; cf. cultivo, fuga.

spridning: (1) Spridning av organismer eller spridningsenheter från den plats där de uppkom (2) Expansion av en arts utbredning, vanligtvis genom en slumpmässig händelse; slumpmässig migration; jfr. rymling.

Was this helpful?
Χημικοί ή φυσικοί παράγοντες που χρησιμοποιούνται για τον διασκορπισμό ή τη διερεύνηση της κατανομής ουσιών. Συχνά χρησιμο- ποιούνται για την αντιμετώπιση ρύπων, όπως π.χ. πετρελαίου. Μια από τις παρενέργειες των διασκο- ρπιστικών είναι ότι καθιστούν αποτελεσματικότερη την επαφή των τοξικών παραγόντων με τον οργαν- ισμό, την περισσότερο αποτελεσματική επαφή μετ- αξύ των τοξικών παραγόντων και του οργανισμού.


dispersant: Chemical or physical agents used to disperse or distribute materials. Often used in the control of pollutants such as oil. A side effect may be the promotion of more effective contact between the pollutants and the organism.

dispersor : Agentes químicos ou físicos utilizados para dispersar ou distribuir materiais. Frequentemente utilizados no controle de poluentes tais como o petróleo. Como efeito colateral pode ocorrer a promoção de um contacto mais eficaz entre os poluentes e o organismo.

dispersant: Kemisk eller fysisk medel som sprider eller distribuerar material. Används ofta för att kontrollera föroreningar som olja. En bieffekt kan vara att den underlättar föroreningen att komma i kontakt med organismen.

Was this helpful?
(1) Το πρότυπο κατανομής οργανισμών ή πληθυσμών στον χώρο. (2) Η μη περιστασιακή κίνηση ατόμων τα οποία εισέρχονται σε μια περιοχή ή πληθυσμό. Κατά κανόνα οι κινήσεις αυτές είναι τακτικές και εκτείνονται σε μικρές αποστάσεις. (3) Στη στατιστική, η κατανομή των παρατηρήσεων ή τιμών γύρω από τον μέσο όρο ή την κεντρική τιμή.


dispersion: (1) The spatial pattern of distribution of organisms or populations. (2) The non-accidental movement of individuals into or out of an area or population, typically a movement over a relatively short distance and of a more or less regular nature. (3) In statistics, the distribution or scatter of observations or values about the mean or central value.

dispersivo : (1) Dispersão em direcção ao exterior de organismos ou propagadores do seu ponto de origem ou libertação. (2) A extensão para o exterior de uma espécie, tipicamente por um acontecimento fortuito; migração acidental; cf. cultivo, fuga.

spridningsmönster: (1) Organismers och populationers fördelningsmönster i rum (2) Icke-slumpmässig rörelse av individer in och ut från ett område eller population. (3) Inom statistik är det spridningen av observationer eller värden kring ett medelvärde eller centralmått.

Was this helpful?
Στατιστικό μέτρο της διακύμανσης ( της κατανομής των δεδομένων γύρω από τον μέσο όρο). Iσούται προς το άθροισμα των τετραγώνων των διαφορών κάθε μιάς τιμής από τον μέσο του δείγματος διαιρούμενο με τον αριθμό των δειγμάτων μείον ένα. Βλ. επίσης Ανάλυση διασποράς.


variance: A statistical measure of variation (the dispersion of the data about the mean) calculated as the sum of the squares of the differences between individual values and the sample mean divided by the sample number minus one. This is one method of measuring how closely the individual scores of the variable cluster about the mean.

variância: Cálculo estatístico da variação (a dispersão dos dados à volta da média) calculada como a soma dos quadrados das diferenças entre valores individuais e a média da amostra dividida pelo número da amostra menos um. Este é um método para determinar quão próximo os valores indivíduais da variável agrupada estão da média; cf. análise de variância.

varians: Ett statistiskt mått på variation (som är kvadraten på standardavvikelsen). Variansen är ett mått på utbredningen av ett datamaterial eller en statistisk fördelning kring medelvärdet. Jmf. analysis of variance.

Was this helpful?
Η εξάπλωση ή διασκορπισμός μολυσματικών παραγόντων, σπόρων, σπορίων ή άλλων μονάδων εξάπλωσης (propagules).


dissemination: The scattering or spreading, as of infectious agents, seeds, spores or other propagules.

disseminação : Dispersão ou propagação,de agentes infecciosos, sementes, esporos ou outros propagadores.

dissemination: Spridningen av smittbärande vektorer, frön, sporer eller andra spridningsenheter.

Was this helpful?
(1)Μέθοδος που στοχεύει στην διατήρηση ειδών που απειλούνται με εξαφάνιση ή επιλεγμένων περιοχών στην φυσική τους κατάσταση. (2) στα τροφιμα: πρβλ ΑΛΛΟIΩΣIΜΟΤΗΤΑ (3)ΣΥΝΤΗΡΗΣΗ: Χημκή μονιμοποίηση υλικού βιολογικών δειγμάτων (π.χ. με φορμόλη).


preservation: (1) Conservation practices aimed at preserving disappearing species of organisms, or selected areas, in their natural state. (2) In food, cf. perishability (3) Chemical fixation of biological sample material (e.g. by formalin).

preservação : (1) Práticas de conservação com o objectivo de preservar, no seu estado natural, espécies de organismos ou áreas seleccionadas em risco de desaparecer. (2) Na alimentação, cf. morte. (3) Fixação química de uma amostra de material biológico (e.g. pela formalina).

bevarande: (1) Bevarande metoder med målet att bevara hotade djur eller miljöer i sitt naturliga tillstånd. (2) Inom mat. Metod för att förlänga hållbarheten. (3) Kemisk fixering av biologiskt material (t.ex. genom formailin behandling).

Was this helpful?
(1) Σχεδιασμένη διαχείριση των φυσικών πόρων. Η διατήρηση της φυσικής ισορροπίας, ποικιλότητας και εξελικτικών αλλαγών στο περιβάλλον. πρβλ. Διατήρηση. (2) Ταξινομική τακτική που επιτρέπει την διατήρηση ενός επιστημονικού ονόματος, μολονότι αυτό παραβιάζει τις διατάξεις του Κώδικα και κανονικά δεν θα έπρεπε να χρησιμοποιείται (Συντηρητική ονομασία).


conservation: (1) The planned management of natural resources; the preservation of natural balance, diversity and evolutionary change in the environment. (2) A taxonomic procedure to conserve a scientific name which would otherwise contravene the provisions of the Code and thus be unavailable (conserved name).

conservação: (1) Gestão planeada dos recursos naturais; a preservação do equilíbrio natural, diversidade e alterações evolutivas no ambiente; cf. Preservação. (2) Procedimento taxonómico para a conservação de um nome científico que de outro modo infringiria as normas do Código e assim estaria indisponível (nome conservado).

naturvård: (1)Skötsel av naturresurser; bevarandet av den naturliga balansen, diversiteten och evolutionära processerna i miljön; jfr. bevarande. (2) Process inom taxonomi som går ut på att bevara ett vetenskaplig namn som skulle annars strida emot Kodens bestämmelser och därmed inte kunna användas. (bevarad namn).

Was this helpful?
Το σύνολο των διεργασιών με τις οποίες ένα ζώο (ή φυτό) προσλαμβάνει και χρησιμοποιεί την τροφή.


nutrition: The sum of the processes in which an animal (or plant) takes in and utilizes food; the act or process of being nourished.

nutrição: O conjunto dos processos pelos quais um animal (ou planta) ingere e utiliza o alimento; o acto ou processo de ser alimentado.

nutrition: Summan av de processer som innebär att ett djur eller en växt tar in och använder föda; tillförsel av näring

Was this helpful?
(1) Η παροχή τροφής προς τους οργανισμούς. (2) Η κατανάλωση τροφής από τους οργανισμούς.


feeding: (1)The supplying of organisms with food. (2) The consuming of food by organisms.

alimentação : (1) O fornecimento de alimento aos organismos. (2) O consumo de alimento pelos organismos.

utfodra: (1)Tillförsel av mat till organsimer (2) Matkonsumption hos organismer.

Was this helpful?
Βραχύς και στενός θαλάσσιος δρόμος που ενώνει μιά λίμνη, λιμνοθάλασσα ή παρόμοιο υδατικό σύστημα με ένα μεγαλύτερο υδατικό σύστημα. Ενας επιμήκης θαλάσσιος (ή λιμναίος) βραχίονας που εκτείνεται σε αρκετά μεγάλη απόσταση εντός της χέρσου.


inlet: Short narrow waterway connecting a bay, lagoon, or similar body of water with a large parent body of water; arm of the sea (or other body of water), which is long compared to its width, and which may extend for a considerable distance.

enseada : Canal pequeno e estreito que liga uma baía, lagoa ou uma massa de água similar com uma grande massa de água semelhante; braço de mar (ou outra massa de água), comprido e estreito, e que se pode estender por uma distância considerável.

intag: Kort, smal vatten förbindelse som kopplar samman en vik, lagun eller likannde med en större vattenkropp. Del av hav (eller annat vatten) som är lång jämfört med dess bredd, och som kan sträcka si avsevärda avstånd.

Was this helpful?
Ατομο ενός διφυλετικού είδους που διαθέτει αναπαραγωγικά όργανα και δευτερογενείς φυλετικούς χαρακτήρες εν μέρει του ενός φύλου και εν μέρει του άλλου, αλλά το οποίο γενετικά είναι ενός μόνο φύλου.


intersex: An individual of a bisexual species possessing reproductive organs and secondary sexual characters partly of one sex and partly of the other, but which, genetically, is of one sex only .

intersexo : Um indivíduo de uma espécie bissexuada que possui orgãos reprodutores e carácteres sexuais secundárias em parte de um sexo e em parte de outro, mas que, geneticamente, possui apenas um sexo.

intersex: En individ av en tvåkönad art som besitter reproduktionsorgan och andra könskaraktärer delvis från ena könet och delvis från andra, dock oftast bara från ett kön.

Was this helpful?
Η σχεδιασμένη διαχείριση παράκτιων ζώνων , κατά την οποία παράκτια ζώνη θεωρείται ως μια ενό- τητα, που συμπεριλαμβάνει τα παράκτια νερά, την παλιρροιακή ζώνη και εκτάσεις της ξηράς που επηρεάζουν ή επηρέαζαν σημαντικά τις παράκτιες δραστηριότητες, είτε αυτές είναι φυσικές, είτε ανθρωπογενείς. Αντικείμενο της ΔΠΖ είναι η ολοκληρωμένη διαχείριση των χερσαίων και των θαλάσσιων φυσικών πόρων της παράκτιας ζώνης. Τα χερσαία και τα θαλάσσια όρια της παράκτιας ζώνης πρέπει να καθορίζονται κατά τρ


coastal zone management: The planned management of the coastal zone, in which the coastal zone is understood to be an integrated unit, embracing inshore waters, intertidal areas and those land areas significantly influencing or influenced by coastal activities or coastal processes, whether natural or human. CZM objectives are to manage coastal resources in a comprehensive way, encompassing all resources on both land and water within a specified area, the boundaries of which should extend as far inland and as far seawar

gestão de zonas costeiras : Gestão planeada da zona costeira, em que esta é entendida como uma unidade integrada, abrangendo as águas costeiras, áreas intertidais e as áreas terrestres que influenciam significativamente ou são significativamente influenciadas pelas actividades ou processos costeiros, quer sejam naturais ou humanos. Os objectivos do CZM são a gestão dos recursos costeiros de uma forma abrangente, incluindo todos os recursos quer em terra quer na água dentro de uma área específica, cujos limites se devem est

kustzonsförvaltning: Planerad skötsel av kustzonen, där kustzonen ses som en integrerad enhet som omfattar innerskärgården, tidvattenexponerad mark samt de landområden som påverkar eller påverkas av kustaktiviteter eller kustprocesser, vare sig de är naturliga eller skapade av människor. Målet med kustzonsskötseln är att hantera kustnära resurser på ett övergripande sätt, omfattande alla resurser både på land och i vatten inom ett avgränsat område. Områdets avgränsning skall sträcka sig så långt inåt land och utåt h

Was this helpful?
(1) Η εξάπλωση ενός συστατικού σε αέριο, υγρό ή στερεό μέσο, η οποία τείνει να ομογενοποιήσει τη σύσταση όλων των μερών. (2) Η αυθόρμητη μετατόπιση των ατόμων και των μορίων σε ένα υλικό.


diffusion: 1) Spreading of a constituent in a gas, liquid or solid, tending to make the composition of all parts uniform. (2) The spontaneous movement of atoms or molecules to new sites within a material.

difusão : (1) Dispersão de um constituinte num gás, líquido ou sólido, com a intenção de tornar uniforme a composição de todas as partes. (2) Movimento espontâneo dos átomos ou moléculas para novos locais dentro de um material.

diffusion: 1) Spridningen av ett beståndsdel i en gas, vätska eller fast ämne som leder till att sammansättningen av alla delar blir uniformt. (2) Den spontana rörelsen av atomer eller molekyler till nya platser inom ett ämne.

Was this helpful?
Η είσοδος ή εισαγωγή ενός γονιδίου από ένα σύμπλεγμα (δεξαμενή) γονιδίων σε ένα άλλο.


introgression: The entry or introduction of a gene from one gene complex (pool) into another.

inserção : A entrada ou introdução de um gene, proveniente de um pool genético, noutro.

introgression: Införandet eller intruducerandet av en gen från en genpool till en annan.

Was this helpful?
Ζώο που τρέφεται με πολύ μικρά τεμαχίδια που φιλτράρει από το νερό μέσα στο οποίο ζει. Πολλά απο τα καλλιεργούμενα δίθυρα (μύδια, στρείδια) είναι διηθηματοφάγα, καθώς επίσης και ορισμένα προνυμφικά στάδια των καρκινοειδών.


filter feeder: Animal that feeds by filtering minute particles from the water in which it lives. Many reared bivalve molluscs are filter feeders (mussels, oysters, etc.) as are certain larval stages of cultured crustaceans.

filtrador : Animal que se alimenta pela filtração de partículas minúsculas da água em que vive. Muitos moluscos bivalves são filtradores (mexilhões, ostras, etc.) assim como certos estados larvares de crustáceos cultivados.

filtrerare: Djur som livnär sig genom filtrering av små partiklar i vattnet. Många odlade bivalver är filtrerare (musslor, ostron) i likhet med larvstadiet hos vissa odlade kräfdjur.

Was this helpful?
Ομοταξία υδροβίων μαλακίων των οποίων το ασβεστικό κέλυφος αποτελείται από δύο κόγχες που ενώνονται με έναν σύνδεσμο. Η ομοταξία των δ. περιλαμβάνει διάφορα βρώσιμα είδη, πολλά από τα οποία καλλιεργούνται (π.χ. μύδια, στρείδια κ.λ.π.).Συν. Ελασματοβράγχια, Πελεκύποδα. Κοινώς είναι γνωστά σαν δίθυρα.


bivalvia: Class of aquatic molluscs characterized by two calcareous valves joined by a flexible ligament along a hinge line. This class includes various edible species, many of which are cultivated (e.g. mussels, oysters, scallops, clams). Commonly known as bivalves. Syn. Lamellibranchia; Pelecypoda.

bivalves: Classe de moluscos aquáticos caracterizados por possuirem duas valvas calcárias unidas por um ligamento flexível. Esta classe inclui várias espécies comestíveis, muitas das quais são cultivadas (e.g. Mexilhões, ostras, vieiras, ameijoas). Conhecidos geralmente por bivalves. Sin. Lamelibrânquios.

bivalvia: Klass av akvatiska blötdjur, som karakteriseras genom två kalkartade skal som binds ihop av ett elastiskt ligament. Denna klass innehåller ett antal ätbara arter, varav många odlas ( t.ex musslor, ostron, kammuslor). Syn. Lamellibranchia; Pelecypoda.

Was this helpful?
(Στατιστική). Κατανομή τιμών, στην οποία υπάρχουν δύο κορυφές.


bimodal distribution: (Statistics) A distribution of data which has two modes.

distribuição bimodal : (Estatística) Uma distribuição de dados que tem dois modos.

bimodalfördelning: (Statistik) Spridningen av data som har två "modes", två värden med högst frekvens.

Was this helpful?
Κυκλοτερής κίνηση του νερού, σε μικρή σχετικά περιοχή, που σχηματίζεται στην πίσω (προστατευόμενη) πλευρά εμποδίων, ή κατά μήκος της διεπαφής δύο ρευμάτων με διαφορετική ταχύτητα ή κατεύθυνση.


eddy: A quasi-circular movement of water, of relatively small area, formed in the lee of obstructions or along the edge of two regions with different current speeds or directions.

remoinho : Um movimento quase circular da água, numa área relativamente pequena, formado numa zona abrigada ou ao longo da margem de duas zonas com correntes de diferentes velocidade ou direcções.

strömvirvel: En kvasicirkulär vattenrörelse, på ett relativt begränsat område, formas på läsidan av en barriär eller längs kanten på två områden med olika strömhastigheter eller strömriktningar.

Was this helpful?
Μικροσκοπικά, κατά κανόνα θαλάσσια, μικροφύκη που έχουν δύο μαστίγια. Αποτελούν ένα από τα κύρια συστατικά του πλαγκτού.


dinoflagellates: Minute, mostly marine, micro-algae having two flagella; they form one of the chief constituents of plankton.

dinoflagelados : Microalgas de pequenas dimenções, a maioria marinhas, que têm dois flagelados; formam um dos mais importantes constituintes do plâncton.

dinoflagellater: Mikroskopiska, mestadels marina, mikroalger som har två flageller; de utgör en av de viktigaste beståndsdelarna av plankton.

Was this helpful?
Τετραχλωροδιβενζοπαραδιοξίνη. Iσχυρό τοξικό και με μεγάλο χρόνο διατήρησης (παρα- μονής). Προïόν της παραγωγής τού 2,4,5, Τ.


dioxin: Tetrachlorodibenzoparadioxin (TCDD); a highly toxic and environmentally persistent product of the manufacture of 2,4,5, T.

dioxina : Tetraclorodibenzoparadioxina (TCDD); um produto da produção de 2,4,5 T altamente tóxico e persistente no ambiente.

dioxin: Tetraklorodibenzoparadioxin (TCDD); mycket toxiskt och svårnedbrytbar, och kan bildas vid framställningen av ogräsmedlet 2,4,5-triklorfenoxiättiksyra.

Was this helpful?
Αχρωμο, άοσμο αέριο το οοποίο παράγεται κατά την οξείδωση των ενώσεων που περιέχουν άνθρακα, πολύ διαλυτό στο νερό, τοξικό για τα ψάρια στα επίπεδα των 20ppm. Η τοξικότητά του για τα ψάρια αυξάνεται σε χαμηλές συγκεντρώσεις οξυγόνου. Το διοξείδιο του άνθρακα έχει όξινη αντίδραση στο νερό (Η2Ο+CΟ2= Η2323/ = Η+ + ΗCΟ3-). Στο δισανθρακικό ισοζύγιο η σχετική ποσότητα CΟ2, δισανθρακικών και ανθρ


carbon dioxide: A colourless, odourless gas resulting from the oxidation of carbon containing substances, highly soluble in water, toxic to fish at levels of 20 ppm; toxicity to fish increases with low levels of oxygen. Carbon dioxide has an acidic reaction in water (H2O+CO2= H2CO3/H2CO3/ = H+ + HCO3-). Within the bicarbonate system, the relative amount of CO2, bicarbonate and carbonate will depend on pH. Carbon dioxide

dióxido de carbono : Um gás incolor e inodoro, altamente solúvel em água, tóxico para os peixes quando a níveis de 20ppm, resultante da oxidação das substâncias que contêm carbono; A toxicidade aumenta com baixas concentrações de oxigénio. O dióxido de carbono tem uma reacção ácida na água (H2O+CO2= H2CO3/H2CO3/ = H+ + HCO3-). No sistema bicarbonato, a quantidade relativa de CO2, bicarbonato e carbonato dependerá do pH. O dióxid

koldioxid: Färglös, doftlös gas som bildas när substanser som innehåller kol oxideras. Är mycket vattenlösligt och toxiskt för fiskar vid nivåer nära 20ppm; toxiciteten mot fiskar ökar med en minskad syrenivå. Koldioxid har en sur reaktion i vatten (H2O+CO2= H2CO3/H2CO3/ = H+ + HCO3). Inom bikarbonatsytemet, så beror den relativa mängden av CO2, bikarbonat och karbonat på pH-värdet. Koldioxid förekommer inte över pH 8.3

Was this helpful?
Ο διαθέτων δύο ομάδες ομολόγων χρωμοσωμάτων. Είναι η τυπική κατάσταση των οργανισμών που προκύπτουν από γονιμοποιημένα ωοκύτταρα.


diploid: Having a double set of homologous chromosomes, typical of most organisms derived from fertilized egg cells.

diplóide : Que possui um conjunto duplo de cromossomas homólogos, típico da maioria dos organismos derivados de células de óvulos fertilizados.

diploid: Innehar en dubbel uppsättning av homologa kromosomer, typiskt för de flesta organismer som härstammar från befruktade äggceller.

Was this helpful?
Μεγάλη ομάδα σκωλήκων με μεταμέρεια (π.χ. πολύχαιτοι). Είναι ζώα επιμηκυσμένα με μαλακό σώμα και ευδιάκριτη μεταμέρεια. Οι δακτυλιοσκώληκες έχουν κοίλωμα, κυκλοφοριακό σύστημα, νεφρίδια και κεντρικό νευρικό σύστημα.


annelids: Large group of segmented worms.(e.g. polychaetes). They are soft-bodied elongated animals with well-marked metameric segmentation. Annelids have a coelom, a blood system, nephridia and a central nervous system.

anelídeos : Grande grupo de vermes segmentados (e.g. Poliquetas). São animais de corpo mole alongado com segmentação metamérica bem marcada. Os anelídeos têm um celoma, um sistema sanguíneo, nefrónios e um sistema nervoso central.

annelider: Stor grupp av segmenterade maskar (t.ex polychaeter). De är långsträckta djur med mjuka kroppar och med tydlig metameriskt segmentering. Annelider har ett coelom, blodsystem, nefridier och ett centralt nervsystem.

Was this helpful?
Αντιπροσωπευτικό τμήμα μιας μεγαλύτερης μονάδας, χρησιμοποιούμενο για την μελέτη των ιδιοτήτων της. Για παράδειγμα τμήμα ή μέρος ενός πληθυσμού, ατόμου, οργάνου, ιστού, ή υγρού. Πρβλ. επίσης Δείγμα νερού, τυχαίο δείγμα.


sample: A representative part of a larger unit used to study the properties of the entire unit. For example, a portion or quantity of a population, individual, organ, tissue or liquid.

amostra : Parte representativa de uma unidade maior utilizada para estudar as proprieades da unidade total. Por exemplo, uma parte ou quantidade de uma população, indivíduo, órgão, tecido ou líquido; cf. amostra aleatória, amostra de água.

prov: En representativ del av en större enhet som används för att studera den stora enheten.

Was this helpful?
Ποσότητα νερού που λαμβάνεται από ένα σημείο δειγματοληψίας. Το δείγμα νερού αναλύεται απ ευθείας ή χρησιμεύει για την παρασκευή περισσοτέρων "δειγμάτων προς ανάλυση".


water sample: This term denotes a portion of the water of interest when it has been transferred from a sampling point in a water-body to another position where either analysis is started or one or more "samples for analysis" are prepared.

amostra de água : Este termo designa uma parte da água com interesse após ter sido transferida de um ponto de amostragem numa massa de água para outra posição onde ou a análise será iniciada ou uma ou mais "amostras para análise" (q.v.) são preparadas.

vattenprov: Ett vattenprov som tagits i ett vattenoråde för undersökning och analys på ett annat ställe.

Was this helpful?
Διαδικασία επιλογής στοιχείων ενός πληθυσμού με σκοπό την δημιουργία ενός υποσυνόλου αυτού του πληθυσμού, γνωστού ως δείγμα.


sampling: The process consisting of choosing elements of a population in order to form a subset of that population known as a sample.

amostragem : Um processo que consiste na escolha de elementos de uma população de modo a formar um subconjunto dessa população conhecido como uma amostra.

provtagning: Uttagning av en mindre del av ett objekt (kroppsvävnad, varuparti etc.), vars kvalitet eller kvantitativa egenskaper man vill bestämma:

Was this helpful?
Συνώνυμος με τον όρο "πρωτόκολλο δειγματοληψίας" που περιλαμβάνει μια σειρά προδιαγραφών που πρέπει να τηρούνται κατά την απόληψη δειγμάτων.


sampling method: This term denotes a specific protocol for sampling.

método de amostragem : Este termo indica um protocolo específico de amostragem (q.v.) .

provtagnings metod: Avser en specifik metod vid provtagningen.

Was this helpful?
Παράγοντας Κ. Αριθμ- ητικός δείκτης, η σχέση βάρους (W) και μήκους (L) ενός δείγματος. Ο τύπος είναι K = aW/Lb όπου a και b είναι ειδο-ειδικές σταθερές. Ο εκθέτης b συνήθως λαμβάνεται ίσος με 3 ή ίσος με έναν πειραματικά προσδιοριζόμενο αριθμό κοντά στο 3. Χαμηλή τιμή Κ δείχνει ένα ψάρι που ζει σε φτωχές συνθήκες. Ενα ψάρι που προσεγγίζει την φυλετική (σεξουαλική) ωριμότητα έχει πολύ υψηλό δείκτη ευρωστίας.


condition factor: K Factor. A numerical index: the relationship between weight (W) and length (L) of a specimen, expressed as: K = aW/Lb, where a and b are species-specific constants. The constant b is usually taken to be three, or an experimentally determined figure close to this value. Low K values indicate fish in a poor condition. Fish approaching sexual maturation have a very high condition factor.

factor de condição : Factor K. Um indíce numérico: a relação entre o peso (P) e o comprimento ( C ) de um espécime, expresso como: K = aP/Cb, onde a e b são constantes específicas para cada espécie. A constante b é normalmente tida como 3, ou um determinado número experimental próximo desse valor. Valores de K baixos indicam peixes em má condição. Peixes próximos da sua maturidade sexual tem um factor de condição muito elevado.

konditionsfaktor: K Factor. Numerisk index: förhållandet mellan vikten (W) och längden (L) hos ett exemplar, uttryckt som: K = aW/Lb, där a och b är artspecifika konstanter. Konstanten b antas vanligen vara tre, eller en experimentellt bestämd siffra som närmar detta värde. Låga K värden indikerar fiskar i dålig tillstånd. Fiskar som närmar sig könsmognad har en väldig hög konditionsfaktor.

Was this helpful?
Η αναλογία του βάρους της τροφής που χορηγήθηκε προς την αύξηση του βάρους (παραγωγής). Μέτρο (αναλογία) της αποδοτικότητας της μετατροπής της τροφής σε σάρκα. Το πηλίκο του αθροίσματος της ποσότητας της τροφής (σε kg) που χορηγήθηκε έναν ορισμένο αριθμό ημερών (Τ), προς την αύξηση του υγρού βάρους των ψαριών (kg) κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου.


food conversion ratio: Ratio between the weight of food fed and the weight of yield gain. Measure (ratio) of the efficiency of conversion of food to flesh. The sum of the amount of food offered in kilograms over a number of days (T) divided by the increase in wet fish weight (kg) over the time period (T).

taxa de conversão alimentar : Razão entre o peso do alimento fornecido e o peso ganho pelo organismo. A medição (taxa) da eficiência da conversão do alimento em carne. A soma da quantidade de alimento fornecido em quilos sobre um número de dias (T) dividido pelo aumento de peso de peixe fresco (Kg) sobre o período de tempo (T) .

födokonverterings faktor: Mått på hur effektivt föda konverteras till kroppmassa. Summan på födomängden som tillförs (i kilogram) under en viss tidsperiod (T), genom fiskens viktökning under samma tidsperiod.

Was this helpful?
Δείκτης που χρησιμοποιείται συχνά στις μελέτες της επιδρασης του περιβάλλοντος. Αποτελεί μέτρο της ομοιότητας μεταξύ δειγμάτων λαμβάνοντας υπόψιν τόσο τον αριθμό ειδών όσο και των ατόμων. Υπάρχουν διάφοροι δείκτες αυτού του τύπου όπως: Ευκλείδεια απόσταση, Bray-Curtis, Canberra etc.


similarity index: An index often used in environmental impact studies. A measure of the similarity in composition between samples comparing both the numbers of individuals and species. There are several indices of this kind such as Euclidian distance, Bray-Curtis, Canberra.

índice de similaridade : Um índice utilizado muitas vezes em estudos de impacto ambiental. Uma medição da similaridade de composição entre amostras comparando o número de indivíduos como as espécies. Existem vários índices deste tipo tais como a distância euclidiana, Bray-Curtis, Camberra.

likhetsindex: Index som ofta används i studier som rör mijöpåverkan. Ett mått på likheten i art och abundans sammansättningen mellan prov.

Was this helpful?
Μονάδες πληροφορίας, παρα- τηρήσεις, αποτελέσματα πειράματος ή μελέτης.


datum-data: Units of information, facts; observations; results from an experiment or study.

dados : Unidades de informação, factos; observações; resultados de uma experiência ou estudo.

data: Informationsenheter, fakta; observationer; resultaten från en experiment eller en studie.

Was this helpful?
Ο τελικός όγκος που προέρχεται από την διάλυση μιας ουσίας προς τον αρχικό όγκο της ουσίας.


dilution factor: The final volume over the original volume when diluting a substance.

factor de diluição: O volume final acima do volume original quando se dilui uma substância.

spädningsfaktor: Slutgiltiga volymet delat genom originalvolymet, när man spär en substans.

Was this helpful?
Μέτρηση της ομοιότητας της σύνθεσης των ειδών μεταξύ βιοκοινωνιών.


affinity index: A measure of the similarity in species composition between communities.

indíce de afinidade: Uma medida da similaridade na composição de espécies entre comunidades.

affinitets index: Mått som jämför artsammansättningen mellan två samhällen.

Was this helpful?
Τάξη των Μαλακοστράκων που περιλαμβάνει τις γαρίδες, τα καβούρια και τους αστακούς. Τρία ζεύγη εξαρτημάτων έχουν τροποποιηθεί για την πρόσληψη τροφής , τα υπόλοιπα πέντε για την κίνηση, αν και ένα ζεύγος μπορεί να φέρει χηλές.


decapods: Order of Malacostraca including prawns, lobsters, crabs. Three pairs of appendages are modified for feeding, the remaining five for locomotion, though one pair may bear chelae. Order of Crustacea comprising prawns, lobsters, crabs etc.

decápodes : Ordem dos Malacostraca incluindo lagostins, lagostas, caranguejos. Três pares de apêndices estão modificados para a alimentação, os restantes cinco servem para a locomoção, embora um par possa conter cílios (q.v.) . Ordem dos crustáceos que engloba lagostins, lagostas, caranguejos, etc.

dekapoder: Ordning i Malacostraca som innehåller räkor, hummrar och krabbor. Tre par extremiteter har modifierats för födointag, de kvarvarande används för rörelse, även om ett par kan ha chelae (q.v.). Ordning inom kräftdjuren som innehåller räkor, hummrar och krabbor osv.

Was this helpful?
Η περιοχή στις εκβολές των ποταμών όπου εναποτίθενται τα ιζήματα.


delta: An area at the mouth of the river where sediment accumulates.

lixos degradáveis: Lixos que podem ser desfeitos em pedaços mais pequenos.

delta: Lågt, flackt landområde som byggs upp vid mynningen av ett vattendrag av de sediment som vattendraget transporterar ut till kusten.

Was this helpful?
Διακλαδιζόμενο, δενδροειδές διάγραμμα που χρησιμοποιείται για την απεικόνιση των βαθμών συγγένειας ή ομοιότητας.


dendrogram: A branching diagram in the form of a "tree" used to depict degrees of relationship or resemblance.

dendograma : Diagrama ramificado com a forma de "árvore" utilizado para representar graus de relacionamento ou semelhança

dendrogram: Ett förgrenande diagram som liknar ett träd. Används för att visa graden av släktskap eller liknelse.

Was this helpful?
Απομάκρυνση της διαλυμένης οργανικής ύλης και της μείωσης των στερεών αποβλήτων σε νερά αποχετεύσεων.


secondary treatment: Removal of dissolved organic matter and reduction of suspended solids in waste water treatment plants.

tratamento secundário: Remoção de matéria orgânica dissolvida e redução dos sólidos em suspensão nas estações de tratamento de águas.

andra steget: Borttagandet av löst organiskt material och minskandet av löst fastmaterial (solids) i vattenreningsverk.

Was this helpful?
Ορος που χρησιμοποιείται γιά την περιγραφή δηλητηρίασης που οφείλεται στην κατανάλωση μολυσμένων ασπονδύλων. Οι δηλητηριάσεις από οστρακοειδή οφείλονται σε ποικιλία αιτίων όπως τοξίνες φυκών, μόλυνση από ιούς ή βακτήρια ή ρύπανση από βαρέα μέταλλα.


shellfish poisoning: Term used to describe poisoning as a result of eating contaminated shellfish. Shellfish poisoning can be due to a variety of causes: algal, viral bacterial and heavy metal pollutants.

envenenamento por bivalves : Termo utilizado para descrever o envenenamento em resultado da ingestão de bivalves contaminados. Este envenenamento pode dever-se a várias causas: algas, bactérias, virus e poluição por metais pesados.

skaldjurs förgiftning: Förgiftning till följd av förtäring av dåliga/smittade eller förorenade skaldjur. Kan bero på ett flertal orsaker: alger, virulenta bakterier eller tungmetaller.

Was this helpful?
Ουσία, της οποίας η σχέση με έναν ζωντανό οργανισμό (κατάποση, εισπνοή, επαφή) έχει επιβλαβείς επιπτώσεις.


poison: In toxicology: refers to any substance that causes a harmful effect on a living organism as a result of ingestion, inhalation or contact.

veneno : Em toxicologia: refere-se a qualquer substância que causa um efeito nocivo num organismo vivo em resultado da sua ingestão, inalação ou contacto.

gift: Inom toxikologin en substans som ger upphov till skadlig effekt på en levande organism vid förtäring, inandning eller kontakt.

Was this helpful?
Η ικανότητα του αέριου διοξειδίου του άνθρακα να διαλυθεί και να εισαχθεί σαν διάλυμα στο νερό.


solubility of carbon dioxide: The property of a gas CO2 being dissolved and going into solution in water.

solubilidade do dióxido de carbono: A propriedade de um gás CO2se dissolver e ir em solução na água.

löslighet av koldioxid: Förmågan hos gasen koldioxid att lösa sig i vatten.

Was this helpful?
Η ικανότητα του αέριου οξυγόνου να διαλυθεί στο νερό.


solubility of oxygen: The ability of gaseous oxygen to dissolve in water.

solubilidade do oxigénio: A capacidade do oxigénio gasoso se dissolver na água.

löslighet av syre: Förmågan hos gasen syre att lösa sig i vatten.

Was this helpful?
Απόβλητα τα οποία μπορούν να διασπαστούν σε μικρότερα μέρη.


degradable wastes: Wastes that can be broken down into smaller parts.

delta: Área da foz do rio onde se acumulam os sedimentos.

nedbrytbar avfall: Avfall som kan brytas ner till mindre beståndsdelar.

Was this helpful?
Ομάδα μονοκύτταρων φυκών που ανήκει στην κλάση Bacillariophyceae (Diatomeae), αποτελούμενη από 6000 είδη τα οποία περιβάλλονται από μια διπλή πυριτική κάψα (επιθήκιο και υποθήκιο). Χαρακτηρίζονται από πολύ μεγάλη ποικιλία σχήματος και συγκαταλέγονται ανάμεσα στους σπουδαιότερους φυτοπλαγκτονικούς οργανισμούς συμβάλλοντας στην πρωτογενή παραγωγικότητα των ωκεανών. Τα περισσότερα άτομα της ομάδας Pennales, αποτελούν βενθικά είδη των γλυκών νερών. Καλλιεργούνται ως τροφή για τα τροχόζωα και τις προ


diatom: A single-celled alga (phytoplankton) covered by two overlapping porous, silaceous shells: among the most abundant marine organisms; cultured as food for rotifers and mollusc larvae.

diatomáceas : Uma alga unicelular (fitoplâncton) coberta por duas conchas, siliciosas e porosas, sobrepostas: estão entre os organismos marinhos mais abundantes; são cultivadas como alimento para os rotíferos e larvas de moluscos.

diatom: Encelliga alger (fytoplankton) som täcks av två överlappande, porösa, kiselartade skal: bland de mest abundanta marina organismer; odlas som föda åt rotiferer och mollusklarver.

Was this helpful?
Η διαδικασία διείσδυσης του φωτός μέσω μιας ουσίας, όπως το νερό.


light penetration: The process of light going through a substance such as water.

penetração da luz: O processo em que a luz passa através de uma substância tal como a água.

ljusgenomsläpplighet: Fenomenet när ljus går genom en substans, t.ex. vatten.

Was this helpful?
Μια μαθηματική κατανομή, κάθε τιμή της οποίας εκφράζει την πιθανότητα εμφάνισης ενός συγκεκριμένου γεγονότος, το γεγονός έχει μια συνεχή πιθανότητα εμφάνισης από δοκιμή σε δοκιμή: χρησιμοποιείται σαν μοντέλο όταν κάθε άτομο σε ένα δείγμα μπορεί να παρουσιάσει ένα χαρακτήρα σε οποιαδήποτε εκ των δυο εναλλακτικών καταστάσεων.


binomial distribution: A mathematical distribution, each value of which gives the probability that a particular event will occur, that event having a constant probability of occurrence from test to test; used as a model when each individual in a sample may exhibit a character in either of two alternative states.

distribuição binómial: Distribuição matemática, onde cada valor é a probabilidade de ocorrência de um acontecimento específico, tendo esse acontecimento uma probabilidade constante de ocorrência de teste para teste; utilizado como um modelo em que cada indivíduo numa amostra pode exibir uma característica em cada um de dois estados alternativos.

binomialfördelning: Matematisk sannolikhetfördelning, som används när man räknar antalet gånger en viss intressant händelse A inträffar då ett försök upprepas flera gånger; används som model när en individ i ett stickprov kan uppvisa en karaktär i två olika tillstånd.

Was this helpful?
Μη παραμετρική στατιστική μέθοδος κατά την οποία οι μετρήσεις ταξινομούνται σε απλή αύξουσα (ή φθίνουσα) σειρά. Χρησιμοποιείται γιά να προσδιοριστεί αν δύο ανεξάρτητα τυχαία δείγματα έχουν ληφθεί από πληθυσμούς που έχουν ίδιες κατανομές.


mann-whitney u-test: A non-parametric statistical method in which sample values/counts are ranked in a simple decreasing (or increasing) sequence; it is used to determine whether two independent random samples are drawn from populations having the same distributions.

U-test de Mann-Whitney : Método estatístico não paramétrico em que a amostra de valores/somas são escalonados numa sequência decrescente (ou crescente) simples; é utilizado para determinar se 2 amostras aleatórias independentes são retiradas de populações com a mesma distribuição.

mann-whitney u-test: En icke-parametrisk statistisk metod som används för att se om två oberoende provserier är tagna från populationer med samma spridning.

Was this helpful?
Η ποσότητα φαρμάκου που πρέπει να ληφθεί ή να χορηγηθεί σε έναν οργανισμό ή ένα σύστημα σε μία χρονική στιγμή. Στη Μ. Βρετανία ο όρος δηλώνει τη ρύθμιση ή την κλιμάκωση των δόσεων, ποτέ την ποσότητα που λαμβάνεται σε μία χρονική στιγμή (δοσολογία).


dose: The quantity of a substance administered to an organism or a system. This term is variously used to described the total amount administered at a single time; the specific amount administered per unit weight or volume of the organism or system concerned; or the amount administered over a given period of time. Great care should therefore be taken in the use of this term.

dose : A quantidade de uma substãncia administrada a um organismo ou sistema. O termo é utilizado de diversas formas para descrever a quantidade total administrada de uma única vez; a quantidade específica administrada por unidade de peso ou volume do organismo ou sistema; ou a quantidade administrada num dado período de tempo. Por conseguinte deve-se ter muito cuidado no uso deste termo.

dos: Kvantiteten av en substans som tilldelas en organism eller system. Denna term används antingen för att beskriva den totala mängden som tilldelas vid ett tillfälle, den mängd som tilldelas per viktenhet eller volym till en organism eller system, eller mängden som tilldelas under en tidsperiod. Denna term bör därför användas med försiktighet.

Was this helpful?
Παρόμοια με την καμπύλη συγκέντρωσης - απόκρισης, με τη διαφορά ότι η δόση (η ποσότητα) που προσλαμβάνεται από το ψάρι είναι γνωστή και αντικαθιστά τη συγκέντρωση στο διάγραμμα.


dose response curve: Similar to concentration-response curve except that the dose (the quantity) of the substance received by the organism is known and takes the place of concentration in plotting the data.

curva de resposta : Parecido à curva de resposta de concentração excepto que a porção (quantidade) da substância recebida pelo organismo é conhecida e toma o lugar da concentração na determinação dos dados.

dos-respons kurva: Liknande en koncentrations-respons kurva, förutom att dosen (kvantiteten) av substansen som mottages av en organism är känd och ersätter koncentration när data plottas.

Was this helpful?
(Δραστικό πορώδες αποστράγγισης). Η αναλογία του όγκου των κενών χώρων μιας μάζας εδάφους, οι οποίοι στραγγίζονται βαρυτικά, προς τον ολικό όγκο της.


effective porosity: Effective drainage porosity. The ratio of the effective volume of the voids of a soil mass that can be drained by gravity to the total volume of the mass.

porosidade efectiva : Porosidade de drenagem efectiva. A razão entre o volume efectivo dos espaços vazios de uma massa de solo que podem ser drenados pela gravidade e o volume total da massa.

effektiv porositet: Effektiv dräneringsporösitet. Förhållandet mellan volymet hos en jordmassa som kan effektivt dräneras och jordmassans totala volym.

Was this helpful?
Μέτρο της αναλογίας των οξειδωμένων προς τις ανηγμένες ουσίες σε ένα διάλυμα. Στην πράξη, το οξειδοαναγωγικό δυναμικό Eh, μετράται χρησιμοποιώντας ένα ηλεκτρόδιο λευκοχρύσου. Οταν παρατηρείται ροή ηλεκτρονίων από το διάλυμα προς το ηλεκτρόδιο θεωρείται ότι επικρατούν αναγωγικές συνθήκες και το δυναμικό (μετρούμενο σε volt) μεταξύ ηλεκτροδίου και διαλύματος έχει αρνητικό πρόσημο. Οξειδωτικές συνθήκες θεωρείται ότι επικρατούν στο διάλυμα όταν τα ηλεκτρόνια ρέουν από το ηλεκτρόδιο προς το διάλυμ


oxidation-reduction potential: This potential of a solution is a measure of the proportion of oxidized to reduced substances. In practice, the redox potential is measured in respect of a platinum electrode and is called the Eh. If electrons flow from the solution to the electrode, reducing conditions are said to exist in the solution and the potential (measured in volts) existing between the electrode and the solution. Oxidizing conditions are said to exist in the solution when electrons flow from the electrode to the soluti

potencial de oxidação-redução: Este potencial de uma solução é uma medição da proporção de substâncias oxidadas para reduzidas. Na prática, o potencial rédox é medido em relação a um eléctrodo de platina e chama-se Eh. Se os electrões passam de uma solução para o eléctrodo, diz-se existirem condições de redução na solução e, existe um potencial (medido em volts) entre o eléctrodo e a solução. Diz-se existirem condições de oxidação na solução quando os electrões passam do eléctrodo para a solução e a voltagem é de sinal posit

redox potential: Den här potentialen är ett mått på proportionerna mellan oxiderade och reducerade delar i en lösning. Den elektrodpotential som kan uppmätas i en cell där den ena halvcellen består av en inert elektrod (vanligen av platina) i kontakt med något redoxpar och där den andra halvcellen är en normalvätgaselektrod.

Was this helpful?
Κατάσταση του νερού, κατά την οποία αυτό είναι πλούσιο σε οργανικό υλικό, κυρίως υπό μορφή αιωρούμενων φυτικών κολλοειδών ή μεγαλύτερων φυτικών τριμμάτων, αλλά είναι φτωχό σε (ανόργανα) θρεπτικά υλικά.


dystrophy: Condition in which freshwater is rich in organic matter mainly in the form of suspended plant colloids and larger plant fragments, but having low nutrient content (bog lake, brown water lake).

distrofia : Circunstância em que a água doce é rica em matéria orgância principalmente na forma de coloides de plantas em suspensão e fragmentos de plantas de maiores dimensões, mas tendo um conteúdo baixo em nutrientes (pântano, lago de águas castanhas).

dystrofisk: Tillstånd där färskvatten har en rik förekomst av organiskt material, vanligen i form av suspenderade växtkolloider och större växtfragment, men med låga näringshalter.

Was this helpful?
(1 )Χρησιμοποιείται για μάζες γλυκού νερού πλούσιες σε οργανικό υλικό, κυρίως υπό μορφή αιωρούμενων φυτικών κολλοειδών ή μεγαλύτερων φυτικών τριμμάτων, τα οποία όμως έχουν χαμηλό θρεπτικό περιεχόμενο. Δυστροφική λίμνη. (2) Χρησιμοποιείται για είδη χαρακτηριστικά των δυστροφικών ενδιαιτημάτων.


dystrophic: (1) Used of water bodies rich in organic matter mainly in the form of suspended plant colloids and larger plant fragments, but having low nutrient content; dystrophic lake. (2) Used of species characteristic of dystrophic habitats.

distrófico : (1) Termo utilizado para massas de água ricas em matéria orgânica principalmente na forma de coloides de plantas em suspensão e fragmentos de plantas de maiores dimensões, mas tendo um conteúdo nutritivo baixo; lago distrófico. (2) Termo utilizado para espécies características de habitats distróficos.

dystrofisk: (1) Används för att beskriva vattenmassor med rik förekomst av organiskt material, vanligen i form av suspenderade växtkolloider och större växtfragment, men med låga näringshalter. (2) Används för att beskriva arter som förekommer i dystrofiska habitat.

Was this helpful?
Διαφυλετική κατάσταση εμφανιζόμενη σε ορισμένες ομάδες μαλακίων (κυρίως Βuccinum sp) υπό την επίδραση ορισμένων ανόργανων ρύπων, π.χ. ΤΒΤ (βλ.λ)


imposex: A condition found in certain groups of molluscs, particularly whelks (Buccinum sp) where an intersex state arises as a result of the effects of certain inorganic pollutants, for example, TBT.

imposex: Uma característica encontrada em certos grupos de molucos, particularmente búzios (Buccinum sp) em que ocorre uma mudança de sexo como resultado dos efeitos de certos poluentes inorgânicos, por exemplo, TBT (q.v.).

imposex: Ett tillstånd som påträffas i vissa moluskgrupper, särskilt Buccinum sp., som när de blir utsatta för vissa oorganiska föroreningar t ex TBT, visar könsförändringar.

Was this helpful?

Ε

Στην συστηματική, ομάδα οργανισμών κοινής καταγωγής ικανών να ανταλλάξουν γενετικό υλικό. Συνήθως, η εξάπλωση ενός είδους περιορίζεται σε μια ορισμένη γεωγραφική περιοχή. Αποτελεί την θεμελιώδη βαθμίδα στην ταξινομική ιεραρχία.


species: In systematics, a group of organisms of common ancestry that are able to reproduce only among themselves and which are usually geographically distinct. It constitutes the fundamental rank in the taxonomic hierarchy.

espécies : Em sistemática, um grupo de organismos de ascendência comum que são capazes de se reproduzir entre si. Constitui a categoria sistemática basilar na hierarquia taxonómica.

art: Inom systematiken, grupp individer vilka under naturliga förhållanden kan reproducera sig med varandra och som samtidigt är reproduktivt isolerade från andra sådana grupper av individer. Den mest fundamentala enheten i organismvärlden.

Was this helpful?
Μη ιθαγενές είδος. Κάε είδος που μεταφέρεται τυχαία ή σκόπιμα και απελευθερώνεται από τον άνθρωπο σε ένα περιβάλλον έξω από τα σημερινά όρια διασποράς του.


introduced species: Non-indigenous species. Any species intentionally or accidentally transported and released by man into an environment outside its present range.

espécie introduzida : Espécie não indígena. Qualquer espécie intencionalmente ou acidentalmente transportada e libertada pelo homem num ambiente fora do seu alcance actual.

införda arter: En art som ej är inhems. En art som medvetet eller omedvetet transporterats och släppts ut i en miljö eller område utanför dess rådande utbredning.

Was this helpful?
Ενας εισηγμένος οργανισμός που έχει μόνιμο πληθυσμό (-ούς), δηλ. πληθυσμό που είναι απίθανο να εξαλειφθεί από τον άνθρωπο ή φυσικές αιτίες.


established species: An introduced organism with a permanent population(s), i.e., one unlikely to be eliminated by man or by natural causes.

espécie confirmada : Um organismo introduzido com uma população permanente, i.e. improvável de ser eliminada pelo homem ou por causas naturais.

etablerad art: Introducerad art med bestående populationer, dvs, det är osannolikt att arten kommer att dö ut på grund av mänskliga eller naturliga orsaker.

Was this helpful?
Διαδικασία με την οποία οι προνύμφες των μαλακίων σταματούν την κινητική φάση της ζωής τους και αρχίζουν την εδραία φάση προσκολλώμενες σε κατάλληλο υποστήριγμα. Η εγκατάσταση χαρακτηρίζεται από την αντικατάσταση του πέπλου από βράγχια και την αναδιοργάνωση όλων των οργάνων.


settlement: Process by which molluscan larvae undergo a cessation of their mobile stage and begin a sedentary life stage by attachment to a suitable support. Settlement is characterized by replacement of the velum by the gills and a reorganization of all organs.

colonização / fixação : Processo através do qual as larvas de moluscos interrompem o seu estado móvel, ligam-se a um suporte apropriado e iniciam um estado de vida sedentário. A colonização é caracterizada pela substituição do manto pelas guelras e a reorganização de todos os órgãos.

settling: Process vid vilken larver av blötdjur (vissa nässeldjur) genomgår en morphologisk förändring och övergår från ett fritt simmande stadie till att vara fastsittande.

Was this helpful?
Η διεργασία κατά την οποία ένα άτομο εξοικειώνεται με νέες συνθήκες όπως είναι η τοποθέτηση σε νερό που έχει διαφορετικά χαρακτηριστικά (π.χ. διαφορετική θερμοκρασία ή αλατότητα, κ.λ.π.).


acclimation : A process in which a specimen becomes adjusted to new circumstances such as being placed in water having different characteristics, such as different temperature or salinity, etc.

aclimatação : Processo através do qual um espécime se adapta a novas condições tais como ser colocado em águas com caracteristicas diferentes, por exemplo com temperatura ou salinidade diferentes, etc.

acklimatisering: Den process där en organism anpassar sig till nya förhållanden, såsom vid placering i vatten med andra karakteristika, som annan temperatur eller salinitet etc.

Was this helpful?
Η διεργασία της προσαρμογής σε ένα νέο περιβάλλον ή σε διαφορετικές κλιματικές συνθήκες.


acclimatization : The adaptation process to a new environment or different climatic conditions.

aclimatização : Processo de adaptação a um novo ambiente ou condições climáticas diferentes.

acklimatisering: Anpassning till en ny miljö eller annat klimat.

Was this helpful?
Με την ευρεία έννοια, ο σχετικός με όλα τα είδη τού εδάφους, τη στρωμνή των δασών, και άλλους τύπους χερσαίων βιοτόπων, συμπερι- λαμβανομένων των βρυόφιλων και λειχηνόφιλων τύπων ενδιαιτημάτων, καθώς και των κορμών και των φύλλων των δέντρων.


edaphic: Referring to physical, chemical and biological properties of the soil community.

edáfico : Que se refere a propriedades físicas, químicas e biológicas de comunidades do solo.

edafisk: Hänvisar till de fysiska, kemiska och biologiska egenskaperna hos jordar.

Was this helpful?
Εγκατεστημένος, σταθεροποιημένος, μη κινούμενος ελεύθερα.


sessile: Fixed or attached; not free-moving.

séssil : Fixo ou ligado; que não se move livremente.

bottenlevande: Fixerad eller fastsatt; ej fritt simmande.

Was this helpful?
Ένα κομμάτι γης ή θαλάσσιας περιοχής η οποία προστατεύεται με βασικό σκοπό την διατήρηση του οικοσυστήματος.


national park: A land or marine area reserved primarily for conservation purposes.

parque nacional: Uma área de terra ou mar reservada primeiramente para fins de conservação.

nationalpark: Ett land- eller havsområde som skyddats i framförallt bevarande syfte.

Was this helpful?
Ο σχηματισμός νέων ειδών.


speciation: The formation of new species

especiação: A formação de novas espécies.

artbildning: Bildandet av nya arter.

Was this helpful?
Η εξάπλωση της θάλασσας πάνω από μια περιοχή ξηράς.


transgression: The spread of the sea over a land area.

transgressão : O espalhar do mar sobre a terra.

transgression: Havets utbredning över ett landområde.

Was this helpful?
Η αφαίρεση ύλης και οργανισμών από τον πυθμένα της θάλασσας.


dredging: The removal of bottom material and organisms from the sea bed.

dragagem: A remoção de material e de organismos do fundo do oceano.

muddring: Avlägsnandet av material och organismer från havsbottnet.

Was this helpful?
Περιοδική εποβολή του εξωτερικού καλύμματος, όπως ο εξωσκελετός στα Αρθρόποδα (γαρίδες, καβούρια, αστακοί κλπ). Μετά την έκδυση τα άτομα είναι ιδιαίτερα ευάλωτα στην θήρευση. Στην υδατοκαλλιέργεια αυτές οι φάσεις έκδυσης είναι ιδιαιτέρας σημασίας λόγω της αυξημένης τρωτότητας στον καννιβαλισμό.


moulting: Periodic shedding of the outer covering, such as the exoskeleton in the Arthropoda (shrimps, crabs, lobsters). After moulting specimens are particularly vulnerable to predation. In aquaculture these moulting phases are of particular importance because of the increased vulnerability to cannibalism.

muda: Muda periódica da cobertura exterior, tal como o exosqueleto nos artrópodes (camarões, caranguejos, lagostas). Após a muda os espécimes ficam particularmente vulneráveis aos predadores. Na Aquacultura estas fases de muda têm particular importância devido a uma vulnerabilidade acrescida ao canibalismo.

ömsning: Utbyte av den yttre beklädnaden, sker ofta periodvis. Vanligt hos bl a kräftdjur, Efter ömsningen är djuren ofta extra sårbara.

Was this helpful?
η διαδικασία με την οποία το έμβρυο εγκαταλείπει το κέλυφος του αυγού (η εκκόλαψη αναφέρεται στο έμβρυο και όχι στο αυγό)


hatch: A process by which an embryo leaves the egg envelope(s). (N.B., an egg cannot hatch, it is an embryo that hatches.)

eclosão : Processo através do qual um embrião deixa o ovo . (N.B. Um ovo não eclode, é o embrião que eclode)

kläckning: Processen där ett embryo lämnar det inneslutande ägget. Märk att i egentlig mening är det inte ägget som kläcks, det är embryot.

Was this helpful?
Ο συνολικός αριθμός στερεών, υγρών ή αερίων που αποβάλλονται από μια δεδομένη πηγή.


emission: The total amount of solid, liquid or gas expelled from a given source.

emissão: A quantidade total de sólidos, líquidos ou gases expelidos por uma dada fonte.

emission: Den total mängden fasta substanser, vätskor eller gaser som avges från en given källa per tidsenhet.

Was this helpful?
(1) Νερό που αδειάζει από μια δεξαμενή, λιμνοδεξαμενή ή σταθμό παραγωγής ενέργειας. (2) Εκροή ακάθαρτων. Ο αγγλικός όρος χρησιμοποιείται επίσης για τις εκροές μονάδων καθαρισμού λυμάτων, επίσης και μετά από επεξεργασία καθαρισμού.


effluent: (1) Referring to water flowing out or from a tank, pond, aquafarm or power station. (2) Discharged polluted water, including water released after purification treatment.

efluentes: (1) Referente a água que corre de um reservatório, tanque, aquacultura ou hidroeléctricas. (2) descargas de água poluída, incluindo a água eliminada após tratamento de purificação.

flytande avfall: Flytande avfallsprodukt

Was this helpful?
Ο ρυθμός ροής ενός παροχετευόμενου υγρού σε μια δεδομένη στιγμή, εκφρασμένος σε όγκο ανά μονάδα χρόνου. Σε συστήματα καλλιέργειας συνεχούς ροής ποικίλλει συνήθως ανάλογα με το στάδιο ανάπτυξης και την εποχή. Σε στάσιμα συστήματα λιμνοδεξαμενών στάσιμα νερά, ο ρυθμός εκροής αντιστοιχεί στο ποσοστό του νερού που εκκενώνεται ανά εποχή ή ανά παραγωγικό κύκλο.


discharge rate: The flow rate of a discharged fluid at a given instant expressed as volume per unit of time. In flow-through culture systems it usually varies with the growth of fish and with season. In stagnant pond systems, it relates to the percentage of the water mass released per season or per production cycle.

taxa de descarga : A taxa de descarga de um fluido num dado momento expresso como o volume por unidade de tempo. Nos sistemas de cultura normalmente varia com o crescimento de peixes e estação do ano. Em sistemas de tanques estagnados, está relacionado com a percentagem da massa de água libertada por estação do ano ou por ciclo de produção.

utlopps hastighet: Avloppsvattens strömhastighet, uttryckt som volym per tidsenhet. I odlingssystem som använder genomströmning varierar den med fiskproduktionen och säsong. I stillastående dammsystem är den relaterad till andelen vattenmassa som släpps ut per säsong eller per produktionscykel.

Was this helpful?
Διαδικασία που αποβλέπει στη βελτιστοποίηση του σχεδιασμού και του ελέγχου των μεγάλων αναπτυξιακών έργων, με την εκτίμηση των πιθανών επιπτώσεων. Στην εκτίμηση αυτή συμμετέχουν κατά κανόνα τρείς φορείς : ο κύριος του έργου, οι αρμόδιες αρχές και το ενδιαφερόμενο κοινό.


environmental impact assessment: A procedure for optimizing the planning and control of major development projects by assessing the likely impacts. This evaluation process is usually carried out by three parties, the Developer, the Public Authorities and the Planning Authorities.

avaliação de impacte ambiental: Um procedimento para optimizar o planeamento e controlo de grandes projectos de desenvolvimento através da avaliação de possíveis impactos. Este processo de avaliação é normalmente levado a cabo por três entidades, o técnico de desenvolvimento, as autoridades públicas e de planeamento.

bedömmning av miljöpåverkan: En process där man försöker optimera planneringstadiet och den framtida regleringen av stora verksamheter genom att göra en bedömning om projektets troliga effekter på miljön. Denna utvärderingsprocess upprättas i samråd med länsstyrelsen, andra myndigheter och enskilda intressenter.

Was this helpful?
Οι εκτατικές καλλιέργειες χαρακτηρίζονται από: (α) μικρό βαθμό ελέγχου, π.χ., του περιβάλλοντος, της διατροφής, των θηρευτών, των ανταγωνιστών, των παθογόνων παραγόντων; (β) μικρό αρχικό κόστος, χαμηλού επιπέδου τεχνολογία και χαμηλή παραγωγικότητα; (γ) μεγάλη εξάρτηση από το τοπικό κλίμα και την ποιότητα του νερού, χρήση φυσικών υδατο- συλλογών (λιμνοδεξαμενών, κόλπων, όρμων) και φυσικών οργανισμών (συχνά απροσδιόριστων) ως τροφή.


extensive culture: Extensive culture operations are characterized by: (a) a low degree of control, i.e., of environment, nutrition, predators, competitors, disease agents; (b) low initial costs, low-level technology and low production efficiency; (c) high dependence on local climate and water quality; use of natural water bodies (ponds, bays, embayments) and of natural, often unspecified, food organisms.

cultura extensiva : As culturas extensivas são caracterizadas por: (a) baixo grau de controlo, i.e. do ambiente, nutrição, predadores, competidores, agentes portadores de doenças; (b) baixos custos iniciais, baixo nível de tecnologia e baixa eficiência produtiva; (c) elevada dependência do clima local e da qualidade da água; utilização de massas de água naturais (tanques, baías) e de alimento natural, muitas vezes não especificado.

intensivodling: Omfattande odlingsverksamheter karakteriseras genom: (a) dålig möjlighet till kontroll t.ex av miljön, näring, predatorer, konkurrenter, smittobärare; (b) låga initiella kostnader, enkel teknik, och låg produktionseffektivitet; (c) starkt beroende på den lokala klimaten och vattenkvaliteten; använder naturliga vattenmassor (dammar, vikar, buktar).

Was this helpful?
Η φθορά λόγω τριβής της επιφάνειας ενός υλικού. ΑΠΟΞΕΣΜΑ: Δείγμα βλέννας και/ή επιθηλίου το οποίο έχει ληφθεί με ξύση της επιφανείας.


abrasion : The process of erosion by rubbing off or wearing away of surface material; attrition; often a scraped sample of mucus and/or epithelium.

abrasão : Processo de erosão por fricção ou desgaste do material de superficíe; atrito; normalmente um amostra de muco e/ou epitélio por raspagem.

abrasion : Erosionsprocess där ytmaterial skrapas eller vittrar bort

Was this helpful?
Δομική αλλαγή σε ένα όργανο, ιστό ή κύτταρο, με την οποία επηρεάζει αρνητικά την λειτουργία του. Η εκφυλιστική αλλαγή μπορεί να οδηγήσει ή να μην οδηγήσει σε νέκρωση (βλ.λ.) .


degeneration: Any structural change in an organ, tissue or cell by which its functional power is impaired. The degenerative change may, or may not, progress to necrosis.

degeneração : Qualquer alteração estrutural de um orgão, tecido ou célula através da qual o seu poder funcional é prejudicado. A alteração degenerativa pode ou não progredir para a necrose (q.v.) .

degeneration: Varje strukturell förändring i ett organ, vävnad eller cell som orsakar en försämring i dess funktionella kapacitet. Ändringarna på grund av degeneration kan leda till nekros.

Was this helpful?
Γενικός όρος γιά λιπαρές μεγάλου ιξώδους αναφλέξιμες ουσίες που είναι αδιάλυτες στο νερό. Σε θερμοκρασία δωματίου ή όταν θερμανθούν ελαφρά βρίσκονται σε υγρή μορφή. Παράγονται από ζωϊκές ή φυτικές πηγές.


oil: General term for any of a variety of greasy, viscous combustible substances that are insoluble in water. Oils are liquid at room temperature or when slightly warmed; can be derived from animal or vegetable sources.

óleo : Termo genérico para uma grande variedade de substâncias combustíveis oleosas, viscosas e insolúveis em água. Os óleos são líquidos à temperatura ambiente ou quando levemente aquecidos; podem ser oriundos de fontes animais ou vegetais.

olja: Allmän term för tjockflytande organiskt ämne med fet konsistens; kan pressas ur fettrika djur- el. växtdelar.

Was this helpful?
Απόκλιση ενός χαρακτηριστικού αντικειμένου ή μιας υπηρεσίας από το επιθυμητό (συνήθως καθορισμένο) επίπεδο, ποιότητα αρκετά σοβαρή, ώστε να μην είναι δυνατόν να επιτελεσθεί μια προβλεπόμενη λειτουργία.


defect: A departure of any quality characteristic from its intended (usually specified) level that is severe enough to cause the product or service not to fulfil its anticipated function.

defeito : O desvio de qualquer característica natural do seu suposto padrão (normalmente especificado) suficientemente grave para que o produto ou serviço não consiga cumprir a função a que se destina

defekt: En avvikelse av en egenskap från dess avsiktliga (vanligen specificerad) syfte, som är allvarlig nog att orsaka att produkten eller tjänsten inte kan fylla dess förväntade funktion.

Was this helpful?
Στατιστική μέθοδος για ην προσαρμογή στα πειραματικά δεδομένα και για την εκτίμηση των παραμέτρων της αντίστοιχης εξίσωσης κατά τρόπον, ώστε να ελαχιστοποιεί το άθροισμα των τετραγώνων των διαφορών ανάμεσα στις παρατηρούμενες τιμές και τις τιμές που προκύπτουν από την εξίσωση.


least squares, method of: In statistics, a technique of line (curve) fitting and of estimating the parameters of the corresponding equation. It involves, testing the parameters by iteration to minimize the sum of the squared differences between the observed values and their respective expected values.

mínimos quadrados, método dos: Em estatística, uma técnica de adaptação de linhas (curva) e de estimação dos parâmetros das equações correspondentes. Implica, testar os parâmetros por repetição de modo a minimizar a soma das diferenças quadradas entre os valores observados e os respectivos valores esperados.

minsta-kvadrat-metoden: Matematisk och statistisk metod att anpassa funktionssamband till data, särskilt använd för linjära regressionsmodeller.

Was this helpful?
Μη-παραμετρική μέθοδος στην οποία οι μετρήσεις των δειγμάτων κατατάσσονται σε μια κοινή ακολουθία, που χρησιμοποιείται για να προσδιοριστεί αν δύο ανεξάρτητα, τυχαία δείγματα προέρχονται από πληθυσμούς που έχουν την ίδια κατανομή.


wilcoxon two-sample test: A non-parametric method in which sample counts are ranked in a common sequence, used to determine whether two independent random samples are drawn from populations having the same distribution.

teste de amostra dupla de Wilcoxon : Um método não paramétrico em que as contagens da amostra são escalonados numa sequência geral, utilizada para determinar se duas amostras aleatórias independentes são retiradas de populações com a mesma distribuição.

wilcoxon två-provs test: Ett icke-parametriskt statistiskt test för att avgöra om det är en statistiskt säkerställd skillnad mellan två observationssituationer. Testet baseras på summan av den ena observationsseriens ranger i den samlade serien av alla observationerna.

Was this helpful?
Μέθοδος γνωστή και ως δοκιμή Τ του Student. Δοκιμή που επιτρέπει να διαπιστωθεί η ισότητα δύο τυποποιημένων δειγματικών μέσων που ακολουθούν κανονικές κατανομές, όταν οι διασπορές των αντίστοιχων πληθυσμών δεν είναι γνωστές.


t-test: More correctly designated Students T-test. A test involving the comparison of equality of standardized sample means of two normal distributions where populations variances are not known.

teste t : Mais correctamente designado por teste t-student. Um teste que envolve a comparação da igualdade de médias de amostras estandardizadas de duas distribuições normais onde a variância da população não é conhecida.

t-test: Mer korrekt benämt Students T-test. Ett statistiskt test som används när man vill pröva om normalfördelade mätresultat från en grupp utan känd varians är förenliga med ett hypotetiskt förväntat värde .

Was this helpful?
Τμήμα χημικής ένωσης ή στοιχείο, το οποίο περιέχει αδέσμευτα ηλεκτρόνια. Οι ελεύθερες ρίζες είναι πολύ δραστικές και χημικά τοξικές.


free radical: A fragment of a compound or an element that contains an unpaired electron. Free radicals are highly reactive and chemically toxic.

radical livre : Um fragmento de um composto ou elemento que contem um electrão livre. Os radicais livres são altamente reactivos e quimicamente tóxicos.

fria radikaler: Fragment av en förening eller element som innehåller en oparad elektron. Fria radikaler är väldigt reaktiva och toxiska.

Was this helpful?
Το κλάσμα της συγκέντρωσης του χλωρίου που βρίσκεται υπό μορφή υποχλωριώδους οξέος ή/και υποχλωριωδών ιόντων.


free chlorine: That portion of the chlorine concentration present as hypochlorous acid and/or hypochlorite ion.

cloro livre : A porção da concentração de cloro presente como ácido hipocloroso e/ou iões de hipocloretos.

fritt klorin: Andelen av klorkoncentrationen som existerar som hypoklorisk syra och/eller hypokloritjoner.

Was this helpful?
Ένα γρήγορο υποθαλάσσιο ρεύμα με σχετικά μεγάλη πυκνότητα, το οποίο μεταφέρει ιζήματα, πολύ συχνά σε μεγάλες ποσότητες.


turbidity current: A rapid underwater current of relatively high density transporting suspended sediments, often in large quantities.

corrente turva : Uma forte corrente submarina com uma densidade relativamente alta transportando sedimentos em suspensão, muitas vezes em grandes quantidades.

grumlig ström: En snabb undervattensström av ganska hög densitet som transporterar lösta sedimentpartiklar, ofta i stora mängder.

Was this helpful?
Έλλειμμα κορεσμού.


water vapour deficit (WSD) : Saturation deficit.

deficit de vapor de água (WSD) : Deficit de saturação.

Ångmättnadsunderskott: Mättnadsunderskott.

Was this helpful?
Οικοσύστημα του οποίου το έδαφος κατακλύζεται σχεδόν μόνιμα από το νερό και το οποίο κυριαρχείται από ποώδη ή θαμνώδη βλάστηση.


marsh: A tract of soft, wet or periodically inundated land, generally treeless and usually characterized by grasses and other low growth.

sapal(1): Uma área de terreno mole e alagado, ou periodicamente inundado, geralmente sem árvores e caracterizado normalmente pela presença de ervas e outra vegetação baixa.

sumpmark: Område som är mjukt, blött eller ofta översvämmat, ofta trädlöst med gräs eller annan låg vegitation.

Was this helpful?
Η αύξηση ή βελτίωση ενός συστατικού ή μιάς ιδιότητας, ιδίως με την προσθήκη ορισμένων υλικών. Στην υδατο- καλλιέργεια, ο όρος έχει δύο σημασίες: (α) προσθήκη των απαραίτητων βιταμινών και μεταλλικών στοιχείων στις βιομηχανικές τροφές, για την υποκατάσταση των θρεπτικών στοιχείων που πιθανώς χάνονται κατά την επεξεργασία των ιχθυαλεύρων, και (β) οργανικός ή θρεπτικός εμπλουτισμός που αναφέρεται στη ρίψη οργανικών θρεπτικών υλικών από μονάδες ιχθυοκαλλιέργειας σε υδατοσυλλογές.


enrichment: The process of increasing or enhancing some constituent or property, particularly through the addition of certain materials. In aquaculture there are two main usages: (a) the addition of necessary vitamins and minerals to formulated fish diets, to replace those nutrients that may be lost in fishmeal processing and milling and (b) organic or nutrient enrichment, referring to the discharges of organic nutrients to water bodies from aquaculture units.

enriquecimento : O processo de aumentar ou melhorar algum constituinte ou propriedade através da adição de certos materiais. Em aquacultura há dois tratamentos principais: (a) a adição às dietas de vitaminas e minerais necessários, de modo a substituir os nutrientes que possam ter sido perdidos no processamento do alimento artificial e (b) enriquecimento, orgânico ou por nutrientes, das águas, devido a descargas de nutrientes orgânicos provenientes das unidades de aquacultura.

berikning: Process där man ökar eller förhöjer en beståndsdel eller egenskap, särskild genom tillsättningen av vissa ämnen. Inom akvakulturen finns det två huvudanvändnigar: (a) tillsättning av nödvändiga vitaminer och mineraler till fiskföda, för att ersätta de ämnen som förloras i fiskmjölsproduktionen och malningsprocessen. (b) tillsättning av organisk material och näringsämnen, syftar till utsläppet av organiska näringsämen från akvakulturer till vattenmassor.

Was this helpful?
Η αύξηση ή βελτίωση ενός συστατικού ή μιάς ιδιότητας, ιδίως με την προσθήκη ορισμένων υλικών. Στην υδατο- καλλιέργεια, ο όρος έχει δύο σημασίες: (α) προσθήκη των απαραίτητων βιταμινών και μεταλλικών στοιχείων στις βιομηχανικές τροφές, για την υποκατάσταση των θρεπτικών στοιχείων που πιθανώς χάνονται κατά την επεξεργασία των ιχθυαλεύρων, και (β) οργανικός ή θρεπτικός εμπλουτισμός που αναφέρεται στη ρίψη οργανικών θρεπτικών υλικών από μονάδες ιχθυοκαλλιέργειας σε υδατοσυλλογές.


nutrient enrichment: The process of increasing or enhancing some constituent or property, particularly through the addition of certain materials. In aquaculture there are two main usages: (a) the addition of necessary vitamins and minerals to formulated fish diets, to replace those nutrients that may be lost in fishmeal processing and milling and (b) organic or nutrient enrichment, referring to the discharges of organic nutrients to water bodies from aquaculture units.

enriquecimento por nutrientes : O processo de aumentar ou melhorar algum constituinte ou propriedade através da adição de certos materiais. Em aquacultura há dois tratamentos principais: (a) a adição às dietas de vitaminas e minerais necessários, de modo a substituir os nutrientes que possam ter sido perdidos no processamento do alimento artificial e (b) enriquecimento, orgânico ou por nutrientes, das águas, devido a descargas de nutrientes orgânicos provenientes das unidades de aquacultura.

närsalts berikad: Process som innebär att man ökar eller förstärker vissa egenskaper eller delar, vanligen genom tilsätting av vissa ämnen. Inomakvakulturer finns det två huvudsakliga innebörder: (a) tillsättandet av viktiga vitaminer och mineraler i fiskmaten för att ersätta viktiga ämnen som kan gå förlorade under fiskmjölsframställningne, och (b) den näringsberikning som sker i omgivande vatten genom utsläpp från akvakulturenheter.

Was this helpful?
Αναφέρεται στην απελευθέρωση ψαριών, π.χ. σολομών, από μια μονάδα υδατοκαλλιέργειας προς τον σκοπό της ενίσχυσης του άγριου πληθυσμού. Δεν υπάρχει ιδιαίτερη σκοπιμότητα για τη σύλληψη των ατόμων σε καποιο μεταγενέστερο στάδιο. Η ενίσχυση παίρνει διάφορες μορφές που ποικίλλουν από τη ρίψη ιχθυδίων (πριν από την έναρξη της διατροφής) στις ίδιες περιοχές από όπου προέρχονται οι γονείς τους, μέχρι το ranching (βλ.λ.). Η απελευθέρωση ιχθυδίων είναι η απλούστερη τεχνική και το επίπεδο παρέμβασης είναι


enhancement: Enhancement is defined as the release of fish (e.g. salmon) from a fish culture facility for the puspose of enlarging the wild population. It is not necessarily intended that the fish should be recaptured at any later stage. Enhancement takes a range of forms, that may vary from the seeding of unfed fry into the same locations from which their parents were obtained, to ranching itself. Planting unfed fry is the simplest of enhancement techniques; the level of intervention is relatively low. Ho

intensificação/repovoamento : Definido como a libertação de peixe (e.g. salmão) de uma piscicultura com a finalidade de aumentar a população selvagem. Não se pretende necessariamente recapturar os animais numa fase posterior. O repovoamento tem uma amplitude de formas, que podem variar desde semear juvenis nos mesmos locais de onde os seus progenitores foram obtidos, até ao próprio cultivo (q.v.). Semear juvenis é a técnica mais simples; o nível de intervenção é relativamente baixo. No entanto, os padrões de reprodução sã

Utsättning: Utsättning definieras som tillförande av fisk, ex. lax, från en fiskodling för att förstärka den vilda fiskpopulationen. Syftet med detta behöver inte nödvändigtvis vara att kunna återfånga fisken vid ett senare tillfälle. Utsättning förekommer i flera former varierande från utsättning av omatade yngel till samma lokal som deras föräldrar fångades från, till odling. Att sätta ut omatade yngel är den enklaste utsättningstekniken och arbetsinsatsen är tämligen låg. Nackdelen är att parningen är på

Was this helpful?
(1) Η τοποθεσία, περιοχή και ο ιδιαίτερος τύπος του τοπικού περιβάλλοντος που καταλαμβάνεται από έναν οργανισμό. (2) Τα φυτά, ζώα και φυσικά συστατικά του περιβάλλοντος, τα οποία συνιστούν τη φυσική τροφή, τις φυσικοχημικές συνθήκες, και καλύπτουν τις απαιτήσεις των οργανισμών.


habitat: (1) The locality, site and particular type of local environment occupied by an organism. (2) Those plants, animals, and physical components of the environment which constitute the natural food, the physico- chemical conditions, and cover the requirements of organisms.

habitat: (1) uma localidade, sítio e tipo particular de ambiente local ocupado por um organismo. (2) As plantas, animais e componentes físicos do ambiente que constituem a alimentação natural, as condições físico-químicas, e que cobrem as necessidades dos organismos.

habitat: (1) Livsmiljön, platsen och den specifika lokala miljön som ockuperas av en organism. (2) Växterna, djuren och de fysikaliska förhållanden hos miljön som bestämmer vilket samhälle (arter) som kommer att finnas där.

Was this helpful?
Κύματα υπό συνθήκες όπου το σχετικό βάθος (βάθος κύματος/μήκος κύματος) κυμαίνεται από 0.5 ως 0.05.


intermediate waves: Waves under conditions where the relative depth (water depth/wave length) lies between 0.5 and 0.05.

ondas intermédias : Ondas sob condições em que a profundidade relativa (profundidade da água/comprimento da onda) está situada entre 0.5 e 0.05.

medelvåg: Vågor under förhållanden där det relativa djupet (vattendjup / våghöjd) ligger mellan o,5 och 0,05.

Was this helpful?
Χαρακτηριστικός ή ενδογενής σε μια περιοχή. Χρησιμοποιείται συνήθως προκειμένου για ασθένειες ή νοσογόνους παράγοντες.


endemic: Specific or indigenous to an area; used most often in relation to disease agents and diseases.

endémico : Específico ou indígena para uma área; frequentemente utilizado para agentes portadores de doenças e doenças.

endemisk: Specifik för, eller inhemskt i, ett område; används oftast när man syftar på sjukdomar och sjukdomsbärande vektorer.

Was this helpful?
Χρησιμοποιείται για οργανισμούς που ζουν μέσα στο ίζημα του βυθού των λιμνών ή των θαλασσών: ενδοπανίδα.


endobiontic: Used of organisms living within the sediment on the sea bed or lake floor: infauna.

endobiótico : Utilizado para organismos que vivem no sedimento marinho ou de um lago; infauna.

endobiotisk: Används för att beskriva organismer som är nedgrävda eller inborrade i sedimentet på havsbotten eller sjöbotten: infauna.

Was this helpful?
Εμφανιζόμενος ή προκύπτων στο εσωτερικό του οργανισμού ή συστήματος.


endogenous: Arising or originating from within the organism or system.

endógeno : Que provêm ou é originário do interior do organismo ou sistema

endogen: Uppstår inifrån organismen eller systemet.

Was this helpful?
Προερχόμενος ή συμβαίνων εντός ενός ατόμου, ομάδας ή συστήματος. πρβ εξωγενής.


intrinsic: Originating or occurring within an individual, group or system.

intrínseco : Que tem origem, ou que ocorre, dentro de um indivíduo, grupo ou sistema; cf. extrínseco.

inom: Har sitt ursprung eller sker inom en individ, grupp eller system. Jmf extrinsic

Was this helpful?
Αναφέρεται σε περιστατικά ή σχέσεις μεταξύ ατόμων ή πληθυσμών του ιδίου είδους.


intraspecific: Referring to events or relationships which occur between individuals or populations of the same species.

intraespecífico : Que se refer a acontecimentos ou relacionamentos que ocorrem entre indivíduos ou populações da mesma espécie.

intraspecifik: Syftar på händelser eller förhållanden som sker mellan individer eller populationer av samma art.

Was this helpful?
Ανταγωνισμός μεταξύ ατόμων ενός είδους γιά τον ίδιο πόρο.


intraspecific competition: Competition among members of the same species for the same resource.

competição intraespecífica : Competição pelo mesmo recurso entre membros da mesma espécie.

inomartskonkurrens: Kamp mellan individer av samma art för samma resurs.

Was this helpful?
Οι ζωικοί οργανισμοί που υπάρχουν σε ένα ίζημα, ενδοβένθος.


infauna: Animal life within a sediment; endobenthos.

infauna: A vida animal dentro de um sedimento; endobentos.

infauna: Allt djurliv inom sedimen; endobentos.

Was this helpful?
(1)Στη φυσική, η ικανότητα παραγωγής έργου. (2) Στην υδατοκαλλιέργεια αναφέρεται συνήθως στην διαιτητική ανάγκη των υδρόβιων οργανισμών να λαμβάνουν μια συγκεκριμένη ποσότητα joule ή θερμίδων ανά ημέρα, για την επιτέλεση των βασικών διεργασιών της ζωής, π.χ. αύξηση, αναπαραγωγή. Συνακόλουθα, το ενεργειακό περιεχόμενο των τροφών και της σάρκας των ψαριών είναι σημαντικοί παράγοντες. Βλ. επίσης και Ενεργητικη.


energy: (1) In physics, the capacity to carry out work. (2) In aquaculture, it usually refers to the dietary requirements of aquatic organisms, comprising a certain quantity of joules or calories per day to undertake essential living processes, e.g., growth, reproduction. Consequently, the energy content of diets and fish flesh is of importance.

energia : (1) En Física, a capacidade de efectuar trabalho. (2) Em aquacultura, refere-se normalmente a necessidades dietéticas de organismos aquáticos, englobando uma certa quantidade de joules ou calorias por dia de modo a realizar os processos essenciais à vida, e.g. crescimento, reprodução. Consequentemente, a energia das dietas e da carne do peixe é importante; cf. energética.

energi: (1) Inom fysiken är det kapaciteten att genomföra arbete. (2) Inom akvakulturen syftar det till kostbehoven av akvatiska organismer, som består av en viss kvantitet jouler eller kalorier per dag för att kunna genomföra livsviktiga processer t.ex tillväxt, reproduktion. Följaktligen så är energiinnehållet i kosten och fiskkött av stor betydelse jfr. energetik

Was this helpful?
Η μελέτη της χρήσης και της μεταφοράς της ενέργειας στα ζώντα συστήματα. Η μελέτη αυτή μπορεί να γίνει σε διάφορα επίπεδα βιολογικής οργάνωσης: α) μοριακό και κυτταρικό, β) οργανισμικό και γ) πληθυσμιακό. Στην υδατο- καλλιέργεια, η ενεργητική χρησιμοποιείται γενικά για τη μελέτη της ενεργειακής αποδοτικότητας κατά την αύξηση/αναπαραγωγή.


energetics: The study of energy transportation and utilization in living systems. This can be studied at various levels of biological organisation; (a) molecular and cellular ; (b) organismic ; (c) population. In aquaculture, energetics is generally used to study the energy efficiencies of growth/reproduction.

energética : O estudo do transporte e utilização de energia em sistemas vivos. Pode ser estudado em diversos níveis da organização biológica; (a) molecular e celular; (b) orgânica; (c) população. Em aquacultura, a energética é geralmente utilizada para estudar a eficiência energética de crescimento/reprodução.

energetik: Studien av energitransport och användning i levande system . Detta kan studeras på olika biologiska organisationsnivåer; (a) molekylär och cellulär nivå; (b) organismnivå ; (c) populationsnivå. Inom akvakultur används energetik för att studera energieffektiviteten i tillväxt/reproduktion.

Was this helpful?
Πρωτεiνη με καταλυτικές ιδιότητες. Τα ένζυμα υπάρχουν σε όλα τα ζωντανά κύτταρα και αυξάνουν την ταχύτητα των αντιδράσεων μειώνοντας την ενέργεια ενεργοποίησης. Τα περισσότερα ένζυμα είναι πολύ εξειδικευμένα, απαιτούν συγκεκριμένες συνθήκες (π.χ. pΗ, θερμοκρασία) για να έχουν άριστη αποδοτικότητα και μετουσιώνονται/ απενεργοποιούνται εύκολα.


enzyme: A protein with catalytic properties; enzymes are present in all living cells, they increase the rate of reactions by lowering the activation energy. Most enzymes are highly specific, require specific conditions (e.g., pH, temperature) for optimum performance and are easily denatured or inactivated.

enzima : Uma proteína com propriedades catalíticas; as enzimas estão presentes em todas as células vivas, aumentam a taxa de reacção pela diminuição da energia de activação. A maioria das enzimas são altamente específicas, requerem condições específicas (e.g. pH, temperatura) para um rendimento óptimo e são facilmente desnaturadas ou desactivadas.

enzym: Proteiner med katalytiska egenskaper; enzymer finns i alla levande celler, de ökar reaktionshastigheten genom att sänka aktiveringsenergin. De flesta enzymer är väldigt specifika, kräver specifika förhållanden (t.ex pH, temperatur) för att fungera optimalt och kan enkelt denatureras eller inaktiveras.

Was this helpful?
Κάθε ζώο το οποίο έχει φτάσει σε πλήρη αύξηση ή είναι γεννητικά (σεξουαλικά) ώριμο. Το μή πρώϊμο.


adult: Any animal that has attained full growth or is sexually mature that is not precocious.

adulto : Qualquer animal que tenha atingido o crescimento total ou seja sexualmente maduro e que não seja precoce.

adult: Alla djur som har uppnått full storlek eller är sexuellt mogen.

Was this helpful?
Κατάσταση προκαλούμενη από έναν περιβαλλοντικό παράγοντα που υπερβαίνει τα φυσιολογικά όρια προσαρμοστικής απόκρισης ενός οργανισμού, ή που διαταράσσει την κανονική λειτουργία σε τέτοιο βαθμό ώστε οι πιθανότητες επιβίωσης μειώνονται σημαντικά. Η ένταση ενδέχεται να είναι οξεία ή χρονία. Η οξεία ένταση είναι μικρής διάρκειας, (από λεπτά έως ώρες) κατά την οποία ο χρόνος απόκρισης διαρκεί περισσότερο από την διάρκεια της έντασης. Η χρόνια περιβαλλοντική ένταση είναι συνεχής μορφή έντασης, από τη


stress: A state produced by any environmental factor which extends the normal adaptive response of an animal, or which disturbs the normal functioning to such an extent that the chances of survival are significantly reduced. Stress can be acute or chronic. An acute stress is one of short duration, minutes or hours, in which the time course of the response of the first outlasts that of the stress. Chronic environmental stresses are continuous forms of stress, from which, under aquaculture conditions, the

stress : Um estado produzido por um factor ambiental que amplia a resposta de adaptação normal de um animal, ou que perturba o funcionamento normal ao ponto da probabilidades de sobrevivência ser significativamente reduzida. O stress pode ser agudo ou crónico. Um stress agudo é de curta duração, minutos ou horas, no qual o tempo de resposta do organismo ultrapassa o de stress. O stress ambiental crónico é uma forma contínua de stress, no qual, no caso da aquacultura pode não haver fuga. A sobrelotação, a

stress: Inom psykologisk, medicinsk och zoologisk vetenskap de anpassningsreaktioner i kroppens organsystem som utlöses av fysiska och mentala påfrestningar, "stressorer". De krav som ställs på människor i ett modernt samhälle framkallar samma stressreaktioner som hjälpte våra förfäder att överleva genom att stärka deras beredskap för kamp eller flykt. Kroppens egna anpassningsreaktioner var ändamålsenliga i en tillvaro där muskelstyrka spelade en avgörande roll.

Was this helpful?
Εκτροφή (εκκόλαψη, ανάπτυξη, πάχυνση) υπό σε μεγάλο βαθμό ελεγχόμενες συνθήκες (π.χ. θερμοκρασία, θήρευση, ασθένειες), και υψηλή προσθήκη ενέργειας ώστε να βελτιστοποιηθούν η ανάπτυξη και η επιβίωση. Π.χ. σολομοειδή, ασπόνδυλα.


intensive culture: Cultivation (in hatchery, nursery, ongrowing stages) in a largely controlled environment (covering for example temperature, predators, pests), involving a high input of energy to optimize growth and survival, in for example, salmonids, shellfish.

cultura intensiva : Cultura (em maternidade, viveiro, tanques) num ambiente altamente controlado (cobrindo por exemplo a temperatura, predadores, pragas), envolvendo uma elevada entrada de energia para optimizar o crescimento e sobrevivência, de por exemplo, salmonídeos, crustáceos.

intensivodling: Odling i en till stort kontrollerad omgivning (temperatur, sjukdommar, rovdjur). Innebär ofta stor tillförsel av energi för att optimera tillväxt och överlevnad; laxfiskar och skaldjur.

Was this helpful?